Sunday, August 23, 2009

Χαχανούλης



Δεν υπάρχει τρόπος να περιγράψω αυτά που νιώθω όσο και να το θέλω. Χάνονται κάπου ανάμεσα... όλα ανάμεσα, στοιβαγμένα στριμωγμένα εδώ μέσα, δεν ξέρω πώς λέγεται, σε τι. Υπάρχει μόνο κάτι που μοιάζει με ένα ολόκληρο εργοστάσιο παιχνιδιών και δίνει διαρκώς στην πρέσα μου εντολές, καλουπώνει κι άλλα καινούργια κομμάτια, πακετάρει φευγαλέες σκέψεις και τρομοκρατικές, τις κάνει γιγαντοκιβώτια πάντα αόριστα ενός άγνωστου παραλήπτη. Σε μένα φτάνουν όμως μόνο από το εργοστάσιο όλα τα παρατημένα μωρά. Ολοένα και πιό άγνωστος ο παραλήπτης δηλαδή. Συνέχεια. Τα σα εκ των σων και στην επιταγή εμού του ιδίου. Από την παραγωγή στην κατανάλωση. Και παραλαμβάνω με αποκλειστικότητα την ευθύνη -δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς κανείς άλλος. Ανοίγω όπως έρχονται τα τεράστια κουτιά και πετάγονται από μέσα γελωτοποιοί και νάνοι, το πρόσωπο μου χίλια χρώματα και κομμάτια. Με βλέπω αποσβολωμένα και τα παιδία ανεξάντλητα συνεχίζει να χαχανίζει.

Επεξήγηση: Έφαγα ό,τι τρώνε τα μικρά παιδιά, καραμέλες, τσίχλες, σοκολάτες, πατάτες τηγανητές, καρπούζι, παγωτό, γαριδάκια... Έπαιξα όλα τα παιδικά παιχνίδια, λέγκο, μικρή Ελένη, λάστιχο, ποδόσφαιρο, κρυφτό, αγάλματα, πόλεμο, κυνηγητό. Καμιά διαφυγή από την πραγματικότητα. Κανένα παραμύθι. Και βράδυασε, γαμώτο μου. Και τώρα πρέπει και να κοιμηθώ. Μέσα στις φλόγες.

Sunday, August 16, 2009

On board



Στην Ευτέρπη

Θα με πάρεις μια βόλτα με το ποδήλατο; Θα αφήσω στη σέλα σου όλα τα όνειρά μου. Δεν είναι βαριά τα όνειρα, δε θα σε βαρύνω, μη φοβάσαι, κάτσε μόνο να τ' ανεβάσω λιγάκι στη σέλα σου, ν ανέβω κι εγώ, μην πάθω καμιά κράμπα. Μην τρέχεις, είναι άδεια η πόλη τον Αύγουστο, δε θέλω ο αέρας να με κάνει καλοκαιριάτικα να δακρύσω, ξέρω να δακρύζω κι αλλιώς, θα σου δείξω τον τρόπο να το κάνεις άμα θέλεις κι εσύ. Μη στρίβεις απότομα, θα μας πετάξεις κάτω και είμαστε να πάμε αλλού, αρκεί να μου λες πώς νιώθεις κι εσύ, τι αισθάνεσαι, εσύ να οδηγείς, αλλά μη νιώθεις ανασφάλεια, μη νιώθεις ευθύνη, εγώ είμαι εδώ, δε φοβάμαι, κρατιέμαι πάνω σου... έλα, πάμε... θα είναι σα να χορεύεις, ξέρω πόσο σ' αρέσει, εν δυο τρι, εν δυο τρι, οι ρόδες γυρνάνε, το τέλος της διαδρομής είναι για τους δυό μας μαζί η άκρη της άδειας πόλης που μένω

