Sunday, July 15, 2007

Η αβάσταχτη βαρεμάρα των ταινιών της Σοφίας Κόπολα


Τρίτη απόπειρα και φαρμακερή. Θα την εκθέσω την κόρη του φίλτατου Φράνσις Φορντ επί ακατάσχετη πλήξη και ανοία. Έχω δει -στο σινεμά, παρακαλώ- το Αυτόχειρες Παρθένοι, δεν πολυθυμάμαι να μου είχε αρέσει, αλλά της επέτρεψα το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία. Ώσπου είδα -στο σινεμά κι αυτό ο μπούφος- το Χαμένοι στη μετάφραση(εγώ χάθηκα πανταχόθεν στην ταινία, να είμαι ειλικρινής) και είπα ότι η δεύτερη ευκαιρία δεν αξιοποιήθηκε, στην κυριολεξία έπληξα αφόρητα. Δεν ήρθε βλέπεις το δις εξαμαρτείν στη γκλάβα από τότε, να γλίτωνα...

Και φτάνει η αποφράδα ημέρα η χτεσινή να πάω και εγώ ο δόλιος να νοικιάσω από όλο το βίντεο κλαμπ το κονσεπτάκι της ποπ εκδοχής και απόπειρας για μια κινηματογραφική βιογραφία της Μαρίας της Αντουανέττας... της γνωστής με το παντεσπάνι. Είδα βεβαίως εξαρχής το Σοφία Κόπολα στην υπογραφή της σκηνοθεσίας, αλλά είπα αγνός και άδολος Βαστιλιώτης 2 φορές ήδη αιχμάλωτος της άκαρδης σκηνοθέτριας ποπ εκδοχή λέει πόσο να με αιχμαλωτίσει και να αιχμαλωτιστεί κι η ίδια η Κόπολα στους θανάσιμα βαρετούς ρυθμούς της και μάλιστα με την προοπτική μιας ποπ αισθητικής άποψης. Το νοίκιασα το ντιβιντι.

Και η Σοφία Κόπολα χωρίς έλεος και λύπη με ξεγέλασε για τρίτη φορά... Περιττό να σας πω ότι έφτασα στο σημείο να πω: "Χριστέ μου, στη σκοπιά δεν πλήττω τόσο πολύ!!!"(sic) Τί να λησμονήσω, τί να θυμηθώ, ήταν μια φορά κι έναν καιρό.... Πανέμορφα και τα σκηνικά και τα κοστούμια και οι φυσικοί χώροι και οι Βερσαλίες και η γαλλική patisserie και οι γαλλικές κομμωσοπερούκες με τα πουλάκια να τιτιβίζουν χαρωπά ένθετα κι ανάμεσα στην κώμη και τα χρώματα, αλλά πιστέψτε με στο σενάριο το μόνο που συνέβαινε ήταν το απόλυτο, το βαρετότατο, το απαστράπτον κατα τ' άλλα τίποτα. Πόσο κρινολίνο να μετρήσεις, πόσες βεντάλιες, πόσα γοβάκια, όταν όλα δείχνουν πως ο μόνος λόγος για να δει κανείς την ταινία είναι, πέρα από το να είναι ανυποψίαστος, να καταμετρήσει ένα προς ένα τα κρινολίνα, τις βεντάλιες και τα γοβάκια της βασίλισσας μπας και βρει το ενδιαφέρον κάπως στην μη πλοκή και στον χάρτινο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας αλλά και του σύμπαντος κόσμου που την περιβάλλει.

Αν η ταινία σκόπευε να μας παρουσιάσει την πληκτική ζωή της βασίλισσας βέβαια πέτυχε την ιδανική σκηνοθέτη, αλλά τόσα μα τόσα λεφτά για το καπρίτσιο του ντεφιλέ, βρε παιδί μου; Κι ο Βασίλειος είχε του ντεφιλέ του το χαβά, μα αρκέστηκε σε μια Στιρέλλα το παληκάρι. Δεν το έκανε και θέμα παραγωγής του εξέκιουτιβ μπαμπά, ακριβή μου Σοφία...

Monday, July 09, 2007

Θεία Φανή


Γιαγιά; Μ' ακούς; Εκεί που πήγα στο Λονδίνο, γύρισα σπίτι. Δεν είχα κάτι να φάω, πεινούσα. Βρε, τί να φάω, βρε, τί να φάω, δεν έβρισκα τίποτα. Κι έπαιζε τότε στην τηλεόραση μια διαφήμιση. Από εκεί την θυμήθηκα, γιαγιά, τη θεία Φανή. Είδα την κοπέλα στη διαφήμιση και την θυμήθηκα. Μου τη θύμησε, γιαγιά, η κοπέλα στη διαφήμιση. Είχε το πρόσωπό της. Φωτεινή. Και την θυμήθηκα.

Αχ, κακομοίρα θεία Φανιώ, είπε η γιαγιά μου τότε. Κι αν σου πω, απ' αυτόν τον καημό πήγε, πουλί μου... Κάτι που πέθαναν από τους τρεις οι δυο της γιοί, κάτι που εκείνη στ' αχαμνά της ακόμα δεν έλεγε να βασιλέψει... Και σας το λέω, αλλά μην το πείτε και μαθευτεί...

Είχαμε μαζευτεί κι η γιαγιά μου μιλούσε και στ' άλλα εγγόνια. Εμένα όμως κοιτούσε πιό πολύ, εμένα κοιτούσε. Και σε μένα μιλούσε πιό πολύ. Η γιαγιά μου. Για τη συνυφάδα της, τη θεία Φανή. Γι' αυτό που δεν έπρεπε να μαθευτεί σε εμένα μιλούσε.

Τη βρήκανε με πεντέξι κολώνιες. Εκεί που πλενόταν τη βρήκαν. Ήπιε τις έξι κολώνιες για να σκοτωθεί. Σκοτώθηκε με τις έξι κολώνιες που ήπιε για να ησυχάσει.

Δε με παίρνει ο ύπνος, Ελένη αδελφή. Ακόμα να με πάρει, Ελένη, ο ύπνος... Τί τη θέλουμε στα 90 μας γυναίκες, μωρή Ελένη, τόση ζωή, τί τη θέμε; Δε θα πεθάνω, Ελένη, θα δεις... Θα περάσει, μωρή, ο ύπνος και δε θα με πάρει... Βρε, πέθανε πρώτα εσύ κι ο ύπνος, δουλειά του είναι, θα περάσει και θα σε πάρει. Γίνεται να πέσεις χάμω και να χαθείς; Ε, πέσε και πέθανε! Χάσου! Αχ, μωρή γκόρμπα, κακομοίρα θεία Φανή...

Κι έτσι καθώς τα έλεγε η γιαγιά μου γελούσε. Κλινήρης, στο κρεβάτι κι αυτή. Μας τα έλεγε όλα αυτά και γελούσε. Κι όταν σταμάτησε, την κατάλαβα, είπε, εκείνο το πρωί. Είχα πάει να τη δω από κει. Να πάει για να πλυθεί ετοιμαζότανε είπε.

Thursday, July 05, 2007

Καλοκαιρινές ανάσες...


Καλοκαίρι σημαίνει φως εκτυφλωτικό και βουτιά στα βαθιά μας.

Η Αφροδίτη Μάνου έκρυψε νωρίς μέσα μου εκεί στα βαθιά μου ήχους και μουσικές από ένα ατέλειωτο αθηναϊκό καλοκαίρι. Που χρωματίστηκαν με ό,τι διαφανές μπορούσε η παιδική καρδιά μου -γιατί όχι και με αίμα- να ξεπλύνει. Κι οι διαθλάσεις άντεξαν όσο σήμερα. Που ας πούμε ενηλικιώθηκα. Που για να είμαι ειλικρινής καταφέρνω καλύτερα να μένω παιδί και να γρατζουνίζω πεισματάρικα ακόμα τα γόνατά μου. Έτσι το καλοκαίρι μου το γλυκό και πικρό εμπεριέχει πάντα και απαραίτητα και ολίγον από Αφροδίτη γιατί την εμπεριέχει η γλυκόπικρη ζωή μου. Με καρπούζι στο ένα χέρι και στ' άλλο το μαχαίρι, αν μου επιτραπεί να αλλάξω λιγάκι το στίχο από το πιο αγαπημένο μου ίσως από τα τραγούδια της. Έτσι, για του καλοκαιριού μου το πιο αγαπημένο φρούτο που χει χρώμα κόκκινο σαν μήλο στο κάτω - κάτω. Αφροδιτούλα μου, εντάξει;

Η Νατάσσα Μποφίλιου πάλι είναι μια άλλη μεγάλη της ψυχής περιπέτεια. Για την ακρίβεια είναι συνενοχή. Είναι ό,τι αλήθεια μπορώ να βρω και σε μένα όταν κυνηγάω τα όνειρά μου. Κι όταν την ακούω αισθάνομαι να κυνηγάω τα όνειρά μας πιά κι από κοινού, παρέα σας λέω. Νατάσσα Μποφίλιου, για μένα σημαίνεις ελπίζω. Και σημαίνεις εύχομαι. Και δυναμώνω. Και κυριότατα αποκτώ τη φωνή μου και το μεράκι να τραγουδώ. Με όσο πάθος ορίζει η καρδία μου. Με όση δύναμη κρύβουν τα λόγια μου. Με όση λαχτάρα αντέχει το κορμί μου. Για μιαν ανάσα απ' τα αβαθή, γι' αυτό που βρίσκει φως στη σιωπή και ξαφνικά και δειλά απ' τη φωνή αρχίζει να συμβαίνει το κάτι.

