Thursday, April 18, 2019

Συμφιλίωση


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

Η μοναδική φωτογραφία όπου εμφανίζονται μαζί η Έλλη Λαμπέτη και η Αλίκη Βουγιουκλάκη τον Ιούνιο του 1983 στην πρεμιέρα της παράστασης «Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθές» με πρωταγωνίστριες τη Ζωή Λάσκαρη και την Μάρθα Καραγιάννη. Λίγους μήνες μετά η Λαμπέτη πέθανε. 

Σύμφωνα με πολλούς η Λαμπέτη κι η Βουγιουκλάκη ήταν δυο παντελώς διαφορετικοί κόσμοι που δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε θα μπορούσε καικανείς να διανοηθεί καλλιτεχνικά μια συνυπαρξή τους. Προσωπικά, πολύ αμφιβάλλω γι’ αυτό, κι αυτό δεν το λέω υποτιμώντας τη Λαμπέτη ή με διάθεση να πριμοδοτήσω την Βουγιουκλάκη. Το λέω αυτό γιατί θεωρώ και αυτή την άποψη διατυπωμένη με βάση τα στεγανά μιας επιπλαστης σοβαροφάνειας από την οποία μαστίζεται ακόμα και σήμερα και για άπειρα θέματα η ελληνική - εμφύλια και παγίως διπολική - δημόσια σφαίρα. Και για κάτι τέτοια μεγάλη ευθύνη φέρουν κυρίως δευτερογενείς παράγοντες, κάτι περισπούδαστοι κριτικοί θεάτρου και διάφοροι σοβαροφανείς δημοσιογράφοι, που δυστυχώς αμφότεροι επιμένουν να παίρνουν τον εαυτό τους πολύ σοβαρά και θέλουν να κάνουν το κομμάτι τους στην πλάτη των αληθινών πρωταγωνιστών.

Το σχόλιο «η Βουγιουκλάκη δεν είναι ηθοποιός, είναι μίμος» ή η επιστολή της Λαμπέτη που ξεκινούσε ως εξης: «Κύριε Πρωθυπουργέ, πιθανόν δε με γνωρίζετε, είμαι η Έλλη Λαμπέτη, συνάδελφος της Αλίκης Βουγιουκλάκη» που δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη της Ανδρέα Παπανδρέου είναι από μια περίοδο που η Λαμπέτη ήταν πια χτυπημένη από την αρρώστια της, πολύ πληγωμένη και μοιραία πικραμένη. 

Η Βουγιουκλάκη ωστόσο, πάντα με μια γενναιοδωρία στις κατά καιρούς συνεντεύξεις της, αναφερόταν στις «ανταγωνίστριες» της και ακόμα κι όταν μιλούσε - εγωπαθώς για πολλούς - για την όποια «μοναδικότητά» της δεν δίστασε ποτέ να παραδεχτεί τη «μικρότητά» της μπροστά στην Καρέζη, την Λαμπέτη ή την παντελώς και αδίκως ξεχασμένη Βάσω Μανωλίδου. 

Εν πάσει περιπτώσει, εμένα αυτή η φωτογραφία μ’ αρέσει πολύ, όχι μόνο γιατί μ’ αρέσει κι η Λαμπέτη πέρα από τη Βουγιουκλάκη, αλλά γιατί έτσι όπως έχει γίνει η λήψη νομίζω ότι στα τούτα τους μοιάζουν.

Αυτά και φυσικά Χαίρετε.

Υ. Γ. Λέγεται δε ότι η αμάθεια των δημοσιογράφων ήταν τέτοια στην εν λόγω πρεμιέρα που κανείς δεν αναγνώριζε την Λαμπέτη μέχρι τη στιγμή που η Αλίκη σηκώθηκε και κάθησε δίπλα της.

Monday, January 14, 2019

ΑΝΕΛΟΜΑΚΑΡΟΝΑ

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

Σήμερα μπήκε ένας κύριος στον φούρνο και μας ευχήθηκε, κάπως δυνατότερα από το σύνηθες η αλήθεια: «Καλή Χρονιά!». Του είπε κι η μάνα μου χαρούμενη «καλή χρονιά» - μόλις είχε ζητήσει ένοχα να της βάλουν μισό κιλό απ’ τα τελευταία μελομακάρονα και σαν να την απενοχοποίησε πάνω στην ώρα! Τότε ο κύριος ακόμα δυνατότερα και κάπως πιο απόλυτα έως και λίγο άγρια την κοίταξε και είπε: «ΣηΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ! ΌΧΙ Η ΑΛΛΗ, Ε! ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ!». «Ναι, ναι! Αυτό ΕΙναι!» πετάχτηκε έκπληκτη από το βάθος κι η σαστισμένη φουρνάρισσα.

