Sunday, November 01, 2009

On/off


"Ρε, τι τραβάω η πουτάνα!", μια γυναίκα προσπαθούσε να κάνει με τον εαυτό της ένα αστείο, την άκουσα. Ένας εργάτης σ' ένα μπαλκόνι στον τρίτο πάνω σε μια σκάλα μετέωρος κάτι διόρθωνε, τον κοίταξα. Ένα πατζούρι κατέβαινε τρίζοντας φως απέξω, άκουσα και είδα. Σήμερα δεν ήθελα να βγω από το σπίτι.

Ήθελα μια μέρα εμένα. Πολύς καιρός, πολλή κούραση, πολλοί άνθρωποι. Έφυγαν, έμειναν, δε στέκονται, δεν έρχονται, με κάθε τρόπο πάση θυσία ο ένας τον άλλο προσπερνάμε. Κι όλα αυτά δε μου αρέσει έτσι που τα λέω γιατί μπορεί να μπερδευτείς και να νομίσεις ότι τα λέω κι από απλή μοναξιά. Κι εμένα αυτό λιγάκι ξέρεις θα με πλήγωνε, γιατί σήμερα να σου πω μονάχα την καθαρή αλήθεια μου άρεσε που περπάτησα στο χτισμένο κόσμο και μόνος.

Στο δρόμο τα κτήρια όπως πάντα, ίδια, σχεδόν τσιμεντένια, ψηλά, αλλά μαζί κι από ένα άλλο υλικό, μια αλλιώτικη λάμψη, κοίταζα τις λαμπερές κορυφές απόγευμα πιά όταν τα φώτιζε ο προτελευταίος φθινοπωρινός ήλιος. Και είπα πάλι "ανεξάντλητη και τρελή γοητεία αυτής της άσχημης πόλης".

Το κρύο τσουχτερό όμως τόσο οικείο, κατέληγε να γίνεται ό,τι πιο φιλικό ένιωθα μέσα στα κόκκαλά εκείνη την ώρα, περπάτησα όλο το δρόμο από κάτω προς τα πάνω ή κι αντίστροφα, στο δρόμο του αρχαίου νομοθέτη είπα τυχαία λες να ναι η αρίθμηση τούτη που την προοπτική της τώρα την έχω εντελώς χάσει κι ως πού θα με βγάλει τούτος ο νόμος που μέχρι κόκκαλο όλα τα έχει σκάψει. Δεν κατανοώ πιά πότε διέπραξα την ύβρη, δεν είμαι καλός σήμερα στις συνδέσεις για να την δικαιολογήσω.

Προχώρησα, περπάτησα, πάτησα. Απόψε που έμεινε μόνο το κρύο στο κόκκαλο μπορείς να με βγάλεις πάλι στον αναμμένο δρόμο;

Saturday, October 31, 2009

Τάνια + Γεράσιμος + Θέμης



[Όσο αλλάζω/ χρόνο χάνω]

Το cd αποκτήθηκε
Το play θα λιώσει
Εγώ επίσης

Thursday, October 29, 2009

Κοίτα με


Ετούτη η μάσκα η αγνή είναι κατάστικτη από σημάδια
δε σε αφήνω να τα δεις
πρεπει να είμαι ωραίος
πρέπει να είμαι αγαπητός
κι εύκολα επιρρεπής να ενδίδω
λες και με τα μάτια σου μπορώ να κάνω κάτι άλλο
προσεύχομαι
να σε λάβω
να σε κρατώ
ετούτη τη δική μου αγκαλιά εκμεταλλεύεσαι
τώρα που δεν κοιτάζεις
και περιπαθώς άθλιο με ξεκάνεις

Saturday, October 17, 2009

Η λέξη φθινόπωρο



Στην αρχή ήταν εποχή. Κι εγώ περπάταγα σε δρόμους που θα τους πω (πρόχειρα εντελώς) αόριστους γιατί τώρα αδυνατώ - ή μπορεί και να μη νιώθω καν την ανάγκη- να βρω περισσότερα επίθετα κατάλληλα να τους προσδιορίσω. Υγρός, βρεγμένος, γλιστερός, δε λένε τίποτα, τίποτα δε λένε από μόνες τους, είναι στεγνές μες τον παράδεισο οι λέξεις.