Καλοκαίρι. Εκτυφλωτικό και μαύρο. Σαν την παρουσία της Νατάσσας Μποφίλιου στην Νύχτα της Αφροδίτης Μάνου 9 Ιουλίου του παρόντος πάνω στα βράχια στον Υμηττό για μια συναυλία και μόνο. Θέλω να είμαι ανάμεσά σας κι εγώ και με βάζετε να μετράω αντίστροφα πάλι. Εκ των έσω -ή μάλλον εκ βαθέων - έμαθα ό,τι μας περιμένει κάτι μαγικό. Εμπιστευτείτε τους. Δεν έχουν παρά να κάνουν καλά τα μαγικά τους.
Παραγωγή: Μικρή Άρκτος
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Ώρα έναρξης 9:00 μ.μ.
Τιμή εισιτηρίου: 15 €
ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
ΔΗΜΟΣ ΥΜΗΤΤΟΥ (Τηλ. 210-7623857)
Σταδίου 24, Τηλ 210-3217917
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ: www.i-ticket.gr
ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΑ ΜΕ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΑΡΤΑ: 801-11-60000, 210 -6786000

Tuesday, July 03, 2007

Κρυφές επιθυμίες


Σίλα, θες να μοιραστούμε κάτι γλυκό;





Monday, July 02, 2007

Πέρασμα


Δεν ξέρω ποιός είναι ο χρόνος που διάλεξες να ζήσεις

Απόψε εγώ ταξιδεύω στο μέλλον

το μέλλον όπως είναι τώρα

καθώς σε κοιτώ

από τον τέταρτο όροφο του ξενοδοχείου

περνάς μυστικά το δρόμο ντυμένος κοντά παντελόνια

για να ξεφύγεις

ένα κυπαρίσσι μονότονα μαύρο μετρά το ύψος του οίκου μου από το δρόμο σου

-παρατήρηση: μια νυχτερίδα ορχείται ενώ στον ορίζοντα ξημερώνει-

Βάλε μπροστά το αυτοκίνητο

κι ένα τσιγάρο είναι ο δρόμος

Καληνύχτα απόψε δε θα σου πω.

Saturday, June 30, 2007

Εδώ που τα λέμε...


Ναι, γιατί μ' ενδιαφέρει τόσο; Είναι ικανοποιημένοι. Τώρα έχουν παιδί και σκυλί εκπαιδευμένα να μην λερώνουν το σπίτι. Όλοι ικανοποιημένοι εκτός από μένα. Κι εσένα. Νιώσε το. Ανοίξου! Ήθελα να σου μάθω τα πάντα. Ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει σε τούτη τη γη. Ό,τι μας ανήκει για τόσο λίγο. Κι ό,τι είμαστε πάνω της. Το φως που αφήνουμε κληρονομιά με τις λέξεις. Μπορείς να δεις 5000 πριν με το φως των λέξεων. Όλα όσα αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε, ξέρουμε και μοιραζόμαστε με λέξεις. Για να μη ζει ούτε ψυχή στο σκοτάδι και να τελειώνουν όλα στον τάφο. Αλλά ξέρω. Πως αν καταλάβεις μια λέξη θα έχεις όλο τον κόσμο στα χέρια σου. Και για ποιό λόγο να μ' ενδιαφέρει, δε συμβιβάζομαι. Πώς... Πώς να σου εξηγήσω ότι αυτό σημαίνει μια λέξη και η λέξη σημαίνει αυτό το πράγμα... μαλλί... ή αυτό... σ-κ-α-μ-ν-ί... Αυτό σημαίνει αυτό το πράγμα! Φόρεμα! Π-ρ-ο-σ-ω-π-ο! Πρόσωπο!

Friday, June 29, 2007

Πρωινό 29-6-2007 στην Αθήνα


Κάψτε τα όλα, μη μείνει τίποτα... πέτρα στην πέτρα, όλα διαλύστε τα!

Και το άκουγα κατ' εξακολούθησιν μέσα στο θάλαμο το άσμα. Τόση επίκληση στο κάλλος δεν μπορεί, έπρεπε κι ένα αποτέλεσμα να είχε. Έτσι άνυδρο, ξερακιανό, φαγωμένο και κατακαμμένο, μη νιώσεις κάπου υγεία και πεις ξαποσταίνω. Χτες απόγευμα κάπως έτσι βράδυασε και σήμερα έτσι είδαμε τον ουρανό να ξημερώνει. Αρρωστημένα και καθόλου παρήγορα. Πάνω απ' τα κεφάλια μας. Έπεφταν να μας πλακώσουν τα σύννεφα. Και δεν ήταν σύννεφα ουρανού αττικού, ήταν πια σύννεφα αττικού συναγερμού και κινδύνου. Δεν κάνω έκκληση για να εισακουστώ. Δεν νιώθω καν έτοιμος να πολεμήσω φλόγες. Μόνο φοβάμαι εδώ μέσα μήπως μπλεχτώ κι από ασφυξία -και την αήδια πια σε όποιον θέλει την παραχωρώ- ούτε την ουτοπία στον ουρανό δεν έχω πια να κυνηγήσω.

Saturday, June 16, 2007

Ο σκάρτος


Ξέρεις, πάλι θέλω να μιλήσω. Θέλω ακατάσχετα να μιλώ. Να λέω ελεύθερα αυτά που λένε σφήνες στην γκλάβα και πετριές στο μυαλό. Να σταματήσω δεν μπορώ. Η σκέψη οτί κάποιος με σταματάει είναι η μεγαλύτερη καταπίεση και φρίκη. Είναι στρατός. Και είναι σκάρτος.

Άνοιξα την τηλεόραση στις ειδήσεις των δύο και πρόβαλε μπροστά μου η φρίκη. Το βίντεο των αστυνομικών. Ποίος έχει ή βρήκε το δικαίωμα να αστυνομεύσει, ρε απελευθερωμένε και δικαιωμένε, όμορφε στην ψυχή και το μυαλό σου πούστη, τις ζωές μας και από τί χειρότερο θα τις διαφυλάξει;

Ποίος καθιστά έναν άνθρωπο υπερήφανο για την πλούσια "αδρεναλίνη" και τη μπατσίλα που κουβαλάει μέσα στην ταλαιπώρια της ψυχής του γιατί στάθηκε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ανεπρόκοπα λαμόγια στη ζωή του κι απλά κάποια στιγμή καφροποιήθηκε σε τραμπούκο επειδή σε κάτι και καλά μεγάλες ιδεές όπως ασφάλεια και τάξη βρήκε και πάτησε πάνω την ψυχή μας για να γαμάει;

Και κυρίως ποιός επέτρεψε σε αυτόν τον σταρχιδιστή να περιφέρει ελεύθερα και νόμιμα τις πλήρως ενοχοποιημένες φουσκοδεντριές του στα πρόσωπα ανθρώπων που το ότι δεν έχουν να φάνε καθιστά το αξιόποινο παράπτωμα της ζωής τους; Μήπως απλά και μοναχά τα βαριά του φορτωμένα κι αγάμητα όπως στ' αλήθεια γουστάρει αρχίδια; Στα μούτρα μας η καύλα τους λοιπόν ανήμερα μεσημέρι λίγο πριν το δείπνο! Να ξεράσεις τον εμετό στα δικά τους μούτρα, γαμώτο! Και χαλάλι σου πάει, γαμώτο και πάλι γαμώτο!

Είναι ίσως το πρώτο μου πιο αυτοσχεδιαστικό με την έννοια του μη ελεγχόμενου post αυτό, όμως με έναν παράξενο τρόπο όλα θηλυκώνουν...

Χτες απογευματάκι και πρώτο νούμερο βραδυνό εκτελούσα χρέη θαλαμοφύλακα υπηρετώντας σταθερά την ετοιμοπόλεμη μου πατρίδα, όταν σκουπίζοντας - καθότι εθνικόν και όχι στοιχειώδες χρέος κι αυτό - άκουσα από μια παρέα στρατευμένων την ατάκα " δεν είναι και κακός και λίγος ρατσισμός". Άνθωποι δικοί μου και στην ηλικία μου χτύπαγαν από χτες τα κουδούνια και τις καμπάνες και πώς τα λέτε, στρατόκαυλοι, όλους τους συναγερμούς και τις νάρκες του κόσμου μέσα στο κουφιοκεφαλάκι μου. 'Οχι, της Ελλαδίτσας μας απλώς, λαμόγια, του κόσμου τα κουδούνια βαράγατε, λεβέντες!

Ξεχείλησα - σαν χτες πέθανε (ή σώθηκε;) και ο Χατζιδάκις, δεν αντέχεις να ακούς 13 χρόνια μετά όσα πάλευε να ξεπεράσει κάτι αιώνες πίσω - κι είπα "εδώ πωλούνται πάσης φύσεως υλικά", θα τα ταιριάξω. Γιατί πιστεύω πως ταιριάζουν και είναι αμέσως σχετικά. Τα νηπενθή τραγούδια σου, Ελλάδα μου, τα έκανε γαργάρα ένας μπάτσος! Οχλοκρατηθείτε γιατί χανόμαστε!

Παίδες, πριν δεκαπέντε χρόνια, με μια άλλη μουσική σας είχα πει πως θα ξαγρυπνώ έξω απ' τα σπίτια σας για να μαζεύω τα όνειρά σας. Τώρα κουράστηκα. Εσείς είτε ονειρεύεστε, είτε όχι, μπορείτε και ζείτε χωρίς εμένα. Δεν ανήκω ούτε στη ζωή σας, ούτε στα όνειρά σας. Ακόμη κουράστηκα να πλέκω μουσικές από το υλικό των ματιών σας κι απ' την επιθυμία των σωμάτων σας. Προτιμώ να φύγω μακριά σας για πάντα. Ίσως συναντηθώ με μερικούς σοφούς που δεν τους ένιωσα όταν κι εγώ ήμουν νέος. Γειά σας, παίδες... Γειά σας...

Μάνος Χατζιδάκις
με όλη την ειρωνεία στην φωνή, δεδικαιωμένος σαν χτες φορές 13 και βάλε

Thursday, June 07, 2007

Χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!


Να φύγω θέλω περισσότερο από ποτέ. Ποτέ ως τώρα δεν θέλησα να φύγω τόσο. Και να μην έχω πατρίδα περισσότερο από ποτέ. Γιατί περισσότερο από ποτέ δεν νιώθω να υπάρχει αυτό που λένε πατρίδα.

Γιατί αυτό που υπηρετώ με εξαναγκάζει να το υπηρετήσω. Είμαι δούλος του λοιπόν, όμως εγώ σκλάβος δεν θέλω να' μαι. Γιατί o αφέντης επαιτεί και απαιτεί να τον τιμήσω. Εγώ τη φυγή στην εμφύλια τούτη τη διαμάχη μπορώ να αποτολμήσω;

Είναι αργά όμως τώρα για φυγή να μιλώ. Πιάστηκα στην μεγάλη φάκα.

- Από τις λέξεις μόνο μπορώ να αποσυρθώ. Και με λέξεις. Από τα "ατενώς", "στοιχηθείτε" με τα "εκτενώς", "ονειρευτείτε".

- Από πρόσωπα και με πρόσωπα. Από τον τελευταίο γιδέμπορα που από να φυλάει τα μαντριά και τις στάνες του πατέρα του προτίμησε η άγρια αντρική -καγχάζω- φωνή του να φυλάει νεοσύλλεκτους σμηνίτες. Και με το χαμογελαστό πρόσωπο κάποιου που αγαπώ τον διαγράφω ενώ ουρλιάζει. Ενώ ουρλιάζω κι εγώ "χαίρε, ω, χαίρε, Ελευθεριά" αντί καταπάνω του "γιούχα". Διαπίστωσα πως αγαπώ όλους όσοι μου λείπουν μέσα στις πιό σιωπηλές και όμως βροντερές κραυγές μου.