Saturday, January 12, 2019

Στις σκάλες


Περνώντας έξω
από ένα ξενοδοχείο πολυτελείας
- κοινώς γαμιστρώνα -
πέτυχα ένα ζευγαράκι να βγαίνει
Δεν ξέρω γιατί
έστριψα και κοίταξα τη γυναίκα
- όχι τον άντρα -
στα μάτια
Και το κατάλαβε κι εκείνη
γιατί με κοίταξε όπως την κοιτούσα
Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος
Πρώτο από όλους εμένα αιφνιδίασε
η στιγμιαία αδιακρισία

Friday, January 04, 2019

2019.2


Εκ των υστέρων είδα  ότι ήταν ένα κτήριο απέναντι από το Εφετείο Αθηνών. Η είσοδος της πολυκατοικίας του ήταν, δεν ήταν το κτήριο ολόκληρο, δεν κοίταξα ως απάνω. Μετωπικά στην πόρτα εισόδου στάθηκα απέξω. Μέσα, σαν τρια ταμπλώ: εξ ευωνύμων η σκάλα που οδηγεί πάνω, στο κέντρο η σκάλα προς το υπόγειο - στον τοίχο της προοπτικής της μια σύνθεση από λαμπιόνια που δεν αναβόσβηναν, πολύχρωμα, αλλά σταθερά, εκ δεξιών μια κατασκευή με πολλαπλάσια ενός μονοθεματικού γύψινου μοτίβου. Στο τζάμι της πόρτας εισόδου αυτοκόλλητες διακοσμητικές νιφάδες. Προσπάθησα να φωτογραφήσω τα φωτάκια μέσα από μια, με πρόδωσε το ζουμ της μηχανής του κινητού. Αρχιτεκτόνημα της Αθήνας στα τέλη του ‘70. Θεωρητικά αγέραστο. Παράξενος δρόμος η Κυρίλλου Λουκάρεως αν και ίσως δεν θα πρεπε να γίνομαι τόσο συγκεκριμένος.

2019.1


Aπ’ τη μουριά στο προαύλιο της εκκλησίας κρεμόταν ένα πλαστικό μπουκάλι κοκακόλας γεμάτο νερό. Η ενορία είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Από την είσοδο κρεμόταν ένα πανό αγιογραφημένης Παναγίας που σκύβει και φιλά το βρέφος. Εκατέρωθεν του στιγμιοτύπου έγραφε Χριστός και γεννάται. Είχε και σημαιάκια κρεμασμένα ελληνορθόδοξα. Κοίταζα την πλάτη της προτομής κάποιου παλιού εφημέριου, δεν διάβασα το όνομά του.

Sunday, August 26, 2018

Ας πούμε


Περιμένω, ούτε και ξέρω τι περιμένω,
ούτε κι ένιωσα πως πέρασαν
τα τελευταία 8, ας πούμε, χρόνια
Ας πούμε αυτόν τον αριθμό,
αφού πρέπει κάτι να πούμε
Ας μετρήσουμε, αφού πρέπει
να εξηγηθούμε
και δε βρίσκουμε τίποτα να λέγεται
- μην τολμήσετε να πείτε:
«Τιποτα δεν πρέπει!», είναι κλισέ -
μέσα σε αυτή την απέραντη αοριστία
τα χουμε πει και τα χουμε ξαναπει
κανένας δεν κατάλαβε
τα μιλήσαμε τα συμφωνήσαμε όμως
μακάρι να καταλαβαίνατε την απόγνωση
που προκαλεί όλο αυτό
- ποιό θα μου πείτε,
- ποιό απ’ όλα (κάπως αγανακτισμένοι)
θα μου πείτε
οπότε
καλύτερα που δεν καταλάβετε ποτέ
τι φταίτε κι εσείς που επαναλαμβάνομαι
μα δεν εξηγούμαι
(Και βάζω και παρενθέσεις για να σας εκνευρίζω περισσότερο και
κάνω και άστοχους διασκελισμούς*)
Η συνήθεια σας να τακτοποιείτε
Και
- κάτι πρέπει να κάνεις με το θέμα σου με τα χρήματα, δε νομίζεις
Η δεύτερη καλύτερη ατάκα μετα το
- είσαι πολύ εγκεφαλικός
φοβάμαι, φοβάμαι το μετρήσιμο
φοβάμαι τόσο καρτερικά κάθε ξημέρωμα
που ο ήλιος καμιά φορά μου φαίνεται θα
ανατείλει στο αρνητικό του -
Όπως και το χει κάνει ως τώρα ήδη
τόσες πολλές φορές,
Κι όλο, θεέ μου, χειροτερεύει,
πωπω σα γυναίκα μιλάω
καμια θετική σκέψη
(Πωπω καθόλου πολίτικλι κορρεκτ αυτό με τη γυναίκα, η γυναίκα φέρνει τη ζωή,
να το βγάλω ή να την υποδυθώ)
Η θεία μου το 85 έλεγε:
Είμαι γυναίκα αλλά το’ χω αρσενικό το μυαλό
(το δηλητήριο εννοούσε;)
Δεν καταλαβαίνω πολύ καλά,
μ’ αρέσει η παρανάγνωση κι η ασυνταξία
δεν καταφέρνω να το ορίσω κι εντελώς
αλλά
- ας πούμε πριν 33 χρόνια, το 85,
η θεία μου ήταν 38 χρονών
απόψε 71 και δε μιλιόμαστε στα 39 μου
το 2050 θα μαι 71;
- Ας πούμε
θυμάσαι εκείνο τον διάλογο τότε:
- Η εξοικείωση με κατοχυρώνει με τ' άστρα;
- Η εξοικείωση με τι;
- Τίποτα, προσπαθώ να ορίσω αλλιώς τη σύνταξη του κατοχυρώνει,
αλλά δε μου βγαίνει σε δαχτυλικό εξάμετρο
*και άμετρους επίσης