Τέλοσπάντων, ήταν σήμερα. Αν δοκιμάσατε να περπατήσετε σήμερα τον ίδιο δρόμο, θα καταλαβαίνετε τι είν' αυτό που θέλω και δεν ξέρω πώς να το πω -σίγουρα πάντως δεν ήταν σαν σήμερα, αυτή τη λέξη με σαν δε θέλω να την ακούω.

Κι ήταν σχεδόν απαγορευμένη μέσα μου η ανάγκη να εκφράσω με όσο το δυνατόν λιγότερα ένα σκέτο φαινόμενο, αυτή καθαυτή την ίδια τη συνθήκη που λένε βροχή, βροχή καθαρή και πρώτη. Κυρίως χωρίς συναισθήματα, μέσα στη σιωπή -επειδή και τα πιό βαθιά συναισθήματα τελικά δεν τα περιγράφουν ούτε κι οι λέξεις. Δεν είναι δυνατό να ορίσω τη διαφάνεια της σταγόνας σα λέξη.

Ύστερα φευγαλέα -όπως πάντα φευγαλέα, έτσι κι αλλιώς από παντού- περπάταγα τους ίδιους πάλι δρόμους κι είπα το ίδιο συμβαίνει πάντα, κάθε φορά όταν αλλάζω εποχή. Προσδοκώ ένα καλοκαίρι δροσερό κι ένα χειμώνα κάποτε λιγότερο κρύο.

Κι αγόρασα σοκολάτα. Κι έφαγα μισή. Κι η θερμοκρασία πιά κατέβηκε και η σοκολάτα έτσι όπως αλλάζει η εποχή σταμάτησε σιγά σιγά να λιώνει. Και πρέπει πάλι ν' αρχίσω να χώνω στην τσέπη την άλλη μισή. Για να 'χει να ζεσταίνει το άδειο το χέρι.

Τελικά άφησα τους δρόμους και μπήκα σπίτι. Στην κατάψυξη είχε μείνει ελάχιστο καϊμάκι παγωτό. Το άφησα να λιώσει κι έτσι θλιμμένο το έφαγα λαίμαργα όλο.

Κι έτσι κάπως κατάλαβα φέτος το προπατορικό αμάρτημα, την έκπτωση και τη φυγή κατάκαρδα μές στο φθινόπωρο σα να 'ταν η πρώτη απλή μα απαγορευμένη λέξη.

Wednesday, October 07, 2009

Ένα άδειο πιάτο στο Μπιστρο "Το μεγάλο βόδι"


ΕΝΑ ΑΔΕΙΟ ΠΙΑΤΟ ΣΤΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΒΟΔΙ
(An Empty Plate in the Cafe du Grand Boeuf)
του Michael Hollinger

Ένα παριζιανικό μπιστρό στήνεται στη σκηνή του 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης, με αναφορές στον Χέμινγουεϊ, τις ταυρομαχίες & την υψηλή γαστρονομία. Κλείστε τραπέζι στη νέα θεατρική παραγωγή της ομάδας ‘Οι Χρυσοθήρες’ από την Τρίτη 6 Οκτωβρίου.

Η θεατρική ομάδα 'ΟΙ ΧΡΥΣΟΘΗΡΕΣ' παρουσιάζουν το έργο του αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Michael Hollinger, 'Ένα Άδειο Πιάτο στο Μπιστρό Το Μεγάλο Βόδι', στο 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των Εκδόσεων Καστανιώτη για λίγες μόνο παραστάσεις, από την Τρίτη 6 Οκτωβρίου έως και την Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009.

