Sunday, August 22, 2010

Αγκάθια




Η πίστη είναι κάτι (συ)σχετικό. Πρέπει να πιστεύει κανείς μόνο σε κάτι που δεν υπάρχει. Η πίστη δεν έχει νόημα όταν υπάρχει αυτό που πιστεύεις. Είναι τουλάχιστον ανίσχυρη, τότε η πίστη καταλήγει μια ευκολία.

Όταν πονάς, δεν αισθάνομαι ότι πονάς, δεν μπορώ να νιώσω ή να καταλάβω τον πόνο. Σε πιστεύω γιατί αυτό με κάνει να συμπάσχω με τον πόνο κι έτσι μπορώ να τον καταλαβαίνω.

Για την ακρίβεια δεν ξέρω να μιλώ. Υπάρχουν μέσα μου τόσες φωνές, είναι όλες δικές μου. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αν μου ζητούσες όμως μια να διαλέξω τις υπόλοιπες να κερδίσει, θα σάστιζα, θα φοβόμουν να έλεγα " με κατέχεις" ή "σ' αγαπώ".

Μέσα σε αυτό τον κυκεώνα από τις φωνές των ηδονών που θέλω να καλύψεις επιθυμώ να ακούσω τη δική σου φωνή, το δικό σου σώμα να αγγίξω, όχι για να πούμε κάτι κατανοητό. Μονάχα στην ελευθερία τους για να αφήσουμε όλες τις άναρθρες συλλαβές του κοινού μας πόνου.

Saturday, August 14, 2010

Ρεπορτάζ



Έρχεται ώρα που φεύγουν όλοι κι απ' τ' ανοιχτά παράθυρα βασιλεύει μέσα στο σπίτι ένας απόκοσμος, ένας ακυβέρνητος ήχος, ήχος πεντάκλειστων παραθύρων απέναντι όσο οι γρίλιες οι δικές μου ασθμαίνουν και τρίζουν ανεβαίνοντας. Η σιωπή αποκτά ένα ιδιαίτερο, σχεδόν καμμένο χρώμα στα μάτια, έναν ήχο δικό της παρ' όλ' αυτά στα αυτιά κι όλο ένα πιό βαθύ, πιό καλοκαιρινό νόημα στο σώμα και το κεφάλι, δυναμώνει ο ήλιος, μαυρίζει αυτή, πυκνώνει, αρχίζει να νυχτώνει νωρίτερα εξάλλου κι εγώ τερετίζω με όλη ετούτη την αδέξια και σαστισμένη ευφράδεια που πάλι νιώθω τώρα κι αυτή κοιμισμένη κι ανεπαρκής να μ' έχει εγκαταλείψει.

Έτσι, σε αυτή την κατάσταση, μαρμαρωμένος, αδυνατώντας εννοώ να μιλήσω το τραγούδι αυτό της σιωπής που σου δίνει την ευκαιρία η πόλη πεντακάθαρα τέτοιες μέρες να ακούσεις, τα λεγόμενα σιωπηλά και αποσιωπημένα, σου μιλάω για ό,τι θαμπό γύρω, έξω κι εδώ μέσα ακούω.

Βουτηγμένος σε ιδρώτα όσο οι απομακρυσμένοι γείτονες βουτηγμένοι φαντάζομαι θα ' ναι σε κάποια υπέροχη θάλασσα, σε χωριά, σε νησιά και σε σύνορα που δεν παίρνει άλλα τούτος ο τόπος, παρατηρώ σταγόνα σταγόνα τον τρόπο που έχει ο Αυγουστος να εκπίπτει, να λιώνει χάνοντας κάθε αστικό πρόσχημα απομένοντας ελέω χρόνου και συνθηκών μια φολκλορ, μια αναφορά ρουστικ σε καμμένη πέτρα.

Σηκώνομαι μέσα σ' ένα μεταναστευτικό ρεύμα, μια παρόρμηση απέμεινα, παράγει παραισθήσεις μάλλον το διαμπερές διαμέρισμα και σα μόνη διέξοδος ανοίγεται μπροστά κοινόχρηστος ο ιδιωτικός μου δρόμος, ακούω έναν αλλόκοτο ήχο από διερχόμενο όχημα, γυρίζω να δω, οδηγεί μια γυναίκα. Αυγουστιάτικη κι εκείνη, σιωπηλή. Σα να της ανήκει ο μήνας - για να μην πω ο χρόνος - κοιτάζει τάχα με ενδιαφέρον, ύστερα προσπερνάει. Σα κοιμισμένο το βλέμμα της, αγαλμάτινο. Νομίζω πρέπει να ήταν μια ανομολόγητη προστάτιδα, ίσως μια καρυάτιδα που για πάρτη μου περισσεύει.

Είπα πολλά, πρέπει να παραδώσω τα λόγια στη Σιωπή για την οποία μιλάω τόση ώρα. Έτσι κι αλλιώς μνήμη των αγαλμάτων είναι η σιωπή, έτσι δεν είναι;

Wednesday, August 04, 2010

Επιφάνεια


Κάνει τόση ζέστη.
Και η ημέρα ακόμα δείχνει αραχνοΰφαντη.
Το υφάδι αυτό της ημέρας
παρά τις πυρακτωμένες αντιξοότητες κατά βάθος νομίζω μου αρέσει,
έχει ενδιαφέρον να κυκλοφορώ έτσι σε αυτή την άδεια κι ανεξίτηλη πόλη.
Είναι σαν ένα ανεπαίσθητο ένδυμα να επιμένει να ντύσει ένα σώμα
που θέλει να σταθεί γυμνό και παραδομένο.
Άκου πρωτοβουλίες το ένδυμα λέω
και σκέφτομαι αυτό που λέω. Το ξανασκέφτομαι κι αναρωτιέμαι τι λέω;
Κι όπως τώρα με τινάζει το σαν
που χρησιμοποίησα αστόχαστα στην προηγούμενη πρόταση
όπως το πυρακτωμένο σώμα το ανεπαίσθητο ένδυμα από πάνω του θέλει να τινάξει
έχω τη βεβαιότητα σχεδόν πάνω μου πιά κι εγώ
μέσα στις έκτακτες ετούτες συνθήκες
ότι έτσι κάπως παράγεται
πιό φυσικά ο ηλεκτρισμός
σε όλες τις επιφάνειες -
ίσως μάλιστα γι' αυτό και περαστικοί δίπλα μου πιά να έχουν απομείνει λίγοι.
Τίποτα για την ακρίβεια δεν ανταποκρίνεται στη συνηθισμένη συνθήκη,
η ζωή που έζησα, η ζωή που συνήθισα, η ζωή που θέλω να ζήσω
o δρόμος ο ίδιος που περνάω για να προσπερνώ
μέχρι να πω είναι αλλιώς, από δω δεν έχω ξαναπεράσει.
Έτσι και τώρα, καθώς ο χρόνος γίνεται απίστευτα άχρονος
ενώ επιμένω να κυκλοφορώ στα ίδια ακριβώς πάνω - κάτω στενά,
χάνω την γνώριμη ιδιότητα απ' τις ίδιες μου τις αισθήσεις,
θέλω να πώ άχρονος γίνομαι σε βαθμό που κι εγώ ο ίδιος αδυνατώ να πιστέψω
τι θα ξεπεταχτεί στην επόμενη γωνία.
Τότε, δηλαδή τώρα
- περιφερόμενο
στιγμιαία
περιεχόμενο
όσο να πεις κάτι είδες -
μέσα σε αυτή τη σχεδόν παραφορά
ενώ τρέμω να βρω ένα ξεχωριστό σαν, να το πω κι ευχάριστo
και η ευκρίνεια ακόμα μέσα σε αυτό το γνώριμο τοπίο
χάνεται ανεπαίσθητα
κάπου στρέφοντας παράφορα αδειασμένο το βλέμμα
έτσι όπως στάζει δακρυσμένο το μέτωπο πιά κι όχι τα μάτια
πάνω στο καθημερινό περπάτημα
σε ένα από συνήθεια παραδομένο διασκελισμό
όσο ένα αργό βλεφάρισμα
σε μια χιλιοειδωμένη γωνία
μέσα σε ετούτη την εκτυφλωτική διαύγεια
καταφέρνω να δω
φευγαλέα από τη δική τους
αδύναμα από τη δική μου πλευρά
τον Ορέστη ή τον Ηρακλή,
το στιγμιότυπο που ντύνεται τη διαφάνεια με όλο το σκοτωμένο αίμα του Νέσσου.
Λίγο πριν τη λέξη μαινόμενος γιατί
λίγο πριν τον ήρωα γεννιέται φαντάζομαι η λέξη άνθρωπος
Όχι κάποιος που μοιάζει,
όχι ένα σύγχρονο ανάλογο για να μπορεί να γίνει η μυθολογική αναγωγή
που θα ξεγελάσει.
Τους ίδιους, τον Ηρακλή και τον Ορέστη
λίγο πριν γίνουν λιωμένα σάρκα και οστά
αδιευκρίνιστα βλέπω.

