Monday, March 14, 2016

Αμόλα καλούμπα ΙΙ


Από το πρωί πάλι σήμερα στο κεφάλι μου ο ουρανός
Ένας ανέφελος χαρταετός πεταρίζει
Όχι γαλανόλευκος, όχι δικέφαλος
Πολύχρωμος,
Ένας ασφόδελος χαρταετός
Παρέα με άγνωστα φιλαράκια του, άλλους
Η ατμόσφαιρα πεντακάθαρη
ανεβαίνουμε αυτοκίνητοι το βουνό

[*στο ραδιόφωνο παίζει η φωνή ενός
προσφάτως αδικοχαμένου λαϊκού βάρδου
δάνεισε κι αυτός τη φωνή του
στον Πάνο Γαβαλά,
τον Αγγελόπουλο,
το Διονυσίου,
το Μητροπάνο κ.α.
(ε φυσικά και τον Καζαντζίδη!)
να ψάλλουν εν χορώ
λιώμα στο γκρεμό
το δωδεκάλογο του γύφτου
"Στραβοί, κουτσοί
στον άγιο Παντελεήμονα!"]
Δεντράκια άπειρα μετρημένα παντού
μία μία μετράμε στα μάτια μας τις πευκοβελόνες
Ζωσμένοι πευκοβελόνες παντού
Στην αισιόδοξη πλευρά της πατρίδας
που φώτιζε κάποτε ήλιος καθαρός
κι άστραφτε χώμα κυπαρισσένιο
Από την πλευρά που ο πατριώτης δεν ένιωθε
δέσμιος στρατιώτης του ΕΑΜ
ή του ΕΛΑΣ
μα απολυμένος
Ταξιδευτές δεν είμαστε εμείς
Ταξιδευτής ειναι ο ουρανός
Γαλανός, φιλτισένιος
φωτεινός, όχι φωτισμένος
Όχι τα κουφάρια μέσα
Έξω τα κουφάρια
Μπροστά στα μάτια
διψασμένα για φως
άδεια μάτια
Μια στιγμή ανεβαίνοντας
τίποτα πια
εδώ
Φορτωμένο βαρυσήμαντα κάμποσο κάτι;
 Όχι, τίποτα, άστο
Αμόλα καλούμπα.
Μια στιγμή
να κατανικήσω
τη βαρύτητα
Αμόλα καλούμπα
Να πάρουμε λίγο τα πάνω
Μια στιγμή να λαχταριστώ, όχι να λαχταρισμένω.
Λέω στιγμή
πατάω στο πληκτρολόγιο
ανορθόγραφα πλήκτρα,
γράφω στυγνή
Ανορθόγραφες στιγμές
Στυγνές
Λόγια του αέρα
Η μάσκα του χαρταετού
μια ίδια καθαρή πολυκαιρισμένη
μουτσούνα
πασαλείφτηκε όσο πασαλείφτηκε μέχρι χτες
σήμερα ρίχνει καταγής
κατακρεουργημένο to μπογιάτισμά της
Το αρνήθηκε
κουράστηκε να φτασιδώνει κι αυτή εντυπώσεις
σήμερα φόρεσε
ένα καινούργιο αλλόκοτο χρώμα
μια πρωτόγνωρη αλλόκοτη καινούργια της παραλλαγή
Μια καθαρή δευτέρα παρουσία
Αχ, να μπορούσα τα αιολικά α, Σαπφώ,
να τα βγάλω κι εγώ Κέλομαι σε, Γογγύλα
Και στ' όνειρο απόψε η μάνα μου καθάριζε κρεμμύδια
Χωρίζαμε το ρύζι απ' τις φακές
Κλαίγαμε ξερά, χωρίς λυρισμό
από πειθαναγκασμό
πάνω από τον καφέ της παρηγοριας
Κι αχνίζανε τα προσωπά μας
Γκρο πλαν
μελό ελληνική ταινία
Γκρέκλυγμγουντ
Ανάμνησις:
Μια μέρα κάποτε
χρόνια πριν ταξιδέψω ψηλά
πάλι πίσω στο χρόνο
σα να τανε βουνό απύθμενο το βάθος
θυμήθηκα το παιχνίδι
με τον αδερφό μου και τη χαμένη μπάλα
Δύο παιδιά δύο μπαλόνια
Αδέλφια τα παιδιά
Μπαλόνια για τα πανηγύρια
Με ήλιο φουσκωμένα
παίζουν σαν αδέλφια που΄ναι τα παιδιά,
Κι ένα, το σοφώτερο, το μεγαλύτερο
αυτό που έχει νταλακιάσει καλύτερα
χάσκωντας περισσότερη ώρα στον ήλιο
αφήνει λεύτερο
το πολύχρωμο μπαλόνι του άλλου
Το μπαλόνι υπερίπταται, απομακρύνεται, πάει
Τα παιδιά κοιτάζουν πώς αφήνει τη γη
Το μπαλόνι ανεβαίνει
αφήνει τη γη το μπαλόνι
Ο αέρας ο κοπανιστός
Κερδίζει τις εντυπώσεις
Από τον αέρα τον κοπανισμένο
Μαζεύονται κι άλλα παιδιά
Όλα χάμω στη γη
Κοιτάζουν το μπαλόνι
Με ένα μπαλόνι δικό τους
στο χέρι σφιχτά κρατημένο
ίσια καρφιά και ξαπλωμένα
στις πέτρες παιδιά
νιώθουν πρώτη φορά
απώλεια
αφαίρεση τί θα πει
με μια τσιχλόφουσκα σακούλα
απ' τα τζάμπο

No comments: