δεν ανέχθηκε ποτέ ότι είναι έξω από το μέτρο της
και πάντα το θέατρο σήκωνε ψηλά έναν καθρέπτη
για να κοιτάζεται η φύση. Αντανακλά την αρετή
και όχι τον ενάρετο το πέσιμο, όχι τον πεσμένο.
Υπάρχει, ξέρετε, πάντα μια πραγματικότητα. Που δεν είναι όλες τις φορές ιδεατή ούτε και ακολουθεί πάντα τη σύμβαση που αποδέχονται για πραγματική τα δικά μας μάτια. Σέβομαι το βλέμμα σας, όμως ξέρω καλά πώς δεν είναι δυνατόν πάντα να κοιτάξετε κατάβαθα στο εγώ το δικό μου. Και κάτι τέτοιες στιγμές μόνο υπεράνω δεν μπορώ να είμαι ενώ στ' αλήθεια νομίζετε πως υπάρχει ο τρόπος ή η τεχνική να είμαι υπεράνω. Να ενεργώ και πέρα από τον εαυτό. Να παίζω στην καλύτερη περίπτωση θέατρο καλό και να παρασύρω και εσάς σε ένα γέλιο σπαραξικάρδιο που λέει ευθαρσώς χειροκροτήστε. Υπάρχει δυστυχώς και η ρωγμή που πρέπει να δείτε κι εσείς κι εγώ κάτι λίγο πιό μέσα από εσάς κι εμένα και όλοι μαζί να γίνουμε για το ελάχιστο συνθεατές σε ένα δράμα θα έλεγα κοινόβιο. Αν μπορείτε χωρίς εκδορές παρακαλώ. Τις περισσότερες φορές όμως κι εγώ ο ίδιος δεν αντέχω. Απλά σκύβω το κεφάλι και αποχωρώ. Χωρίς χειροκροτήματα. Αλλά με μεγάλη ευθύνη τότε. Και σαν αυτόχειρας σχεδόν ξέρω ότι είναι εύκολο να μιλήσετε για ένα ακόμα δραματικό φινάλε γι' αυτό το λόγο ακριβώς και σταματώ ή τρέχω με ταχύτητα φωτός μακριά σε άλλο αστέρι. Μονάχα μην ξεχνάτε. Στην αντίπερα όχθη το λεωφορείο "πόθος" γράφει έτσι κι αλλιώς τη λέξη "θάνατος". Γι' αυτό να συχωράτε κάτι ανεξήγητες κινήσεις των ηθοποιών. Όλοι κάποτε νιώθουμε την ανάγκη για το ανεξήγητο. Και οι κινήσεις μας αποκτούν μία θεατρικότητα παράξενη που παρεξηγείται. Χωρίς βαρύγδουπες ετυμηγορίες. Από πίστη και μόνο σε αυτήν την άλλη πραγματικότητα την ας την πούμε θεαματική. Που δεν καταδικάζει. Μόνο έχει τη μακροθυμία να συγχωρεί. 


Δεν ξέρω. Φέτος δεν ακολούθησα το τυπικό. Την θεσμοθετημένη τελετουργία για ένα Πάσχα ορθόδοξα χριστιανισμένο. Ίσως γιατί μέσα στα χρόνια μου πέρασα και με το κουταλάκι έφαγα ορθόδοξη τελετουργία. Τα δύο τελευταία απέχω.
Νήστεψα μόνο την Μεγάλη Εβδομάδα. Πάντα νηστεύω την εβδομάδα αυτή. Πάντα υπάρχει ένα κατάλοιπο να σου αρέσει από κάτι που δε σου αρέσει γενικώς και αορίστως. Πήγα λιγάκι εκκλησία ξώφαλτσος.
Μεγάλη Τετάρτη βραδάκι περαστικός μισή ώρα να σκοτώσω.