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1994 στη Φιλαδέλφεια (Pennsylvania, USA) από το Arden Theatre Company, ενώ στην Ελλάδα ανεβαίνει για πρώτη φορά, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Φραγκιόγλου.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια ζεστή νύχτα του Ιουλίου του 1961, στο Μπιστρό Το Μεγάλο Βόδι στο Παρίσι, λίγες μέρες μετά την αυτοκτονία του Χέμινγουεϊ, ο μετρ Κλωντ, ο σεφ Γκαστόν, η σερβιτόρα Μιμή και ο μαθητευόμενος σερβιτόρος Αντουάν, περιμένουν από στιγμή σε στιγμή την άφιξη του Monsieur Βίκτωρ. Ο Βίκτωρ, ένας εκπατρισμένος Αμερικανός μεγιστάνας, θαυμαστής του Χέμινγουεϊ, είναι ιδιοκτήτης του Μπιστρό καθώς και αποκλειστικός πελάτης του. Όμως, όταν επιστρέφει από τη Μαδρίτη όπου είχε πάει για να δει τις ταυρομαχίες και να τιμήσει το ίνδαλμά του, είναι ατημέλητος, κακοδιάθετος και σε βαθιά κατάθλιψη για τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Mademoiselle Μπερζέρ. Ένα μόνο πράγμα επιθυμεί: να πεθάνει της πείνας στο τραπέζι του. Το προσωπικό πανικοβάλλεται, αφού η ζωή τους εξαρτάται από τις γαστριμαργικές διαθέσεις του 'Monsieur', και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον πείσει να αλλάξει γνώμη, αλλά εκείνος παραμένει ανένδοτος. Το προσωπικό σε απόγνωση του ζητά μία τελευταία χάρη: να τους επιτρέψει να του ετοιμάσουν ένα τελευταίο δείπνο -ένα πλήρες μενού 7 πιάτων, από τη σούπα μέχρι τον καφέ- με την υπόσχεση ότι τα φαγητά θα παραμείνουν στην κουζίνα. Θα του περιγράψουν τα πιάτα ένα ένα, μπροστά σε μια σειρά από άδειες πιατέλες, χωρίς ποτέ να του τα σερβίρουν. Ο Βίκτωρ συμφωνεί κι ένα δείπνο επιθέτων, επιρρημάτων και τραγελαφικών καταστάσεων ξεκινά...

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Πρόκειται για μια ιλαροτραγωδία που κινείται μεταξύ ρεαλισμού, θεάτρου του παραλόγου και κωμικής όπερας. Ο Hollinger ερευνά τρία βασικά θέματα: τον ανεκπλήρωτο πόθο, την ταύτιση με τον ήρωα/πρότυπο, και την αιώνια προσπάθεια του ανθρώπου να ελέγξει το περιβάλλον του και να επιβληθεί σ'αυτό. Ο συγγραφέας, απεικονίζοντας και μεγεθύνοντας τον μικρόκοσμο του μπιστρό, ρίχνει μια διεισδυτική ματιά στην "ανθρώπινη φύση'.

Ο Βίκτωρ, η κωμικοτραγική φιγούρα που κινεί το έργο, είναι ένας ζάμπλουτος διανοούμενος που προσπαθεί να γεμίσει το υπαρξιακό του κενό δειπνώντας, ταξιδεύοντας και παρακολουθώντας ταυρομαχίες. Θέλει να μοιάσει στον Χέμινγουεϊ, τον "απόλυτο άνδρα" της αμερικανικής λογοτεχνίας, γι'αυτό επιζητά απεγνωσμένα τη συναλλαγή με τον κίνδυνο και το θάνατο, χρωματίζοντας τον κόσμο εντελώς υποκειμενικά και εγωιστικά. Ζει χωρίς να ζει. Αντιθέτως, το προσωπικό του μπιστρό, που δεν έχει αυτή την πολυτέλεια, παρά τα όποια προβλήματά τους (οικονομική ανασφάλεια, έριδες, έρωτες, πάθη κλπ), είναι αναγκασμένο να επιβιώσει και επιβιώνει.

