Thursday, April 18, 2019

Συμφιλίωση


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

Η μοναδική φωτογραφία όπου εμφανίζονται μαζί η Έλλη Λαμπέτη και η Αλίκη Βουγιουκλάκη τον Ιούνιο του 1983 στην πρεμιέρα της παράστασης «Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθές» με πρωταγωνίστριες τη Ζωή Λάσκαρη και την Μάρθα Καραγιάννη. Λίγους μήνες μετά η Λαμπέτη πέθανε. 

Σύμφωνα με πολλούς η Λαμπέτη κι η Βουγιουκλάκη ήταν δυο παντελώς διαφορετικοί κόσμοι που δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε θα μπορούσε καικανείς να διανοηθεί καλλιτεχνικά μια συνυπαρξή τους. Προσωπικά, πολύ αμφιβάλλω γι’ αυτό, κι αυτό δεν το λέω υποτιμώντας τη Λαμπέτη ή με διάθεση να πριμοδοτήσω την Βουγιουκλάκη. Το λέω αυτό γιατί θεωρώ και αυτή την άποψη διατυπωμένη με βάση τα στεγανά μιας επιπλαστης σοβαροφάνειας από την οποία μαστίζεται ακόμα και σήμερα και για άπειρα θέματα η ελληνική - εμφύλια και παγίως διπολική - δημόσια σφαίρα. Και για κάτι τέτοια μεγάλη ευθύνη φέρουν κυρίως δευτερογενείς παράγοντες, κάτι περισπούδαστοι κριτικοί θεάτρου και διάφοροι σοβαροφανείς δημοσιογράφοι, που δυστυχώς αμφότεροι επιμένουν να παίρνουν τον εαυτό τους πολύ σοβαρά και θέλουν να κάνουν το κομμάτι τους στην πλάτη των αληθινών πρωταγωνιστών.

Το σχόλιο «η Βουγιουκλάκη δεν είναι ηθοποιός, είναι μίμος» ή η επιστολή της Λαμπέτη που ξεκινούσε ως εξης: «Κύριε Πρωθυπουργέ, πιθανόν δε με γνωρίζετε, είμαι η Έλλη Λαμπέτη, συνάδελφος της Αλίκης Βουγιουκλάκη» που δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη της Ανδρέα Παπανδρέου είναι από μια περίοδο που η Λαμπέτη ήταν πια χτυπημένη από την αρρώστια της, πολύ πληγωμένη και μοιραία πικραμένη. 

Η Βουγιουκλάκη ωστόσο, πάντα με μια γενναιοδωρία στις κατά καιρούς συνεντεύξεις της, αναφερόταν στις «ανταγωνίστριες» της και ακόμα κι όταν μιλούσε - εγωπαθώς για πολλούς - για την όποια «μοναδικότητά» της δεν δίστασε ποτέ να παραδεχτεί τη «μικρότητά» της μπροστά στην Καρέζη, την Λαμπέτη ή την παντελώς και αδίκως ξεχασμένη Βάσω Μανωλίδου. 

Εν πάσει περιπτώσει, εμένα αυτή η φωτογραφία μ’ αρέσει πολύ, όχι μόνο γιατί μ’ αρέσει κι η Λαμπέτη πέρα από τη Βουγιουκλάκη, αλλά γιατί έτσι όπως έχει γίνει η λήψη νομίζω ότι στα τούτα τους μοιάζουν.

Αυτά και φυσικά Χαίρετε.

Υ. Γ. Λέγεται δε ότι η αμάθεια των δημοσιογράφων ήταν τέτοια στην εν λόγω πρεμιέρα που κανείς δεν αναγνώριζε την Λαμπέτη μέχρι τη στιγμή που η Αλίκη σηκώθηκε και κάθησε δίπλα της.

Monday, January 14, 2019

ΑΝΕΛΟΜΑΚΑΡΟΝΑ

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

Σήμερα μπήκε ένας κύριος στον φούρνο και μας ευχήθηκε, κάπως δυνατότερα από το σύνηθες η αλήθεια: «Καλή Χρονιά!». Του είπε κι η μάνα μου χαρούμενη «καλή χρονιά» - μόλις είχε ζητήσει ένοχα να της βάλουν μισό κιλό απ’ τα τελευταία μελομακάρονα και σαν να την απενοχοποίησε πάνω στην ώρα! Τότε ο κύριος ακόμα δυνατότερα και κάπως πιο απόλυτα έως και λίγο άγρια την κοίταξε και είπε: «ΣηΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ! ΌΧΙ Η ΑΛΛΗ, Ε! ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ!». «Ναι, ναι! Αυτό ΕΙναι!» πετάχτηκε έκπληκτη από το βάθος κι η σαστισμένη φουρνάρισσα.