Saturday, August 15, 2009

Εύρηκα



Σήμερα είναι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Κι εγώ για έναν -αν θέλετε, πείτε τον και αλλόκοτο- λόγο βρήκα αυτό το βιντεάκι από τις "Ευτυχισμένες ημέρες" του Σάμιουελ Μπέκετ και νομίζω ότι το εύρημα μου είναι για την ημέρα το πλέον ίσως σχετικό. Κι έχω πατήσει κι ακούω στο σιντι την ηχογραφημένη παράσταση με τη Βάσω Μανωλίδου στο ρόλο της Ουίνι. Ακούω μεταξύ άλλων κι αυτό:

"Να μη σ' άφηνα να κοιμάσαι.. α, ναι... αν μπορούσα τουλάχιστον να υποφέρω να είμαι μόνη, θέλω να πω να υπάρχω μέσα απ' τη φλυαρία μου, χωρίς γύρω ψυχή ζωντανή να μ΄ακούει... Όχι, όχι πως έχω ψευδαισθήσεις... δεν ακούω σπουδαία πράγματα, Γουίλι. Μάρτυς μου ο Θεός! Ίσως μέρες που δεν ακούς τίποτα, άλλες πάλι που απαντάς... ναι, έτσι που μπορώ να πω στον εαυτό μου την κάθε στιγμή, ακόμα κι όταν δεν απαντάς ή δεν ακούς ίσως τίποτα: Ουίνι, είναι στιγμές που κάποιος σε ακούει, δε μιλάς ολότελα μόνη, δηλαδή μέσα στην ερημιά, πράγμα που ποτέ δεν μπόρεσα να υποφέρω, για πολύ... αυτό είναι που μου επιτρέπει να συνεχίζω να μιλώ...

Ενώ αν πέθαινες; Για να μιλήσω με το παλιό στυλ, αν με εγκατέλειπες, τι θα' κανα τότε; Τι θα μπορούσα άλλο να κάνω, όλη την ημέρα; Θέλω να πω απ΄τη στιγμή που θα σημάνει για το ξύπνημα ως τη στιγμή που θα σημάνει για τον ύπνο; Να κοιτάζω μόνο ίσια μπροστά μου με τα χείλια σφιγμένα; Ούτε μια λέξη, ούτ' ενας λόγος ως τον τελευταίο στεναγμό, τίποτα πια που να σπάζει τη σιωπή αυτού του τόπου... που και που ένας στεναγμός μέσα στον καθρέπτη ή ένα μικρό ξέσπασμα γέλιου όταν τυχαίνει να βρω ξανά πάλι την παλιά ευθυμία... "

Θα μπορούσα να το παραθέσω ολόκληρο, από την αρχή μέχρι το τέλος, αν με άφηναν ελεύθερο. Αλλά θα φλυαρούσα, κι ίσως τότε να ξυπνούσα κάποιους ή την ωραία κοιμωμένη ή -ποιός ξέρει- μπορεί ακόμα και την ίδια την Παναγιά.

Thursday, August 13, 2009

Οδός Απόλλωνος


Στους Δελφούς τελικά φτάνεις σε αυτή την κατάσταση της απουσίας ερωτηματικών διαθέσεων. Άμα τη αφίξει μια διάθεση άλλη, μάντισσα πλανευτική, κυριεύει την καρδιά και το νου, μοιάζει να σε βγαλε εδώ ένας άλλος από το γνώριμο δρόμος της ζωής και της σκέψης. Παρατηρείς ολομόναχος ή σχεδόν... ποιός, γιατί είσαι, μέσα από τις πλανεμένες αισθήσεις σου που δεν τις ελέγχεις κι αυτές τώρα ακριβώς, για τη στιγμή αυτή παύεις να διατηρείς και τη διαύγεια της λογικής που σου χει χρόνια τώρα εμπιστευτεί ο υπερφίαλος μέσα στο κεφάλι αυτοέλεγχός σου.