- Από καταστάσεις και με καταστάσεις. Απ' την πολύωρη σκοπιά ψελλίζοντας λόγια του φετινού μου ρόλου κι από κάτω 600 παιδιά, μαζί με τα τραγούδια από τον δεύτερο ρόλο φέτος και δωστου γρέζια στα ψηλά και συνοδεία εκείνων των πρώτων των λόγων από τον Αγαμέμνονα στον Αισχύλο τουρλού τουρλού και χωριστά με εκείνα του Φρύγα απ' τον Ορέστη. Φύλακες κι εκείνοι γαρ, αλλά τί φύλακες, θέε μου!

Η καφρίλα ήταν, είναι και θα είναι το ταλέντο για της πατρίδας μας τον στρατό κι εγώ επικαλούμαι αγαπημένες φράσεις, δράσεις, συγγενείς, ό,τι τελοσπάντων νιώθω αληθινή στεριά, θάλασσα κι αέρα της ζωής μου και συγκαλώ προσκλητήριο ιερό εδώ μέσα πια κι όχι έξω απ' την ψυχή μου.

Γιατί μέσα στα σύνορα είναι που δεν αντέχει ο εχθρός. Και ο εχθρός μέσα μου αν δεν το καταλάβατε λέγεται πατρίδα. Κι εγώ μέσα στα σύνορα που σέβομαι συγκρατώ μονάχα την πατρίδα που αγαπάω. Από ό,τι αληθινό της έχουν γράψει οι ποιητές μας -κυρίως όσοι την έχουν βρίσει γιατί τους πληγώνει- και βρίσκεται καταρακωμένο, με άρβυλα ποδοπατημένο και ανίερο σα σκουπίδι περιττό στη λογική όλων των φαφλατάδων και των στρατοκαύλων αφιερώνω λίγους στίχους από τον Ευριπίδη όπως τους μεταφράζει ο Χειμωνάς:

Κι εκείνη, με τα λευκά γυμνά της χέρια - σκέπαζε το στήθος το κεφάλι της - λές κι έτσι θα τα έσωζε από το φονικό τους χτύπημα - και Χρυσοσάνδαλη έτρεχε να ξεφύγει - κι έπεφτε, και την έφταναν την άρπαζαν, την σήκωναν - κι αυτή, πάλι να τρέχει - να πέφτει, να κυλιέται - η Ελένη! των Τρώων και των Ελλήνων!

Wednesday, June 06, 2007

Αυτόπτης Μάρτυς


Αυτή την ξαφνική στιγμή είδα

το αίμα επάνω μου να τρέχει

ήταν γλυκό και με τα δάχτυλα

προσπάθησα την ακατάσχετη κηλίδα να πάψω

μες τα ρούχα όμως τα δάχτυλα χάθηκαν μες το αίμα

κι ένας ήχος να χάνεται άκουγα μες το κεφάλι μου

στιγμιαία κι ολοένα βαθύτερα καθώς τον ξεχνούσα

Monday, June 04, 2007

Αγαμέμνονας



Δεν είμαι ό,τι φαίνομαι είμαι αυτό που με διακρίνει κι αυτό που σημασία έχει δεν είναι πώς έμαθες να ζεις μα πώς θα βρεις τρόπο να αλλάζεις Αεί διδασκόμενη ευτυχώς Αεί γηράσκουσα δυστυχώς Δεν έχω την πολυτέλεια του χρόνου Το τρίτο κουδούνι σήμανες πριν καιρό κι έτσι παίζω τώρα τον τελευταίο δραματικό μονόλογο για μια αυτόχειρα και χειραφετημένη Γυναίκα ήσουν κι αδύναμη Τώρα καθώς βρέχει στέκω με τη φωτογραφία σου στο χέρι μου το ένα ανάπηρος όπως με άφησες χωρίς κεφάλι και άκρο Υγράνθηκες και ξέφτισες Τα αμπελοφάσουλα σου πήραν να δείχνουν πράσινο κυπαρισσί, το χαμόγελο πιο ζωηρό κι από τη θύμηση της παλιάς σου αγάπης κι ένα κατάβαθα μπλαβισμένο φόντο να σου θυμίζει πότε τη θάλασσα πότε κάθε μου λέξη που σου υπαγορεύω Μάγισσα, μικρή φωτιά και φλόγα, συνεπαρμένη του χαμού και των λυτών δεσμών του γάμου τον όμορφο άνακτα θεό για σένανε θα τον παρακαλέσω όλο το κεχριμπάρι του ουρανού είδωλο έμψυχο να κάψει Με μάθαν κόρες να γενώ κόρες να ξεπαστρεύω.

Saturday, June 02, 2007

Ίκαρος



Ακόμα εδώ συμβαίνει

όπως καμιά φορά ασθενής

εκτίθεσαι μπροστά στο γιατρό σου

να ξεχνάς και τη ψυχή και τη φύση

κι αισθάνεσαι το κενό μόνη παρηγοριά

και δύναμη πρωινή που κρατά τη ζωή σου

νιώθεις έκθετος σε θυσία ημερήσια, φωτεινή

και σε ελεύθερη αφημένος την πτώση

στον ουρανό

δεν είσαι πιά γαλανός

κι ούτε κόκκινος είσαι απ' τον ήλιο

τώρα προς ώρας ελεύθερος λέγε πως είσαι.

Tuesday, May 08, 2007

Δικαιοσύνη


Τα παιδιά τα πουλιά τρομάζουν

Δε θα μιλήσουν

Δε θα πετάξουν

Saturday, May 05, 2007

Aς τελειώνουμε με τις παρελάσεις...


Διαβάζω στην Ελευθεροτυπία συνέντευξη σήμερα της Άλκης Ζέη και μεταφέρω από την εφημερίδα τα λόγια της αυτούσια. Ο θόρυβος που ξέσπασε για το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ' τάξης της φαίνεται ακατανόητος: «Ενδεχομένως να υπάρχουν λάθη, δεν ξέρω. Αλλά τι να κάνουμε, να το κάψουμε; Θα ήταν ανατριχιαστικό. Και πώς γίνεται να βρίσκονται από την ίδια πλευρά οι ακραίοι εθνικιστές, ο Χριστόδουλος και το ΚΚΕ; Καλώς ωθεί το βιβλίο τους μαθητές στην έρευνα, έχουμε ανάγκη από ένα διαφορετικό βλέμμα στον κόσμο. Για μένα, ούτε οι μαθητικές παρελάσεις που κληρονομήσαμε από τον Μεταξά, έχουν νόημα. Πουθενά αλλού δεν γίνονται. Την 14η Ιουλίου, οι γάλλοι πολίτες βγαίνουν και χορεύουν στους δρόμους. Πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους γιορτής, πιο ζωντανούς. Ομως εμείς φανατιζόμαστε. Φοβόμαστε μη χάσουμε τη σημαία μας...».


Την Τετάρτη παρουσιάζομαι. Κι ακόμα δεν έχω επιλύσει τις πιο βασικές εθνικές μου απορίες. Ποιά πατρίδα υπηρετώ και ο λόγος για όλο αυτό - στα αλήθεια, όμως - ποιός είναι;

Friday, May 04, 2007

Γύρνα πίσω


Φοβάμαι να σε αντικρύσω

το παρελθόν πάντα επιστρέφει

αντιμέτωπος ήρθα με τη ζωή μου

Τις νύχτες φοβάμαι

οι αναμνήσεις τα όνειρά δένουν

ταξιδεύω κι αργά ή γρήγορα να σταματήσω πρέπει

Η λησμονιά που καταστρέφει τα πάντα

σκότωσε τις παλιές μου πλάνες

κρατώ όμως ελπίδα κρυφή

κι αυτός είναι της καρδίας θησαυρός

Γυρνώ πίσω

με σημάδια

και πάχνη απ' το χρόνο

ασημένια στο πρόσωπο

Νιώθω τη ζωή μια στιγμή

και τα χρόνια τα είκοσι ένα τίποτα

τα μάτια μου κόκκινα κοιτούν στη σκιά
κι εσένα φωνάζουν
Ζω με ψυχή αρπαγμένη

απ' αυτό που γλύκα πάλι θυμάμαι και κλαίω

Τα τελευταία χρόνια άκουγα συχνά τους καθηγητές να μιλούν για την αρχαία ελληνική τραγωδία. Έλεγαν και είχα πειστεί οτί είναι είδος ποιητικό και έντεχνο σε βαθμό που δεν αφορά την εποχή μας, είδος που έχει κλονιστεί, απλούστερα μιλώντας πες το και πεθάνει. Ομολογώ ότι ήμουν μαθητής καλός. Στο θάνατο όμως κομμάτι δύσκολο να είσαι αριστούχος. Απόψε βλέποντας την τελευταία ταινία του Αλμοδοβάρ, επιβεβαίωσα ότι μπορώ να είμαι κι ό,τι θα κάνει τους καθηγητές μου να διαφωνήσουν. Κακή εκπαίδευση θα μου πείτε.... Ας μην ξεφεύγω απ' το θέμα. Απόψε είδα την πρώτη μου επίσημα πολύχρωμη τραγωδία. Χωρίς αμπέχωνο. Κι ένιωσα μια υπερηφάνεια... Για τη Μεσόγειο. Κι έκτοτε σκέφτομαι κάπως έτσι. Το Λόρκα, τον Ευριπίδη, τον Σοφοκλή κυρίως.