Saturday, January 12, 2019

Στις σκάλες


Περνώντας έξω
από ένα ξενοδοχείο πολυτελείας
- κοινώς γαμιστρώνα -
πέτυχα ένα ζευγαράκι να βγαίνει
Δεν ξέρω γιατί
έστριψα και κοίταξα τη γυναίκα
- όχι τον άντρα -
στα μάτια
Και το κατάλαβε κι εκείνη
γιατί με κοίταξε όπως την κοιτούσα
Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος
Πρώτο από όλους εμένα αιφνιδίασε
η στιγμιαία αδιακρισία

Friday, January 04, 2019

2019.2


Εκ των υστέρων είδα  ότι ήταν ένα κτήριο απέναντι από το Εφετείο Αθηνών. Η είσοδος της πολυκατοικίας του ήταν, δεν ήταν το κτήριο ολόκληρο, δεν κοίταξα ως απάνω. Μετωπικά στην πόρτα εισόδου στάθηκα απέξω. Μέσα, σαν τρια ταμπλώ: εξ ευωνύμων η σκάλα που οδηγεί πάνω, στο κέντρο η σκάλα προς το υπόγειο - στον τοίχο της προοπτικής της μια σύνθεση από λαμπιόνια που δεν αναβόσβηναν, πολύχρωμα, αλλά σταθερά, εκ δεξιών μια κατασκευή με πολλαπλάσια ενός μονοθεματικού γύψινου μοτίβου. Στο τζάμι της πόρτας εισόδου αυτοκόλλητες διακοσμητικές νιφάδες. Προσπάθησα να φωτογραφήσω τα φωτάκια μέσα από μια, με πρόδωσε το ζουμ της μηχανής του κινητού. Αρχιτεκτόνημα της Αθήνας στα τέλη του ‘70. Θεωρητικά αγέραστο. Παράξενος δρόμος η Κυρίλλου Λουκάρεως αν και ίσως δεν θα πρεπε να γίνομαι τόσο συγκεκριμένος.

2019.1


Aπ’ τη μουριά στο προαύλιο της εκκλησίας κρεμόταν ένα πλαστικό μπουκάλι κοκακόλας γεμάτο νερό. Η ενορία είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Από την είσοδο κρεμόταν ένα πανό αγιογραφημένης Παναγίας που σκύβει και φιλά το βρέφος. Εκατέρωθεν του στιγμιοτύπου έγραφε Χριστός και γεννάται. Είχε και σημαιάκια κρεμασμένα ελληνορθόδοξα. Κοίταζα την πλάτη της προτομής κάποιου παλιού εφημέριου, δεν διάβασα το όνομά του.

Sunday, August 26, 2018

Ας πούμε


Περιμένω, ούτε και ξέρω τι περιμένω,
ούτε κι ένιωσα πως πέρασαν
τα τελευταία 8, ας πούμε, χρόνια
Ας πούμε αυτόν τον αριθμό,
αφού πρέπει κάτι να πούμε
Ας μετρήσουμε, αφού πρέπει
να εξηγηθούμε
και δε βρίσκουμε τίποτα να λέγεται
- μην τολμήσετε να πείτε:
«Τιποτα δεν πρέπει!», είναι κλισέ -
μέσα σε αυτή την απέραντη αοριστία
τα χουμε πει και τα χουμε ξαναπει
κανένας δεν κατάλαβε
τα μιλήσαμε τα συμφωνήσαμε όμως
μακάρι να καταλαβαίνατε την απόγνωση
που προκαλεί όλο αυτό
- ποιό θα μου πείτε,
- ποιό απ’ όλα (κάπως αγανακτισμένοι)
θα μου πείτε
οπότε
καλύτερα που δεν καταλάβετε ποτέ
τι φταίτε κι εσείς που επαναλαμβάνομαι
μα δεν εξηγούμαι
(Και βάζω και παρενθέσεις για να σας εκνευρίζω περισσότερο και
κάνω και άστοχους διασκελισμούς*)
Η συνήθεια σας να τακτοποιείτε
Και
- κάτι πρέπει να κάνεις με το θέμα σου με τα χρήματα, δε νομίζεις
Η δεύτερη καλύτερη ατάκα μετα το
- είσαι πολύ εγκεφαλικός
φοβάμαι, φοβάμαι το μετρήσιμο
φοβάμαι τόσο καρτερικά κάθε ξημέρωμα
που ο ήλιος καμιά φορά μου φαίνεται θα
ανατείλει στο αρνητικό του -
Όπως και το χει κάνει ως τώρα ήδη
τόσες πολλές φορές,
Κι όλο, θεέ μου, χειροτερεύει,
πωπω σα γυναίκα μιλάω
καμια θετική σκέψη
(Πωπω καθόλου πολίτικλι κορρεκτ αυτό με τη γυναίκα, η γυναίκα φέρνει τη ζωή,
να το βγάλω ή να την υποδυθώ)
Η θεία μου το 85 έλεγε:
Είμαι γυναίκα αλλά το’ χω αρσενικό το μυαλό
(το δηλητήριο εννοούσε;)
Δεν καταλαβαίνω πολύ καλά,
μ’ αρέσει η παρανάγνωση κι η ασυνταξία
δεν καταφέρνω να το ορίσω κι εντελώς
αλλά
- ας πούμε πριν 33 χρόνια, το 85,
η θεία μου ήταν 38 χρονών
απόψε 71 και δε μιλιόμαστε στα 39 μου
το 2050 θα μαι 71;
- Ας πούμε
θυμάσαι εκείνο τον διάλογο τότε:
- Η εξοικείωση με κατοχυρώνει με τ' άστρα;
- Η εξοικείωση με τι;
- Τίποτα, προσπαθώ να ορίσω αλλιώς τη σύνταξη του κατοχυρώνει,
αλλά δε μου βγαίνει σε δαχτυλικό εξάμετρο
*και άμετρους επίσης