Μεγάλη Πέμπτη αν σήμερον κρεμάται επι ξύλου δεν άκουσα. Έβλεπα το Matador. Αλμοδοβάρ. Δεν έχω εμπεριστατωμένα επιχειρήματα αλλά από ένστικτο ένιωσα να σιγοντάρει το θείο δράμα η ταινία. Τόσο εύγλωττα. Τόσο μελίρρυτα. Σαν εγκώμιο. Ω, γλυκύ μου έαρ...
Μεγάλη Παρασκευή ακολούθησα τρεις Επιτάφιους στο Θησείο. Συναντήθηκα με παλιούς συμμαθητές από το πρότυπα χριστιανικό σχολείο που φοίτησα. Ένιωσα λιγάκι τουρίστας στην διαδικασία. Και κατά το τυπικό ήμουν. Και στη συνάντηση των συμμαθητών. Και στη συνάντηση των Επιταφίων.
Μεγάλο Σάββατο πρωί είπα να κοινωνήσω. Χωρίς εξόφθαλμη όρεξη. Σπρωγμένος ωστόσο από κάποια παράξενη ανάγκη -γι' αυτό κάνω και αυτήν εδώ την ανάρτηση. Όχι από ψυχαναγκασμό πάντως. Έμαθα πιά τον ψυχαναγκασμό να τον αναγνωρίζω. Ελευθερία ανάστασης απέναντι στον ψυχαναγκασμό πλέον προσδοκώ. "Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών..." να τί σημαίνει μάλλον.
Έκλεισα το ξυπνητήρι δυό φορές πρωινό Μεγάλου Σαββάτου. Δεν άκουσα τον κόκκορα να λαλήσει τρεις. Μισή ώρα μόνο μετά πανικόβλητος πετάχτηκα κι έτρεχα να προλάβω. Οι παπάδες αυτής της ενορίας τα κάνουν όλα νωρίς και στις 08:20 που ξύπνησα ήταν κιόλας αργοπορημένα. Όχι καταστροφικά αργά. Απλά έχασα τα τύμπανα της πρώτης Ανάστασης. Πάντα Μεγάλο Σάββατο πρωί θυμάμαι -και θα θυμάμαι υποθέτω πάντα- τη γιαγία για τα τύμπανα της πρώτης γιορτής. Να σηκωθείς πρωί για να προλάβεις. Είναι πιό όμορφα κι απ΄την Ανάσταση τη Μεγάλη. (Η γιαγιά έχει αρχίσει λίγο να φεύγει. Σε αγαπάω, γιαγία μου -τυχαία μπήκε εκεί ο τόνος, τον αφήνω) Στάθηκα στην ουρά μιας τελετής που τέλειωνε και απλά ο παπάς κοινωνούσε τους καθυστερημένους. Κοινώνησα χωρίς να έχω παρακολουθήσει την τελετή. Κυρίως κρασί. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν ρίχνουν πάντοτε λίγο περισσότερο σώμα στο δισκοπότηρο αυτής της ενορίας. Εκπτώσεις τελετουργίας...
Μεγάλο Σάββατο βράδυ στήθηκα στο συνωστισμό της πλατείας. Δίπλα μου μάνα κι αδελφός. Άναψα τη λαμπάδα με ένα καραβάκι πάνω. Δεν δούλευαν τα μεγάφωνα. Δούλευαν τα βεγγαλικά κάπου πιό δίπλα. Άρχισαν τα φιλιά μιας στιγμιαίας έστω αγάπης. Πάσχισα να ακούσω Χριστός Ανέστη μέσα στη βαβούρα. Οι καμπάνες χτυπούσαν. Τα βεγγαλικά χτύπαγαν. Φιληθήκαμε. Άκουσα Χριστός Ανέστη από τη μάνα και τον αδελφό μου. Γυρίσαμε σπίτι. Πήρα μονάχα ένα τηλέφωνο. Σε έναν μόνο φέτος αληθώς ανέστη ευχήθηκα.