Διατελείς υπό το κράτος μιας διάθεσης που είναι ελάχιστα προπετής να δώσει απαντήσεις στα ερωτηματικά σου, τα ίδια βασανιστικά ερωτηματικά που μέχρι πριν λίγο, μόλις πριν φτάσεις εδώ, στην Αράχωβα κιόλας, επέμενες πεισματικά να απαντήσεις. Τώρα που έφτασες εδώ, σχεδόν απαγορευτικά, δε βρίσκεις το κουράγιο καν να τα διατυπώνεις. Αισθάνεσαι μόνο και ψελλίζεις στον χαμένο εαυτό σου εμπιστευτικά: "γι' αυτό έφτασες φαίνεται ως εδώ, γιατί εξάντλησες τα περιθώρια στα ερωτηματικά σου, οπότε ίσως να μην έχουν σημασία ούτε οι απαντήσεις τελικά -κι αυτό το τελευταίο ειδικά είναι κάτι που στο βάθος του μυαλού σου κάποιος, άγνωστος πρόγονος κι αυτός, σου λέει στο έλεγα από πάντα".

Ένα άλλο γίνεσαι, τόσο γνώριμο εσύ, ένα εσύ τόσο στον εαυτό σου ταγμένο, δε γίνεται στιγμή από αυτό να αφεθείς κι ωστόσο χάθηκες σ' αυτή τη συγκεκριμένη διαδρομή, σε μια κατάσταση για το μυαλό και το κορμί όχι ακριβώς αλλόφρονα ούτε ξεκάθαρα μαγική, γίνεσαι αυτός που ξέχασε ότι βρίσκεται τώρα, ακριβώς εδώ, και μόνο ανάμεσα, κάπου αόριστα κι από τις λέξεις ακόμα, πιστεύεις πως υπάρχεις. Ανάμεσα να θυμηθείς αυτό που ξέχασες ότι υπάρχει. Και υπάρχεις ο ίδιος αλλά όχι εγώ, είσαι εσύ.

Δεν εννοώ τίποτα μεγαλεπίβολο, το μόνο που σημαίνω είναι κάτι απλούστατα πραγματικό. Μόνο πρωτογενή συναισθήματα χωράει αυτός εδώ ο τόπος, καμιά μεγάλη συνείδηση, κι ίσως αυτά μόνο να είναι ότι πιό κοντινό μπορούμε να βρούμε στα ψήγματα που μας χαρίζεται η αλήθεια. Καταλαβαίνεις τί εννοώ; Λέω νιώσε το σπάσιμο στην πέτρα, μη γίνεσαι υπεράνθρωπος, λέω μονάχα σκίσε στα δυο, γίνε υποκοριστικά και κομμάτια. Γιατί ο τόπος εδώ δεν είναι ένα ακόμα κομμάτι από γη, εδώ εσύ τελικά μπορεί να είσαι κι ο τόπος. Όσο η διαδικασία αυτή διαρκεί, ένα ανίδεο κομμάτι πέτρα απ' τη γη έλα, γίνε.

Απόδειξη δεν υπάρχει καμιά, μόνη απόδειξη είναι αυτός ο ναός από τις στοιβαγμένες πέτρες που τόσο σου μοιάζουν. Κάποιοι αρχαίοι πρόγονοι, άγνωστοι πιά κατ' όνομα κι αυτοί, αλλά κι αυτό τι σημασία τώρα πιά μπορεί να έχει, καθένας την πέτρα αυτή πάνω σε κείνη την πέτρα έστησαν. Έσπασε ο καθένας την πέτρα κι έσκισε ο καθένας την πέτρα του και στήριξε καθένας την πέτρα του πάνω στην πέτρα του άλλου, σκισμένη, σπασμένη, υποστήλωμα πέρα και πάνω από όλα -κι ας μου συγχωρεθεί το βλάσφημον, αν διαπράττω λάθος-, πέρα και πάνω κι από τον ίδιο το θεό, η πέτρα αυτή. Απόλλωνας που σημαίνει το φως... ό,τι μένει δηλαδή από την ανθρωπόμορφη προσπάθεια που χάνεται στο σκοτάδι.