Sunday, August 05, 2018


Καμιά φορά ξεκινάω ανεπιτυχώς να καταγράψω τον ήχο του ακάλυπτου. Αρχιτεκτονικά είμαι βεβαίως ανίδεος - είναι εντυπωσιακό πόσο ανεπαρκείς είμαστε να περιγράψουμε το φαινόμενο της αθηναϊκής πολυκατοικίας, ενός φωταγωγού μιας εξαόροφης έστω αθηναϊκής πολυκατοικίας, της πιο κοινόχρηστης οικοδομικής κατασκευής του σύμπαντος κόσμου. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι κοιταζόμαστε όλοι οι όροφοι, άλλοι προς τα πάνω, άλλοι προς τα κάτω, άλλοι βιζαβί κι απεναντίας. Είμαστε μέσα σε ένα τετράγωνο που βυθίζεται ως πουθενά και αγωνίζεται να υψωθεί δια παντός. Ξέρουμε σε ποιόν όροφο είμαστε αλλά δεν ξέρουμε το ύψος εντελώς, τη σχέση του ύψους ως προς την επιφάνεια. Ούτε ξέρουμε πώς αλλά θέλουμε να φτάσουμε τον ουρανό. Είμαστε διερχόμενοι. Τώρα πάντως είναι όλα ήσυχα, τα τετραγωνικά κοιμισμένα, ούτε συμφωνίες, ούτε συνομιλίες υπάρχουν. Ούτε τα κάγκελα φαίνονται τόσο κυρίως εδώ, στο πίσω μπαλκόνι. Δεν μας περιορίζουν. Υπάρχει μόνο μια γοητευτική ανασφάλεια που λιγάκι γελάει, ίσως μια ασφάλεια λιγάκι επισφαλής, καθώς λιγάκι φυσάει. Ούτε τα κλειστά φώτα περιγράφονται, ούτε η λυτρωτική τσιμουδιά στο σκοτάδι. Δεν ξέρω τι μας περιμένει όταν περάσει το καλοκαίρι. Φυσάει, αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω. Είναι 4 Αυγούστου, 4 και τέταρτο η ώρα το πρωί, στον 4ο. Φυσάει, ας πούμε στα 4. Φοβάμαι να παραδεχτώ ότι είναι ωραία. Φυσάει τρία τέταρτα, όχι εντελώς φοβάμαι. Προσπαθώ με αριθμούς να γίνω ανεπιτυχώς σαφής. Τετραγωνίζομαι φοβάμαι. Σταματάω - φοβάμαι γίνομαι πολύ εγκεφαλικός, κοινότατος, αυστηρά ιδιωτικός πάλι. Ομφαλοσκοπώ τετραγωνιωδώς.