Καθώς γράφω αυτή την ανάρτηση είπα Πάσχισα. Πάσχα σημαίνει λέει πέρασμα και πασχίζω προσπαθώ να περάσω υποθέτω.
Ήρθε η ώρα να διευκρινίσω την παράξενη ανάγκη που επικαλέστηκα πιό πάνω. Την κυρίαρχη σκέψη της εβδομάδας που πέρασε κι εγώ πάσχιζα να την νιώσω, όχι να την καταλάβω. Γι' αυτό νομίζω πως εκφράζομαι έτσι -κάπως περίεργα- στην ανάρτηση αυτή.
Ξεκίνησε με ένα σχόλιο στα επτά δαιμόνια. Έγραψα: "Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτές τις ημέρες τα λόγια στις εκκλησίες ακόμα και τις πιό φωτεινές, και τις πιο κοσμικές, χάνουν τη λογική σημασία και αποκτούν ένα εντελώς άλλο νόημα. Υπερρεαλιστικό. Δηλαδή το κανονικό τους. Δεν ξέρω τότε αν έχει νόημα ο Χριστός ως αυτό που λέμε συνήθως Χριστός. Αποκτά το λόγο νομίζω ο εν δυνάμει Χριστός. Αυτό που μπορεί να γίνει και να είναι Χριστός".
Αυτό πάσχισα όλη αυτήν την εβδομάδα να ζήσω. Εν αρχή λέει είναι ο Λόγος. Προσθέτω "ένας λόγος αναστημένος". Έτσι προέκυψαν οι στίχοι της Ανάστασης που αναρτήθηκε πιό κάτω. Ένα βράδυ μετά από το τελευταίο επεισόδιο σε επανάληψη στον Άλφα από τη ζωή της Λαμπέτη. Και λίγους στίχους από την Τέταρτη Διάσταση του Ρίτσου. Και λίγα δάκρυα ομολογουμένως. Συγκεκριμένα το Όταν έρχεται ο Ξένος του Ρίτσου. Δεν φιλοξένησα καν τον Ιησού από τη Ναζαρέτ του Τζεφιρέλλι πάντως φέτος.
Η Ανάσταση είναι έτσι κι αλλιώς μια υπέρ - πραγματικότητα. Αρκεί να εμπλακείς στη διαδικασία. Όχι πάντα κατά το τυπικό.




Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω που να
τ΄ακουμπήσω. Γιώργος Σεφέρης
Θεωρητικά η ελληνική είναι μια ταυτότητα λαμπερή. Δεν ξέρω αν προλάβαμε να ζήσουμε την Ελλάδα μιας εποχής που αντίκρυζε σε καθρέφτη τον ήλιο. Δεν ξέρω να πω αν γεννηθήκαμε καν στο μεταίχμιο μιας ειλικρινούς εποχής ή αν αυτή καθαυτή η εποχή είναι το μεταίχμιο και εμείς θύματα στο βωμό μιας ψευδομετάβασης. Βρεθήκαμε ξαφνικά υπόλογοι για κάτι μεγάλο που λάβαμε και αυτό που από εμάς μεγαλύτερο οφείλουμε να παραδοθεί. Οι μεταβατικοί. Λες και υπάρχουν εποχές αμετάβατες. Τέλοσπάντων. Δεν ξέρω αν θα φτάσουμε κάτι ή κάπου (εννοώ σε ποιότητα και όχι σε εδάφη) παραπέρα. Δεν ξέρω ακόμα αν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε καν να περισώσουμε ό,τι τριγύρω έχει ήδη ραγίσει και χαθεί. Η μάλλον θέλω να το ζω και όχι να το ξέρω. Έτσι μόνο ίσως μπορέσω και να αποδείξω ότι το ζω. Φοβάμαι μόνο μήπως τα λόγια μου ακούγονται σαν να έχουν παραιτηθεί. Μα σκέφτομαι δεν είναι δική μας η ήττα αυτή. Δεν