Sunday, August 05, 2018


Καμιά φορά ξεκινάω ανεπιτυχώς να καταγράψω τον ήχο του ακάλυπτου. Αρχιτεκτονικά είμαι βεβαίως ανίδεος - είναι εντυπωσιακό πόσο ανεπαρκείς είμαστε να περιγράψουμε το φαινόμενο της αθηναϊκής πολυκατοικίας, ενός φωταγωγού μιας εξαόροφης έστω αθηναϊκής πολυκατοικίας, της πιο κοινόχρηστης οικοδομικής κατασκευής του σύμπαντος κόσμου. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι κοιταζόμαστε όλοι οι όροφοι, άλλοι προς τα πάνω, άλλοι προς τα κάτω, άλλοι βιζαβί κι απεναντίας. Είμαστε μέσα σε ένα τετράγωνο που βυθίζεται ως πουθενά και αγωνίζεται να υψωθεί δια παντός. Ξέρουμε σε ποιόν όροφο είμαστε αλλά δεν ξέρουμε το ύψος εντελώς, τη σχέση του ύψους ως προς την επιφάνεια. Ούτε ξέρουμε πώς αλλά θέλουμε να φτάσουμε τον ουρανό. Είμαστε διερχόμενοι. Τώρα πάντως είναι όλα ήσυχα, τα τετραγωνικά κοιμισμένα, ούτε συμφωνίες, ούτε συνομιλίες υπάρχουν. Ούτε τα κάγκελα φαίνονται τόσο κυρίως εδώ, στο πίσω μπαλκόνι. Δεν μας περιορίζουν. Υπάρχει μόνο μια γοητευτική ανασφάλεια που λιγάκι γελάει, ίσως μια ασφάλεια λιγάκι επισφαλής, καθώς λιγάκι φυσάει. Ούτε τα κλειστά φώτα περιγράφονται, ούτε η λυτρωτική τσιμουδιά στο σκοτάδι. Δεν ξέρω τι μας περιμένει όταν περάσει το καλοκαίρι. Φυσάει, αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω. Είναι 4 Αυγούστου, 4 και τέταρτο η ώρα το πρωί, στον 4ο. Φυσάει, ας πούμε στα 4. Φοβάμαι να παραδεχτώ ότι είναι ωραία. Φυσάει τρία τέταρτα, όχι εντελώς φοβάμαι. Προσπαθώ με αριθμούς να γίνω ανεπιτυχώς σαφής. Τετραγωνίζομαι φοβάμαι. Σταματάω - φοβάμαι γίνομαι πολύ εγκεφαλικός, κοινότατος, αυστηρά ιδιωτικός πάλι. Ομφαλοσκοπώ τετραγωνιωδώς.

Friday, June 22, 2018

Δεύτερος τόμος


Τρεις μέρες τώρα προσπαθώ 
να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη·
στο πήγαινέλα των βιβλίων κάθε τόσο 
ο β' τόμος των απάντων του Τσέχωφ 
βρισκόταν έκθετος, δε χωρούσε στο πάνω, 
περίσσευε στο κάτω, γυρνούσε πίσω ή
μεταφερόταν στο δίπλα ράφι
καθώς προχωρούσα τη διαδικασία
Όλο αυτό μου προκαλούσε, 

καθώς συνέβαινε μια θυμηδία
εξαιτίας της κωμικής του δραματικότητας
που ομολογώ μου έδινε κουράγιο να συνεχίζω,
να χαμογελάω μέσα στην απελπισία
"πότε θα τελειώσω, Χριστέ μου"
να παρηγοριέμαι και να απορώ:
«Μα, αγαπητέ μου Άντον Παύλοβιτς, 

ξανά στο κενό;»