{Φτιάχνουμε ζωές με ήρωες την παραφορά και τα λάθη μας;}

Monday, July 26, 2010

Επιστροφή (το μαστιχόδεντρο)


Αν γυρίσεις κάποια μέρα πίσω, μη φοβηθείς, θα έχω ξεχάσει αιώνες και απόπειρες θανάτων. Τελικά όλα αυτά δε συνέβησαν. Είμαι χαρούμενος, αφού μπορώ να το λέω κι αυτό... εδώ μέσα...

Mπορώ γιατί δε μπόρεσαν να κυριαρχήσουν τύψεις, τελικά τουλάχιστον, εντός μας, ίσως κατά βάθος μάλιστα γελάω με τον τρόπο που το διατύπωσα κι αυτό ακόμα, μικρά κεντήματα θα είναι τώρα το γέλιο, όμως δεν επιτρέπω αυτή τη φορά θέση καμιά στην παραμικρή ειρωνεία.

Σε υποδέχομαι όσο υπάρχει αυτό το δέντρο εδώ μπροστά μου αυταπόδεικτο και κεντρισμένο. Τα δάκρυά του είναι τα δάκρυα της χαράς, της λύπης και της ελευθερίας μας. Ένα κράμα.

Έτσι έπρεπε, μόνο έτσι έπρεπε κι αυτό χωρίς να μπορεί να εννοηθεί στον κήπο πιά ως έξωθεν επιβεβλημένο από έναν τρίτο, μικρό ή μεγάλο θεό ή και άνθρωπο πες ή κι ό,τιδήποτε άλλο πράγμα, το πιό τυχαίο - το παραπάνω πλευρό που πιστεύουμε ότι μας ανήκει, το φίδι που μας παραπλάνησε, το μήλο που δαγκώσαμε, όλες αυτές οι μικρές ανόητες προφάσεις που αφηρωίζουν την αγνή αμαρτία κατοχυρώνοντας εντολή το αντίθετο από εκείνο που τελικά διαπράξαμε. Όχι, ερωτευτήκαμε. Και τελείωσε. Κι αυτό έχει από μόνο του μια παντοδύναμη αξία. Υπεράνθρωπη είναι μόνο η αδυναμία και κανένας παράδεισος δεν πάει χαμένος.

Τελειώνουν ιστορίες και επανέρχονται. Κάθε φορά και εν παντί καιρώ ρωτώ: είναι πρώτης τάξεως έγκλημα να μπορούμε να ξαναζήσουμε σε κήπους πέρα από τη φθορά, σκιά και καταφύγιο δακρύζοντας να βρούμε σε ανάσες που ανταλλάσσουν αμάραντα λουλούδια λίγα λίγα μονά μονά κομμένα στην ίδια πληγωμένη ρίζα που σε έφερε, σε έφερνε, σε φέρνει πάλι πίσω;

Sunday, July 18, 2010

Μικρές δράσεις ΙΙΙ - Πόζες



Κυριακές,
το βλέμμα ξεκινάει χαμηλά,
καθόμαστε, στα χέρια
ευσεβής η παλιά φωτογραφία
ύστερα σηκώνουμε κεφάλι και μάτια
αχνογελώντας στην επόμενη αναίδεια
διεκδικώντας αβέβαια ή
έστω διαφορετικά μες στο φακό
τα καλύτερά μας

Friday, July 16, 2010

H Παναγία των αστεριών


To δωμάτιο είναι οικοδομή
τα παράθυρα ανοιχτά
τα αστέρια μπαίνουν μέσα
η νύχτα είναι ατελείωτη

Wednesday, July 14, 2010

Η επαλήθευση




H ομορφιά είναι μόνο ζωή, είναι όλο ζωή, είναι ο μόνος τρόπος που έχει η ζωή να σε αιφνιδιάζει. Δεν υπάρχει δίλημμα ή όπως λέγεται το ποιός προηγείται, ποιός ακολουθεί, ποιός έπεται ή προσπερνά. Δεν υπάρχει καν σχίσμα στο δόγμα η ζωή ή η τέχνη. Υπάρχει μόνο ο τρόπος που η ζωή καταφέρνει αναίσθητος να στέκεσαι μπροστά της αν είσαι τυχερός ή μέσα της αν είσαι ακόμα πιό τυχερός βαθύτερα να διαχειρίζεσαι τις αισθήσεις σα να βρήκες κάτι τόσο γνώριμο σαν από πάντα παλιό και κάτι τόσο πρωτοφανέρωτο σα για πάντα φευγάτο. Κι ίσως γι αυτό έχεις ανάγκη να χωρίζεις το χρόνο σε μήνες, χρόνους, γενιές, εποχές, να λες τρέμοντας την ώρα που συμβαίνει κι αυθόρμητα την απλούστατη μα αλύτρωτη, τη σπάνια λέξη ωραίο. Κάθε εποχή είναι η ωραιότητα κάθε παρθενικής τέτοιας φοράς. Η επαλήθευση, ξαναζώντας, χάσκοντας, με όλες ετούτες τις υποδιαιρέσεις θέλοντας, ανίδεα αλλά κι ιδεατά, να κάνεις δικό σου όλο τον απροσμέτρητο κι όμως τόσο λίγο σου χρόνο. Κι αφού να κερδίζεις ατέλειωτα όπως ξέρεις δε μπορείς, για μια έστω, για μια τότε έστω στιγμή μες την απέραντη ζωή να κερδίσεις ένα ψιχίον από τούτη την ομορφιά και την τέχνη.

Monday, July 12, 2010

Σε δεύτερο πρόσωπο



Έχω μπερδέψει τόσο πολύ τα πρόσωπα που κάποτε σου ζητάω άναρθρο λόγο, λόγο χωρίς να είσαι εδώ, κι όπως μιλάω φλύαρα συλλαβές σα να έρχεσαι - ξέρω ότι πλάθω κατάλληλα την ψευδαίσθηση που θα με καθησυχάσει, δεν είναι όμως δίκαιο την ανάγκη αυτή να την λένε μονόλογο στο κενό, θέατρο ή στη χειρότερη κραυγή απόγνωσης εν υποκρισία. Ξέρω ότι στα κοινά μας όνειρα θέλεις να μπεις βαθιά μέχρι τη λαμπερή σου σάρκα κι αυτό που σε τρομάζει να αγγιχτείς ξέρω ότι ολόκληρο είναι δικιά μας ζωή, ένας ανείπωτος διάλογος ανάμεσα σ' εσένα, τη σιωπή και εμένα.

Friday, July 09, 2010

Μικρές δράσεις ΙΙ - ραντεβού στα τυφλά



Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που διαχειρίζονται τον ήλιο τους τα καλοκαίρια.
Λίγο να ξεγελαστείς απ' το φως σου μένει το μαύρο στα μάτια.

Thursday, July 08, 2010

Μικρές λέξεις ΙΙΙ - Παράταση


Αμετάθετο σήμερα
όσο γίνεσαι μέλλον
μετανιώνω

Wednesday, July 07, 2010

Μικρές λέξεις ΙΙ - όνειρα γλυκά



H νύχτα είναι φιλελεύθερη σα να' χουμε δημοκρατία.
Δε χρησιμοποιεί προστακτική. Κάποιος όμως λέει "κοιμήσου".
Εσύ λοιπόν που ξέρεις αυτόν, τον κύριο άγνωστο,
λουφάζεις στους πρώτους κιόλας συριγμούς του.
Κι αφού είσαι το καλό παιδί εύχομαι στα μέτριά σου όνειρα να είναι και γλυκά.
Τα δικά μου είναι τουλάχιστον ανυπάκουα να υποθέσω

Thursday, July 01, 2010

Forgotten Horizon


Και να, για παράδειγμα, τούτος ο πίνακας: Forgotten Horizon του Salvador Dali, 1936. Σκέφτομαι τις λέξεις στα ελληνικά. Ξεχασμένος. Ορίζοντας. Από το 1936. Ακόμα τότε δε ζούσα. Στο βάθος φευγαλέα περνάει η σκέψη της αδιέξοδης φιλίας του Λόρκα με το Νταλί που είχα διαβάσει παλιότερα σε μια βιογραφία. Ερωτευμένος Λόρκα. Σνομπαρία γκόμενος Νταλί. Έτσι λέω είναι οι άνθρωποι, και κακοί και καλλιτέχνες.


Αγνοείται

Έφυγε όπως συνηθίζουν να ζουν οι άνθρωποι

άνοιξε την πόρτα του σκηνικού και έφυγε

στο δωμάτιο σκοτείνιαζε καθώς άναβαν γύρω ηλεκτρισμένα τα φώτα

κι έμοιαζε ψεύτικο το απόγευμα που χωρίζει άκαρδα την ημέρα από τη νύχτα

στον ορίζοντα χαμήλωνε φθινοπωρινός ο ήλιος

προχωρά άκαρδα εκείνος μέσα στην πόλη σκυφτός

κι εγώ στο δωμάτιο σκεπασμένος λαίμαργα τα σεντόνια

Χωρίς να αρνιέμαι ότι μπορεί και να γίνομαι κακός, χωρίς να θέλω να νιώσω δειλός και συνεσταλμένος, καλλιτέχνης, θυμάμαι ότι κάποτε έγραψα αυτό. Και δίσταζα έως τώρα να το δημοσιεύσω. Αλλά αν κρίνω από τις εντυπώσεις μου μάλλον βραδιάζει. "Αφού αγνοείται και δε το δημοσιεύεις, φαντάζομαι δε θα βρεθεί ποτέ" λέει σε μια στιγμή παρόρμησης ο δειλός καλλιτέχνης. "Και να το δημοσιεύσεις δε θα βρεθεί ποτέ" λέει ο ριγμένος κακός. Εγώ απλώς σκέφτομαι συνειρμικά ποιά μυστική συγγένεια ενώνει τη λέξη άκαρδα και το νεολογισμό άκαδρα. Αλλά έτσι όπως χώνω αδέξιες πινελιές μέσα στις λέξεις, θαρρώ βγήκα εκτός ειρμού με τους αυτάρεσκους αναγραμματισμούς μου.

Κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω λοιπόν τον ακανόνιστο ουρανό στα μπερδεμένα του χρώματα. Θυμάμαι εσένα. Δεν αναλύω, τα δέχομαι, όλα, σαν ένα πίνακα που τον έχω βιώσει κι έτσι δε χρειάζεται περισσότερο να μιλώ. Σε μια συζήτηση που είχα χτες σε μια φιλολογική συντροφιά θυμήθηκα πάλι ότι η Άλκηστη στο τέλος της τραγωδίας του Ευριπίδη κάτω από τα πέπλα του θανάτου αποκαλύπτεται σιωπηλή. Δε βγάζει άχνα όσο ο μικρόψυχος Άδμητος κερδίζει και χαίρεται τα πάντα, μέσα στην άγνοια, κερδίζει χάνοντας, μη χάνοντας τίποτα. Τι σόι τραγωδία είναι αυτή;

Η συνείδηση στην τέχνη και στη ζωή είναι ίσως η περιπέτεια μιας ανάμνησης. Που δεν το περιμένεις αλλά σε βρίσκει σε μια στιγμή ακαθόριστη εκθέτοντάς σε αντιμέτωπο τόσο ξαφνικά με κάτι εκτυφλωτικά οικείο. Γραμμές πάνω σε ένα πίνακα, σύννεφα σε έναν ουρανό, διακυμάνσεις του μπλε σε παλ χρώματα, το πρόσωπο ενός αγαπημένου. Όσο αντέξει. Ό,τι και όποιος μόλις σου ξέφυγε.

Είναι απόγευμα πια, η μέρα τελειώνει. Κι αυτή η μέρα τέλειωσε σχεδόν, έχεις αναλογιστεί τι σημαίνει ηλιοβασίλεμα πέρα από αυτή τη γλύκα που έχεις στα μάτια; Είχες σκεφτεί ποτέ ότι πέθαινα όταν μου είπες κοίτα τα χρώματα και εγώ σε πίστεψα, γύρισα και σου είπα τούτα τα σύννεφα είναι δικά σου; Εκεί φαινόντουσαν πιό έντονα τα χρώματα, τι να κάνω.

Δειλιάζω να μιλάω περισσότερο, ήδη έχω υπερβεί και την ώρα, βασίλεψε. Όσο κι αν απομένει προσωπική υπόθεση η αποτίμηση της τέχνης, της ζωής και της στιγμής σκέφτομαι ότι κανένας στην καλύτερη δε θα συμφωνήσει μαζί μου, στη χειρότερη δε θα καταλάβει παντελώς. Αλλά ποιός θα με άφηνε ύστερα από όλα αυτά να παίξω το φύλακα στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου; Θα τελείωσει άραγε ποτέ ετούτη η φρυκτωρία; Περιμένοντας το Γκοντό. Θέλω να πω φταίω κι εγώ που τα λέω έτσι μπερδεμένα όλα και ακαταλαβίστικα. Ελλειπτικά. Μάλλον ακόμα δεν έχουν ξεκαθαρίσει καλά τα συναισθήματα μπροστά σε τούτο τον πίνακα. Είναι ηλιοβασίλεμα σε έναν χαμένο ορίζοντα; Δεν είναι δικός μου τούτος ο πίνακας. Κάηκαν οι ασφάλειές μου. Δε μου αξίζει κανένας υπερβάλλοντας ζήλος. Μόνο του παρατηρητή. Ελπίζω σε αυτόν τον ρόλο να είμαι καλύτερος απ' όσο θέλω να δείχνω.

Πρέπει να σταματήσω τόσο να απογοητεύω και να απογοητεύομαι, δεν είναι πειστικό στο κάτω κάτω, είναι ρομαντικό, είναι υπερδραματικό, είναι υπερευαίσθητο, φαντάζει σαν κάτι να θέλεις να δείχνεις κι αυτό μοιραία μάλλον σημαίνει για τους περισσότερους ότι δεν είσαι έτσι. Άλλαξε μου τα φώτα. 'Οποιος φωνάζει τη γνώμη του δεν έχει δίκιο. Δεν είναι μοντέρνα πράγματα οι κραυγές. Έχει τέχνη ο τρόπος μου αλλά δεν είναι ζωή μάλλον. Καταντάει παρωδία. Σα να λιώνουν τα ρολόγια για να πω και κάτι πιό επικοινωνιακό. Έχω τόση πλάκα σα να 'χω μπερδέψει στη ζωγραφιά όλα τα παλ χρώματα. Σα να είναι καλοκαίρι και να μη το δέχομαι. Κανένας δε μπορεί να δει το μαύρο λοιπόν όταν έτσι χαμογελώ - κοίτα μπροστά στον πίνακα τις αστείες τούτες χορεύτριες, λες και παίζουν Αριστοφάνη, τι επιμένω λοιπόν, κανένας δε μπορεί να πιστέψει ότι ζούμε σε εποχές που τα πιό χοντρά συναισθήματα έχουν τις πιό λεπτές αποχρώσεις.

Όμως ίσως ακόμα τώρα μιλώ κατά βάθος σα να μη θέλω να μοιραστώ κάτι επειδή απογοητεύτηκα, ίσως επειδή μια στιγμή έλιωσα άκαδρα τον ορίζοντά μου. Ανάμεσα στον παρατηρητή ενός έργου τέχνης και το έργο τέχνης η διαδικασία της παρατήρησης είναι η σιωπή. Με τον ίδιο τρόπο που άφωνο και μαλάκα σε αφήνει η ίδια η ζωή. Με το έργο τέχνης ανθρώπους. Σιωπή λοιπόν. Πατά τη γλώσσα μου μεγάλο βόδι.

Monday, June 28, 2010

Βουστροφιδόν



Ένα πρώτο στάδιο κοινωνικότητας, άγριο, περιορίζει το αριθμητικό ένας.
Ένα δεύτερο στάδιο κοινωνικότητας, πιό άγριο αυτό, θέλει ανίκητη μάχη
το ένας προς έναν.
Το ένας προς όλους
- ας μην καταχρώμεθα την έννοια της κοινωνικότητας πιά-
είναι το τελευταίο στάδιο της μέγιστης αγριότητας.
Καλή διασκέδαση στην αρένα.

Thursday, June 24, 2010

Καλειδοσκόπιο




Κάποια στιγμή όλα τα γυάλινα κουμπιά μου πρέπει να τα ασφαλίσω. Πέραν όλων των άλλων - προσοχή, εύθραυστον και τα τοιαύτα- πρέπει να απαλλάξω τα μικρά τούτα γυάλινα κομμάτια από τη φωτοευαισθησία ακόμα ακόμα ενός παιδιού σπασμένου. Δεν επιτρέπεται, άσε που δεν αρέσει κιόλας να επαναλαμβάνεσαι, κυρίως αν είναι να ξαναγίνεσαι παιδί. Στην περίπτωσή μου, όποτε συμβαίνει αυτό, οι άλλοι λένε πως ακριβώς αυτό κυνηγώ, εγώ κυρίως τότε όμως λέω, Χριστέ μου, δε γίνεται επιτέλους να μην την ξαναπατήσω; Και βάζω κι ένα θαυμαστικό δυο μέτρα καθώς κρατιέμαι με τα δυο πόδια στο πεντάλ να μη σπάσουν τα φρένα στο καινούργιο Stop! που ξεφύτρωσε πάλι στο δρόμο. Τώρα με πόση πίεση γίνεται κομμάτι να μη σπας, αυτό είναι υποθέτω ένα άλλο ολόκληρο θέμα.

Γιατί δεν είναι δυνατόν πιά να συνεχίζεται αυτό, που μου αρκεί λέω μια αβέβαιη δέσμη φώτα πορείας και ένα ελάχιστο χρώμα για να διακηρύττω σθεντόρεια την εξάρτηση από το περιττό για να υπερασπίζομαι με λύσσα το παραμικρό γυαλάκι σα να ναι να σωθεί μονάχα μέσα από τη διάθλαση του φωτός παραπέρα ο δρόμος κι η ψυχή μου. Κι έτσι να παίρνω το οποιοδήποτε, λιγάκι ανεπαίσθητα πράσινο για μπρος. Πάει, έπαιξα, κόπηκα μόνος μου ο χαζός, δεν έχει άλλο σφάξε μ' αγά μου ν' αγιάσω. Δεν μπορώ να αναμετρηθώ καν με τον δεκάχρονο εαυτό μου μέσα στις λαμαρίνες. Όσο κι αν επιβαίνουμε στο ίδιο αυτοκίνητο ίδια ακριβώς χρόνια εμείς οι δυο.