Friday, June 22, 2018

Δεύτερος τόμος


Τρεις μέρες τώρα προσπαθώ 
να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη·
στο πήγαινέλα των βιβλίων κάθε τόσο 
ο β' τόμος των απάντων του Τσέχωφ 
βρισκόταν έκθετος, δε χωρούσε στο πάνω, 
περίσσευε στο κάτω, γυρνούσε πίσω ή
μεταφερόταν στο δίπλα ράφι
καθώς προχωρούσα τη διαδικασία
Όλο αυτό μου προκαλούσε, 

καθώς συνέβαινε μια θυμηδία
εξαιτίας της κωμικής του δραματικότητας
που ομολογώ μου έδινε κουράγιο να συνεχίζω,
να χαμογελάω μέσα στην απελπισία
"πότε θα τελειώσω, Χριστέ μου"
να παρηγοριέμαι και να απορώ:
«Μα, αγαπητέ μου Άντον Παύλοβιτς, 

ξανά στο κενό;»

Thursday, June 21, 2018

Κυμβαλίνος


- αβέβαιης προέλευσης
Παίρνω όλες τις παραμορφωτικές διαστάσεις μου μέσα στο σκοτάδι.
Είναι κρίμα που δεν σου φαίνομαι για να με παρατηρήσεις.
Αιφνιδιάζομαι. 
Ασχημονίζομαι
- σήμερα είχα βρει μια εντελώς καινούργια λέξη αλλά την έχω κιόλας ξεχάσει,
Παίζω, λοιπόν, με τα αζήτητα

Αστιγματίζομαι
Ούτε κι εγώ περίμενα να δω έτσι τον εαυτό μου.
Βλέπω το όνειρο που δεν βλέπεται.
Δεν αντιφεγγίζομαι πουθενά.
Δεν έχει μέσα μου τέλος, καταγωγή ή προορισμό το πηγάδι.
Η λέξη απειρόγαμος ετυμολογείται
παραιτημένη από γλωσσίδι
ή γλωσσάρι

Ο ιερός βράχος


Μέσα μας δέντρα, σκιές, άπνοια
και ο ασκός του Αιόλου, όλα μέσα μας τα εμπόδια φυσικά.
Παραφουσκωμένοι αρσιβαρίστες των εαυτών μας
Η καυλογκριμάτσα μας, περιφερόμενος Τζίμης ο τίγρης μας.
Το καλοκαίρι πιο γκροτέσκο κι από χειμώνας
Μεσαιωνικό μυστήριο
παράπηγμα
εκκύκλημα
παραπέτασμα
α λογάκια φτερωτά 
τα έπη μας.
Θέλω να φωτογραφηθώ
στην Ακρόπολη
(Διασώζει οπωσδήποτε κάτι από τον υπερρεαλισμό,
φλερτάρει και με τον ρομαντισμό υπογείως
αλλά τίποτε που να μην είναι
ειπωμένο ήδη από τους γενναίους του ‘30)

Saturday, May 19, 2018


τους αγαπούσα
όταν ήμουν παιδί
και με το μαρκαδόρο
μαύριζα τα μάτια τους
στις οικογενειακές
φωτογραφίες
- μια φορά θυμάμαι
τους είχα απαγορεύσει
και την είσοδο στο σπίτι,
αλλά ζούσε η γιαγιά
κι έπρεπε να ήμαστε
για τα μάτια του κόσμου
αγαπημένοι
τώρα μετανιώνω
που όταν μπόρεσα
δεν τους έκοψα
το κεφάλι

Thursday, March 01, 2018

Δύο ίσως


Μπήκα στον κήπο
του νεκροταφείου
- ίσως και του πατρικού μου σπιτιού 
ανειλημμένες υποχρεώσεις,
ατέλειωτη υγρασία και νερό 
η πιο απελπισμένη άνοιξη είναι η φετινή, 
αλλά φοβάμαι την μεγαλύτερη ανάγκη 
για άνοιξη που ίσως υπάρξει.

Tuesday, February 06, 2018

Γκρο πλαν


Το εύκολο αλουμίνιο στις πόρτες
Εσύ απέξω
Το εύκολο αλουμίνιο στις πόρτες
Δε μπόρεσε να λυγίσει
Στεκόσουν αμέτοχη, τρουακαρ
έβαφε το τζάμι τη γιγάντια,
ανυπεράσπιστη προτομή σου
Από τη μέση και κάτω δεν είχε να δω
- λίγο πιο κει, στην πλατεία
έβαφε μια ζητιάνα τα νύχια της
κόκκινα.

Monday, February 05, 2018

Εφημερεύει


Ο σταυρός νέον
του νοσοκομείου
Ευαγγελισμός 
λάμπει κι απόψε
φάρος στην αθηναϊκή νύχτα,
επιβεβαιώνει περίτρανα
ότι αδυνατούμε να κατανοήσουμε
αυτό στο οποίο έχουμε εθιστεί
- ένα πασίγνωστο τραγούδι
του Χατζιδάκι
παραδείγματος χάριν

Wednesday, November 29, 2017

Δημήτρης Παπανικολάου - Γυρίζοντας (από) πίσω: ο Ιωάννου κι ο Λαπαθιώτης στο αρχείο των συναισθημάτων