Ο Michael Hollinger στήνει με μεγάλη μαεστρία μια «οπερατική τρέλα» (The New York Times), ένα «μενού πλήρες για σκέψη και για γέλιο» (Curtain Up), μια θεατρική μουσική σύνθεση, ένα παιχνίδι σκέψης παραγεμισμένο με λογοτεχνικές και ιστορικο-κοινωνικές αναφορές, με κοινό παρονομαστή τον ανθρώπινο ψυχισμό.

ΣΤΟΧΟΣ της παράστασης να αναδείξει τα υφολογικά στοιχεία του έργου, τα οποία φλερτάρουν ανάμεσα στο δράμα και τη φάρσα, τη σωματική κωμωδία του βωβού κινηματογράφου μέχρι την κωμική όπερα. Επίσης, φιλοδοξεί να αναπαραστήσει την ατμόσφαιρα των παριζιάνικων μπιστρό που ήταν 'στέκια' των διανοούμενων στις αρχές της δεκαετίας του '60. Και τέλος να σκιαγραφήσει την επιρροή του Χέμινγουεϊ που με τα γραπτά και τη ζωή του συντέλεσε, διαμόρφωσε και καθρέφτισε τις αξίες μιας εποχής.


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση: Χριστίνα Παπαδάκη – Δημήτρης Φραγκιόγλου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Φραγκιόγλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Κέλλυ Βρεττού
Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης
Χορογραφία–Επιμέλεια Κίνησης: Ζωή Χατζηαντωνίου
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Φωτογραφίες: Γιώργος Δρακόπουλος

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά):
Ευγενία Αποστόλου, Αντώνης Γκρίτσης, Χριστίνα Παπαδάκη,
Πέτρος Σταθακόπουλος, Χριστόδουλος Στυλιανού, Χάρης Φλέουρας

104 ΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ
των Εκδόσεων Καστανιώτη

(Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια - Τ: 210 3826185)

Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: Κυριακή, 19:30 / Δευτέρα-Τρίτη-Τετάρτη, 21:30
Τιμές εισιτηρίων: 20 € (κανονικό) – 15 € (φοιτητικό)
Διάρκεια: 90’

Monday, October 05, 2009

Απόψε: όσο κρατάω μια σιωπή



Και έρχεται η ώρα της ημέρας που γίνομαι αδύναμος. Περνάνε της ημέρας όλα τα λεπτά έτσι, δεν τα καταλαβαίνω καλά καλά μόνο σαν έρχεται πάντα νύχτα βαθιά ξεμένω ανήμπορος εδώ απέναντι να χαζεύω. Δεν έχω πολυτέλεια να αντισταθώ. Ο χρόνος γίνεται ξαφνικά ένα ανεπαίσθητο παραμύθι, εγώ ακούω μυστικά και σωπαίνω, συναντάω μια βασιλοπούλα ντυμένη ακριβά και δεν μπορώ με τόσα κουρέλια να την ξεγελάσω. Και είναι τόσο αργά και δε θα μεταμορφωθεί ποτέ σε μικρή σταχτομπούτα η πριγκίπισσα που με άφησε με το γοβάκι στο χέρι.

Θα ήθελα πολύ να γράψω κάποια στιγμή μια ιστορία μεγάλη. Όχι μεγάλη γενικώς δηλαδή, μεγάλη επειδή θα μου τη λες εσύ, θα μου εμπιστεύεσαι και την παραμικρή λέξη. Εγώ καθισμένος στο ίδιο μπαλκόνι, χωμένος στα χαρτιά θα σημειώνω και θα σημειώνω αχόρταγα και άπληστα όλα εκείνα που δεν έχουν ειρμό, μα είναι τόσο δικά σου, λέξεις ακάλεστες, ακατάληπτες, αλάνθαστες, όλες εσύ κι εγώ ακριβώς να μην καταλαβαίνω, χρώματα πανέμορφα κι ολόλευκα από αυτά που θα γίνουν οι πιό ακριβές αναμνήσεις, αντιδράσεις και εκφράσεις που παίρνεις στο πρόσωπο καθώς με κοιτάς χαμογελαστά με τα θλιμμένα σου μάτια και μου εμπιστεύεσαι σιγανά και κρυφά τη σιωπή μέσα σε αυτή την ευκίνητη παραζάλη.