κλαίγομαι. Μας τη φόρτωσαν, παρηγοριέμαι. Γιατί για να λέμε την καθαρή αλήθεια δεν λάβαμε. Ανακαλύπτουμε ολομόναχοι ό,τι ανακαλύπτουμε και ό,τι θεωρητικά μας έχει χορηγηθεί. Κάτι εκλάμψεις μόνο από ήλιο σε σπασμένα μαρμαρένια κομμάτια. Κάτι κουφάρια που πρέπει μόνοι μας να βρούμε τον τρόπο να αποκτήσουνε εκ νέου ζωή. Το πολύτιμο έρχεται στην χώρα μας στο φως μόνο με ανασκαφή. Ακόμα κι όταν δεν είναι τόσο αρχαία τα κολωνάκια που ξεφυτρώνουν. Και κυρίως την ανασκαφή μέσα μας -η άλλη και στο φασκελοκουκούλωστα πότε πότε καταληγει. Γιατί ξέρω μόνο ότι μερικοί φέρνουμε μέσα κατάβαθα μια συγκίνηση ακριβή, φωνές και πρόσωπα από φως και δύναμη που χαρίστηκαν όχι πια μονάχα σε μια πατρίδα αλλά στην ίδια τη ζωή κι αυτό, ρε γαμώτο, ώρες ώρες είναι αποκάλυψη, όμως δυστυχώς όχι πρακτικά και η ίδια η ζωή εν Ελλάδι.
Στο βίντεο εικόνα και φωνή μιας περισσότερο λαμπερής Ελλάδας. Από τη δική μας γενιά πια...









Ήθελα στο μπλογκ μου να υπάρχει μια ανάρτηση στις 29 του Φλεβάρη που μας πέρασε. Ποτέ δεν κατάφερα να διαχειρίζομαι με επιτυχία τον χρόνο. Πάντα κάτι δεν έφτανε ακόμα κι όταν είχα μια μέρα παραπάνω εδώ που τα λέμε. Πάντα περνούσε. Ο χρόνος. Σαν έρωτας. Προσπερνούσε.
Στα αρχαία ελληνικά δεν υπάρχει η λέξη "όμορφος" μα υπάρχει η λέξη "ωραίος". Έχω εμμονή με τις λέξεις ξέρετε. Ωραίος σημαίνει κάτι περισσότερο από εύμορφος, σημαίνει της ώρας, ο κατάλληλος για την περίσταση, για την χρονική στιγμή και τις συνθήκες. Ένας έρωτας, ένα "σε αγαπάω" μόνο ωραίο υπ΄αυτή την έννοια μπορεί να είναι. Το αληθινό ευτύχημα θα είναι να είναι αυτό το "σε αγαπάω" και οριακό. Τότε κλείνει το ω- από το ωραίο σε ο-, γίνεται οριακό κι οι παρενθέσεις φεύγουνε και γίνεται ο κύκλος. Οι ωραίες στιγμές, ξέρετε, πενθούν με την έννοια ότι είναι στη ζωή λίγες και φθείρονται από τον χρόνο.
Ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος εραστής φοβάμαι. Κι αυτόν μόνο για το ελάχιστο μπορείς να τον κρατήσεις αγκαλιά σου. Δεν μας ανήκει τίποτα. Ούτε η αγκαλιά μας στην ουσία. Αν είχα, όσους είχα, έρωτες στη ζωή μου, χαρίζω σε όλους μου τα πιό ωραία "σ΄αγαπώ". Με κανένα δεν χώρισα. Ούτε θα χωρίσω.
Jirashimosu, Billzouk, ceralex, για την πρόσκληση σας ευχαριστώ. Κι επειδή η πρόσκληση ήταν αυτή τη φορά διπλή, ένα bonus track για το τέλος. Δεν κυκλοφορεί σε βίντεάκι στο you tube. Παραθέτω τους στίχους του Ευριπίδη μεταφρασμένους από το Χειμωνά και ελπίζω να έχετε υπόψιν την ερμηνεία του από την Ελένη Βιτάλη.