Έβαλα το χέρι στην πρίζα παρά τις ενήλικες προειδοποιήσεις για το αντίθετο. Αλλά δεν είναι εδώ πιά οι Κυριακές στη μικρή εκκλησία που λαμπύριζαν και χάζευα κάτι πρόχειρα, ορθόδοξα βιτρό - περίεργα που συνοδεύει το επίθετο πρόχειρα τη λέξη ορθοδοξία, ε; περίεργο ακόμα περισσότερο κι έτσι που το διατύπωσα κι εγώ σα γενική αλήθεια τούτο εδώ, ε; (ε... ποιά είναι η απάντηση σε ένα σκέτο φωνήεν, αναρωτήθηκες ποτέ; ε;)-. Το μάρμαρο ήταν, είναι και θα είναι κρύο στα σκαλιά τώρα που τα θυμήθηκα. Και το αίμα μονάχα κομμένο το βλέπεις κόκκινο, καυτό. Στο κάτω, κάτω δε φταίει κανείς εδώ που τα λέμε. Μόνο μη γίνεσαι πάλι ο εξωτερικός ανταποκριτής από τη μετωπική σου, μη λες παιδί απρόσεχτο πάλι, σε παρακαλώ, κι ότι δε βράζει το αίμα μη λες, γιατί φαντάζει ορθόδοξη ώρες, ώρες κι η απιστία σε έναν που νιώθει μονίμως παραβάτης. Ενηλικιώθηκα. Ιδού η ταχύτητά μου.

Μην μπαίνεις λοιπόν εδώ μέσα κι εσύ, μην καταπατάς. Μην πιέζεις άλλο γιατί θα με ξεσκίσεις. Τα σπάσαμε με δυό λόγια, μεγάλε. Θέλω να πω δεν υπάρχει αναμέτρηση με κανέναν εκτός στο παιχνίδι. Εγώ ενηλικιώνομαι, εσύ ενηλικιώνεσαι, αυτός ενηλικιώνεται. Δεν ενηλικιώνεται κανείς θέλω να πω για λογαριασμό κανενός άλλου. Φταίω εγώ λοιπόν κι όχι εγώ φταίω γι' αυτην την αυτοδιάθεση προς το γυάλινο κι όπως μπαίνει έτσι μπροστά φάτσα φόρα το ρήμα, ξεσπάω σε ένα ένα τα φοβισμένα γυάλινα κομμάτια του εγώ του. Κι όπως τώρα το ομολογώ ακόμα μετανιώνω που μάλλον ακυρώνω αυτή την παραμικρή αίτηση για ασφάλεια δια πυρός και σιδήρου. Άσε που καπηλεύομαι κι αυτη την τρυφερή ηλικία που ναι, έχεις δίκιο, δε γίνεται να μου ανήκει μεθύστερα. Ο χρόνος και ο πόνος εκ των υστέρων δε χαρίζεται ποτέ - όλα τα υπόλοιπα μπορούν ελέυθερα να χάσουν την παιδικότητά τους.

Το καλειδοσκόπιο είναι ένα αφελές παιχνίδι με τα πρίσματα, το ξέρω. Πυροδοτεί αλλά δεν προβλέπει την καταστροφή του. Ασφάλισε τουλάχιστον μόνο το παράξενο γυαλί. Τουλάχιστον αν γίνεται να σωθεί ό,τι γίνεται να σωθεί. Στα κομμάτια.

Friday, June 18, 2010

Μικρές δράσεις Ι - ασφάλεια


Πέταξα, δε φοβήθηκα δηλαδή τις αναταράξεις.
Σήμερα, έστω σήμερα τουλάχιστον.
Do not walk outside this area δεν έγραφε μαζεμένο στα πλευρά
το έγραψε απλωμένο σε φύλλα
όχι στον κόρμο θέλω να πω, αλλά στην προέκταση μιας προσπάθειας
που μοιάζει κάποτε - τις περισσότερες ίσως φορές- δυσθεόρατη ας πούμε
σαν μέχρι τον ουρανό ένα δέντρο, - "πιο πέρα ωστόσο τι γίνεται;" -
πιό ευθεία δεν έγινε ποτέ έως τώρα η ερώτηση στο πάγιο ετούτο ερώτημα
γι' αυτό τη μεταφέρω ως έχει, αποκλίνουσα
όσο όμως επιτέλους δική μου κι ετούτη τη γλώσσα καταλάβαινα
είχε ενδιαφέρον έτσι όπως κρατήθηκαν για την παράλογη χάρη μου
αντίβαρο απ' τη γη
χιλιάδες άσπρα πολύχρωμα μπαλόνια

Thursday, June 03, 2010

Το ραβδάκι


Σκαρφίζομαι πότε πότε κάτι υποθέσεις που μόνο ένας μάγος θα μπορούσε να κάνει πραγματικότητα. Αλλά μου αρέσει αυτό το ραβδάκι. Ποτέ δε θα γίνει δικό μου, ποτέ δε θα υπάρξει η παραμικρή περίπτωση να επαληθευτεί το ελάχιστο άμπρακατάμπρα που τινάζω -έτσι όπως το γραψα, το ρήμα μου θυμίζει θερμόμετρο-, ποτέ δε θα γίνει ραβδί για μάγια στ' αλήθεια, πραγματικό. Παίρνω μια οδοντογλυφίδα από το τραπέζι, της λέω θα σε μαγέψω, την χτυπάω με δύναμη στο τραπέζι, να γίνει το ραβδί. Λέω αν αυτή γίνει ραβδί θα αρχίσουν να αποδίδουν στην πραγματικότητα τα μαγικά μου. Στο τραπέζι κάθονται κι άλλοι και κατηγορούν τη διαδικασία ως ψυχαναγκασμό. Λένε τι κάνεις, όσο λένε τα δικά τους νέα και γελάνε, κάτι ακαταλαβίστικα κατορθώματα, κάτι επιτεύγματα που μετά από λίγη ώρα πιά δεν ακούω, σχεδόν ξεχνάνε ότι είμαι εδώ, κι εγώ το ίδιο κάνω, σχεδόν και τα δκά μου κατορθώματα κι εγώ τα ξεχνώ, γινόμαστε πρόσωπα που πίνουν κρασιά και μόνο μέσα στα γέλια πότε πότε χαρίζω κι εγώ ένα παραδίπλα τι κάνεις, χαχαχα, μα τι κάνεις, χαχαχαχα, και βάζουμε τέλος στις εκφράσεις με ένα μικρό θαυμαστικό, μια κοφτή ανάσα και πάλι απ' την αρχή, παραμορφώνεται για λίγο περιφρονητικά το γνώριμο πρόσωπο μα κοιταζόμαστε αυστηρά κι ύστερα πάλι χαχαχαχα και λέμε κι άλλο τα νέα κι όλο θέμε νέα όλο να λέμε. Μα κάπου στο βάθος συνεχίζω να δίνω τροφή στο παλιό, ξύνω τα δόντια με την οδοντογλυφίδα, ίσα να ξεγελάσω πως κάνω κάτι επιτέλους χρηστικό μέσα σε τούτα τα γέλια, όμως απρόσεχτος στο τέλος ματώνω. Κι ύστερα πάλι επανέρχομαι αυτιστικά στα γέλια και τα μαγικά μου.