Wednesday, April 25, 2007

Ιφιγένεια στις Μυκήνες



Πατέρα τι ήταν αυτό Τι ήταν αυτό Κεφάλι έβλεπα μες τον ύπνο Κόκκινο ή χρυσό Και μες στο μαύρο περιφερόταν χάος Aσώματο Σαν σε προθήκη μουσείου ή σε θαλάμους αιθουσών εκθέματα μικρά μικρά Τριξίματα με ξυπνούσαν Μικρά μικρά τριξίματα πατέρα δεν με κοίμισαν Και δεν ήταν μόνο φιλοξενία σε δωμάτιο ξένο - το ξέρω αφού το ένιωσα κι αλλού


Θα αφήσω ένα φως ανοιχτό Δεν αντέχουν αυτοί που τους λέω Δεν αντέχω κι εγώ με το φως σβηστό Πες κι εσύ πως ένιωσες αλλά Μη φορέσεις ποτέ τη μουτσούνα σου πατέρα μου σε εκλιπαρώ την τελευταία Τα μεγάλα μάτια Το ανοιχτό στόμα Θα πεθάνω από φόβο Όταν από το διάδρομο μπεις ξανά στο δωμάτιο


Φώτα φώτα Φώτα
Όταν ξημερώσει μόνο θα τραβήξω τα πατζούρια
Να πλαγιάσω με το φως

Saturday, April 21, 2007

Εκδρομή


Να φεύγεις. Να δραπετεύεις από κάθε κακό. Να νιώθεις την νηνεμία της απομάκρυνσης από εκεί που οι άνεμοι φυσάνε λυσσαλέα φουρτούνα. Και να είναι στέρεο σαν τη γη το νερό. Να μη χάνεις τη γη απ' τα ποδάρια σου τα πληγωμένα χάμω. Να περπατάς στη θάλασσα πάνω και να πιστεύεις το θαύμα. Να δέχεσαι τον χρησμό που σε θέλει τετράπουν, δίπουν και τρίπουν. Εντέλει ένα και το αυτό το αίνιγμα συμπληρώνει. Δίχως το χρόνο. Μόνο στο πλήρωμά του. Και δίχως ενοχή, χωρίς ευθύνη που κοιμάσαι ώρα πολλή στης κουπαστής την πλάτη. Ώρα δεν υπάρχει ποτέ αρκετή να σε κουράσει για να τη σκοτώσεις. Μήτε να αυτοκτονεί έχει κι εκείνη ώρα. Και να ονομάσεις μέσα σου ζωή αυτό που στο τέλος και στις κάθε στιγμές της ούτε η θάλασσα, μήτε ο δρόμος, αλλά μονάχα η ίδια σου η εκδρομή σου έδωσε το περιθώριο να ξαποστάσεις.

Monday, April 16, 2007

Του Θωμά


Αυτός που έπιασε το χέρι
Το ένιωσε
Δεν υπάρχει ελπίδα στη φθορά ενός υπέρλαμπρου αστέρος
Κοίταξε καθαρά τη καρδία τότε τον ουρανό
Εκείνος έβρεχε γιατί ήταν ο άπιστος.

Saturday, April 14, 2007

Romeo+Juliet



Ήταν καθηλωμένοι
Τα καρφιά είχαν ξεράσει όλο το σκουριασμένο αίμα
Εκείνο που δεν άντεχαν ήταν αέρας μες στα σπλάχνα
φιλήθηκαν
Και χάραζε απέναντι
Όμως ο ήλιος έβγαινε ετούτη την ημέρα απ’ το κορμί τους
Και χάραζε απέναντι, ο ήλιος…
Ήταν καθηλωμενοι
Τους έβλεπαν αλλά δεν ήταν πιά μαζί τους
Να κάνουν νόημα με τα μάτια έστω προσπάθησαν
Μα σ’ όποιον μίλησαν
Τους έκλεινε τα μάτια
Ήταν καθηλωμένοι
Μονάχα εκείνοι άκουγαν τη φωνή τους
Ήταν πιο καθαρή και δυνατή
Σχεδόν τους τραγουδούσε
Όμως τη μπέρδευαν με τις βροντές
Που έπεφταν στους ουρανούς εδώ και ώρα
Ήταν καθηλωμένοι
Και μες στα ξύλινα κουτιά
Είναι δύσκολο τα πόδια και τα χέρια σου να τα κουνήσεις
Μα ένιωθαν
Όχι, δεν ένιωθαν
Μια δύναμη άλλη τους έσπρωχνε να χορέψουν
Και γέλαγαν
Όχι, δεν γέλαγαν
Φοβάσαι όταν σε σημαδεύουν με χώμα
Ήταν καθηλωμένοι
μα ήταν όμορφοι
έτσι όπως τους θυμάμαι ακόμα…τώρα…

Y. Γ. Για όσα η λήθη δεν εσκέπασε μα ο τίτλος τους απ’ τη ζωή εκλείπει.

Sunday, April 08, 2007

Χριστός Ανέστη


Λόγια πολλά δεν έχω σήμερα να πω. Αναρωτιέμαι για ποιό λόγο στη χαρά σωπαίνω. Τρύπωσα και φέτος στις συζητήσεις των μεγάλων μετά το μεσημεριανό. Τον αμνό εγώ τον σέβομαι, δεν τον τρώω. Και τα αντερά του ούτε. Ούτε τα σωθικά του κοκορέτσι. Έμαθα πώς μια θεία μου σκάρωσε με έναν εκλιπόντα πρώωρα θείο μια ξαδελφή μου. Άκουγα ώρα πώς αναστήθηκε εκείνο το παιδάκι. Και σώπαινα μπροστά στη χαρά, το πένθος και το θαύμα... Γύρισα και κοίταξα την ξαδέλφη, χαμογελούσε βλέποντας κάτι στην οθόνη, παρέα με τα υπόλοιπα ξαδέφια που σνομπάρουν τους θανάτους, όχι όμως το κοκορέτσι. Ύστερα βγήκα έξω στο φως... Είχε ημέρα λαμπρή.

Friday, April 06, 2007

Ο Επιτάφιος στη γωνία




Είμαι υπό την επήρεια μιας ενναλακτικής διάθεσης για Μ. Παρασκευή και είδα νωρίς εφέτος τους Επιταφίους στο δρόμο. Μάλλον τα υλικά τους διαχειρίζομαι και θέλω να καταγγείλω την άσκοπη χρήση ορχιδέας. Πληθαίνουν ολοένα τα διακοσμητικά και τα μυρωδάτα "κάποτε" αποκτούν κίβδηλη αίγλη σ' ένα άοσμο "τώρα".


3ης Σεπτεμβρίου τραβήχτηκε η φωτογραφία προχτές, εκεί στις αρχές, προς ομόνοιαν...που λέμε. Ποικιλίες λουλουδιών ανθοφορούν τέτοιες ημέρες κι εμένα αδιάφορο με αφήνουν τα πάντα εκτός από τις βιολέττες. Έχω στρέψει όλες μου τις ελπίδες στην επαύριον, αν κι ένα σύντομο προσκύνημα αργά απόψε στον Εσταυρωμένο της ενορίας δε άφησε τις καλύτερες των εντυπώσεων για το ξυλόγλυπτο όπισθεν που ετοιμαζόταν περισπούδαστα και νεοπλουτιστικά από κάτι μωρές παρθένες ξεχασμένες στο νυμφώνα εξ απαρχής της φύσεως διακονώντας(;) τον φυτουργό της κτίσεως που απόψε τις άφησε λεύτερες και κοιμάται.


Πάλι ο λόγος μου για μυρωδίες. Και τα Χριστούγεννα με στοίχειωναν τα μανουσάκια, αν θυμάστε. Ήρθε ο καιρός και για τις βιόλες το λοιπόν. Κρατώ νομίζω αυτή τη στάση αμύνης απέναντι στην ανοιξιάτικη εορτή της Χριστιανοσύνης γιατί καταστάλαξε σιγά σιγά μέσα μου το συμπέρασμα ότι το Πάσχα το ελληνικόν εφέτος μου έπεσε νωρίς. Και όχι τίποτ' αλλο... έχω συνήγορό μου την φύσιν. Ματαιοπονώ να μυρουδίσω κάτι εαρινό στον αέρα της νυχτιάς κι άσκοπα που και που καμιά νεραντζούλα βελάζει - δάνειο από την φυσική μετάλλαξη κι αυτό.


Και δεν είναι τυχαία μέσα σε όλα αυτά η επιλογή ορχιδέας για τον στολισμό του Επιταφίου τα τελευταία χρόνια τις Μεγάλες Παρασκεύες και δεν είναι άσχετη με την επικράτηση του εξωτισμού της η έκλειψη της παραδοσιακής βιολέττας νομίζω. Η ορχιδέα είναι φυτόν ουδέτερον και άοσμον για την ημέρα τη σημερινή φρονώ, είναι και φυτόν ακριβόν, γι'αυτο τη φορτώσαμε και στον Ύψιστον φοβάμαι. Πλην τούτο ωστόσο, αισθάνομαι πως ταιριάζει άρρηκτα με του κόσμου μας τον καθωσπρεπισμό, το νεωπλουτισμό, την αποστείρωση λυπάμαι.


Αντιθέτως η βιόλα κρύβει μέσα της ένα άρωμα μεθυστικό συνυφασμένο με Πάσχα στο χωριό ή σ' ένα μοναστήρι στις παρυφές της Πάρνηθας - αν θυμάμαι - και είναι σύνδηλο με κάτι πλέον φτωχικό, χωρίς πλεόνασμα μιζέριας συγχρόνως, με κάτι ακαθόριστα ταπεινό όσο η παιδική ηλικία κι όσο τα δάχτυλα από τις βελόνες κάθε τέτοιο βράδυ εις ανάμνησιν το' χουν να πονάνε.


Άσπρα και μωβ ανθάκια για να στολίσουν το νεκρό Χριστό. Για να νιώσουν ρουφώντας ό,τι εξ αμελείας τραυμάτισε η βελόνα τη γεύση που έχει και φέτος το γλυκύ μας έαρ.

Sunday, April 01, 2007

Κυριακή των Βαΐων



Πρέπει να 'ταν των Βαΐων τ' ουρανού επειδή και τα πουλιά κατέβαιναν μ' ένα κλαδάκι πράσινο στο ράμφος
Ο. Ελύτη Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά


Επιχειρώ να μιλήσω για σχέση που να προσδιορίσω ακριβώς δεν μπορώ κι η μέρα η σημερινή με κατοχυρώνει αν άδικα μιλήσω, ψέμμα να είναι όσα θα πω. Να διευκρινίσω: ψέμμα ζωτικό. Αυτό με δεσμεύει, αν ψέμματα μόνο θα πω. Μ' αρέσει που η σημερινή συμπίπτει με των Βαΐων του Θεού και που είναι η πρώτη του Απρίλη, ημέρα Άγιου Τρελλού και που την αρέσκεια μου αυτή την εκφέρω με στίχο του Ελύτη.

Χανόμουν σε παραισθήσεις κάθε χρόνο τέτοια μεσημέρια και σήμερα κάμποσο θέλω να πιστεύω το ελέγχω. Τα απογεύματα με αιφνιδίαζαν μάλλον... Μέσα στη φυλακή. Η εκκλησία η πρωινή ξαφνικά μωβ να φοράει και το χρηστό να πενθεί. Αλυσίδες στα πόδια, στη ράχη χιτώνας, η αλήθεια όταν γίνει θεατρική με υποβάλλει. Ούτε τυχαίο θεωρώ που η μόνη εναλλακτική στην παραπάνω αυθυποβολή ήταν καταφυγή σε σκηνή θεατρική για μια παράσταση τελευταία που αυλαία το χει η παράδοση σαν σήμερα να κατεβάζει.