Saturday, August 08, 2009

Τρωάδες


Ταλθύβιος: Έλα, μικρέ... τραβήξου από την αγκαλιά της μαύρης σου της μάνας, πιάσε άκρη - άκρη των πύργων τις κορφές, εκεί σου κλήρωσε την ψυχούλα σου να αφήσεις. Πιάστε τον!... Χάθηκε έναν άλλο να έβρισκαν για τέτοιες αποστολές; Ν' αντέχει... να μη λυπάται, ντροπή να μην έχει όπως εγώ για τέτοιες αποφάσεις...

Εκάβη: Αγόρι μου, του παιδιού μου παιδί του αδικοχαμένου, άδικα τη ζωή σου μας παίρνουν από τη μάνα σου κι εμένα. Τι άλλο θα πάθω; Τι για εσένα, καημενάκι μου, να κάνω; Αυτά έχω να σου δώσω: το κεφάλι που βαρώ, το στήθος που χτυπάω... αυτά όλα κι όλα ορίζω. Αλίμονο η πόλη μου! Εσύ αλίμονό μου! Τι έμεινε ακόμα να πάθουμε και τι' ν' αυτό που μας τραβά σε τόσο τίποτα με φούρια να κινάμε;

Ευριπίδης, Τρωάδες, στίχοι 782 - 798

Έχει Επίδαυρο απόψε...

Friday, August 07, 2009

Παγάκι


Θα γράφω άσκοπα, μ' ακους; Κάθε μέρα λίγο λίγο ένα παγάκι στα χέρια μου όλο λεξούλες θα στάζει. Τελειώνει το καλοκαίρι κι οι σταγόνες σου στις σταγόνες μου από έναν ακήρυχτο πόλεμο μερκουροχρώμ διαλυτικά. Έχω πάρει το πρώτο παγάκι που βρήκα στο άδειο κατά τα άλλα ψυγείο μου, το έκανα πρίσμα στα γυάλινα μάτια να κοιτάξω απόψε του πυρωμένου Αύγουστου το μεγάλο φεγγάρι. Mας χωράει όλους απόψε το φεγγάρι, δεν είναι έτσι; Λιώνει στα χέρια μου και στα μάγουλα το παγάκι, εγώ κοιτάζω -λιγάκι ομολογουμένως θαμπά- από μέσα του, το φεγγάρι ολόκληρο γίνεται τότε μέσα στα μάτια μου χίλια σπασμένα κομμάτια κι εσύ με τον άλλον, μες την αλμύρα, όλη τη νύχτα, κάπου αλλού, κάπου όχι πολύ μακριά, σίγουρα κάπου πιο εύθυμα όμως απ' ό,τι εδώ απόψε, με ολόκληρη την καινούργια αγάπη σου και με σιγουριά, με το δικό σας -λιωμένο πια στην αφή και στην όραση και στη γεύση μου- παγάκι, ως το ξημέρωμα με χαράζεις