Saturday, May 29, 2010

Άσπρο




Άσπρο και δεν μπορώ απόψε να κοιμηθώ
πρέπει πάλι να βρω την επαναληπτική πράξη
να μην προσπεράσει η νύχτα
να βρω τη μηχανική
το αντικείμενο εκείνο της πραγματικότητας που θα με κάνει να ξεχάσω
πρέπει να βρω, τη μηχανή
για να επαληθεύσω σε έργα την ακατάβλητη τούτη σιγή μέσα στο σπίτι
τη νύχτα
το σκοτάδι
τα δωμάτια
όλα
ένα - ένα
μία - μία
τις λέξεις
καθώς απομονώνω σπλάχνα τα εξαρτήματα
και ξεζουμίζω ηλεκτρισμένα τα κίτρινα φώτα
ξεκλέβοντας μόλις εντυπώσεις γυμνά καλώδια
στην ίδια καθημερινή απέλπιδα προσπάθεια που καταβάλλει το σώμα
ανήμπορο ύστερα από κάμποση τιναγμένη ασφάλεια
βράδυ πρωί
σ'ατέλειωτα δωμάτια
να ξαναρχίσει πάλι επιτέλους εδώ ζωή
μέσα να φεγγίζει
να μη χτυπάνε άλλο επαναληπτικά πινακίδες νέον στους τοίχους
κι οι δρόμοι έξω να χάνονται αδιέξοδα
όσο κοιτάω μέσα από την κουρτίνα
προσμένοντας να φανεί αντιφέγγισμα
από την άλλη, on / off η πλευρά
φως του φωτός στο πρώτο πρωινό
ελέυθερο και λυτρωμένο παράθυρο
μα όπως μπερδεύω έτσι τη φαντασία και την πραγματικότητα
βρίσκω το μόνο δρόμο στον οποίο δε θα πάψω νομίζω ποτέ των ποτών μου να καταφεύγω
("κι εσείς, δεσποινίς Κάθρην, τι κάνατε εσείς τότε;")
κι ίσως αυτό πιό πολύ να συμβαίνει γιατί δεν καταλαβαίνω διαφορετικά
πώς γίνεται και σκάει ίσα - ίσα στο δωμάτιο ετούτο το ανέσπερο ξαφνικά
μη το μπερδεύεις, δε θέλω να πω πλανήτης ήλιος
άλλος πλάνητας θέλω να πω
γιατί απομένει αδιευκρίνιστη η ώρα που χάνεσαι απ'την πραγματικότητα στον ύπνο
κι ύστερα πάλι γίνεσαι πρωί, μια λέξη που ποτέ δε έχω καταφέρει να προφέρω εντελώς
όσο κι αν θέλω μια απλή μετάβαση
όσο κι αν θέλω να χαλιναγωγήσω την έξι ετούτη σε λέξη
ποιός είναι όμως ο νόμος που κατοχυρώνει έτσι αδικαιολόγητο το πείσμα
να εγκλωβίσει χρόνο από μάταιο κανείς
να μεταθέσει πραγματικό αμετάθετο
εδώ και ώρα
εδώ και τώρα
έτσι
ασύμφωνα
μεσα στα σύμφωνα
σιωπηλά
κι αν πάλι τα καταφέρνει χωρίς αιτία επανάστασης
τι σημασιά το φωνήεν θα έχει
- για να το λένε έτσι, δε θα υπάρχει πραγματικό το μάταιο,
γιατί λοιπόν επιμένω, τι ζητάω ανεξάντλητο να πιάσω το φως
σε πράγματα και κινήσεις του σώματος
έστω τον πόντο
έστω στο φθόγγο
να εγκλωβίσω ό,τι
κατά βάθος φαίνεται
αρκετό
πάντα
εδώ
τώρα
ολόκληρο
κάθε μέρα
περισσότερο
επαναληπτικό
ανεπανάληπτο
ανάμεσα στο άψε και στο σβήσε
καθώς δύο μονάχα σαφείς επιφάνειες σκοτώνονται να διαμοιράσουν
λαμπερή η μία το πρωί και σκοτεινή η άλλη
ό,τι μπορέσει μονάχα στιγμιαία να φυλάξει
σε τέτοιες φωτομετρήσεις από σκοτάδι

Υ.Γ. Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν φέτος ξημερώνοντας του αγίου πνεύματος και λέγονται Εν είδει περιστεράς 1, 2, 3

Thursday, May 27, 2010

Αίνιγμα


ποιό συμβάν
άκρως ανθρώπινο
και πραγματικό
διαμείβεται ανάμεσα
στο παρήγορο και το απατηλό
και κρύβεται στη φράση
"τίποτα από όσα λες να κάνεις
ίσως να μην ισχύει";

Wednesday, May 26, 2010

Σπίρτα


Πες μου, πες μου, οι τελευταίες πράξεις είναι από νύχτα; Παράξενο κι αλλόκοτο και τούτο ακόμα το πείσμα σου: μέσα στη νύχτα να ψάχνεις απαντήσεις στο σκοτάδι. Δεν έχουμε χρόνο όταν κοιμόμαστε, στο χω πει χίλιες μία φορές, δεν εννοείς να με καταλάβεις. Μα αδιευκρίνιστα έχω διατυπωμένες τις ερωτήσεις μου γι' αυτό τα χαμένα σκουντάω και στο σκοτάδι. Τέτοια ώρα σε τέτοια λόγια όλοι αλλάζουν πλευρό, τον ψόφιο κάνουν κοριό, κοιμούνται πάνω σε ένα στρώμα σκοτάδι, τι θες; Ακόμα κι ο εαυτός σου, ακόμα και το μυαλό σου, ακόμα και οι αισθήσεις σου - εκτός ίσως από την όραση που αν επιμένει μπορεί κάπως αυθαίρετα να ονειρεύεσαι. Γιατί επιμένεις να μην κλείνεις τα μάτια; Θέλεις να ξημερώσει, να δεις σκοτωμένο το σκοτάδι σου; Δε με λυπάσαι; Δε νιώθεις ότι δε μπορώ να σε υποστηρίξω πιά έτσι τυφλό στ' αυτιά, το νου και τα μάτια; Κι εσύ, παι, κοίμιζέ με. Δεν είμαι παιδί, να σε κοιμίζω, ρε ματάκια μου, λέμε, είμαι σκοτάδι. Η σιωπή της νύχτας είναι ένας εκκωφαντικός θόρυβος, ανεξάντλητες κραυγές, είδα εφιάλτες, όχι τώρα, από παλιά, επιτέλους, μη με ξυπνάς, άσε να ξημερώσει. Γι' αυτό σε σκουντάω, όχι για ν' αλλάζεις πλευρό, μην κοιμάσαι, δεν μπορώ να σε βλέπω στα όνειρα, ξύπνα. Να κοιμηθούμε μαζί. Τώρα. Να μη μένει ανέπαφη μεταξύ μας η νύχτα. Πριν ξημερώσει.

Monday, May 17, 2010

Κατά τη θάλασσα


Μπορεί να είμαι τελείως λάθος, το ξέρω, μπορεί να είμαι υβριστής, αλλά ποτέ δεν αγάπησα τη θάλασσα. Ποτέ δεν την λαχτάρησα, ποτέ δεν ένιωσα για κείνη έστω παραμικρό κι αόριστο πόθο, να το ξέρεις. Μονάχα εκεί κατά το Σεπτέμβρη με πιάνει κάτι κάποτε λυσσασμένο να βουτήξω φευγαλέα μέσα της, μην πει μάλλον (ξένος) κανείς πώς πήγε χαμένο άλλο ένα θερμό μεταξύ μας επεισόδιο και τούτο το καλοκαίρι. Έτσι ακόμα μια φορά μετανοώ (ο υποταχτικός) όπως πηγαίνω με τα νερά της.

Στο κολυμβητήριο στην ηλικία των πέντε χρειάστηκε να διασχίσω μια πισίνα απέναντι. Με αδύναμο και λαχανιασμένο κορμάκι κολύμπησα διαγώνια την ορισμένη απόσταση, ενώ απεγνωσμένα και πανικόβλητα ζητούσα να πατήσω από την πρώτη κιόλας στιγμή που εγκατέλειψα τον αναβατήρα πίσω στο πλακάκι που στάζει. Τότε πρώτη φορά κατάλαβα τί θα πει νοσταλγία. Ακόμα κι όταν έμεινα σε νησί, το σπίτι κοίταζε στο λοφίσκο το εκκλησάκι του προφήτη απέναντι κι έτσι είχα συνειδητά γυρισμένη στη θάλασσα την ιδρωμένη μου πλάτη. Η μάνα μου έβριζε που απαρνήθηκα τη μισή μου καταγωγή μα και τώρα το ίδιο θα έκανα πάλι. Το ερώτημα εδώ είναι: πώς γίνεσαι χωρίς νοσταλγία;

Γιατί με τρομάζει, με πνίγει τούτη η θάλασσα, με αγριεύει, με φοβίζει. Τα φύκια της που μπλέκουν ανατριχίλα στα πόδια μου, τα ψύχραιμα ψάρια της, αχόρταγα, άδεια σχεδόν από αίμα, τα αφρισμένα πίσω από τη φουσκωμένη βενζινάκατο νερά της, σχεδόν αίμα γεμάτα αυτά, ο φαγωμένος άγγλος στρατιώτης στον Πόρφυρα του Σολωμού -να δούμε ποιός, να δούμε ποίος θα φαγωθεί- , τα ιστιοφόρα που κλυδωνίζονται ερήμην μας στης Ύδρας το λιμάνι, τα πυροδοτημένα σαγόνια του ψεύτικου καρχαρία στις ταινίες του Hollywood, οι βρώμικες μοκέττες στις καμπίνες, ζευγάρια σε παραγεμισμένα sleeping bags κοιμούνται μαζί για να πάνε ένα στριμωγμένο διήμερο διακοπές, οι αεροπορικές θέσεις - άκου σε πλοίο θέσεις αεροπορικές...- , το μπογιατισμένο κατάστρωμα, η θέα κάτω, το πιό βαθύ μπλε καθώς γίνεται σχεδόν μαύρο, ο ουρανός που στρέφω το βλέμμα και κοιτάω απαράλλαχτα παιδάκι χαμένο σε μια πισίνα το κουτό, μην πνίγεσαι λένε σε μια κουταλιά νερό, ολόκληρα καράβια άνθρωποι πριν γίνουν ναυάγια, η εμετική ναυτία, εσύ που με είδες να περιμένω στο λιμάνι, εγώ που σε έβλεπα να φεύγεις κι ύστερα από έναν χρόνο διαπίστωσα πως ήτανε για πάντα, ολόκληρα καράβια άνθρωποι που γίνονται παλιοσιδερικά, σκουριασμένη άρμη στα κόκκαλα, το ανέξοδο πήγαινέλα στα κύματα, το ζευγαρωμένο ρήμα "ναπεριμένωκουράστηκα" που αν δεν το χωρίσεις λέξη λέξη κι αυτό νόημα δε βγάζει.

Όλη αυτή η τυραννική επαναληπτικότητα, ένα ατέλειωτο βασανιστήριο που θα πρέπει να ρθει για να ξανάρθει και να λες χαρούμενος και ηλιόλουστος την άλλη ζευγαρωτή λέξη, τη λέξη "καλοκαίρι" και κυρίως που πρέπει όλο τούτο το μαρτύριο πάνω κάτω μέσα κι έξω στο νερό να το αποδεχτώ, σα στοιχείο φυσικό που πρέπει να σεβαστώ, σα δικαίωμα αναφαίρετο που έχει η θάλασσα να με θυμώνει. Το πείσμα και τα αλλοπρόσαλλα καπρίτσια. Οι αμφιβολίες κι οι κατευθύνσεις κάθε φορά που αλλάζει γνώμη η βασιλεύουσα. Όταν γίνεται αναγκαστικά γοργόνα, γυναίκα, ελληνίδα, αδελφή ενός προπάτορα Αλέξανδρου μέγα στρατηλάτη, αινιγματική όσο περισσότερο της λέω "δε σε ξέρω, μωρή σκύλα" κι όσο πρέπει να της απαντώ ότι ζει όποιος τυχάρπαστος της έρχεται να ρωτάει. Κυρίως όταν η απάντηση είναι "ναι, επιζώ , περιμένω αμετανόητος πάντα στο ίδιο λιμάνι".

Που έγινε στίχος στα χείλια μιας γυναίκας δεσποτικής, που κρατάει για όποιον επιστρέφει πάντα το διπλό της πελέκι. Που έγινε ξηλωμένο πανί στα χέρια της άλλης, μιας γυναίκας πιστής που ξεβγάλθηκε να περιμένει. Που κατά το Σεφέρη είναι ανεξάντλητη, που κατά τον Ελύτη μια μέρα θα μαζευτούν με άλλες, όμοιες θάλασσες, να εκδικηθούν μαζί, που είναι πλατιά και μπορεί να μας παραπλανά ακόμα και με τα κοκκοράκια της Βουγιουκλάκη. Το δισυπόστατο που με αφοπλίζει, το αβέβαιο που ξεγλιστράει, μυριάδες κόκκοι αφανέρωτο αλάτι το κομμένο κέφαλι του περίλαμπρου κολοσσού κουράστηκε το θαυμάσιο άγαλμα τόσο καιρό να παριστάνει, ξέσπασε, έπεσε μέσα, χάθηκε για πάντα σε μια τρύπα θαλασσινό νερό, όπως χάνονται εξάλλου όλα τα θαύματα του κόσμου, μικρά και μεγάλα.

Και να, εγώ που άμα πιώ μπορεί να μου ξεράνει τα πνευμόνια, ετούτο το νερό έχει καταπιεί τα πάντα, μπορεί να μου κάνει βράγχια τα σωθικά, μπορεί να με εξομοιώσει με το πρώτο ηλίθιο μαλάκιο ή το πιό ξεχασιάρικο ψάρι, εμένα που δεν θέλω να γίνω με κανέναν τρόπο ένας ακόμα δικός της, δικός σου, δικός μου εφοπλιστής. Η απέχθεια προς αυτή τη θάλασσα είναι ένας μόνιμος κίνδυνος τελικά τόσο πραγματικός που τις εκφράσεις "από της καρδιάς μου" και "από της ψυχής μου τα βάθη" τις έχω ναρκοθετήσει.

Με ήξερες αλλά τώρα λιγάκι περισσότερο θα καταλαβαίνεις. Περιμένω. Πάρε επιτέλους από τα μάτια μου ολόκληρη τούτη τη θάλασσα.

Friday, May 14, 2010

Τζάμπα



Μες στων ματιών σου τις γαλάζιες θάλασσες πόσα καράβια μ' όνειρα δε χάλασες, καράβια που σκοπό τους είχαν βάλει ν' αράξουν στης αγάπης το λιμάνι. Στα γαλανά σου μάτια τα παμπόνηρα τα πιό τρελά, τα πιό γλυκά μου όνειρα βουλιάξαν σα βαρκούλες στο σκοτάδι μιας βραδιάς γιατί χτυπήσανε στο βράχο της μικρούλας σου καρδιάς. Τέτοια μάτια γαλανά σαν το πέλαγο μεγάλα, σαν τον ήλιο φωτεινά δεν είδα άλλα, δεν είδα άλλα, στη ζωή δε βρήκα πουθενά...

Monday, May 10, 2010

O (Eθνικός) Υπάλληλος


Ο ανώτατος Υπάλληλος κύριος Ολυμπιάδης ψάχνει τρόπο να ζητήσει αύξηση του μισθού του από τον τότε «πρωθυπουργό» (αντιβασιλέα του Όθωνα). Και για επιχείρημα, τού ’ρχεται η φαεινή ιδέα: «Δευτέρα με Δευτέρα οκτώ μέρες, και Δευτέρα 16 και Δευτέρα 24 και Δευτέρα 32. Γιατί λοιπόν τις τέσσερις εβδομάδες μας τις περνούν για τριάντα ημέρες, ενώ είναι κανονικά 32; Δύο ημέρες περιπλέον είναι 33 δραχμαί και 33 λεπτά…». Κι από κει και πέρα σε διαδοχικά καρέ ξεδιπλώνεται ο μηχανισμός της διαφθοράς γύρω από την καρέκλα του Σύμβουλου Διευθυντή κύριου Ολυμπιάδη.

Σκηνοθεσία: Κυριακή Σπανού
Σκηνικά- Κοστούμια : Ολυμπία Σιδερίδου
Μουσική: Κώστας Βόμβολος
Χορογραφία: Κωνσταντίνα Μικρούτσικου
Φωτισμοί: Δήμητρα Αλουτζανίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Φαίη Πανουσοπούλου
ΠΑΙΖΟΥΝ : Αντώνης Γκρίτσης, Στάθης Μαντζώρος, Χάρης Φλέουρας

Παραστάσεις: Δευτέρα - Τρίτη - Τετάρτη στις 21.15 έως 31 Μαΐου
Εισιτήρια: 18 € & 12€ (μειωμένο / φοιτητικό)
Διάρκεια: 01.30
Κρατήσεις: 210 -3422001

Monday, April 26, 2010

Sebastian



Έτσι όπως μαζεύω ουρανό όσο φτάνει το μάτι απόγευμα πιά Κυριακής μέσα στην πόλη άνοιξη προχωρημένη πάνω σε πρόσωπα κουρασμένα από κτήρια γυάλινα, σκέφτομαι δε γίνεται βέβαια να πέσει να μας πλακώσει ολόκληρο τούτο το μπλε στερέωμα, αλλά μήπως θα μπορούσαμε να επιτύχουμε κάτι με ετούτα τάχα τα τζάμια; Αν ράγιζαν, αν μας πετύχαιναν κυρίως στα πρόσωπα έτσι όπως πάμε αμέριμνοι, αδιάφοροι, καμαρωτοί και γυάλινοι σχεδόν καθώς τα κτήρια σε τούτο το βιβλικό τοπίο μιας φανταστικής αστικής καταστροφής μήπως θα καταφέρναμε αλήθεια επιτέλους τότε να γίνουμε έστω και μεις έτσι ραγισμένοι τα πιό κόκκινα που ποθήσαμε ποτέ τριαντάφυλλα;

Monday, April 19, 2010

Μικρές λέξεις Ι - κατηγορούμενο



Εγώ: προσωπικά ανέφικτη αντωνυμία
και δίπλα το ρήμα είμαι, ύπαρξης σημαντικό
όσο το αγνοούμενο κατηγορείται, μπορεί
κι έτσι να κερδίζει αυτάρκεια η πρόταση

Saturday, April 17, 2010

Μικρές εικόνες ΧΙ - ανάποδα



Λες να φταίει αυτό; Πόσες ευθύνες μπορεί να αποδώσει κανείς αλήθεια σε ένα τόσο προσωπικό παιχνίδι; Το πλήρωμα του χρόνου που έρχεται είναι η αθωότητα που απαρνιέμαι; - μήπως πρέπει να γίνει κατάφαση το ερωτηματικό, ίσως τελεία και παύλα; - Κοίτα παράδειγμα, αυτό που κάποτε έπαιζα στο ford escort του πατέρα, μου έδινε τόση χαρά, σήμερα όμως καθώς φεύγει το λεωφορείο μπροστά, εγώ ανάποδα καθισμένος, στο πίσω τζάμι κοιτάζοντας τον ίδιο δρόμο πίσω, να φεύγει, χάνομαι μέσα σε τούτο το σκάφανδρο, με φέρνει πόσα χρόνια πίσω, μπροστά, και νομίζω πρώτη φορά δε μου αρέσει η Πάρνηθα σε τούτο το κάδρο που όσο απομακρύνεται μεγαλώνει

Wednesday, April 14, 2010

Λαγούμι


Υπάρχει ένα μέρος πιό κρυφό κι απ' την παραμικρή σου περίσκεψη. Εμένα τελευταία με πηγαίνει στη λέξη "λαγούμι" να σταθώ για ό,τι οι άλλοι καταφεύγουν στη λέξη "αγάπη". Τους δικαιολογώ την φιλότιμη προσπάθεια γιατί κατά την ταπεινή μου πεποίθηση να ορίσουν επιχειρούν με μια λέξη το πλέον ανύπαρκτο.