Μιλώ για σχέση με το χρόνο και με πράγματα που είναι κανείς δεμένος... δέσμιος... Νυμφίος, αν την κατάνυξη προτιμάτε. Μιλώ μονάχα για το σκηνικό, για προσδιορισμό και εικόνα υπέρ - ρεαλιστική και ονομάζω συγκυρία που συνέπεσαν οι Πασχαλιές μαζί, η Πρωταπριλιά, τα Βάγια, ο Ελύτης. Ήδη από την προηγούμενη, της Επανάστασης την Κυριακή, ψυλλιάστηκα τί είν' αυτό που φέτος συμβαίνει. Και σε όποιον ελληνορθόδοξο και εθνικόφρονα με πει για να κατηγορήσει - μιας και της επανάστασης θυμήθηκα την αρχή-, στο λόγο του Σολωμού επιτρέπω να μιλήσει... Το έθνος να θεωρεί εθνικό ό,τι αλήθεια είναι.

Καλή εβδομάδα. Φέτος κάνω πέρασμα σε άλλη οπτική. Καλη εβδομάδα...

Friday, March 30, 2007

Σιγανό τερέτισμα


Τα όνειρα είναι υλικό που δεν χάνει εύκολα την ανθρωπιά του

Εάν χρειάζεστε απογοητεύσεις άνθρωποι ονειρεύεστε

Κάθε άγγελος τη θηλιά του

Thursday, March 29, 2007

Μαρία Βουμβάκη/ Gazarte


Γιατί οι άγγελοι δεν έχουνε φτερά
κι όποιος τους είδε δεν τους ξέχασε μετά

Απόψε ήμουν εκεί και είμαι πολύ χαρούμενος που ήμουν εκεί απόψε.

Sunday, March 25, 2007

O Eυαγγελισμός


Λαμπρός ωσάν ανατολή ο Γαβριήλ με κόμη
ριχτή, κυματιστή, μαλλιά στους ώμους σκάλες
ξανθωπά και δεμένα πίσω, όχι όπως οι άλλες
χτενισιές, μα με φλούδα από κλαδί που, ακόμη,
χρώμα τέτοιο δεν ευρέθη επί γης. Οι δρόμοι
-που ουρανόθεν επέμφθη με βροχές μεγάλες
φθεγμάτων να ποτίσει - έπιναν τες ψιχάλες
των ύμνων: Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε! Και η γνώμη
Εκείνου και η Βουλή Του, η προ των αιώνων, δένει
μάλαμα του Αρχαγγέλου τα άγια, υπάκουα χείλη:΄
Ο Κύριος μετά σου! Και ακούγει η ευλογημένη
εν γυναιξί και κάτω νεύει η Δούλη: Γενη -
θήτω κατά το ρήμα σου! Εκείνος θα στείλει
τον Υιό Του να λυτρώσει των βροτών τα γένη.
( Δ. Σολωμός, Ρίμες εξ απροόπτου, Σονέττο εικοστό έκτο, μετ. Γ. Κεντριώτης )

Saturday, March 24, 2007

La Mome




- Για ποιόν πλέκετε;

- Για όποιον θέλει να φορέσει το πουλόβερ μου...



Όταν βγει σε dvd θα προσθέσω και την υπόλοιπη συνέντευξη από την ταινία.

Wednesday, March 21, 2007

Λιτότις


Χονδρικής πουλημένα αισθήματα

λιανίζουν στις μέρες μας ιδιώτες



-ούτε άρθρα δεν έμειναν στους προσδιορισμούς μας.

Wednesday, March 14, 2007

"Εδώ και τώρα"...


Από προχτές έχει κολλήσει στο μυαλό η φράση. Κολλήματα τέτοια δεν τα περνάω ποτέ στο ντούκου. Αντιθέτως, ψάχνω να βρω τί σημαίνει η βουβή σιωπή τους. Οι λέξεις όταν τους δίνεις σημασία ουρλιάζουν πάντα κάτι ακαθόριστα καινούργιο μέσα στο κεφάλι σου. Βασανίζεις μέσα στις σκέψεις σου κάτι εγκλωβισμένο και κουτό, με την κυριολεκτική έννοια ανόητο και τώρα ξαφνικά αυτό το τερατάκι έχει βάσιμες ελπίδες να επιζήσει.

Το "εδώ και τώρα" σαν έκφραση δεν έχαιρε ποτέ της εκτιμήσεως μου. Το είχα συνδυάσει με γνωστό χαρισματικό λαοπρόβλητο ηγέτη και πρωθυπουργό και αυτή η επίφαση εξουσίας στη φράση απωθούσε πάντα την εκλογή της στη σκέψη μου -δε σας κρύβω και στην ψήφο μου. Εξάλλου οι αλλαγές ποτέ δεν στάθηκαν τα φόρτε της ψυχής μου. Αργότερα στα χρόνια των σπουδών το "εδώ και τώρα" αποτελούσε κωδικό μοτίβο στην προσπάθεια κατανόησης της τεχνικής κατασκευής της ποιήσης ως συνθέματος προσωπικού που δεν πραγματεύεται τα ηρωικά ανδραγαθήματα του Οδυσσέα φερ' ειπείν, αλλά καταπιάνεται με τα άδοξα πλην όμως περιπαθή συναισθήματα μιας εγωπαθούς λυρικής φωνής και των προσωπείων της κατά τα άλλα. Κι αυτό σχετικό είναι τώρα που σκέφτομαι φευγαλέα τους Ολυμπιόνικους του Πινδάρου. Τελοσπάντων, αυτό που έχει σημασία εδώ και τώρα είναι που συνειδητοποιώ πως η συγκεκριμένη φράση εδώ και χρόνια τελικά κι όχι μόνάχα από προχτές υποδαύλιζε σκέψεις για τη ζωή μου.

Τί εννοώ; Ζούσα φοβάμαι με ένα αίτημα των καιρών που κακώς έχει βλάψει την πλάση. Ασφαλώς φταίει που το νόημα έχει παρανοηθεί κι ασφαλώς φταίει που κανένας δεν βρήκε ως τώρα το κουράγιο να το κοιτάξει. Το "εδώ" και το "τώρα" είναι επιρρήματα που ο συνδυασμός τους ορίζει ένα χωροχρονικό παρόν, μια συνθήκη, το σκηνικό αν θέλετε που ορίζει στον άνθρωπο το πλαίσιο για να δράσει. Κανείς δεν όρισε ποτέ τη επιρρηματική αυτή φρασούλα ως ψυχαναγκασμό, κανείς δεν της έδωσε το δικαίωμα να γίνει ο ύφαλος που καλείται ένας ναυαγός στη σκέψη να υπερκεράσει. Ήταν πάντα η φιοριτούρα, το κουφάρι που έπρεπε ο λόγος για ζωή να υπάρξει.

Τελικά βλέπω με μάτια τώρα πιό καθαρά πως ο λόγος πάντα είναι το πρώτο θέμα."Αν είχε θάρρος να φανεί ο λόγος. Τώρα δε θα τανε φωτιά στο αίμα" όπως λέει και ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος στο καθόλον σημαντικό... Εν λευκώ του. Και συνειδητοποιώ οτί ο λόγος που γεμίζει το "εδώ" και το "τώρα", η παράμετρος που από σύνθημα το μετατρέπει σε αληθινή πράξη πολίτη και που από τεχνικό όρο ποιήσεως το ανάγει σε τέχνη ζωής είναι αυτή η ευκαιριακή και ευκτική πάντα κατάσταση στην ετοιμότητα του ανθρώπου να προσφεύγει σε αυτό το χωροχρονικό σύμπαν των επιρρημάτων του κάθε φορά και στιγμή που νιώθει μετεωρισμό και διχασμό στην θέλησή του.

Ελάχιστες φορές θα είναι αυτή η διαύγεια εφικτή. Ελάχιστες φορές ο άνθρωπος καταφέρνει να είναι ο πρωταγωνιστής στη ζωή του. Τις ώρες εκείνες όμως πάνω σε αυτή τη σκηνή μια τάξη επικρατεί και αίσθηση κάθε πνοής μυστικά στο κορμί του. Εκεί νομίζω βρίσκει κανείς και την ίδια του την ψυχή. Σε καμιά μεταθάνατον φλόγα.

