Αν πέθαινα τώρα δανεικά και κλεμμένα θα ήταν τα τραγούδια σώματα ακατέργαστα κι αγύμναστα Αν πέθαινα τώρα θα ήθελα να χανόταν από τον κόσμο η ειρωνεία θα ήθελα να είμαι σαρακινός πειρατής Ζω και δεν πέθανα μια φράση ευαγγελίου εμποδίζει όλα τα ευάλωτα και τα νηπενθή αυτού του κόσμου.
Ανεπαιγίσθως. Γιατί κάπως πρέπει να λέγεται κι η σιωπή ή ό,τι τελοσπάντων σε σιωπή καταπίνει. Μα και γιατί κι ο ρόλος του κομπάρσου ακόμα θα πρέπει φαντάζομαι να έχει σίγουρα τη δική του μέθοδο υποκριτικής στο δράμα όταν παίζει. Έφτασα λοιπόν στο σημείο για αυτό το εγχείρημα με τη επινόηση μιας και μόνο μικρής και ανεπαίσθητης λέξης που μπορεί έτσι στριφνή κι ακατανόητη στο κάτω κάτω της γραφής στο ντούκου να περάσει και τον καθένα να απαλλάξει τελικά από την οποιαδήποτε προσπάθεια να την σπουδαιολογήσει, να της προσδώσει μια κάποια περαιτέρω σημασία από το μια ακόμα λέξη του τρελού. Λόγια του αέρα μόνο ξέρω να φτιάχνω. Το μόνο μου ταλέντο είναι αέρας κοπανιστός. Έτσι και στη λέξη "ανεπαιγίσθως" κατέληξα από τον σιωπηλό ρόλο του Αιγίσθου. Την παρουσιάζω εδώ έτσι, σε ένα εκκύκλημα τραγικής επιρρηματοσύνης, αυθαιρετώντας και εγκληματώντας συνειδητά πάνω στη γλώσσα, εφευρίσκοντας και επιστρατεύοντας έναν νέο μεταξύ μας ανομολόγητο κώδικα επικοινωνίας, αν πετύχει, πιάνοντας από την αρχή το νήμα και τυλίγοντας γύρω από το λαιμό το ας το πούμε γλωσσάρι ετούτο, τραβώντας γερά και σφίγγοντας δυνατά ώστε καμπάνα έτσι εξηγημένος να αντιλαλήσω ως τον τελευταίο ρόγχο και την τελευταία τριχιά του σκοινιού και του παλουκιού μου, παραδίνοντας την πράξη μου αυτή ως εγχειρίδιο στου σπαθιού σας το θηκάρι, μια επεξήγηση γκροτεσκ προκειμένου να γίνει κατανοητό με την κάμποση μεγαλύτερη σαφήνεια που προσφέρει όλος ετούτος ο θεατράλε εντυπωσιασμος επιτέλους αυτό το μετέωρο απονενοημένο διάβημα που μεταξύ μας μπορεί ακόμα τολμηρά να εννοείται. Μιλώ για τη εσωτερική διαδικασία ενός συλλογισμού που προσπααθώ να σας μεταδώσω, για ένα επίρρημα που εξηγεί με όνομα άστοχο ενδεχομένως τον τρόπο για αυτό που πάντα απομένει και επικρέμαται μετέωρο σε κάθε απόπειρα ανάμεσά μας μέχρι το τέλος να εξηγηθούμε, μια απόπειρα που τις περισσότερες φορές πιστεύω (γιατί το νιώθω) ότι καταλήγει στο κενό. Κι αφού στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί, επαναλαμβάνω ότι πίσω από τούτη την ασήμαντη λέξη δε χρειάζεται να ψάξει κανείς κανένα απολύτως νόημα ψηλότερα κρεμασμένο ή βαθύτερα κρυμμένο. Γιατί δεν είναι φορέας νοημάτος ούτε το επίρρημα ούτε το σκοινί ούτε καν εγώ, ένας θλιβερός καμποτίνος.
Το απόγευμα είναι ένα κτήριο νεοκλασικό. Κελεπούρι σε αναστήλωση, πάμφτηνο. Διακρίνεις απέξω δίχτυα, παρατηρείς πού έχουν γατζωθεί πρόχειρα ασταρωμένες οι σκαλωσίες, πόσο σπαρταράνε στον ετοιμόρροπο αέρα τυλιγμένες κουφάρι σε μπαλκόνια οι αναμνήσεις. Πόσο φως περονιάζει βαθύτερα τις φθορές και αυτοκαταστρέφεται όσο βραδυάζει.
Κατεβάζω την αυλαία της παράστασης τυλίγοντας την αφίσα και ανοίγοντας ένα παλιό ξεπερασμένο κεφάλαιο, μισοδιαβασμένο, στη σελίδα, στη σκηνή ΙΓ, στο ιατρείο, όπου όλα είναι άσπρα και τιτιβίζουν σαν νιφάδες από τρελό χιόνι - με πόση άχνα τιτιβίζει το χιόνι! Ένα φως έκθετο που θέλει κι αυτό να κρυφτεί, υπόλογο στα φτερά ενός αρχαγγέλου προστάτη της απειλής, στέκεται και παραφυλάει αόρατος σταυροφόρος, μια αόρατη φωτεινή εκκρεμότητα παραγεμισμένη ελπίδα, ελπίδα φτιασιδωμένη πούδρα από πίτουρο αλεσμένο. Δεν υπάρχει τίποτα μοντέρνο μέσα μου κι όμως αισθάνομαι ότι ζω στην ταχύτητα που επιβάλλει η εποχή μου θέλοντας και μη, με σιχασιά ή όχι. Κουρδίζομαι και προχωράω, υπαναχωρώ και ανθίσταμαι σε όλες τις εξετάσεις, τις επιβεβαιώσεις. Δεν θα μπορούσα να είμαι ωρολογοποιός, όμως θα μπορούσα να είμαι ρολόι ακριβείας τόσης, ώστε να με χρησιμοποιούν σαν πολυμήχανο σε βόμβες νετρονίου - πόσο παρωχημένα μιλάω! Μιλάω με επιστημοσύνη που δεν μου επιτρέπεται αλλά διαισθάνομαι. Μια ώρα αργότερα από την ώρα που βραδιάζει πάντα ωστέ να δικαιολογώ και να παραπλανώ για την βαθιά καθυστέρηση τόσο ώστε κανείς να μην στηρίζεται στο ημερολόγιό και το συλλογισμό μου. Μιλάω αρκετά αναίμακτα ώστε να μη στήνουν μπροστά μου καθρέπτη. Κανένα χρώμα, κανένα μολύβι, κανένα κραγιόν, καμια σκια, κανένα σημάδι, κανένα νόημα, κανένα συμπέρασμα, καμια σημασία. Δεν θα φαινόμουν. Ακόμα κι αν το έκαναν, αν έφερναν μπροστά μου καθρέπτη και διέταζαν βγάλε μια άχνα δε θα ενσάρκωνα καμία αντανάκλαση - με πόση άχνα τιτιβίζει το χιόνι!