Ωστόσο ό,τι κι αν έχεις σπουδάσει, όσα κι αν έχεις μάθει με πάσα λεπτομέρεια, με πάσα επιμέλεια ακριβείας όσο κι αν έχεις ψάξει στα λεξικά, την περισσότερη προσοχή που μπορεί να επιδείξει ο πιό καλός των αρίστων μαθητής αν έχεις επιδείξει κι εσύ μέσα σε μια ολόκληρη ζωή μαθητείας, θα έχεις καταλάβει πιά ότι μένεις πάντα μόνος και ξένος, ανέγγιχτος κι αδιάβαστος κάθε φορά να προχωράς πέρα μακριά σε ένα πιό καινούργιο σκοτάδι από κάθετι και προπαντός καθέναν που κουβαλάς πηχτό και πηγαίο μες την καλοσχηματισμένη κι ευέλικτη παρ' όλα τούτα τα συμπράκαλα ραχοκοκκαλιά σου.

Ίσως γιατί το πιό ανθρώπινο και ζωντανό αίμα τελικά δεν μπορείς να το δεις παρά μόνο σε μια στιγμή αποχωρισμού, σε μια αναμέτρηση θανάτου, δεν μπορείς να το γλείψεις παρά μόνο αν έχεις ζούρλα να ξύνεις πεισματικά πάνω κάτω το κορμί στην ίδια οξύθυμη επιφάνεια μέχρι ν' ανοίξει η τρύπα η αγαπημένη που σου λέω.

Αλλιώς δε γίνεσαι, δεν μπορείς μ' άλλον τρόπο εκεί στα βαθιά να μην απογοητεύεσαι, διαφορετικά δεν μπορείς να βρεις κανένα αναφαίρετο μέσα σου δικαίωμα θα λέγαμε στο απροσμέτρητο τούτο χάος της ταχυκαρδίας, αφού όλα μα όλα και όλοι μα όλοι μπορούν με ακρίβεια ταχυδακτυλουργού να σε εξαφανίσουν είτε να εξαφανιστούν για να σου αποδείξουν εκ των υστέρων τετραγωνικά, στην άλλη άκρη του τούνελ, την αντίθετη οπτική.

Να σε ξετρυπώσουν, να σε βρουν και να σου πουν, τότε μάλιστα και σχεδόν εμπεριστατωμένα, ότι ο χρόνος θεραπεύει άσκοπα όλο το ξοδεμένο αίμα και το αλαφιασμένο τρέξιμο σου μακριά εκείνοι να το χαρακτηρίσουν με λόγια επιθετικά τρέξιμο πανικόβλητο και θεοσκοτωμένο κι εσύ με την ίδια ευκολία στον εαυτό σου τότε να αρνηθείς τον περιπλανώμενο φοβισμένο λαγό χωμένο για την ώρα στην πιό σκαμμένη σου τρύπα.

Monday, April 12, 2010

Ορθογραφία



Ημέρα.
Ίμερος.
Χίμαιρα.
Μία και σήμερα
λέξη:
Μόνος.

Thursday, April 08, 2010

Κραυγή



- Η περιπλάνηση είναι ο δρόμος. Το ίδιο και η πλάνη;

- Όταν σκεφτείς μια λέξη, πρόφερέ την κιόλας, να δεις, αντέχει ο ήχος μέσα στο σώμα σου; Τί συμβαίνει; Παρατήρησε... δες, πώς η λέξη αυτή επηρεάζει το χώρο έξω. Όταν ακούς τη λέξη μέσα σου να σέβεσαι τον εαυτό σου και τον κόσμο. Να προσέχεις αυτό που ακούς. Να ακούς αυτό που προσέχεις. Να γράφεις. Να ηχείς. Να μιλάς. Να μη σε νοιάζει μέχρι πού θ' ακουστεί ο λόγος. Να προσεύχεσαι. Να παρακαλάς μέσα από συλλάβες όποιος καταφέρει ν' ακούσει να μοιραστεί τη σιωπηρή σου διαμαρτυρία. Αλλιώς μη μιλάς.

Wednesday, April 07, 2010

Μέτρημα


Κάποτε πάλι στην ανάμνηση των έργων σου παραδομένος είπες
δεν είμαι νοσταλγός από ρομαντισμό, κρυώνω είπες,
πονάω, θυμάμαι είπες και τρέμω
άρχισες τότε ν'απαριθμείς περαστικά χείλια, μάτια, δάχτυλα,
χέρια, γόνατα, πέλματα, ρώγες, αυχένες, ονόματα, ουλές
τι σημασία έχει να θυμάσαι, μ' έχασα για λογαριασμό σου

Tuesday, April 06, 2010

Μικρές εικόνες Χ - Η λάμπα


Αναβοσβήνω ελεύθερα, ακατάσχετα σχεδόν
στους δρόμους περνούν άνθρωποι τη φωτιά μου ζητούν
απέναντι τότε πουλιά παίρνουν κατά τον ουρανό διαβατήριο
και μέσα στ' αστέρια τα πρωινά μαζί τους κι εγώ σβήνω

Δευτέρα απουσία


και είπεν Ιησούς ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω
και Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη
έλεγον προς εαυτάς τις αποκυλήσει ημιν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου
και λέγω κι εγώ ποιά συγγένεια δένει τούτες τις πέτρες
ν' αναστηθείς κοίτα κι εσύ
αλλιώς τα "Χριστός ανέστη" μια ψευδορκία είναι
επί ματαίω μες την Ανάσταση
κι ο παραβάτης απ΄ τον άγγελο θα τιμωρηθεί
σ' αυτή τη ζωή γιατί δεύτερη σάματις να μην έχει

Monday, April 05, 2010

Ανά - σταση


Εργοστάσιο η μεγάλη παρασκευή:
παράγει το χώμα
στραγγίζει το σύννεφο
γεμίζουν οι ψιχάλες
και τότε λένε ορίστε ανάστηθι, άνθρωπος
όμως εμένα δε μου αρέσουν οι προθέσεις μπροστά απ' τις λέξεις τους
Οι προθέσεις είναι λέξεις. Σκέτες. Μόνες τους.
Ανά και στάση σκέτες λοιπόν
όσο για το αν στη λέξη "άνθρωπος"
μεγάλη απορία, ακόμα ετυμολογείται.

Friday, April 02, 2010

(Εθιμο)τυπική διαδικασία




Ανθρωποι σταυρώνουν/ σταυρώνονται από/ για αγάπη όταν άνθρωποι αγαπούν γενικώς και αορίστως. Κατά τ' αλλα δεν κλαίει, δε ματώνει κανείς σε αυτή την συνομωσία. Πάρτε παράδειγμα των ημερών μας τα εθιμοτυπικά για να μη μιλήσουμε για καθημερινότητα και αποδώσουμε κάπου τις πραγματικές μας ευθύνες. Άγιες μέρες είναι αυτές, στο βάθος ψησταριά εξάλλου κι ο κήπος, προσκομίζουν αυτό που λέμε αορίστως πως νεκρανάσταση, θα μαζευτούμε να φάμε το βράδυ του βεγγαλικού Σαββάτου ή το αργότερο το μεσημέρι της λαίμαργης Κυριακής τη γευστική τη μαγειρίτσα με μια βεβαιότητα ότι συμβαίνει ξαφνικά από μόνο του το μούρλια και το θαύμα - ον έστι μεθερμηνευόμενον πρέπει να το καταβροχθίσω, θα πιούμε και κανά δυό παραπάνω ποτηράκια κρασί για την καλή παρέα - στην υγειά σας, ρε παιδιά!- και θα πιστέψουμε ότι αυτό είναι, μύρισε από φυσικού της αρκετά το φυτό πασχαλιά στην αυλή μας τσίκνα και φέτος, άρα δε χρειάζεται κανένας να το ποτίσει παραπάνω καπνό. Αρκετά! - Όμως αυτός ο ξύλινος γιατί ακόμα επιμένει, την καρδιά μας σταυρώνει; Και λέει θα φάει ο ένας τ' αλλουνού τα σωθικά; Τι γελοίος, μ΄εκείνες τις αυτοσχέδιες γιρλάντες στο κεφάλι του, πόση ανοησία! Ταιριάζουν, καλέ μου, τ' αγκάθια με τις βιολέτες; Άστον παράμερα τον τσαρλατάνο, τον τρελό, τον ... Μεσσία, νίψε τας χείρας μας για να χαρούμε αυτές τις μέρες με τις ευχάριστες παρέες μας, τις λαμπερές με τις λαμπάδες τους που άναψαν ξαφνικά και δεν πρόκαμαν ακόμα καλά καλά τις ψυχές μας στον Άδη τους να προϋπαντήσουν. Άσχετο που ημέρες πέντε δεν είναι που "ευλογημένος ο ερχόμενος" στην υποδοχή τους μέσα σε δάφνες και σε φοίνικες είπαμε, αγαπάτε αλλήλους, δόξα τω θεω άσε να φωνάζουν, τι πειράζει, την παραπάνω πίστη τάχα του αγύρτη ζητούν; Ας επαναπαφθούμε λοιπόν σε ετούτα τα κλαδιά που μας έστρωσαν και δε πα να' ναι κι ο επιτάφιός μας. Έτσι, όπως - όπως, ακίνδυνα να περάσει κι ετούτη η βδομάδα, η πιό μεγάλη. Κράταγε κι η Κασσάνδρα λαμπάδες βέβαια στο καλωσόρισμα μα πού τη θυμήθηκες τώρα κι αυτήν την ειδωλολάτρισσα, τέτοιες άγιες μέρες δε συμφέρει να μετράς παρά μόνο στη σούβλα που γυρίζει τα κομμένα κεφάλια. Κι αφού ένα ζωγραφισμένο κομμάτι ξύλο μα την πίστη μας φτάνει για να προσκυνήσεις στις μέρες μας τον ίδιο τον εσταυρωμένο Χριστό, εσένα τι σε κόφτει που κάποιος γενικώς και αορίστως μπορεί με την ασύστολη πάρτη μας να κλαίει και να ματώνει;