Sunday, March 04, 2007

H ζωντάνια της Νατάσσας Μποφίλιου


Ο στίχος από μια βροχή του Γεράσιμου Ευαγγελάτου σε μουσική Κώστα Τσίρκα έλυσαν νωρίς τον Μάρτη στο χέρι της: "Να 'ναι αρχή και να λέω πως τελειώνει... αυτό δεν στο συγχωρώ". Με όλες τις αισθησιακές του συνυποδηλώσεις -και δη στην ολοκαίνουργια διασκευή του- ορίζει την στιγμή της και συνθέτει την ωραιότητα της φωνής εν βρασμώ της ψυχής της. Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία μου σκέψη όταν χτες το βράδυ είχα την τιμή και ένιωθα την ευχαρίστηση να είμαι ανάμεσα στο κοινό της. Ήταν χτες βράδυ η αρχή και το τέλος της δικής μου εξόδου προς ένα αστέρι... Η Νατάσσα Μποφίλιου κάθε στιγμή χτες το βράδυ στην μικρή σκηνούλα του Ιανού ανάσαινε ερμηνείες, λουλούδιζε το πρώτο μας ανοιξιάτικο ανεπισήμως Σαββατόβραδο ζωή και ξαφνικά δεν ήταν πια εκεί ο χειμώνας με την νάρκη του (ο πληθυντικός αριθμός εδώ συγχωρείται...). Ως σήμερα δεν μου άρεσε η Άνοιξη. Η Μποφίλιου έγινε ο πρώτος μου ανοιξιάτικος πλανήτης.
Δεν θέλω εδώ να γράψω ένα χρονικό, γιατί οι έρωτες έχουν τις ιδιωτικές στιγμές τους και σας παρακαλώ να τις σεβαστείτε. Επιθυμώ -δεν θέλω πιά- εδώ να μιλήσω γι' αυτό ακριβώς το μεσοδιάστημα που ορίζει η αρχή μιας αισθητικής πράξεως ως το τέλος της και σε αφήνει με όλη την χαρά και την ηδονή της συμμετοχής και της συνομωσίας και με εκείνο το σπάνιο πια στις ημέρες μας -και κυρίως στις νύχτες μας- συναίσθημα νοσταλγίας για κάτι ακριβό και γνήσια απλό που παρήλθε... Και αυτή η ανάμνησις ζωής είναι που τρέφει καιρό μετά για την ανεπιτήδευτη ζωντάνια της και γι αυτό το λόγο για της ώρας της την ομορφιά, δηλαδή την ωραιότητά της. Γιατί η ομορφία χρειάζεται μονάχα την απλότητα για να την αποδείξει. Δηλαδή την φύσιν της. Μια ανάμνηση ζωής μου χάρισε η Νατάσσα Μποφίλιου χτες βράδυ. Κι ήταν όλοι εκεί για να την μοιραστώ μαζί τους... ο Θέμης στο πιάνο, ο Κώστας και ο Γεράσιμος κάπου πιο δίπλα, οι στίχοι και τα ρεφραίν τους στα χείλια μου κι όλα τα συναισθήματα μιας αλλιώτικης άνοιξης στην καρδία μου. Και μια παρέα γύρω τριγύρω παιδιά με παράπονα που μοιάζουν στα δικά μου.
Το πιο εντυπωσιακό δε; Όλα αυτά μέσα σε ένα χρώμα λευκό. Μες στην άνοιξη άνθησαν κρίνα. Αλλά κάπως έτσι δεν ξεκινάει το φαινόμενο; Από τα λευκά τα άνθη μιας μυγδαλιάς... Έτσι έλεγε το μάθημα στην πρώτη τάξη στο σχολείο, όταν πήγαινα μικρό παιδί θυμάμαι. Κι όταν σπούδαζα τον Βυσσινόκηπο του Τσέχωφ που μάδησα στο τίναγμα πριν μισήσω τις εποχές και αγαπήσω τη βαρυχειμωνιά. Χτες τη νύχτα κάτι ανασκευάστηκε. Κι αυτό επιτέλους μοιάζει να είναι δέσμευση, αν δεν είναι κάτι σημαντικό. Ζω μονάχα εν λευκώ.

Thursday, March 01, 2007

Και λίγα λέω...


Είπα να ρίξω ένα φάσκελο αυτοπροβολής μιας κι είναι και ξεπερασμένης μόδας:


1. Είμαι παιδί σχολής Φιλοσοφικής μόνο και μόνο επειδή την προοπτική του αντικειμένου μου ορίζει το απαρέμφατο "θαυμάζειν".


2. Ομορφιά δεν υπάρχει. Ωραιότητα μόνο. Με της ώρας την έννοια. Ακόμα και σε μπριζόλα.


3. Ανέβηκα στη σκηνή από ματαιοδοξία, μυστικοπάθεια και αγοραφοβία. Α, και για να δω πώς είναι στην πράξη η θεωρία των εσωτερικών μου αυτών αντιφάσεων.


4. "Δεν είναι καιρός για πολιτικά έργα τέχνης, αλλά η πολιτική έχει μεταναστεύσει σε αυτόνομα έργα, και πολύ περισσότερο εκεί που αυτά τα έργα εμφανίζονται ως να ήταν πολιτικώς νεκρά" - Αντόρνο.


5. Η τέχνη για την τέχνη.

Tuesday, February 27, 2007

Ο Ακαρδάσπλαχνος


Κάτι ο μήνας που πέρασε, κάτι που δε σταύρωσα λέξη, παρέδωσα το κέφι μου αυθόρμητα στην πλέξη. Αρέσκομαι να συνθέτω υβρίδια παιδιόθεν. Αποκτά μια δύναμη αλλιώτικη και αλλοιωτική ο παιγνιώδης λόγος κι εγώ ξαφνικά εφευρίσκω νόημα στους εκνευριστικούς κατά τα άλλα πεσσούς του χρόνου. Διάγω βίον ιλαρόν. Φιλολογίζω. Αυθορμήτως ωστόσο κι αυτό είναι που μου στερεί την επιστημοσύνη -θέλω να πιστεύω και τη δηθενιά- και κάνει και το εγχείρημα λιγάκι πιο χαριτωμένο. "Σπασικλάκι" και "φυτό" οι ρετσινιές απ' το δημοτικό κι εγώ οχύρωνα στις λέξεις μου την αντεπιθεσή μου. Δεν είχα εξάρσεις από παιδί μικρό, δεν πιάστηκαν ποτέ στα χέρια μου οι συμμαθητές μου. Φοβόμουνα μην λεκιαστώ. Έβριζα με το γάντι. Να δω το βλέμμα τους αφοπλισμένο από τις λέξεις, τις λέξεις "είσαι χαμερπής, χθαμαλός, ποταπός" στο απλοικό και λαικίστικο "τί λέ, ρε μαλάκα!" είχα ανακαλύψει. Και δεν ένιωσα οίκτο για την μήνιν τους ποτέ, και δεν ένιωσα ούτε αφ' υψηλού με κύρος κι ούτε μελαγχολία ένιωσα ποτέ -είχα τους βαθμούς να με τρέφουν και ένα επίπεδο, ρε γαμώτο, επιτέλους στις διαμάχες-. Μια ειρωνεία όμως έμεινε να με τιμά μέσα στην καφρίλα και να με κατωστρέφει (κατά+έσω+στρέφω) στην καρδιά μου πότε - πότε. Άντε κι δύο περιστατικά που μές τα χρόνια έστειλα στο ιατρείο του σχολείου... Δεν θα' θελα και περισσότερα. Ένα χαστούκι μόνο ακόμα και δέκα χρόνια μετά μέσα μου το λαχταράω κάπως.

Saturday, February 10, 2007

Ανδρομέδα


Πέρα από τα σύνορα και τις γραμμές είναι γεμάτο πατρίδες που αγαπάω


Μένω με την γυναίκα ψυχή
διάφανη και ανεξήγητη σαν την κρυστάλλινη σφαίρα
της περδικόστηθης τσιγγάνας
διάφανη και ανεξήγητη όπως τη θάλασσα τη γαλανή
με τ' άχρωμο μέσα νερό της

Δίνω το χέρι μου κάτι να διαβαστεί
κοιτάζω μάλλον έκθαμβος το στήθος της τσιγγάνας
Απλώνω το χέρι μου λίγο να δροσιστεί
ένας ξιφίας μου ματώνει το χέρι
το αίμα μαζεύει γύρω μου ψάρια
..............................................................
Ξέχασα τις εικόνες
σε ύπτια θέση κοντεύω κατά τα βράχια
ν' ακούσω θέλω το νερό
η ακοή εκκενώνει τη σκέψη
- αυτό μάλλον σειρήνα θα πει -
ένα κύμα μου ανοίγει τα μάτια

Ήπια νερό θαλασσινό
η γεύση κοκκίνησε τα βράγχια
πάνω στο βράχο ήχησε ένα κοχύλι πορφυρό
Η γυναίκα σωπαίνει.
Τα βράδια σε μια σκηνή, σ' ένα τσαντήρι πάνω
μέσα στο βράχο βυθισμένη κι αυτή
γυμνή από τη μέση κι απάνω φωνάζει.
Φωνάζω κι εγώ : "Μόνη δεν θα σ'αφήσω ποτέ"
Μου είπε : "Κιόλας μ' έχεις προδώσει μ' ένα δελφίνι"

Monday, February 05, 2007

Carne - vale...


Νύχτες καρναβαλιού.
Ντύθηκα ό,τι πιο πέτσινο κι ανθρώπινο βρήκα.
Μόναχα αυτή η πληγή απ' τα φτερά στην πλάτη κάθε που αλλάζει ο καιρός ξαφνικά με πονάει
Carne - Vale με μια λέξη γιορτάζω την ύλη θα πει

Wednesday, January 31, 2007

Πώς αγοράζεις ακριβά τις εκπτώσεις;

Χρονογράφημα


Δημοπραττώ σημαίνει σπαταλάω χρόνο σε λάθος επενδύσεις και ξοδεύω, μάλλον ξοδεύομαι. Όχι δεν επενδύω, δεν κάνω πλουσιότερο το κενό. Το κάνω. Αμφιλεγόμενο σαν πλήξη και λαίμαργο σαν αναίμακτη θυσία το χρήμα. Θα κοινωνήσουν όλοι στις εκπτώσεις. Να γίνει κυρίαρχος κι ο λαός. Ο έσχατος επαίσχυντος βασιλέας να δούμε πότε συμφέρει να καταρρεύσει. Θα μου πείτε εδώ και καιρό 40 - 50% κάτω...Όχι, δεν τελειώνω με ό, τι κέρδισα αγοράζοντας έξυπνα και φτηνά, χτυπάνε τα σφυριά στα μηλίγγια και καρτερούν τις φλέβες να αντλήσουν.

Σαν παραλήρημα εντός δεν ξέρεις γιατί αλλά συνεχίζεις να γράφεις, να ξοδεύεις, να χτυπάς, να ποντάρεις, παιδί της τύχης, δραπέτη, λαέ μου. Όπου κλητική προσφώνηση πές το και ορισμό. Στην φλέβα είν' το θέμα, στα οιστρογόνα ή την ανδρεναλίνη ο πυρετός. Kι ο πάγος. Τοκετός θα πει εδώ τοκίζω ή γεννάω πλάνες; Τοκετός θα πει είμαι πατέρας ή μητέρα των παιδιών μου; Δεν έγινε κραυγή ακόμα γι' αυτό κι η δυσκολία να το συνειδητοποιήσω. Γύρε στο μαξιλάρι να ηρεμήσεις, εαυτέ, επένδυσες και σήμερα στο θέρος τη βαρυχειμωνιά που σε θερίζει. Είμαι παιδί και είσαι κι εσύ το ίδιο. Ας ερωτευτούμε να βάλουμε και παραμέτρους ευτυχίας και καλά στη ζωή μας. Κι ας γίνουμε έκπτωτοι για μια στιγμή από τον κόσμο. Άγγελοι στ' αλήθεια υπήρξαμε άραγε ποτέ;

Αλκυονίδες ημέρες νωρίς φέτος ανεπαίσθητα μας έζωσαν και λυπάμαι που είναι ο καιρός για βρούβες πάλι. Σε χειμερία νάρκη μια αρκούδα έπεσε και εκείνη απ' το γήρας προδομένη, οι άλλες όλες ολολίζουν θυσιές. Σπονδές στον χρόνο δεν ξέρουμε τί θα πει γι' αυτό μας παραφυλάει στο τέλος. Μόνο δημοπρασίες αντέχουν τα αδι - έξοδά μας. Στο σφυρί και η συγγνώμη και τα ευχαριστώ και τα λυπάμαι και τα δεν αντέχω και τα σ' αγαπώ μου. Στο σφυρί και σε δημοπρασία το μέσα μου κενό...Τίποτα σημαντικό, ζώ μονάχα εν λευκώ μου είπε ένα σοφό τραγούδι...