Το παράθυρο 2012 ήταν εκεί. Ανοιχτό με μια ιστορία διάπλατη προς τα μέσα, ψηλοτάβανη πράσινο φυστικί. Κι εγώ απέξω από ένα ετοιμόρροπο σπίτι νεοκλασικό προσπαθώντας να μαντέψω, να εικάσω, να πιθανολογήσω με αυθάδεια μια ιστορία, την ιστορία που θα ήθελα ενδεχομένως από μόνος μου να φανταστώ χωρίς να ξέρω τίποτα περισσότερο, αυθαιρετώντας πάνω σε ό,τι θα έκρινα δίκαιο, μια δικαιολογία μόνο εικάζοντας, μόνο εγκλωβίζοντας την εικόνα που τράβηξα απέξω, την εικόνα αυτού του σπιτιού απέξω που τράβηξε μέσα του αναπόσπαστη την προσοχή μου. Μια διαφάνεια, μια διάρρηξη είναι όλο αυτό που διαφαίνεται στο βάθος - ο πολυέλαιος που κρέμεται από τη ροζεττα στο ταβάνι που μάλλον επειδή είναι ροζέττα είναι βαμμένη και παλ ροζ, το ζωάκι το λούτρινο που είναι ταυτόχρονα ζωάκι κρεμασμένο, στα ψέμματα κρεμασμένο, στολίδι βεντουζαρισμένο πρόχειρα στο γυαλι, και κάτι άλλο ακόμα αδιευκρίνιστο κρεμασμένο στο παράθυρο, στο τζάμι, εντομοαπωθητικό, ένα σκιάχτρο κουνούπι ή μια κίνδυνος-θάνατος λιβελούλα προειδοποίηση και ένας πίνακας με ακαθόριστο θέμα σε χρυσοποίκιλτο πλαίσιο και μια παραστάδα πόρτας που οδηγεί σε ένα πιο εσωτερικό χώρο κι αυτό που κάνω είναι κάτι που δεν πρέπει να κάνω γιατί δε θα μπω ποτέ μάλλον μέσα σε αυτό το σπίτι, δεν θα τολμήσω κι ούτε πρέπει να τολμήσω, πόσο μάλλον στο εσωτερικό του δωμάτιο, στην καταπακτή, δεν πρέπει να σκαλίζω άλλο αυτούς τους τοίχους, ήδη έχουν χάσει πολύ σοβά και με το φως του δρόμου μοιάζει να στάζουν σκούρο νοτισμένο αίμα ύστερα από τόση βροχή, ένα παπαριασμένο κομμάτι χώμα αναίμακτης θυσίας, αναιμικής, αυτό το σπίτι υπάρχει πραγματικά για να πηγαίνει κατ' ανέμου κι εγώ πρέπει να σωπάσω γιατί το παράθυρο είναι ακόμα εκεί έστω κι αν δεν έχει άλλο φως το δωμάτιο πια μέσα.
I HATE SANTA CLAUSΕ! Το Ημερολόγιο Ενός Καλικάντζαρου Ένα έργο του David Sedaris Σε σκηνοθεσία Δημήτρη Φραγκιόγλου
Με τον Αντώνη Γκρίτση, την Χριστίνα Παπαδάκη και στο πιάνο την Μελεντίνη Από 22 Δεκεμβρίου ως και 6 Ιανουαρίου Κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 7.00 μμ Για όσους αγαπούν να μισούν τις γιορτές
Το Ημερολόγιο Ενός Καλικάντζαρου, είναι μια κωμωδία με στοιχεία stand
up comedy που βασίζεται στο διήγημα του D. Sedaris Santaland Diaries σε
θεατρική μεταφορά Joe Mantello, και διασκευή – απόδοση στα ελληνικά από
την Χριστίνα Παπαδάκη και τον Δημήτρη Φραγκιόγλου, ενώ την παράσταση
σκηνοθετεί ο Δημήτρης Φραγκιόγλου.
Ο Αντώνης Γκρίτσης και η Χριστίνα
Παπαδάκη είναι δυο άνεργοι ηθοποιοί που αναγκάζονται να δουλέψουν σαν
καλικαντζαράκια στο Χριστουγεννιάτικο Χωριό ενός μεγάλου
πολυκαταστήματος και έρχονται αντιμέτωποι με τα ευτράπελα και
απροσδόκητα των Εορτών.
Η Μελεντίνη συνοδεύει μουσικά και τραγουδάει «πειραγμένα» και διαφορετικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια
Το έργο σατιρίζει το «χαρούμενο πνεύμα» των Χριστουγέννων, καθώς και
την υστερία με τον Αϊ Βασίλη και τα δώρα του, την υποχρεωτική «χαρά και
αγάπη» που συνδέεται αποκλειστικά με την υπερκατανάλωση αγαθών. Το
χιούμορ είναι πικρόχολο, καυστικό και πέρα για πέρα διασκεδαστικό.
