
Δεν έχω να πω πολλά. Πριν ένα χρόνο κάτι ξεκίνησα. Ακόμα πηγαίνω.

Εκεί κατά τις πέντε και τριαντατέσσερα το πρωί συνέβη και σήμερα όπως χιλιάδες επί χιλιάδων επαναλαμβανόμενα πρωινά μες τα χαμένα δευτερόλεπτα μια ευγενική στον ορίζοντα παραχώρηση.
Δεν υπάρχει ηδονή πιο μεγάλη από το φάγωμα στα νύχια. Δαγγώνεις κι η πληγή ανοιχτή δε στάζει όμως το αίμα. Τα νύχια μπήγεις στο δέρμα. Δεν πληγώνεσαι. Κόβεις όσο αντέχεις. Τη στιγμή που αποδυναμώνεις τις δικιές σου νυχιές, πετσώνεις βαθύτερα το μαλακό σου δέρμα. Εκεί στα ακροδάχτυλα την δύναμη των χεριών εξοπλίζεις. Γδέρνουν καλύτερα τα νύχια φαγωμένα. Όλα τα πρόσωπα που προσέβαλαν. Όλα τα δάχτυλα που δεν έγιναν καν χειρονομίες. Τους μώλωπες γδέρνεις που όλοι ετούτοι άφησαν. Όλες οι διαδικασίες που επέτρεψαν το φάγωμα αυτό στην ψυχή κι αυτή την ακαταπόνητη ανάγκη να τρως και να τρως των χεριών σου και μόνο τα νύχια.

























Κύριε,