Tuesday, January 23, 2007

Dead line




Είναι από κείνες τις ημέρες που λυπάμαι αφόρητα το ότι γεννήθηκα άνθρωπος και θα πεθάνω όχι για τον ίδιο τον θάνατο βέβαια και την φρίκη, μα για τούτη την απόσταση ίσα ίσα που παίρνω από τα πράγματα, γιατί φοβάμαι τόσο που αδιαφορώ...

Friday, January 19, 2007

Αισχύλου Πέρσες Β' στάσιμο



Μακάριε, ισόθεε βασιλιά μου, εσύ
Άκουσέ με που στενάζω!
Καθαρά με βάρβαρα λόγια σου φωνάζω!
Στα πέρατα απλώνω φωνή του καημού!
Ν’ακούς εκεί κάτω στη γη σου!
Γη μου, δική μου, Περσική
Μ’ ό,τι κατάβαθα σε κυβερνάει
Σπρώξε και γέννησε
Απ’ τα δικά σου σπλάχνα κάτω
Τον θεό των Περσών
Το γέννημα των Σούσων
Πάλι!
Στείλε πάνω!
Ανάστησε τον φίλο που δεν σκέπασες ποτέ!
Κι εσύ, αγαπημένη μου ψυχή,
Φτερούγισε στον τάφο τον αγαπημένο
Πάλι!
Αϊδωνέα, στείλε πάνω!
Ανάστησε, Αϊδωνέα, τον βασιλιά μου Δαριάν!
Κατάρα του πολέμου
Δεν έπεσε στους Πέρσες του ποτέ!
Γι’αυτό τον ονομάσαν “Θείο”!
Είναι ο θεός που το λαό μας προστατεύει!
Εσύ που βασιλιάς μου ήσουν κάποτε
Γίνε και πάλι βασιλιάς!
Πρόβαλε!
Έλα!
Σκίσε στα δυό τη γη
Κι από το χάσμα ας φανεί επάνω
Ροδόχρωμο το πόδι σου και πάλι!
Να στεριωθείς για να στεριώσεις
Βασιλική κορώνα στο κεφάλι!
Έλα, πατέρα μου καλέ, Δαριάν!
Άκουσες για τα νέα πάθη μας!
Λυπήσου μας!
Φανερώσου, του βασιλιά μου βασιλιά!
Ο θάνατος απλώθηκε παντού
Και στυγερος σπάραξε τα παιδιά μου!
Έλα, καλέ μου πατέρα Δαριάν!
Αλοίμονο!
Πέθανες!
Κι εμείς οι φίλοι σου σε κλάψαμε!
Τώρα δευτέρωσε ο μαρασμός
Και τα καράβια μας δεν είναι πια καράβια!

Thursday, January 18, 2007

Αφοπλιστικά φυσικός

Κύριε,
είχα μια ζεστή καρδιά
σκεπασμένη με κεραμίδια
στην άλλη άκρη της πολιτείας
Κύριε,
αγαπούσα τα πουλιά
χαιρετούσα τους ανέμους
και μεγάλωνα.
Κύριε,
τα βράδια που άναβες τ' αστέρια σου
κι εγώ τη μικρή μου λάμπα,
άνοιγε όλα μου τα όνειρα βεντάλια.
Κι είχα πολλά όνειρα Κύριε,
τόσα πολλά που γέμισε η κάμαρά μου
Και δεν χωρούσαν τα έπιπλα
και τα παπούτσια μου,
έπειτα δεν χωρούσε κι εμένα.
(ποιήμα του Βαγγέλη Ροζακέα, 1979)

Έτσι...χωρίς ιδιαίτερη αφορμή ή μάλλον από αγάπη...

Monday, January 15, 2007

Εισαγωγή εκ νέου στην κίνηση του Σουρεαλισμού ή πως αφομοίωσαν οι ποιητές τη Μοίρα των Ατρείδων


Κοιμήσου ήσυχα

εδώ που διάλεξες να πέσεις

ξεκουράσου

μέσα στα κύματα άφησε τα παιδιά σου

έστω και εάν την θάλασσα δεν την αγάπησες ποτέ
μου εμπιστεύθηκε τα μυστικά η Κλυταιμνήστρα, ακουσέ με

και πάνω στη γη τραχιά δε θ' άφηνες τον καημό σου
φώναξε και ο Αγαμέμνονας μέσα στο μπανιερό του

την αίσθηση να παίρνεις μόνο απ' τα πράγματα

και ονόματα να μη δίνεις
Πατέρα...
Μητέρα...

Στάσου

Γιά φαντάσου...
Από την αρχή του νέου χρόνου άρχισα να διαβάζω την καινούργια βιογραφία του Λόρκα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Και έρχομαι αντιμέτωπος με προσωπικότητες όπως ο Λόρκα, όπως ο Ουναμούνο και ο Νταλί. Προχτές έπεσε στα χέρια μου επί πληρωμή και το καινούργιο τεύχος της Λέξης αφιερωμένο στον Ελύτη. Για όλα αυτά μέσα μου και για άλλα πολλά που δεν λέγονται γιατί νιώθονται ακόμα συντελείται μέσα μου μια αλλαγή, νιώθω να μεγαλώνω και ότι ωριμάζω και πιο πολύ από όλα νιώθω από την πρώτη πρώτη του χρόνου την αρχή και όχι μόνο φέτος ούτε πέρσι τον σουρεαλισμό να είναι κίνηση που με κατευθύνει. Ακόμα τώρα θυμάμαι την πρώτη εντύπωση την αγνή που κυρίευσε τις παιδικές αισθήσεις στο πρώτο διάβασμα της ποίησης του Ελύτη. Τότε άνοιξε πρωτοφανής η πληγή κι αντί για αίμα χύθηκε φως στο σκοτάδι. Με τρελοβάπορο ταξιδεύα, με τρελοβάπορο πάω ακόμη, νιώθω να ξεπερνώ την ύλη...νιώθω να ξεπερνώ και τη σήψη...με ένα μυρμήγκι σαν γλυπτό του Νταλί.

Wednesday, January 03, 2007

Απεικονίζω..





Σ' έναν τοίχο λευκό

όπου ήλοι προσηλούνται

κι οι πίνακες όλοι από πάνω του αφαιρούνται

αδρές οι γραμμές απ' τα κάδρα που λείπουν

Τα καρφιά τους πονάνε κι οι μνήμες

τα χρώματα δε δανείζονται πιά τη ζωντάνια

ώστε να εκτίθενται αναμνηστικά

της ζωής οι εικόνες

Σ' ένα ξένοιαστο πιά υποκίτρινο φόντο

Tuesday, December 26, 2006

Μυστική συνταγή για Ευτυχισμένα Χριστούγεννα


Με συντρόφευαν πάντα αρώματα. Η όραση πάντα υπερτάτη αίσθηση του κορμιού μου, αλλά πάντα τα μεγάλα της ζωής μου έμεναν ακαθόριστα στη μνήμη μου από τις μυρωδιές. Διαβρώτικα συντηρούσαν, λυτρωτικά στήλωναν. Ημέρες και άνθρωποι... Η ζωή μου μυρίζει σαν την αγκαλιά της μάνας μου την ημέρα που ο πατέρας έφυγε για μια τελευταία φορά από το σπίτι κι εγώ δεν ήθελα να τον βλέπω στο μαύρο πουκαμισό της. Ήθελα να τον μυρίζω με τα χεράκια μου σφιχτά γύρω της και τα δακρυά και όλα μου τα αναφιλητά επάνω στην κοιλιά της. Εί δυνατόν και κάτω από το ίδιο αυτό μαύρο πουκαμισό που μου στέρησε τη χαρά της. Να βρώ εκείνον μέσα της. Μέσα στη μυρωδιά της να βρώ κι εμένα μέσα. Μαζί τους... Φάτνη...
Σήμερον ημέρα γενέθλιος και λαμπρηνθώμεν λαοί. Σήμερον γεννάται εν φάτνη άλλο παιδί. Κι εγώ μέσα στη χαρά αυτής της γιορτής ξημερώματα και δεν κοιμάμαι. Ποιμένες αγραυλούσι ακαταπαύστως εκεί... Βόσκω κι εγώ λοιπόν τα προβατά μου. Να τα μετρήσω για να κοιμηθώ; Μπά, δύσκολο... Η μυρωδία δεν μ' αφήνει από τα μανουσάκια. Πλαγιαστά μέσα στο βάζο της παραδοσιακά χριστουγεννιάτικης μου θείας που η μάζωξη μας κάθε χρόνο σαν οικογένεια μας τρέφει τις ελπίδες για ευτυχία αρωμάτιζαν το χώρο και φέτος. Φέτος κι εγώ κατάλαβα πώς τα Χριστούγεννα μου μυρίζουν κάθε χρόνο στο ίδιο σπίτι των ελπίδων να ευτυχήσω και ότι μανουσάκια είναι τα άγρια λουλούδια του μικρού Εμμανουήλ... του μικρούλη θεού μεθ' ημών... Κι αυτή η επίγνωση για τα άγια μοιάζει αστέρι λαμπερό... για φέτος έστω.
Υ.Γ. Μανουσάκι: Ανήκει στην οικογένεια των Αμαριλλιδών (Gramineae) και άλλες ονομασίες είναι τσαμπάκι, ζουμπούλι, μυρτολούλουδο.
Φυτρώνει στο τέλος του Φθινοπώρου σε λοφώδη χωράφια, στις πλαγιές των βουνών και σε μέρη βραχώδη. Υπάρχουν δύο είδη. Το άγριο και το ήμερο. Το άγριο είναι διάσπαρτο σε διάφορα σημεία στη Μάνη και στις αρχές Δεκέμβρη κυριαρχεί στη φύση, η οποία είναι κάτασπρη από τα χιονάτα λουλούδια και η ατμόσφαιρα γύρω μεθυστική από το άρωμα του. Είναι βολβόριζη χιτωνοφόρα πόα. Φτάνει τα 25 εκ. ύψος και έχει φύλλα παράριζα, στενά και μακρά με στέλεχος λεπτό και με λευκά άνθη που έχουν έξη ωοειδή ψευδοσέπαλα.
Την εποχή που είναι ανθισμένο, όσοι πηγαίνουν για να μαζέψουν λάχανα, φέρνουν και μια αγκαλιά μανουσάκια για το ανθοδοχείο τους. Εκτός όμως από το άγριο βγαίνει και ήμερο, που τα λουλούδια του είναι διπλά, αλλά λιγότερο εύοσμα από του άγριου. Οι γυναίκες που άναβαν το καντήλι σε κάποιον Άγιο, μάζευαν μανουσάκια και στόλιζαν τις εικόνες για να μυρίζει το εκκλησάκι.