Το Ημερολόγιο Ενός Καλικάντζαρου πρωτοπαρουσιάστηκε στην Νέα Υόρκη το 1996 και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές.
Το Ημερολόγιο Ενός Καλικάντζαρου, των D. Sedaris και J. Mantello Διασκευή – απόδοση στα ελληνικά : Χριστίνας Παπαδάκη - Δημήτρη Φραγκιόγλου Σκηνοθεσία: Δημήτρης Φραγκιόγλου Μουσική και τραγούδι: Μελεντίνη
Επιμέλεια κίνησης: Ευγενία Δελιαλή Φωτογραφίες: Βασίλης Κλωτσοτήρας Info Μόνο για 6 παραστάσεις: Σάββατο και Κυριακή στις 7.00 μ.μ. 22 και 23, 29 και 30 Δεκεμβρίου 2012 και 5,6 Ιανουαρίου 2013 Γενική είσοδος : 10 ευρώ 104 - Κεντρική σκηνή Eυμολπιδών 41, Γκάζι (Μετρό Κεραμεικός) Τηλέφωνο Κρατήσεων: 210 3455020 E-mail:theatre104@gmail.com
Bonus track το spot του Κωνσταντίνου Πιλάβιου από την παράσταση Πολιτισμένα Ζώα που συνεχίζεται στο Bios κάθε Πέμπτη - Παρασκευή - Σάββατο - Κυριακή στις 21:00 μέχρι 27 Ιανουαρίου 2013
Το σκοτάδι έρχεται από το πουθενά ξαπλώνει δίπλα κι εγώ ανταποκρίνομαι ανυπεράσπιστη ανεκτικότητα ύστερα ακούω μέσα τρέχει νερό ωσπού ν' αλλάξω πλευρό δροσερό έρχεται πάλι σταγόνες στα πόδια, στους ώμους, στα μαλλιά το σκοτάδι δε φοβάται, δε φεύγει.
Μαθήματα ζωής αποκλειστικά από ζώα. Πολιτισμένα ζώα. Μία άκρως αστεία παράσταση για άκρως σοβαρά θέματα.
Η ζωή είναι ένα πολύτιμο αγαθό που διέπεται από κανόνες: 1ον: Δεν πρέπει να κάνεις ανώμαλες σκέψεις και πράξεις. 2ον: Πρέπει να τιμάς τον κόκορα που σε ζευγαρώνει και να αφοσιώνεσαι με πάθος στον ετεροφυλοφιλικό έρωτα. 3ον: Δεν πρέπει να είσαι λιτοδίαιτος και κοκαλιάρης. 4ον: Δεν πρέπει να συμπονάς υπερβολικά τους άλλους. 5ον: Δεν πρέπει να είσαι ματαιόδοξος και ψωνάρα. 6ον: Δεν πρέπει να είσαι κοινωνικός, δεν πρέπει να μιλάς καθόλου. 7ον: …
Σε έχω αφήσει εκεί πίσω. Δε μπορώ να κάνω διαφορετικά. Πώς αντιστράφηκαν τόσο οι ρόλοι, τώρα πρέπει εγώ να σε κοιμίζω - ακόμα και η λέξη ρολόϊ είναι παράφραση της λέξης ρόλοι, με τικ τακ διαλυτικά. Ρολάλλοθι είναι κι αυτό εδώ το χαρτί που παίζω, δε με νοιάζει να σου αποκαλύψω τα χαρτιά μου κι ας μου τη βγει απ' τα δεξιά μπόμπα χαρακίρι η κατηγορία με τη γκροτέσκα μορφή του σφαγμένου Μισίμα.Δεν γίνεται να είμαι μάσκα προσπαθώ να σου πω γιατί φοβάμαι τη μάσκα που καραδοκεί να εμφανιστεί στη γωνία. Σε φοβάμαι. Με λένε τρελό, ανόητο, δεν καταλαβαίνουν σπιθαμή και λένε ότι υπεκφεύγω αλλά εγώ το μόνο που κάνω είναι ότι δραπετεύω σε ασυνέχειες από το βασιλιά μου για να τον διαφυλάξω από το έγκλημα όσο δεν αποτολμάω ακόμα να το κουνήσω ρούπι απ' το δωμάτιο του. Δε μου επιτρέπεται αλλά και δε θέλω να βγαίνω έξω, δε θέλω να παίρνω λεωφορεία, δε θέλω να μπαίνω στο μετρό, δε θέλω να σηκώνω τα τηλέφωνα, απεχθάνομαι κάθε μορφή ένδο και έξω επικοινωνίας, δε θέλω να μιλάω, θέλω να τα ακυρώσω όλα έτσι όπως εξαιτίας του ακυρώνομαι, θέλω να τον σκοτώσω. Δε θέλω να γίνω κατανοητός, ξεβράκωσέ με, χέστηκα - δε θα με πίστευες αν το έκανες γιατί δεν έχω χεστεί στην πραγματικότητα και θέλεις απτές αποδείξεις και λες ότι είμαι ηττοπαθής αλλά εγώ δεν είμαι γιατί χέστηκα αλλά δεν τα έχω κάνει απάνω μου. Οι σκέψεις μου αποδεικνύονται έτσι και την άλλη ώρα αναστρέφονται αλλιώς - ξέρεις τώρα στα χαρτιά πάνω κάτω οι φιγούρες πώς είναι, δε τις εμπιστεύομαι ούτε εγώ εκεί στο βάθος γιατί εκεί κάθεσαι εσύ. Όλο τούτο το έγκλημα είναι όσο να πατήσεις τη σκανδάλη, το έγκλημα είναι το αίνιγμα, μετά αρχίζεις να τρέχεις ή αναλαμβάνεσαι στους ουρανούς κι έχεις ξεμπερδέψει από τη ρώσικη ρουλέτα. Δεν πιστεύουν ότι μπορεί να σου κάνω κακό, αλλά εγώ αν υπήρχες θα κλειδωνόμουν τώρα στο άδειο δωμάτιο, και ακριβώς στη μέση στην αίθουσα του θρόνου χωρίς τη συνδρομή του νου και της καρδιάς τετ α τετ θα πετσόκοβα αβάσταχτα το βασιλιά μου, κι αυτό είναι μια απόδειξη σα σφαίρα και σα μπίλια για την απόπειρα να κάνω μια και καλή όλο το κακό στο τέλος, τώρα που δεν υπάρχει επιστροφή πια από εκεί πίσω. Επιστροφή. Από εκεί που τον έχω αφήσει. Κάθε κίνηση προς τα μπρος είναι έτσι κι αλλιώς ρουά ματ προς τα πίσω. Αλλά το πίσω καραδοκεί στην επόμενη παρτίδα. Γιατί τώρα νίκησαν τα μαύρα αλλά αύριο στα ρέστα πάλι μπορεί να νικήσουν τα λευκά μάγια που σε έδεσα εκεί πίσω.