Thursday, August 06, 2009

Πυροτέχνημα



Άμα ξεκινήσω να γράφω είναι τόσο μπερδεμένα όλα μέσα μου που και πάλι δε θα βγάλει κανένας μας άκρη. Ούτε εσύ, ούτε εγώ. Ούτε το μελάνι δε γράφει στο χαρτί. Ο πιό ψυχρός παρατηρητής να έρθει να μπει μέσα μου να κοιτάξει ετούτη την ώρα ενδελεχώς και με όλη την επιστημοσύνη, δεν θα καταλάβει τίποτα από το ξεμπουρδέλεμα στα χαρτιά μου. Ο πιό ειδικός ψυχολόγος παύλα ψυχοθεραπευτής επίσης θα σηκώσει τα χέρια ψηλά μπροστά σε τόσο χαμένο, μαύρο μελάνι. Κι εγώ τώρα που κάθομαι και γράφω, που πάντα καθόμουνα να γράψω, γιατί σε αυτή τη διαδικασία ένιωθα ότι έβρισκα πιό εύκολα μια μερική τάξη στο σαλεμένο αίμα μου, τώρα δε βρίσκω διέξοδο με τίποτα να κάτσω να σκεφτώ, να γράψω, να σου μιλήσω. Προσπάθησα να στο πω και να στο ξαναπώ, μα όπως πάντα για μια ακόμα φορά δε τα καταφέρα να εξηγήσω. Γιατί μόνο όταν γράφω είναι σα να μιλώ πιο πραγματικά μα όταν μιλάω να γράψω ποτέ δεν τα καταφέρνω. Κι αν δεν καταλαβαίνεις, αυτό που εννοώ είναι ότι απλώς μερικά πράγματα δε λέγονται ή δεν γράφονται εν πάσει περιπτώσει πιο λογικά, κράτα αυτό τώρα πίσω από τούτη την κλεμμένη σιωπή, ανάμεσα στις πολλές, φλύαρες, τις λερωμένες μου λέξεις. Και αυτό που κάθομαι τώρα και σου μιλώ μπορεί να το βρίσκεις βέβαια και έλλειψη αλήθειας και ειλικρίνειας, μπορεί και να το θεωρήσεις ελεύθερα ένα κούφιο θεατρινισμό ακόμα, ένα προπέτασμα καπνού από την έκρηξη μιας ακόμα αναίτιας παραφοράς ενός επιδειξιομανούς ανθρώπου, ενός τυχάρπαστου και τσαρλατάνου υποκριτή που μιλάει για έναν επί της ουσιάς φτιαχτό και ψεύτικο πόνο -βάλτον και μέσα σε εισαγωγικά, αυτό που ζω, ό,τι κι αν κάνεις, δε θα πονέσει εμένα λιγότερο- νομίζοντας ότι έχει κάτι μέσα από όλα αυτά σε εσένα ειδικά να προσάψω. Ε, λοιπόν, μην έχεις καμιά ενοχή, δε φέρεις καμιά ευθύνη, το τραύμα είναι ακόμα πιό βαθύ και το προκάλεσα ο ίδιος στον εαυτό μου. Μόνος το διάλεξα να μην επικοινωνώ επιτυχώς με τους ανθρώπους, να μην βρίσκω πουθενά αυτή τη για άλλους φυσική αλληλουχία μιας υποτυπώδους χημικής ένωσης μεταξύ μας. Το γεγονός πάντως είναι ένα, για να μη φλυαρώ και τα βρίσκεις και όλα αυτά πολλά, κούφια, φαντασμαγορικά μα κυρίως χιλιοειπωμένα λόγια κι εμένα ένα καμποτίνο φαμφαρόνο. Εγώ σε αυτή ολόκληρη τη διαδικασία, έτσι όπως σε κοιτάζω κατάματα μέσα σε τόσο σκοτάδι, εξαντλώ τα περιθώρια για να σου πω ακόμα μια φορά πόσο σε έχω ανάγκη. Κι αυτή τη φράση μπορείς μεν να την αντιμετωπίσεις σαν πυροτέχνημα, αλλά, σε παρακαλώ, κοίταξε την έστω για μια στιγμή πριν χαθεί στο σκοτάδι.

Wednesday, August 05, 2009

Where do the children play?



- I should like to change into a sunflower most of all. They' re so tall and simple. What flower would you like to be?
- I dont know. One of these maybe.
- Why do you say that?
- Because they' re all alike.
- Oh, but they' re not! Look, see, some are smaller, some are fatter, some grow to the left, some to the right, some, even, have lost some petals. All kinds of observable differences. You see, Harold, I feel that much of the world's sorrow comes from people who are this yet, allow themselves to be treated as that.

Χωρίς λόγια εδώ και καιρό. Και τι σημασία θα είχε αν μπορούσα να μιλήσω. Μπορεί αυτή η σιωπή να σημαίνει κιόλας ότι κατάφερα να γίνω λουλούδι. Μακάρι... η σιωπή τότε δε θα σήμαινε ότι έχω καταπιεί τη γλώσσα μου. Θα σήμαινε ίσως ότι έχω καταπιεί όλο το πορτοκαλί του κοσμου.