Sunday, December 17, 2006

Takes 2 to Tango



- Χάθηκα...
- Έρχεσαι...

Δυό μέρες τώρα σκέφτομαι διπλά. Όχι, δεν συγκινήθηκα όπως έχω μάθει. Ορίζω αλλιώς πια τη λέξη "συγκινούμαι"... όπως ενδεχομένως είχα ξεχάσει. Μάλλον ορίζω ξανά και πάλι το ρήμα "συγκινούμαι". Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική μα τίποτα ελληνικό δεν μου μάθαν. Σημαίνει "είμαι ακόμα εδώ" όταν έχω εγκαταλείψει τα ιλουστρασιόν θέατρα της πόλης και τα πλήθη των μικροαστών με τα ευρουλάκια τους σε εισιτήρια πληρωμένα. Κι όταν λέγω "εδώ" έχω ένα "εκεί" στο νου μου και σε σκηνή επικληνή που δικαιώθηκαν οι μέρες στα ολυμπιακά αλώνια να έχω ακόμα να θυμάμαι. Και να μιλάω με όσα και όσους μου λείπουν. Είμαι μόνος; Φοβάμαι; Σε έχω ανάγκη; Λυπάμαι; Ποιόν άνθρωπο στα αλήθεια θέλω να ζητάω; Εμένα; Και η ελευθερία τότε τί σημαίνει; Ποιός άλλος; Αμφισβητώ ένα στίχο..."ή κανείς ή κι οι δυό μαζί" γιατί το είδα να συμβαίνει, να υπάρχει σαν τον αέρα ανάμεσα πλατείας και σκηνής. Πάρε ένα "ακόμα εδώ" για ευχαριστώ μου...

Wednesday, December 06, 2006

Ο Θείος...



Οι αναμνήσεις στα υπόγεια συχνάζουν

Σε ένα γίνονται και όνειρα

λέξεις δύο μυστικές να κρατήσω

σου χρωστάω.

Σωπαίνω

πάνω στο πάτωμα

πότισες το ξύλο με ιδρώτα.

Δε τα θυμάσαι πιά. Έχεις φύγει...

Κάπου στις θέσεις κάτω κοιτάζω

να δώ φωτιά και καπνό από ένα τελευταίο

κι ας μην είναι χειροκρότημα

ας είναι το τελευταίο σου τσιγάρο.

Sunday, December 03, 2006

Νατάσσα Μποφίλιου


Φωνές που οι ανάσες τους λυγάνε...
Την νύχτα χτες που μέτρησες φορές χίλιες

Thursday, November 23, 2006

Ένα όνειρο...


Ξύπνησα πάλι σε κόσμο φραγμένο ορίζοντα


-μια νύχτα φτάνει να χτιστεί το τείχος; -


και στο όνειρο κιόλας έβλεπα το βράδυ εκείνο να θέλω

να ξεφύγεις για να αναστήσεις

δάσος από φωτόδεντρα στην Καρδιά της πρωτεύουσας αθήνας κι έτσι κάπως

να πετύχεις η σοφία να ξεχαστεί κι η ομορφία παθιάρη έρωτα να σε ανθίσει, τώρα πιά Ανθηναίε...,

Ίσως στο ξημέρωμα να μη νίωσεις βαριά τη σκιά του θανάτου στο ανθρώπινο πετσί σου τότε

ή κάπως να ξανάβρεις τη δύναμη για να σώσει κι η ωραιότητα της λαγνείας σου μαζί με σένα τον κόσμο.





Στο μικρόκοσμο της σκηνής έβρισκα πάντα τη θέση μου στον κόσμο όταν δεν χανόμουν σε δαιδαλώδη κείμενα. Στην κλασικίζουσα μορφή έψαχνα πάντα να βρω την αγάπη και τη δύναμη να αντέχω τις μέρες που μου αναλογούν στον κόσμο. Γι' αυτό στην πρώτη ανάγνωση του Ονείρου καλοκαιρινής νυχτός επένδυσα εκατοντάδες αγρύπνιες μου -και του χειμώνα και της καλοκαιριάς- και διάλεξα να είμαι το ξωτικό του εαυτού μου και ένα παιδί να έχω την άνεση να βολοδέρνει την ψυχή μου χωρίς να το χαρίζω πουθενά και βασιλιάδες, και βασίλισσες, ανώτερους να τους περιφρονάω. Δεν ήμουνα σοφός, το ξέρω...Διάλεξα να γίνω τύραννος στο ίδιο το εγώ μου και μόνος, χωρίς έρωτα να βλέπω τον καιρό μου σαν του τρελλού καμώματα ή του παλιάτσου πλάνες.. μα δεν χαρίστηκα. Αυτό με συντροφεύει.

Γι' αυτό δηλώνω πως υποκλίνομαι με αρέσκεια λατρευτική, σχεδόν με αυταρέσκεια στο ύψος του μεγάλου συνθέτη και την αξία του έργου του αναγνωρίζω σε μια πολυεπίπεδη βάση γιατί μέσα στο έργο αυτό δοκιμάζω τις δικές μου απαντήσεις σε κατάδικα ερωτήματα της ζωής μου, τη ροπή μου και την τάση μου για τη μοναξιά, την αμφισβήτηση του Έρωτα θεού μου, την ανισορροπιά μου ανάμεσα στην τέχνη του ανεμπόδιστα κωμικού και του ανθρώπινα τραγικού μου, και της μέσης οδού, της αξιοπρεπούς και πάνω από όλα του Τύραννου Θανάτου... σ' αυτόν δεν τα κατάφερα ακόμα να μην λογοδοτώ. Συμβαίνει όμως σε πολλούς και το καταλαβαίνω. Ίσως κι αύτό να είναι πάντοτε μια δεύτερη συντροφισσά μου.

Τελειώνω. Οι ερωμένες μου πολλές κι η νύχτα μία μόνο, δεν είναι και για χόρταση η λαγνεία με τις λέξεις. Καταδικάζουν αφειδώς θανάσιμα αμαρτήματα οι θανατοποινίτες συντροφοί μου κι εγώ τους αγαπάω λέμε...

Για μια σκηνοθεσία σας μιλώ παγκόσμια που αρχίζει και τελειώνει στα δωμάτιά μας νύχτα κι αργά, πότε καθένας μόνος, πότε και με παρέα, βρίσκει τον τρόπο να ανοίξει την πόρτα την κρυφή και μέσα στην οδύνη χίλια και βάλε χρώματα να τα αφήσει να ξεχυθούν κι από της νύχτας τους ιριδισμούς που σκάνε πάνω στους καθρέπτες κι από τους χίλιους τους αντικατοπτρισμούς να συναντήσει μες στη παραπεταμένη σάρκα τη γυμνή που τα ρούχα αφήνει κάτω να πέσουν και τη σημαδεμένη από τις κακουχιές του κορμιού που έψαξαν και βρήκαν τρόπο να τρυπώσουν στο κορμί του -σαν το σκουλίκι της ταπείνωσης και του δημόσιου εξευτελισμού μιας κηδείας- το κηδευονεύομενο παιδί του και τ' άλλο του εγώ που φωνάζει τον στίχο ενός άλλου κλασικού παιδιού της απροσκύνητης ειμαρμένης : "κακούς δέ θνητών εξέφην' όταν τύχηι, προθείς κάτοπτρον ώστε παρθένωι νέαι, χρόνος" και μ' άλλα λόγια "έρχεται η ώρα που όλοι γινόμαστε καλοί"... Αναρωτιέμαι τί κι αυτό μπορεί να σημαίνει κι απάντηση μόνη και σαφή ο Ιππόλυτος και ένας πρόσχαρος γυρολόγος της νυχτός μου τη δίνει...

Sunday, November 19, 2006

Εν αναμονεί...




2 είναι ο καημός της ένωσης. Το ένα να γίνει δύο. Και επίσης η συμφιλίωση με τις δυο μας φύσεις. Σκληρότητα - ευθραυστότητα, αρσενικό - θηλυκό, υλικό και πνευματικό μας μέρος κ.ο.κ. Ταυτόχρονα είναι κι ένα παιχνίδι με τις σωματικές ταχυδακτυλουργίες, αφού τα περισσότερα απ' όσα συμβαίνουν στην παράσταση γίνονται με δύο. Αλλά κυρίως είναι ο μεγάλος καημός της ένωσης, του συσχετισμού μ' ένα συνάνθρωπο. Ο καημός του Αριστοφάνη δηλαδή στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνος.
(Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Δημήτρη Παπαϊωάννου στον Βασίλη Αγγελικόπουλο, εφ. Καθημερινή 19/11/2006)

Sunday, November 12, 2006

Κατευθείαν


Οίστρος και μανία διονυσιακή πάλαι ποτέ κυρίευσε τα βράδια

νύχτες αγρύπνιας μοναχά απόμειναν να στέκουν τώρα

σα κάτι γέρικους ξερακιανούς που ξόφλησαν τον ύπνο, ξύπνησα

για την υπόλοιπη ζωή στις τέσσερεις το χαραμά τους εγώ

και την ώρα αυτή νομίζω πως κοιμάμαι,

κλείνω μάτια κι ακολουθώ ένα τούνελ μυστικό και κούφιο

κατευθείαν στο πιό βαθύ, το πιό πυκνό σκοτάδι της ημέρας,

λίγο πριν την αρχή, στο τέλος μιάς ακόμη αξημέρωτης νύχτας: γίνομαι
βερμπαλιστής.

Σημαίνει πώς φοβάμαι.

Κι αυτό σημαίνει πιό βαριά το ρήμα πώς γερνάω.

Sunday, November 05, 2006

Μυρτιώτισσα


Έρωτας να ' ναι ή συμφορά
που κάποιου αγγέλου
τα φτερά έχει φορέσει
κι έρχεται ακόμα μια φορά
με τέτοια δώρα
τρυφερά να με πλανέσει
Έρωτας να ' ναι ή σιωπή
που όταν σε βλέπω
μου το κλει γλυκά το στόμα
και όταν μένω μοναχή
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα
Μα ό,τι και να' ναι το ποθώ
και καλώς να 'ρθει το κακό
που είναι από σένα
θα γίνει υπέρτατο αγαθό
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ' αγαπημένα