Καμιά
φορά, ίσως πιο έντονα τα βράδια, σκέφτομαι μήπως ένα κομμάτι της
ιστορίας δε μου έχει αποκαλυφθεί. Όχι της μεγάλης Ιστορίας. Της δικιάς
μου ιστορίας της μικρής που είναι βέβαια θα μου πεις θαμμένη μέσα στο ματωμένο χώμα της μεγάλης. Κι έτσι εξηγείται λιγάκι βαθύτερα πώς γίνεται
και δεν πιστεύω γενικώς το "ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα..." και
γιατί τα χέρια μου αγάπησαν όσο περνούσε ο καιρός περισσότερο τα αγκάθια που ήταν εκεί, δίπλα στα τριαντάφυλλα.
Να φύγουμε, να φύγουμε, να μη μας βρουν ποτέ τα σημάδια, να μην τρέξουν αίμα τα μάτια μας, τα αστέρια είναι μικρές ακκίδες μέσα στο μαύρο: σε τούτη την διάθεση ακέραια στιλβώθηκε ο χρόνος.
Ίσως έτσι είναι καλύτερα, καλύτερα από την άποψη ότι επιτέλους σου ταιριάζει περισσότερο κάτι που μέχρι σήμερα εντελώς πεισματικά και με απέχθεια αποστρεφόσουν. Ίσως συμφιλιώνεσαι μαζί του, γι' αυτό μπορείς να λες καλύτερα και μπορείς να αντιστέκεσαι σε ό,τι μέχρι τώρα βάφτιζες σκέτο φθορά.
Ποτέ δεν πίστεψες το σώμα σου, απλώς τώρα πλέον καταλαβαίνεις ίσως καλύτερα ότι είσαι κατασκευασμένος να μείνεις μόνος. Δεν είναι που δεν το βρίσκεις όμορφο - με ό,τι παροδικό κρύβει ετούτη εδώ η λέξη - είναι ότι το σώμα δεν απέκτησε το σχήμα που του έπρεπε, ποτέ, κι έτσι ούτε άσχημο μπορεί να είναι με την έννοια που η περιορισμένη αισθητική ορίζει.
Το σώμα είναι άχρονο, δεν μπορείς να το κατηγορείς για κάτι, γι' αυτό είναι καλύτερα έτσι. Αυτό σημαίνει καλύτερα. Αυτή είναι η μόνη παρηγοριά που δεν αγγίχτηκε ποτέ. Γι' αυτό απορώ όταν οι άνθρωποι λένε προσκυνώ το άχραντό σου σώμα όταν λένε σε αγαπώ. Απορώ με τα λογάκια που ξεστομίζουν απέναντι σε ένα αντικείμενο λατρευτικό που δεν έχουν ιδέα τι είναι όταν αγγίζουν.
Να φύγουμε, να φύγουμε λοιπόν μακριά. Να είμαστε όλοι εκεί, πριν την αρρώστια και το θάνατο, πριν την έννοια, όπως όταν ήμαστε παιδιά, αλλά να είμαστε λίγο μεγάλοι. Όχι πολύ μεγάλοι. Πάνω στο γύρισμα της προσδοκίας και της πραγματοποιήσεως.
Θα ήθελα πολύ να κάνω τα πρώτα ετούτα γενέθλιά μου σε ένα ξένο πάρτυ. Θα ήθελα να είναι όλοι εκεί, όσοι λείπουν κι όσοι ήρθαν, όσοι δεν μπόρεσαν να έρθουν, εκείνοι που έφυγαν αμετάκλητα. Θα ήθελα να μην υπήρχε χρόνος να μετρά προσδοκίες για μέλλον και ελλείψεις από παρελθόν. Μέσα εκεί, άχρονα γενέθλια να γιορτάσω. Θα ήθελα.