«Στάθηκε αδύνατο να μάθω από τους γείτονες κάτι συγκεκριμένο για τους έρωτες του Λαπαθιώτη...».  
Και γιατί, αλήθεια, πρέπει να ψάχνει κανείς; Κάτι τέτοιο συνηθίζουν να ρωτούν όσοι πιστεύουν ότι σ’ αυτά τα πράγματα αξίζει να είμαστε και κάπως πιο διακριτικοί.
Ο «κύριος Γιώργος Ιωάννου» πάντως, μέσα δεκαετίας του ’80, φαίνεται να μην έχει πια τέτοιους ενδοιασμούς. Τριγυρνάει τα Εξάρχεια, τη γειτονιά που κατοικεί απ’ όταν ήρθε στην Αθήνα, και ρωτάει πληροφορίες για τον «γείτονά του τον Λαπαθιώτη». Περπατάει και ιχνηλατεί, συνομιλεί με κόσμο που τον γνώρισε, παρατηρεί, ζητάει πληροφορίες και υλικό – υλικό ακόμα και (ακόμα και;) για εκείνους τους έρωτες.
               Η πρώτη δημοσίευση της αφήγησης του πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης» έγινε στο αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού η λέξη για τον μεσοπολεμικό ποιητή το 1984. Αν διαβάσει όμως κανείς ολόκληρο εκείνο το κείμενο, καταλαβαίνει ότι αφορμή για την εμμονή του Ιωάννου με τον Λαπαθιώτη δεν υπήρξε, βεβαίως, το αφιέρωμα ενός περιοδικού. Ούτε, προφανώς, η οικιακή τους γειτνίαση. Όπως σπεύδει, άλλωστε, εξαρχής να διαβεβαιώσει ο συγγραφέας, οι δύο αυτοί συγγραφείς δεν υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα γείτονες. Ο Ιωάννου μετακόμισε στην Αθήνα το 1971 και έζησε την τελευταία δεκαετία της ζωής του στο σπίτι της οδού Δεληγιάννη 3, ένα διαμέρισμα που νοίκιαζε από την τραγουδοποιό Αρλέτα· ήταν το πατρικό της, η ίδια έμενε από πάνω, όταν σε ένα σημείο ο Ιωάννου γράφει «το σπίτι μας», αυτόν μαζί και την Αρλέτα εννοεί. Ο Λαπαθιώτης, πάλι, είχε πεθάνει το 1944 – από κακουχίες, απώλειες, και το δικό του χέρι – λίγους δρόμους παραπάνω, Κουντουριώτου και Οικονόμου.  Οι δύο συγγραφείς δεν συνυπήρξαν ποτέ, στην ίδια γειτονιά, ζωντανοί.
               Όμως, δεν είναι μια διάθεση να γίνει το κείμενό του πιο γλαφυρό, που φέρνει τον Ιωάννου να φαντάζεται τον Λαπαθιώτη γείτονά του (προειδοποιεί ως προς αυτό: «Να λείπουν από μας οι φενακισμοί. Αυτά τα αφήνω στους κακόγουστους φιλολόγους, που διέπρεψαν φέτος σε καβαφικές αναπαραστάσεις και ρεκασμούς»). Αυτό, αντίθετα, που προσπαθεί, είναι να αφηγηθεί μια ιστορία ξεχασμένη. Αυτό που προσπαθεί, είναι να μνημολογήσει έναν συγγραφέα με τον οποίον τον δένει ό,τι η καθώς πρέπει κριτική ονομάζει «εκλεκτικές συγγένειες» (αφενός για ν’ αποφύγει να ονομάσει ξεκάθαρα αυτό που εννοεί, αφετέρου για να εκπαιδεύσει στο πώς αυτό που εννοείται πρέπει να αποφεύγεται). Αυτό που ο Ιωάννου προσπαθεί, έστω και τριγυρνώντας ο ίδιος σε μια γειτονιά και στις αφηγήσεις της για το παρελθόν, είναι να ανασυστήσει: για τους αναγνώστες στοιχεία ένος πολιτισμικού αρχείου γεμάτου κενά, διαγραφές και αποσιωπήσεις · και για τον εαυτό του μια γενεαλογία.
               Έτσι λοιπόν, σ’ αυτό το κείμενο, ο Ιωάννου τριγυρίζει και γυρίζει προς τα πίσω. Αρχίζει να περπατάει στη γειτονιά του, να ρωτάει, να παρατηρεί, να περνάει από δρόμο σε δρόμο, να ανασυστήνει τα παλιά κτίρια έτσι όπως θα ήταν όταν ζούσε ο ποιητής, να προσέχει τις τρύπες και τους πεσμένους σοβάδες στους τοίχους των σπιτιών και να σκέφτεται ποιες ιστορίες (και ποια Ιστορία) τα έχει έτσι σημαδέψει, να τον φαντάζεται να πηγαίνει στην ταβέρνα, να χαιρετάει τη γειτονιά (όπως περίπου κάνει και τώρα που τον αναζητεί ο ίδιος ο Ιωάννου), να τον εξεικονίζει όταν πια, στα τελευταία του, θα πρέπει να ήταν πολύ καταπονημένος και