Του έρωτα μέγα κακό σπαράζεις τους ανθρώπους σπαράζεις τους ανθρωπους με ματωμένους κόπους αυτοί που αγάπησα ξεχνούν με ματωμένους κόπους αυτοί που αγάπησα πενθούν για όλη τους τη ζωή για όλη τους τη ζωή αχ, δέσποινα μου, παρακαλώ, το βέλος σου που είναι χρυσό, λυπήσου με, και ποτέ μη μου σημαδέψεις την ψυχή με τη βαμμένη την αιχμή στον πόθο βαφτισμένη ας είναι ευλογημένη η σωφροσύνη των θεών που με κρατεί αυτόν που αγαπώ μην τον πληγώσω ω, εσύ, ξόρκι των ερώτων των κρυφών, από στάχτη παρθένων εραστών, φυλαγέ με, ποτέ έρωτα μη νιώσω το ξέρω καλά μη μου το λες σε είδα δεν έχεις πόλη ούτε πατρίδα δεν έχεις φίλο για να σε γιάνει στη δυστυχία σου να σκύψει με φροντίδα κι αν η κατάρα πιάνει τέτοιο κακό να πάθει όποιος στο πλάϊ μου μ΄αγάπη δεν εστάθη κι αν η κατάρα πιάνει τέτοιο κακό να πάθει όποιος στο πλάϊ μου μ΄αγάπη δεν εστάθη του έρωτα μέγα κακό σπαράζεις τους ανθρώπους σπαράζεις τους ανθρώπους με ματωμένους κόπους αυτοί που αγάπησα ξεχνούν με ματωμένους κόπους αυτοί που αγάπησα πενθούν... πενθούν... πενθούν...
Δεν μ΄αρέσουν τα μπλογκοπαίχνιδα οπότε χαίρομαι που κανένας δε με κάλεσε. Ωστόσο, έχω και ένα θεματάκι που κανένας δε με καλεί με την προοπτική να με κρατήσει γενικότερα αυτή την περιόδο και -μην πάει ο νους σας στο κακό- στα επαγγελματικά μου εννοώ για πιό συγκεκριμένα. Που από την ημέρα που απολύθηκα ευδιάκριτο δεν βρίσκω στον ορίζοντα του επαγγέλματος ούτε τον εχθρό μου για πιθανή συνεργασία... Θα μου πείτε εχθρός πότε εστάθη συνεργάτης, βρε κουτό; Κι εγώ πανέξυπνα με μία ερώτηση θα σας απαντήσω... Εμ, είδατε πώς με επιβεβαιώνω; Όσο αδύνατον να γίνει φίλος ο οχτρός, τόσο αδύνατον φαντάζει και στον φίλο σας να βρει άμεσα δουλίτσα!