Καλύτερα να μη μιλάς. Καλύτερα να μη ρωτάς. Καλύτερα να μην απαντάς. Η αλληλεπίδραση με ανθρώπους οδηγεί σε μάχη αμφίρροπη ακόμα κι όταν η συνύπαρξη φαίνεται αναγκαία. Να κάθεσαι στην άκρη με απορίες για την ευτυχία και για τη δυστυχία και για το σαπούνι Ιμπέριαλ Λέδερ που κάνει τούμπες μέσα στη σαπουνοθήκη και το βλέπεις "πεντακάθαρα" αλλά εσύ να σωπαίνεις. Να κάθεσαι στο θρανίο και να μη σηκώνεις το χέρι. Να μην θαυμάζεις τον καθηγητή, ούτε να του επιτρέπεις να σε θαυμάζει, να μη δημιουργείς πρόβλημα, να σου βάζει μόνο προβλήματα και να λύνεις μόνο μέσα στο κεφάλι σου όλα τα μυστήρια, να περνάς μόνος σου όλα τα μαρτύρια, να γράφεις δικά σου σενάρια, να κάνεις αποκλειστικά και αεροστεγώς δικές σου λάθος ή σωστές εικασίες, λάθος ή σωστές πράξεις, να είσαι μονίμως στο δίλημμα να σηκωθώ στον πίνακα, να πανικοβάλεσαι γι' αυτό, να κλαις, να σφαδάζεις αλλά και να χασκογελάς και να κακαρίζεις και να χορεύεις τουίστ και να χορεύεις τρελά και να κατουριέσαι με γέλια ακράτητα μέσα σου και να ουρλιάζεις και να εκρήγνυσαι αλλά ποτέ να μη σηκώνεις το χέρι, να μη λες ποτέ τη γνώμη που θα σε βγάλει έξω ή θα σε σηκώσει να σταθείς τιμωρία με το ένα πόδι στον τοίχο. Να μη θαυμάζεις κανένα, να μην έχεις αγαπημένους ηθοποιούς, τους οποίους επιτέλους πρέπει να αποδεχτείς πως δε τους γνώρισες ποτέ όσο και αν εσύ νομίζεις ότι απέξω κι ανακατωτά τους ξέρεις, και να λες ότι δεν κράτησαν αποκλειστικά για σενα κανένα μυστικό επειδή τάχα μόνο εσύ τους αγάπησες πραγματικά γιατί κι αυτοί θα σε απογοήτευαν αν τους είχες τελικά γνωρίσει ενδεχομένως, ούτε αγαπημένα τραγούδια να έχεις ούτε να ακούς φωνές ακόμα και λίγο πριν την ώρα που θα πέσεις για ύπνο, ούτε να τρίβεις τα μάτια σου για να ξεστραβωθούν και να δούνε αστράκια. Να ακούς μόνο τα πιο ανόητα σαχλοτράγουδα όπως το από μακριά και αγαπημένοι για να ξεχάσεις ότι κάποια τραγούδια σε έκαναν να αγαπήσεις την Άννα Βίσση και βρες κάτι αντίστοιχο να αντιπαραβάλεις και στο ελεύθεροι πολιορκημένοι για να έχεις επιτέλους τον εθνικό ύμνο και ποιητή που σου πρέπει. Να αγαπάς εκδοχές που φαντάζεσαι και όχι παραδοχές που έχεις. Να αγαπάς όλες τις φρικαλέες ή μπορεί και ευχάριστες υποθέσεις που μπορεί να κάνεις και όχι τα ευχάριστα ή φρικαλέα δεδομένα που σου δίνονται ως συνθήκες ζωής στην πράξη. Σκέψου κάτι ευχάριστο για να κοιμηθείς, αν μόνο έτσι μπορείς να νικήσεις την αϋπνία. Αδιαφόρησε επιτέλους μια στιγμή για την ανάμνηση, για τον πρώτο πρώτο αξέχαστο εφιάλτη. Ξέχνα. Κάνε φανταστικές υποθέσεις και να είσαι παρατηρητής μέσα στην τάξη σου αυτή αλλά κυρίως άναψε το φως και ζήτα να δεις κατάματα πόση αταξία στο υπόλοιπο σπίτι. Μη χαρίζεις στον αδελφό σου, μη λες μέσα σου μαμά μου λείπει που μ' αγκάλιαζες πριν κάποια χρόνια - λέγε μόνο "όλοι οι άλλοι ευτυχώς χαθήκατε νωρίς". (Και πάψε κυρίως να νομίζεις ότι αυτά τα χρόνια ήταν ελάχιστα χρόνια πριν, έχουν περάσει τουλάχιστον 18 χρόνια από τότε και το δεκαοχτώ να το γράφεις με αριθμούς και αυτό κοίτα να το αποδεχτείς ότι θα είναι έτσι πλέον για πάντα - δέκα, είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια; πόσο να κρατήσει ακόμα αυτό το σαπούνι;) - κι αυτό που μόλις αντίκρυσες δεν είναι ερωτηματικό και παρένθεση αλλά χαμογελάκι μπουνιά που σου κλείσε το μάτι κι αυτό που ακολουθεί είναι τελεία. Να τρέμεις στην ιδέα να ξανασυναντήσεις κι αυτούς που χάθηκαν νωρίς και αυτούς που βρίσκονται ακόμα κάπου στην ίδια γη μαζί σου έστω κι αν πέθαινες - δηλαδή αν πήγαινες σε έναν κόσμο δεύτερης ευκαιρίας - για να τους αγκαλιάσεις ή να τους χαστουκίσεις. Να γεννιόσουνα σε έναν άλλο κόσμο, να σε απομόνωναν σε ένα ίδρυμα - σε ένα ανεπαισθήτως ασφυκτικό δωμάτιο - και να συναντιόμασταν κάθε τόσο στον προαυλισμό, στο διάλειμμα για να λέμε ξερά ένα γειά σου, κύριε ή ένα γειά σου, κυρία - μήπως είσαι άγγελος, δεν καταλαβαίνω σε ποιό φύλο ακριβώς ανήκεις - χωρίς να σε ξέρω ούτε να με ξέρεις χωρίς να γνωριζόμαστε για να δικαιώνονται τουλάχιστον οι ψυχολόγοι ότι μπορούν να κάνουν για την περίπτωσή μας κάτι. Ότι η αγάπη είναι καθωσπρέπει κι ότι είναι καλύτερα να ζούμε σε νεκροφάνεια. Κι εφόσον πηδάει ο γάϊδαρος ελπίζω σιγά σιγά να το βλέπεις ότι πηδάει και το ιμπέριαλ λέδερ.
Κάποτε ένας δάσκαλος με ρώτησε γιατί γράφοντας
σημαδεύω με τόσο πείσμα τα χαρτιά μου
Δεν είμαι δω. Όχι, μια καρέκλα υπάρχει και πάνω της εγώ
στημένος μπροστά στο άσπρο χαρτί με μηχανικό μολύβι στο χέρι κάθε τόσο σπάω τη
μύτη πατάω τικ για να τσεκάρω την αδυναμία τικ ενός τίποτα είμαι ντυμένος στα
λευκά ονειρεύομαι αλλά τα όνειρα δεν έχουνε χρώμα, βαρύτητα και καμία σημασία
γιατί, όταν γίνονται, άντε το πολύ - πολύ ασπρόμαυρα σημάδια να είναι σ’ αυτή τη
σελίδα.