οι γείτονες από οίκτο τού πρόσφεραν ένα ποτήρι κρασί – αυτού, που κάποτε ευεργετούσε όσο μπορούσε τους γύρω του –, να σκέφτεται πώς θα έγινε το γιουρούσι στην περιουσία του ποιητή όταν πια είχε πεθάνει. Ακούει ιστορίες για «τον κύριο Ναπολέοντα» και τους κληρονόμους, που ξεπούλησαν τα υπάρχοντά του – «μια βδομάδα κουβαλούσαν τη βιβλιοθήκη του ... είχε αγανακτήσει η γειτονιά... Κανείς δεν ξέρει την τύχη της βιβλιοθήκης του». Και σκέφτεται τι θα συμβεί και στον ίδιο. Στο τέλος της αφήγησης, καθώς μας λέει «γνωστή πια η μοίρα του γείτονά μου [μα] η μοίρα του γείτονά του όμως άγνωστη», το «Ο κύριος Ναπολέων!» που τόσο πολύ έχουμε ακούσει σ’ αυτή την αφήγηση, ενώνεται με το «ο κύριος Κώστας!», κι οι δυο μαζί με το «ο κύριος Γιώργος!»: μ’ αυτό το τελευταίο θαυμαστικό κλείνει το κείμενο. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Κώνσταντίνος Καβάφης (σ΄εκείνον είναι το ξαφνικό κλείσιμο του ματιού), ο Γιώργος Ιωάννου! Στην εικόνα έτσι όπως τους θέλει η επίσημη εικονογραφία: να έχουν μείνει μόνοι τους, να έχουν απομείνει μόνο αυτοί· μα τώρα πια, τουλάχιστον σε τούτο το κείμενο, να είναι μαζί.
Απρίλη του 1984 πρωτοδημοσιεύεται «Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης», Φλεβάρη του ‘85 ο Ιωάννου έχει πεθάνει, από επιπλοκές μιας εγχείρισης ρουτίνας – η Αρλέτα θα κρατήσει για καιρό, και για μνήμη, το διαμέρισμά του στη Δεληγιάννη ανέγγιχτο, όπως το είχε αφήσει πριν φύγει για το νοσοκομείο, έτσι θα το φωτογραφίσει χρόνια μετά η Καθημερινή.
Ακολουθώντας μια εκφρασμένη του επιθυμία, οι εκδόσεις Κέδρος θα συμπεριλάβουν το αφήγημα για τον Λαπαθιώτη ως καταληκτικό κείμενο σε έναν μικρό τόμο που εκδίδεται λίγους μήνες μετά, τέλος ’85, με τίτλο Ο της φύσεως έρως. Εκεί και το έντονο και φιλολογικά διεκδικητικό κείμενο «Ο ερωτικός ποιητής Καβάφης», που είχε δημοσιευθεί με το ψευδώνυμο Παύλος Σιλεντάριος στο περιοδικό Αμφί, και τώρα πρώτη φορά έβγαινε με το όνομα του Ιωάννου, έστω και μετά θάνατον.
Αν στα παλαιότερα δοκίμιά του έχουμε συνηθίσει να βγαίνει μπροστά ο προσεκτικός φιλόλογος, σε αυτά τα κείμενα τη μέθοδο οργανώνει πια εμφανώς και ο ομοφυλόφιλος συγγραφέας, που βγάζει μπροστά το συναίσθημα, τη διαίσθηση και την ανάγκη για σύνδεση. «Ο γείτονάς μου...», υπ’ αυτή την έννοια, μοιάζει και ένα κείμενο ποιητικής, έστω και αναδρομικό.
Αξίζει να προσεχθεί για παράδειγμα πώς, μιλώντας για τον Λαπαθιώτη, ο Ιωάννου παίρνει όλες τις πληροφορίες μιας γειτονιάς – που συνήθως δεν είναι και πολύ υποστηρικτικές στη διαφορά –, τα κουτσομπολιά, τις μνήμες, τα μισόλογα, και μέσα από την προσωπική συμμετοχή και την προσωπική αφήγηση τη δική του, τα μεταμορφώνει. Από καταδικαστικές περιγραφές της ζωής ενός ομοφυλόφιλου, τώρα, στη γραφή ενός άλλου ομοφυλόφιλου συγγραφέα, αυτά γίνονται μέρος μιας νέας ιστορίας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το πόσο, σε τούτο το σύντομο κείμενο, ο Ιωάννου βρίσκει τον χώρο να βάλει πολλά πράγματα στη θέση τους, να δώσει πολλές πληροφορίες, να μιλήσει για τα ανέκδοτα ποιήματα του Λαπαθιώτη, να μιλήσει για την τύχη (και τον κατακερματισμό) των καταλοίπων του, να αναφέρει την προσωπική ζωή του, να μιλήσει για τον κύκλο του. Ασφαλώς δεν χρειάζεται να έχει κανείς «εκλεκτικές συγγένειες» με έναν συγγραφέα, για να μπορέσει να κάνει μια τέτοια έρευνα. Δεν χρειάζεται δηλαδή, θα πουν πολλοί, ένας ομοφυλόφιλος συγγραφέας που τριγυρίζει μια γειτονιά, για να μάθουμε την ιστορία ενός άλλου ομοφυλόφιλου συγγραφέα που υπήρξε, έστω και φαντασιακά, γείτονάς του.