Θα έρχονται σιγά σιγά μια μια οι μορφές, θα αγκαλιάσουν τη μνήμη, ήσυχη η πιο δικιά σου φωνή θα έχει αγκαλιάσει εμένα και θα σε αφήνω να μιλάς συνέχεια σε αυτές τις πιό χαμηλές και παιχνιδιάρικες εντάσεις, είναι ικανές να προσφέρουν τόση ηδονή και ας φυσά τώρα ήρεμος ο σκοτεινός αέρας σε ετούτο το μπαλκόνι, να μη σωπάσεις ποτέ πιά, να μην το επιτρέπεις εσύ σε εσένα κι ούτε εγώ να σου το επιτρέπω, να είμαι εκεί για να μιλάς κι εγώ να ακούω με τα αυτιά μου και με τα μάτια αχόρταγα κάθε σου αναστεναγμό και κάθε μικρή σου λέξη.

Και να λες ένα παραμύθι που θα είναι δύσκολο το καλό απ' το κακό να ξεχωρίσει, το παραμύθι που συμβαίνει στ' αλήθεια κάθε στιγμή κάθε λεπτό εκεί μπροστά στο μπαλκόνι αρκεί να υπάρχει κάτι να κυλά τρεχούμενο ανάμεσά μας και να μην έχει σημασία που δεν είναι το παραμύθι το δικό μας η ιστορία της ωραίας κοιμωμένης, η μοίρα της σταχτομπούτας, το σπίτι το γερό από τα τρία γουρουνάκια. Σε όλα τα παραμύθια που άκουγα παιδί επέλεγα να αφήνω πάντα κάτι ανεξήγητο από μαγεία για τέλος. Απόψε μάλλον πρόδωσα. Εσένα και το μονάκριβο παιδί μου.

Wednesday, September 30, 2009

αιαιεωααουει



Προσπάθησα να γράψω πέντε γράμματα. Θάλασσα πλατια σ' αγαπώ γιατί... είναι ώρες ώρες τόσο αδύνατο. Κάθε άλλο. Έχει κολλήσει το κεντρικό σύστημα επικοινωνίας της άχαρης εκφραστικότητάς μου. Κάνω αδέξιες κι άλλοτε πάλι εξαντλημένες κινήσεις με το σώμα μου, εκφέρω ακατάληπτα φωνήεντα, σε αποκομμένα σύμφωνα μπερδεύω τη μιλιά μου, δεν καταφέρνω τελικά ούτε να μιλώ, κάνω τούμπες για να σηκώνομαι και σηκώνομαι για να πέφτω, κάνω πρόβα το σώμα μου ολόκληρο και σύσσωμη τη φωνή μου. Μόνο τέσσερεις λέξεις μετά κόπων και βασάνων καταφέρνω να πω: Γέμισε ο κόσμος ανθρώπους. Παιδότοπος.