Τα σώματα ακόμα και μέσα στον έρωτα είναι υπεύθυνα για τη φθορά τα σώματα είν εξανθήματα φωτός και χάνονται μέσα στα φώτα υπάρχουν αποδεικτικά για την ανυπαρξία τους - όχι δε μιλώ για σκιές, φαντάσματα, υπερκόσμιες του σύμπαντος δυνάμεις - το χρώμα της συνουσίας υπάρχει σταλιά σταλιά στο τέλος ένα ελάχιστο λευκό διάστημα, αμετάθετο άσπρο κι αυτό, γαλατένιο το λευκό δεν είναι βέβαια χρώμα όμως η αναμονή είναι μέγιστη απόσταση απ' την αρχή ως το τέλος απ' την αρχή ως το μέλος πού να σου παίξω λοιπόν τη μελωδία;
οριστικές αποφάσεις, τελεσίδικες γραμμική πορεία ευθυτενότητας πεδίο εκτόξευσης απορία ξέφρενης ευθύνης ως της ψυχής και της καρδιάς το γαλαξία.
Θα καταντούσα άσπορος άσπρος άπορος το ήξερα θα καταντούσα να ζω γραφικός.
Έτσι, εξπρεσιονιστικά προσπαθώντας να περιγράφω να χύνω σπάταλα να διαγράφω τόσο εγκεφαλικά το γράφημα, τις αιχμές, την καμπύλη τούτης της συνουσίας, εξαχνώθηκα.
Ούτε ποτέ κατάλαβα σπρωγμένος από τι μιλάω. Και τότε βγήκα στο μπαλκόνι και διεκδίκησα τη θέση μου στον ουρανό. Πάντα από τη θέση του κατώτερου που σέβεται της φύσης την αποτυχία αλλά προσπαθεί να πλάσει ιστορίες από τα σύννεφα που θα διαλυθούν στο γαλάζιο, πάντα από τη θέση ενός νεκρού που δε διεκδικεί στιγμιαία τη θέση στον αιώνιο παράδεισο. Την ξέρω την πτώση, τη νίκησα τόσες φορές και με κατάφερε άλλες τόσες. Ξέρω τα σκιρτήματα. Δε θέλω να φτάσω εκεί που δε μπορώ, να φτάσω θέλω μόνο να βλέπω εκείνο που διεκδικώ. Όχι για να απαλλαγώ από τη χαμέρπεια, όχι για να βρω ένα καινούργιο ψευδεπίγραφο όραμα, αλλά για να προτάσσομαι με σθένος στην ανυπαρξία. Να συλλαβίζω ακαθόριστα σχήματα σε χώρους εξοπλισμένους μόνο με αδιαπραγμάτευτα και στοιχειώδη, να επιβεβαιώνω ένα συναίσθημα που ξεπηδάει αγνώριστο ή αδύνατο να το περιγράψεις σε σχέση με όλα τα προηγούμενα. Ποτέ δεν τα καταφέρνω. Νικάει η βιομηχανική βαρύτητα του σώματος και της ψυχής μου. Το ένιωσα αυτό πριν στην άκρη στο μπαλκόνι. Θέλω πάλι να το νιώσω, να χάσω τη γοητεία μέσα στο κενό, να ξεχάσω την αποκάλυψη, να γίνω πάλι ελάχιστος.
Η ταυτότητα είναι πάντα κάτι
λιγότερο από αυτό που περιγράφει. Ένα χάρτινο minimum προσδιορισμών ως αδιάσειστο,
πλαστικοποιημένο τεκμήριο διαβίωσης.
Την εφοδιαζόμαστε όσο είμαστε
ακόμα μικροί φυσικά, στην κρίσιμη ωστόσο χρονική της ζωής μας καμπή, όπου δεν
μπορούμε ακόμα με βεβαιότητα να ξεκαθαρίσουμε τα βασικά μας χαρακτηριστικά ωστέ
να τα κρατήσουμε ατσαλάκωτα στο διηνεκές
μιας ενηλικίωσης χαρισάμενης - παραμένει ωστόσο ασαφές πότε παραδείγματος χάριν θα πάρουμε το
ακριβές ύψος μας· για να μη μιλήσω για την φευγαλέα αστοχία της ατομικής
φωτογραφίας.
Αυτό σημαίνει μια επιπολαιότητα
στη συναλλαγή εσωτερικού κι εξωτερικού σύμπαντος κόσμου, μια ασυμβατότητα στην
πρώτη κιόλας συνεκτική κοινωνική του δομή, ένα υπό διαμόρφωση διαρκή υλικό -
ίσως παραγόμενο κι από την ύλη όλων εκείνων των ονείρων που αποσιωπούμε - που
μόνο στα πίσω πίσω της ύπαρξης μπορεί να αξιολογηθεί.
Επομένως, μάλλον αυτό το
διπλότυπο ύπαρξης και ανυπαρξίας απομένει μοναδικό αποδεικτικό ατομικής
ετερότητας, όταν πια η ταυτότητα άλλο δε φαίνεται να είναι από το περίγραμμα
μόνο ενός ακόμα σώματος που μένει χαραγμένο στα πατώματα ύστερα από το εκάστοτε
κατά corpuschristiέγκλημα της αθανασίας.
Ας ξεκινήσουμε κάπως έτσι. Ακολουθεί το
ημερολόγιο μιας Μεγάλης Εβδομάδας στα 2012 - δεν καλώ κανέναν να το πιστέψει.
7 Απριλίου 2012, Σάββατο του
Λαζάρου
Λάζαρος: αυτοάνοσος αγαπημένος
φίλος του Χριστού. Η προσπάθεια προηγείται της προσπάθειας. Ένα τετράγωνο στις
δυνάμεις των Αρρυθμών. Τούτο το Σάββατο είναι ένα χωνί μέσα σε ένα άλλο χωνί.