Κι όμως, κάτι παραπάνω συμβαίνει μ’ αυτή την κίνηση. Με αυτή την εικόνα του ανθρώπου που ιχνηλατεί, ενός αφηγητή μιας ιστορίας που δεν έχει γραφτεί αν και τόσα έχουν γραφτεί, ενός ομοδιηγητικά επιθυμητικού flâneur μιας πόλης που άφησε μέσα της χώρο για τόση αντικανονική επιθυμία, τόσες κρυφές ζωές, τόσα μισόλογα, αυτό που συμβαίνει είναι να ενεργοποιείται, στην πράξη, ένα καινούριο αρχείο.
Δεν είναι, προφανώς, ένα αρχείο όπως το έχουμε συνηθίσει – έρχεται άλλωστε να συμπληρώσει ό,τι εξορισμού λείπει απ’ το επίσημο αρχείο. Καθώς η αντικανονική επιθυμία βγαίνει μπροστά, χαρακτηριστική μιας διάθεσης όχι μόνο για ταύτιση αλλά και για έρευνα (θυμάται ο Ιωάννου πώς πρωτασχολήθηκε με τον Λαπαθιώτη, «τρομοκρατημένος και τσαλαπατημένος, ζώντας μέσα στον εφιάλτη της Κατοχής και της άλλης καταπίεσης, να διαβάζω ό,τι έβρισκα μπροστά μου από τα κείμενά του»), αυτό που αναδύεται είναι μια ιστορία διαφορετική. Κι όσο κι αν μιλάει για ανθρώπους γνωστούς, τούτη η αφήγηση μοιάζει τόσο μ’ αυτές τις ιστορίες που έχουν πάντα να πουν όσες και όσοι έχουν κατά καιρούς προσπαθήσει να ανασύρουν από το πολιτισμικό αρχείο του παρελθόντος τις σκηνές και τα πρόσωπα εκείνα που δεν αντιπροσωπεύτηκαν στο «επίσημο», το «κανονικό» και το «νόμιμο» της κάθε εποχής, και άρα δεν πιάστηκαν εύκολα στα ραντάρ της επίσημης ιστορίας.
               Βρισκόμαστε εντελώς μέσα στο πλαίσιο αυτού που η αμερικανίδα κριτικός Αν Σβέκτοβιτς έχει ονομάσει «ένα αρχείο συναισθημάτων», ένα αρχείο ικανό δηλαδή να ανασύρει εμπειρίες, μνήμες και ταυτοτικές αναζητήσεις τις οποίες κατά κανόνα (και συχνά και κατά σύστημα) αποσιώπησε το επίσημο εθνικό πολιτισμικό/πολιτικό αρχείο.
«Η εστίασή στο τραύμα», λέει η Σβέτκοβιτς, «λειτουργεί ως σημείο εισόδου σε ένα τεράστιο αρχείο συναισθημάτων, των πολλών μορφών της αγάπης, της οργής, της οικειότητας, του πένθους, της ντροπής και τόσων άλλων, που συμμετέχουν στη ζωντάνια και τη δύναμη της queer κουλτούρας στις πολλές της εκφάνσεις. [... Γιατί] το τραύμα θέτει υπό δοκιμασία τις κοινές αντιλήψεις σχετικά με το τι συγκροτεί ένα αρχείο [...] το τραύμα ασκεί πίεση στις συμβατικές μορφές τεκμηρίωσης, αναπαράστασης και εορτασμού της μνήμης, δίνοντας έναυσμα σε νέα είδη έκφρασης, όπως είναι η μαρτυρία, και νέες μορφές μνημείων, τελετουργικών και αναπαραστάσεων που αναδεικνύουν συλλογικούς μάρτυρες και κοινά. Απαιτείται λοιπόν ένα ασυνήθιστο αρχείο του οποίου τα υλικά, επειδή υποδεικνύουν τον εφήμερο χαρακτήρα του τραύματος, είναι κι αυτά συχνά εφήμερα».
               Έτσι κάπως γυρίζει (από) πίσω και η παράσταση των bijoux de kant. Θυμίζοντας τις πολλαπλές και συχνά αντικανονικές εκδοχές του τραύματος, αλλά και πώς, γύρω, μαζί και μέσα από αυτό, δημιουργείται ένα αρχείο ανοιχτό, ευάλωττο, εφήμερο, αντικανονικό, ένα αρχείο συναισθημάτων. Εκεί που μπορεί να συνυπάρχει η Μπέλλου (στη φωνή της οποίας, επιτέλους, δεν ακούνε όλοι οι άνθρωποι μονάχα «δωρικότητα»· όπως ούτε κι όλοι μας, όταν ακούμε ρεμπέτικα, σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο τους αντρισμούς τους), ο εστέτ Θάνος Βελούδιος και η συλλογή του με φωτογραφίες γυμνών ανδρών (ένα Physique Pictorial στην Ελλάδα του ’50 που εκθέτει υποκουλτουρικές διαδρομές και αυτοεκτίθεται ως μονομανία), ο Λαπαθιώτης, ο Ιωάννου, η Αρλέτα και «το σπίτι μας».