Είμαι εντός και ζεστός χαζεύω έξω το χιόνι. Λευκό και ήσυχο παρατηρώ το φαινόμενο που πέφτει. Όμορφο βλέπω χιόνι. Άτσαλες τρελλαμένες και φρενήρεις νιφάδες. Ήμασταν ως χτες εμείς οι τρελλαμένοι του κόσμου, σήμερα άλλος βασιλιάς τρελλός κυριεύει. Χιονάνθρωπος ντυμένος στα λευκά. Πόσο καθηλωτική δύναμη έχει η απλότητα ενός φυσικού φαινομένου. Εδώ μέσα σιωπή και εκεί έξω η θύελλα σιωπηλή. Η ομορφιά μπορεί τελικά να σώσει τον κόσμο. Χαίρομαι ευτυχώς σαν παιδάκι ακόμα διαπιστώνω. Μαίνεται η κάθοδος των αγγέλων. Έχω κλείσει όλα τα έγχρωμα τηλεοπτικά παράθυρα. Δεν φοβάμαι τώρα πια τις αποκλειστικές εικόνες. Με καθησυχάζει ένας επερχόμενος αποκλεισμός στον λευκό κλοιό μου. Άνοιξα τα παράθυρα να γίνει λευκό από φως χιονάτο το σπίτι. Να γίνουν άσπρα τα τζάμια μου και επιτέλους αόρατα. Να κάτσει μέχρι και πάνω στα τζάμια το χιόνι. Ευτυχία είναι ένα πάντρεμα από τον εκτός σου ρυθμό με τον μέσα. Είναι εδώ η χαρά που βρήκε επιτέλους τον δρόμο. Πηγαίνοντας κατεβαίνει να γίνει απάτητη η ελπίδα. Έβαλα τους πολύχρωμους νάνους να κοιμηθούν στα κρεβατάκια. Φόρεσαν λευκά νυχτικά και έχουν ηρεμήσει από τις έγνοιες και την φροντίδα του δάσους. Ετοιμάζω μακαρονάδα πασπαλισμένη μόνο με τυρί. Χωρίς κόκκινη σάλτσα. Και για επιδόρπιο θα κόψουμε τούρτα αμυγδάλου λευκή για τα γενέθλια του αδελφού μου. Τον ζηλέυω που ο καιρός σήμερα του έκανε το καλύτερο δώρο. Ένα παραμύθι.
Να αφήσω θέλω την ηχώ από χρώματα χίλια την ώρα που αντικρύζομαι στους καθρέπτες. Τα συναισθήματα όταν προσπεράσεις την ειλικρίνεια ή και την επιφάνεια ακόμα πες των κρυστάλλινων χαρακτηριστικών κι αρχίσεις το ταξίδι στο βλέμμα παραμύθι αποκαλύπτω. Εδώ πίσω από τα σύνορα του φωτός όμως πάντα στις διαθλάσεις τις δικές του ανοίγεσαι αταξίδευτος και απέραντος συνάμα. Κάθομαι και κοιτάζομαι στο πλέον δακρύβρεχτο δίλημμα που περιέχει ξέχωρα κι όλα μαζί τα άλλα μικρά και υδαρή διλήμματα του κόσμου. Τα εντός μας λεγόμενα που ταξιδεύουν τα πάντα για πάντα και παντού. Ξεφεύγω από κάπου, και εκεί, αλλού πιά από εκεί που προσκολλήθηκα ή και μάταια αγκυροβόλησα περιμένοντας ανεφοδιασμούς κι εμπάργκα πάλι καθηλώνομαι ελπίζοντας -αμάν αυτή η πρόστυχη ελπίδα και κανένας ενδοιασμός δικός μας για αντίσταση στη λαγνεία μας για δαύτη. Κοιτάζω τώρα πάλι χωρίς δύναμη για αυτενέργεια άλλη σαν ιδιώτης ένα πρόσωπο όχι τόσο γραμμικό όσο οι ταυτότητες πασχίζουν με ιδιότητες να περιγράφουν κι όμως ένα πρόσωπο ταυτόσημο και ταυτοποιημένο με αληθινότατη συνουσία. Δεν είναι όμως έρωτας το πρόσωπο ετούτο, δεν περιέχει ηδονή και χίμαιρα αυταπάτη κι ούτε θυμό για δυνατότητα προσέγγισης ενός υδάτινα ταραγμένου ειδώλου που ξαστόχησε και βούτηξε πιό μέσα στα αβαθή του πλάτη. Αν τρεμόπαιζε ωστόσο το νερό σε γούρνα ή ρυάκι δεν θα έκανα τόσους λογισμούς κι ούτε μύθους αυτάρεσκα θα έπλαθα. Μια πληγή κάνεις καθώς πέφτεις στο νερό, δεν την λέω πληγή, την λένε τρύπα.