Ποιος χωνεύει όμως περισσότερο ποιόν; Αναζητήσατε απαντήσεις στην Αλχημεία.
Θάνατε, μην επαίρεσαι. Με αυτό
που προστάζεις συμβιβάζομαι. Το «δεύρο έξω» προσμετράω για ανταπόδοση και
ξαναγυρνάω σε ένα σπίτι που δεν έχει πόρτα. Καθένας έχει τον δρόμο του να αναπλάθει
την ιστορία. Άνοιξα λοιπόν κι εγώ το βήμα μου με μεγάλες προσδοκίες, στάθηκα
μπροστά στην ξεχαρβαλωμένη αυλόπορτα «Χαμένος Παράδεισος», την είδα ωραία πύλη και μπήκα· ξεναγήθηκα
στην ίδια ιστορία: Ένθεη μανία για
επιστροφή σε αυτό απ´ το οποίο με λύσσα προσπαθείς να ξεφύγεις. Κι όσο θυμάμαι
την ατάκα «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία·»
αδιαλείπτως προσεύχομαι για το θαυματουργό άπειρο που μου αναλογεί να εισπνέω.
8 Απριλίου 2012, Κυριακή των
Βαΐων
Τις Κυριακές των Βαΐων τα θέατρα
κατεβάζουν την ψευδή πορφύρα τους. Το δράμα συνεχίζεται μέσα στην ενορία. Ο
ευλογημένος ερχόμενος ρίχνει πάνω του τώρα ένα πρόχειρο ένδυμα, ντύνεται την
κατηγορία «δια χριστόν σαλός» κι
απομονώνεται στο κέντρο της σκηνής ως βασιλιάς τρελών ή κακούργων. Τρώμε ψάρι,
γι’ αυτό και τηρούμε τιμής ένεκεν στο πάθος κάθε αποδιοπομπαίου σιγανό
τερέτισμα ισχύος: «λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, φωτοδότα, και σώσον με».
9 Απριλιου 2012, Μεγάλη Δευτέρα
Ο Χριστός στη μαχαίρα. Στην
εικόνα του αιχμάλωτου τρεμοπαίζουν ίδιοι με φλόγες κεριού νικητές και χαμένοι.
Προαιώνιο, άσβεστο εμφύλιο δράμα της εξουσίας. Κάθε μερα που περνά διεξάγεται
κι ένας ακόμη παγκόσμιος πόλεμος. Ανομολόγητα, απροσκύνητα, ακήρυχτα πολεμάμε
ένας για όλους και όλοι κατά ενός, αδελφικά.
10 Απριλίου 2012, Μεγάλη Τρίτη
Ο Χριστός εκρύφτη. Κάθε πίστη
κρύβει λίγη αγάπη σε μια ιστορία που δεν έχει εκπληρωθεί: ...δε θα σε σκοτώσω μπρος στα μάτια σου, υπακούω σε
κανόνες αρχαίας τραγωδίας, σε κανόνες άγνοιας και πάθους υπακούω· ένας ναός με είδωλα ο έρωτας αν σε σταυρώσω εκεί δε
θα' ναι για να σε δω να πεθαίνεις, όχι, θα' ναι για τη στιγμή που σε
αποκαθηλώνω, θα έχεις μάθει τότε τους ίδιους κανόνες, θα θες να αναστηθείς μα
δεν θα μπορείς μπρος στα δικά μου μάτια·
επέλεξες στον έρωτα να είσαι Χριστιανός, εντάξει μα εγώ τα είδωλα λατρεύω και
το τώρα φρόντισε, νεωκόρε, να μη το μετανιώσω, τότε μονάχα μύρο τα πόδια σου θα
αλείφω, βλέπεις, το χρέος μου το ξέρω να τα τελειώνω όλα εδώ και όχι άλλου
οίκου θεού δραπέτης, αλλά θα με συγχωρείς ή θα σταυρώνεσαι σε άλλο σταυρό
δεσμώτης; το δικό μου αμάρτημα άφησες εκκρεμές για τη δευτέρα θανή σου· δεν σήκωσες όλο το βάρος του κόσμου καθώς λες γιατί
εμένα δε με αγάπησες ακόμη.
11
Απριλίου 2012, Μεγάλη Τετάρτη
OΧριστός εχάθη. Το βράδυ
γύρισα μόνος στο σπίτι μου. Ο γάτος περίμενε νυσταγμένος στη γωνία. Χάϊδευα και
θυμήθηκα πάλι τα χρόνια εκείνα στο γουστόζικο σαλονάκι της γιαγιάς όπου κάναμε
συχνά πυκνά το ευχέλαιο μη μας πάρει που λένε η κάτω βόλτα. Γονατίζαμε όλοι
κάτω από το καλυμαύχι του παπά κι ήταν ευλογημένη και κατανυκτική η αμηχανία να
κοιτάζουμε και να καταπίνουμε πνιχτά το γέλιο μας καθένας μέσα στου άλλου τα
μάτια.
12
Απριλίου 2012, Μεγάλη Πέμπτη
Ο
Χριστός ευρέθη. Μια μέρα ο Χριστός βρέθηκε σε ένα δωμάτιο με τουλάχιστον δώδεκα
καθρέπτες κι έπρεπε να απαρνηθεί όλες τις προδοσίες του για να δικαιώσει μια
μοναδική αυταπάτη. Μυστικός ο δείπνος αυτός, αν και γενέθλιος ημέρα της Θείας
Κοινωνίας: εορτάζουμε τον απόηχο από χίλια τόσα κομμάτια ενός που σπάει. Λάβετε
φάγετε, λοιπόν, πίετε εξ αυτών πάντες.