Thursday, April 01, 2010

Απρίλης


Η λέξη Απρίλης μου αρέσει,
θυμίζει κάτι ταυτόχρονα από Έλιοτ και Σολωμό
Η λέξη Αγάπη με φοβίζει,
θυμίζει κάτι ταυτόχρονα από Ιούδα και Χριστό
Μην πεις λοιπόν είναι η λέξη Αγάπη λέξη γλυκερή,
σταυρώνεται, σταυρώνει, μια διαδικασία παντοτινή
κι αν κάποιος δεν κατάλαβε εμένα τον τρελό τι να πειράξει
είναι που φέτος πρώτη του ψεύτη συνέπεσε με τη Μεγάλη γιορτή.

Wednesday, March 31, 2010

Μικρές εικόνες IX - ο ληστής


Κάποια στιγμή
στην ανάγκη με χέρια διάπλατα καθηλωμένος θυμάμαι
ότι υπάρχει κάπου κοντά μου ο θεός και τότε κυρίως
μου φαίνεται μεγάλη σαν βδομάδα τούτη η στιγμή
και ολόκληρος γολγοθάς ο γύρω μας τόπος
και φτωχός εγώ ενώ είσαι το ίδιο δίπλα μου σταυρωμένος κι εσύ
επειδή θέλω απεγνωσμένα όμως δεν μπορώ με καμία δύναμη,
Χριστέ μου, να σ' αγκαλιάσω.

Tuesday, March 30, 2010

Αναβατήρας


Η Μεγάλη Τρίτη δεν είναι μέρα σαν τις άλλες
η Μεγάλη Τρίτη δεν είναι καν ημέρα δημιουργίας ή οργής
η Μεγάλη Τρίτη είναι μια στιγμή,
η στιγμή της δεδικαιωμένης πτώσης, της αμαρτίας

Monday, March 29, 2010

Μικρές εικόνες VΙΙΙ - το κελί


Το δωμάτιο πιό κλειστό. Περιορίζεται όλο και περισσότερο χρόνο με το χρόνο κάπως όσο να γίνει κελί, όσο κάθε χρόνο πληθαίνουν απέξω οι πολλοί κι οι τεράστιοι που θέλουν να πιστέψουν ό,τι κάτι καταφέρνουν να εγκλωβίσουν και να σταυρώσουν. Κι αυτό το λένε αγάπη τους.

Μα εγώ ό,τι φυλάκισα απάτη λέω μπορεί να σημαίνει: Κρεβάτι από τίμιο ξύλο και πάνω στο προσκέφαλο εσταυρωμένος, δυό ζευγάρια παπούτσια κατ' αποκλειστικότητα να χεις να συναλλάζεις κάτι στην απείθαρχη διαδικασία πήγαινέλα πήγαινέλα πάνω στα στρωμένα ροδοπέταλα κι όταν σταματάς να δένεις το κεφάλι σου με αγκάθια.

Monday, March 22, 2010

Μικρές εικόνες VII - η φαντασία


Κι όταν θα έχεις να κοιτάς παραπέρα, θα υπάρχει ακόμα στη ανοιχτή θάλασσα εκείνη η τόσο μικρή σπιθαμή που δε βούτηξες, στον απέραντο ουρανό θα υπάρχει νύχτα μέρα εκείνο το δειλό σα παιδί που σου μοιάζει αστέρι, εκείνο το αχνό σύννεφο που δεν τόλμησες να μετρήσεις ή να πιάσεις φοβήθηκες - κυρίως για να μη χαθεί o αέρας o κοπανιστός, καθώς είπες- όπως ακριβώς μέσα στο ατέλειωτο αίμα υπάρχει από πάντα όχι μετάνοια μα λαχτάρα και θέληση για κει που δεν έφτασες. Έστω κι αν δεν υπήρξε στιγμή η πιθανότητα ότι μπορούσες να φτάσεις.

Saturday, March 20, 2010

Σάββατο/ Κυριακή



Δωμάτια μυστικά από Σάββατο βράδυ. Έχεις σκεφτεί ποτέ τι πηγαίνει στραβά και ξεχύνεσαι έτσι, τόσο αχόρταγα, στο σκοτάδι; Με φοβίζουν οι άν - θρωποι όταν αυτο - κίνητα (καμιά φορά ξεχνιέμαι και τη λέξη αυτή τη μετράω για επίρρημα σχεδόν) με καλοντυμένους περιμένουν να ανάψουν όλων των δρόμων τα φανάρια. Φώτα ηλεκτρικά, να ξα - μολυθείς να ξε - σπάσεις. Αυτό το βράδυ, ειδικά. Να προσ - ανατολιστείς μέχρι αύριο που θα βασιλέψει η Κυριακή: η εμμονή στο α - προχώρητο, στο διασκεδαστικό, στο άγριο. Το αν - ήμερο ημέρας όχι συγκεκριμένου Κυρίου με κάπα μεγάλο αλλά ενός κυρίου αόριστα με κάπα μικρό που τίποτα ανθρώπινο δεν επιτρέπει. Χρόνος που δεν επιστρέφει πρέπει να λέγεται Κυριακή. Δανεικό ό,τι ξαν - αρχίζει. Κι α - γύριστο. "Ποτέ - ποτέ" με πόνο στη λήγουσα, καταφατικό. Όχι ερωτηματικό, στην παραλήγουσα "πότε - πότε", αβέβαιο. Όλο μαζί: "Την Κυριακή ποτέ". Για να συν - θλίβεσαι στα κράσπεδα λιγάκι παραπάνω πιωμένος μα πάντα, τόσο πάντα στην πολυπόθητη ευτυχία σου καταδεχτικός. Σα δούλος που περιμένει τα χαλασμένα φανάρια για να ξημερώσει στο δρόμο.

Saturday, March 13, 2010


αιχμαλωσία της άνοιξης

Saturday, March 06, 2010

Υποστυλώματα





Είμαστε πρόσωπα της αληθινής ζωής. Δεν καταλαβαίνουμε πολλά πολλά από την πραγματικότητα ωστόσο, είναι η αλήθεια. Είμαστε απροσδόκητοι, κάτι περισσότερο από το αισιόδοξο που στηρίζει η λέξη ελπιδοφόροι. Πολλές φορές άλλοι άνθρωποι εξίσου πραγματικοί μας κοιτάνε και λένε ότι ζούμε σε μια γυάλα -τους επισημαίνω εύθραυστη- ή μια σκηνή -φτιαγμένη από κάτι προαιώνια σαρακοφαγωμένα μαδέρια συμπληρώνω-, ότι τα συναισθήματά μας δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, ότι δεν είμαστε πραγματικοί εμείς οι υπερβολικοί και πότε - πότε μας βαραίνει αυτή η ψευδής και αβάσιμη κατηγορία, την οποία όμως εμείς αντιμετωπίζουμε εντελώς πραγματικά με μια απελπισμένη διάθεση για απολογία, λες κι όντως φταίμε, λες και υπάρχει μια συγκεκριμένη μέθοδος για να ζήσει κανείς πραγματικά, αλλά πάνω από όλα γιατί ξέρουμε καλύτερα πώς ακόμα κι όταν δεν τα καταφέρνουμε με έναν ιδιαίτερο τρόπο μονάχα πραγματικά έχουμε βάλει σκοπό τη ζωή μας να ζούμε.

Tuesday, March 02, 2010

Μικρές εικόνες VI - η άνοιξη κι εσύ


είσαι αυτά
λουλούδια πολύχρωμα που χάζεψα
δέκα λεπτά περαστικός
στον πάγκο του πλανόδιου
μέσα από ανθρώπους και αυτοκίνητα
στο δρόμο.
θέλησα να αγοράσω, δεν το έκανα,
δε μου αρέσει να ξενοκοιτάζω,
να εξαγοράζω.
να καταμετρώ.
να κοιτάζω μόνο μ' αρέσει, να κοιτώ
και να ναι πάντα πρώτη φορά που θα σε δω
ματσάκια δεκάλεπτα πάντα
από πάντα για πάντα
δικά μας
δικιά μας
σχεδόν μια ολόκληρη
εποχή.

(σημείωση: μόλις πρόσεξα καλύτερα στη φώτο ότι στο καλάθι με τις ανεμώνες υπάρχει ένα χαρτί που γράφει ανορθόγραφα "μονές δέμα". Κι όλο αυτό μάλλον πρέπει να το πω περίεργες συμπτώσεις.)

Monday, March 01, 2010


μανία που την έχω με τα ταβάνια...