Και τότε στη στιγμή αρχίζουν να περνοδιαβαίνουν οι ξένοι -ποτέ δεν κατάλαβα γιατί στα αρχαία ελληνικά η λέξη ξένος μπορεί να σημαίνει προσφιλής. Πλησιάζουν και υπενθυμίζουν είμαστε κι εμείς εδώ, όλοι εκείνοι που δεν τολμάς να γνωρίσεις, ακόμα κι οι περαστικοί που προσπερνούν και δε τους δίνεις ποτέ σημασία και χάνω συνεχώς τα λόγια μου και τα μάτια μου καθώς γυρίζω επίμονα να κοιτάξω και τον παραμικρό περαστικό γιατί ακόμα κι οι άγνωστοι περαστικοί φαίνονται τόσο προσφιλείς πότε πότε κι όλο αυτό εγώ δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται όμως συμβαίνει απαράλλαχτα σε αυτή την πόλη από τ' αρχαία όπως σας είπα χρόνια και έρχονται εντελώς ξαφνικά στα μάτια μου τόσο απατηλά και τόσο γνώριμα κι αργοσβήνουνε κύματα τελευταία ημέρα του φετινού Σεπτέμβρη στη θάλασσα ενώ κάπου στο βάθος μύριζει καλοκαίρι και φωνή από αγαπημένη μου φιλενάδα.

Με απατά η μνήμη ή έχω εμπλακεί εκ νέου στη διαδικασία του προσφιλούς ονειρικού μου; Μετανιώνω τις περισσότερες φορές για κάθε πρόχειρη έκφραση και δεν ξέρω ποιος μ' ακούει όταν εξομολογούμαι. Μα γίνεται για μεγάλα διαστήματα σχεδόν παραισθητικό το αισθητό και με πιάνουν έντονα τόσες υπεύθυνες ενοχές γιατί κινούνται όλα τόσο προσοδοφόρα και ντουγρού κατά την αχανή τους θλίψη. Αλλά αυτή που περιγράφω η πραγματικότητα γίνεται τόσο ανεξήγητη ώρες ώρες. Κι εγώ απομένω να την παρακολουθώ τόσο ανίσχυρος και αποσβολωμένος ωστέ εξομολογούμαι άτσαλα μέσα στη γυάλα μου φωνές στον αποπνικτικό αέρα, ανάσες και ήχοι.

Όμως όχι, πρέπει να είμαι χαμογελαστός, να διατυπώνω ωραία τις εκφράσεις γιατί κάπως έτσι μπορώ να μην κλείνομαι στον εαυτό μου. Άλλο τρόπο δεν έχει να σε καταλάβουν οι άνθρωποι. Και μεταξύ μας δεν ξέρω αν έχουν κι άδικο που δε σου δίνουν συνέχεια χρόνο, δίκιο κι αέρα. Μόνο που συμβαίνει καμιά φορά ο κόσμος εδώ στο υπογάστριο κι άδειαζει τελείως από ανθρώπους, γέλιο, τελικά αέρα.

Αλλά όχι, έξω γίνεται μια προεκλογική συγκέντρωση. Έξω ο κόσμος τρώει, πανηγυρίζει, καπνίζει, δε λυπάται. Έξω ηχούν βεγγαλικά. Όλα μόνο στο σώμα το δικό μου και τη φωνή. βρέθηκε να σκοντάφτουν. Η λύση είναι εκεί έξω. Αορίστως πως αλλά με παραδείγματα και συμβάντα. Ο αδελφός μου είδε στον ύπνο του μια ροδιά και με ρωτούσε σήμερα στο τηλέφωνο αν ξέρω τι σημαίνει. Χαμογέλασα. Στο μπαλκόνι πρασίνισε το γιασεμί που νόμισα ξεραμένο. Χαμογέλασα.

Προσπάθησα να γράψω αυτά τα πέντε πράγματα. Τίποτα δε συντηρεί την ανάγκη. Τίποτα δεν καλύπτει επίσης την ανάγκη αυτή. Δε θα τα καταφέρω ποτέ: ορίστε πέντε λέξεις, πάρε να έχεις για τις δύσκολες ώρες ορθοφωνία και άρθρωση. Μη με κατηγορείς ότι ποτέ δε βρήκα τρόπο ν' αποκτήσουνε αυτά που έλεγα ειρμό. Και χαμόγελο. Κι ότι ήταν λόγια του λίγου μου αέρα.