Ειρήσθω εν παρόδω και λόγω των ημερών σήμερα μπαίνοντας στην Αττική οδό από την Λεωφόρο Δημοκρατίας αντίκρυσα για πρώτη φορά στη συνηθισμένη πορεία την εν λόγω ταμπέλα πάνω από το ταμείο όπου κατατίθεται το αντίτιμο για την διέλευση του πιό υπερσύγχρονου δρόμου της πόλης. Αφήνω ελεύθερα να εικάσετε τους συνειρμούς που έγιναν καθώς διέτρεχα την Αττική οδό. Αττικός ο δρόμος, αττικό το πολίτευμα, αττικός κι ο ουρανός. Μια σκέψη μόνο: ο πιό περίεργος και πιό επικίνδυνος στις μέρες μας είναι ο διάπλους των συγκεκριμένων στενών.
Πήρα κι αυτή τη βδομάδα Αθηνόραμα. Μ΄αρέσει κάθε Πέμπτη να αγοράζω ένα και να αφήνομαι σε ένα προσφιλές μου παιχνίδι. Παίρνω κόκκινο στυλό και βάζω το δικό μου αστεράκι στις παραστάσεις που θα ήθελα να δω. Πριν τις δω βάζω το αστεράκι μου εγώ. Κι αυτή μου τη συνήθεια την ονομάζω "Παίζω αθηνόραμα"... Κάποιοι ελεύθερα σκεφτείτε " κοίτα τί κάψα έχει ο άνθρωπος", οι περισσότεροι μην αναρωτηθείτε αν προμοτάρω το έντυπο γιατί τις περισσότερες φορές και με την κριτική εν γένει διαφωνώ και φορές φορές του εν λόγω εντύπου άστοχες τις κρίνω. Τελοσπάντων, άλλο είναι το θέμα μου σήμερα κι είναι και φλέγον και τσουρουφλίζον. Διαβάζοντας Αθηνόραμα λοιπόν αυτή την εβδομάδα και συγκεκριμένα σήμερα που το αγόρασα, έπεσα σε ένα άρθρο που παρουσιάζει την πιό ζωντανή παράσταση της χρονιάς που παρακολούθησε η συντάκτρια στο Λονδίνο.
Κι ήταν ανήμερα γιορτής όταν πήραν τα χαράματα να αναδύονται και μέσα ή και κάτω μπορείς να πεις από της πόρτας τη χαραμάδα να μπαίνουν σημάδια από φως η ελπίδα ώσπου μας πλημμύρισε το λευκό και πνιγήκαμε στη χαρά μας. Χαράμι είπαμε και κρίμα. Γιατί δεν κλείναμε το βράδυ τα πατζούρια. Τώρα θα χε ακόμα λιγότερο φως και εμείς δε θα καραδοκούσαμε τη λαχτάρα. Απ΄έξω. Δε θα λέγαμε πατζούρια τα βλέφαρά μας. Μια ημέρα γιορτής ανέστιος ένας πένης κι επαίτης λαός για βλεφαροπλαστική ανακομιδή των απορημάτων -αφήστε εδώ την λέξη σαν απόρριμα και θαυμασμός παράλληλα να ηχήσει.
Δεν αρέσκομαι σε απολογισμούς, Γεράσιμε. Η ζωή είναι ένα μπλέξιμο χωρίς αρχή μέση τέλος σκοπό. Σαν ουρανός. Με τον απολογισμό τακτοποιείται, δηλαδή κακοποιείται. Σημαδεύεται. Σαν πτώση από τη Νεφελοκοκκυγία. Ωστόσο θα ενδώσω σε παιχνίδι προσκεκλημένος χωρίς σκοπό έτσι για να εμπλέξω την καρδιά με ραφές από πεπερασμένα πια του 200εφτά σημάδια. Αυτά είναι που με κρατησαν φέτος στη γη. Το αερόστατο αργοκίνητο καράβι μου άλλοτε κάπου στάθηκε κι άλλοτε πήρε να κινήσει. Σημασία έχει πως και φέτος ταξίδεψε.