Δεν
ξέρω αν έχουν δίκιο τα ευαγγέλια, πάντως τα παρουσιάζουν όλα στη συντέλεια: ο
κήπος των Ελαιών, η προδοσία, το ψεύτικο φιλί, το κομμένο αυτί, το ποτήρι που
άδειασε ως της ψυχής τον πάτο, ο Πιλάτος, τα πλυμμένα χέρια, τα σταυρωθήτω, το
αίμα πάνω στα παιδιά μας και στων παιδιών μας τα παιδιά, ο κόκκορας, ο
αδιάβατος κρανίου τόπος, οι σταυροί, τα καρφιά, ο ευαίσθητος και ο άπληστος
ληστής, ο κλαμμένος και ο κρεμασμένος μαθητής, το διψώ, το ξίδι και η χολή, η
λόγχη, η εγκατάλειψη, ο σεισμός καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ
ναοῦ που ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω, όλα
στημένα στην εντέλεια της ίδιας μηχανής από την εποχή της Αντιγόνης. Αγαπητοί
αμετανόητοι εν Χριστώ αδελφοί, φοβάμαι ότι ούτε το «Ιησούν ή Βαραβάν» ήτανε
δίλημμα ποτέ. Σε κάθε επανάσταση όταν όλοι την κρίσιμη στιγμή γινόμαστε ένα και
το αυτό πρόσωπο, σημαίνει ώρα ενάτη.
13 Απριλίου 2012, Μεγάλη
Παρασκευή
Ο Χριστός στο καρφί. Μια
μέρα που θαμπώνει τις αισθήσεις. Απορώ με το χρόνο: η επαύριον μπορεί να είναι
και ημέρα αναστάσιμος, μέσα από όγκους
ανθέων στενάζει όμως πάντα μια υποψία αναπαύσεως και νίκης κατά κράτος του
εχθρού· ε, λοιπόν κάτι τέτοιες
ώρες σκέφτομαι τους προδότες και τα φιλιά όσων αγάπησα· ανασαίνω· πάνω
στα μάγουλά μου μετριέται σε αργύρια η χασούρα· καλέστε
την αγχόνη όπως εισέλθει πρώτη εις την βασιλείαν του σταυρού.
Κι ύστερα μπλέχτηκα πάλι
μέσα στην κίνηση και τον κόσμο. Γενεαί άπασαι της συναφείας. Σκέφτομαι ότι
ακόμα και οι λιτανείες είναι μια καλή λούπα για να μετράς την άπωση και την
έλξη, την ανάγκη να απομακρύνεσαι ή να πηγαίνεις μαζί. Μα είναι ωραίο να μένεις
και λίγο μόνος τούτες τις μέρες. Ύστερα
πια δε σκέφτομαι, αρχίζω να απομακρύνομαι μέσα σε έναν υπόκωφο δρόμο που έχει
αδειάσει εντελώς. Πίσω μου, στην κεντρική πλατεία της πόλης, συνεχίζεται ακόμα
η περιφορά του επιταφίου. Ένα αεράκι
τρέμει κι εκείνο βουβό, κάνει ή δεν κάνει κρύο δεν ξερω, έτσι χωρίζονται οι
ενοχές; - συγγνώμη εποχές ήθελα να πω… Ο απόηχος από τις φιλαρμονικές προδίνει
την ζωή εν τάφω. Εγώ κοιτάω ένα δέντρο του Απρίλη, πώς σκάει στον κορμό. Επιβεβαιώστε
το, προς το παρόν απουσιαζει, αν σας ρωτησουν. Αν όχι, κρατήστε την καρδιά του
ζεστή απαλά στα λυσσασμένα δόντια σας. Μέχρι αύριο.
14 Απριλίου 2012, Μεγάλο
Σάββατο
Πρώτη Ανάσταση. Το σώμα
μόνο κοιμόταν γιατί με ξύπνησαν από το φωταγωγό ανεβαίνοντας των παιδιών οι
φωνές. Ο θάνατος συνηθίζεται· είναι μια καθημερινότητα
η αίσθηση της μετάβασης καθώς βγαίνει και μπαίνει από τον ύπνο στον ξύπνιο το
σώμα· ένα παιδικό παιχνίδι, μάλλον κρυφτό: Πώς
ξετυλίγεται και ξεσηκώνεται αντίστροφη από την αφθαρσία η φθορά; Πώς απομένει
ανείπωτο το σκοτάδι μέσα στα ανέσπερα φώτα;
Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶναςτῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Κάρλες:Ωραία, θα σου πω άλλο παραμύθι... Μια μέρα που ο Χριστός ήταν αφηρημένος - ξέρεις ποιός είναι ο Χριστός, ε; -, μια μέρα λοιπόν που ο Χριστός ήταν αφηρημένος, πάει ενα παιδί, παίρνει μια σκάλα, ανεβαίνει στο σταυρό και του βγάζει τα καρφιά απ' τα χέρια. Τότε ο Χριστός πέφτει με τα μούτρα στο έδαφος, έτσι, πλαφ, και το κεφάλι του σκάει σαν καρπούζι. Ο πιτσιρικάς στέκεται και τον κοιτάζει τρομαγμένος. Ο Χριστός βλέπει το τρομαγμένο πρόσωπο του πιτσιρικά, το κοιτάζει, οσο μπορεί τελοσπάντων, γιατί τα μάτια του είναι γεμάτα αίματα και δεν μπορεί να δει καλά, έχει σπάσει τη μύτη του και τέσσερα δόντια, αυτή τη φορά ούτε η μάνα του δεν τον αναγνωρίζει. "Γιατί το έκανες αυτό;" ρωτάει ο Χριστός με μια ψιλή φωνούλα. Κι ο μικρός απαντάει: "Λυπόμουνα πολύ, Κύριε, λυπόμουν πολύ που σας έβλεπα μ' αυτά τα καρφιά". Και τότε ο Χριστός τον κοιτάει και του λέει: "Να μην βοηθάς κανέναν αν δεν στο ζητήσει, τέκνον μου."
Από το θεατρικό έργο του Carles Battle, Oblidar Barcelona,
μετάφραση Ομάδα Els de Paros.
Wednesday, April 11, 2012
Και για να έχεις να κοιτάς παραπέρα
θα υπάρχει στη θάλασσα μια σπιθαμή που δε βούτηξες
το σύννεφο και το αστέρι που δεν τόλμησες να πιάσεις