              Ένα σκηνικό σαν λαϊκό πάλκο, κείμενα για την επιθυμία, τη διαφορά, τη μοναξιά, την απώλεια, τη διαπλοκή τους· λέξεις-υπονοούμενα αλλά και τραύμα που ξεκάθαρα θέλει να φτιάξει χώρο για να μοιράζεται· και συναίσθημα που θέλει, γυρίζοντας αντικανονικά πίσω, να ξαναπεί τις ανακατεμένες του συγγένειες και να ζητήσει – εδώ, σ’ αυτή τη σκηνή – οι επίμονες αυτές αισθηματικές γενεαλογίες να μετράνε για Ιστορία.

Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου διδάσκει από το 2004, καλύπτοντας επίσης τις θεματικές των πολιτισμικών σπουδών, της queer theory και των σπουδών φύλου. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το βιβλίο του "Σαν κι εμένα καμωμένοι": Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας. 

Monday, October 30, 2017

Επέτεια


Απόψε στ' όνειρο είχε γίνει ανακατάταξη στο πρώτο και δε μπορούσα να βγαλω άκρη με τους τάφους. Με αιφνιδίαζε κάθετί, κασελάκια με κόκκαλα βγαλμένα στη μέση των δρόμων ιερά, δαιδαλώδεις περίπατοι δεν έβγαζαν άκρη στο πριν χαρτογράφημα, από πουθενά, και οπωσδήποτε κάποιοι επιδειξίες συνείδησης, κόπρανα σκυλιών, αποτσίγαρα, μουλιασμένα φύλλα και κρανία, αξίες σταθερές, αναλλοίωτες, στο λαβυρινθώδες συναίσθημα του Μιχαήλ φόβου που γενναίος με τη ρομφαία του καιροπειρατούσε.
Η καρδιά μου έτρεμε μήπως τυχόν δε βρει τη θέση της μια ανθοδέσμη με πλαστικά λουλούδια που κρατούσα και όλο μαδιόταν, ώσπου απέμεινε ένα ροζ αληθινό γαρύφαλλο με ένα κλαδάκι μπέημπις μπρεθ στο χέρι. Μια όχι τόσο πεθαμένη γιαγιά ξαναζωντάνεψε, όταν μέσα στο μοιρολόι της είπαν ότι την προλαβε και πέθανε νωρίτερα μια πιο ξιπασμένη γριά και γύριζε πάνω κάτω στο νεκροθάλαμο σα ξεδοντιασμένη κουδουνίστρα, σκορπίζοντας στον αέρα την αποφορά ξαναζεσταμένης μωρουδίλας.
Με τα πολλά βρηκα τον τάφο της Αλίκης σε μια κατάσταση ακόμα ασύλητου μεγαλείου, κάπως σαν το τζάκι της οικογένειας Φον Τραπ, σε άβαφο καπλαμά σκηνικό από την Μελωδία της Ευτυχίας. Την ίδια ώρα που ξάπλωνε μια κοπέλα πάνω στον ύπνο της δίκαιης Λαμπέτη. Αναβοσβηνε μια μαρκίζα νέον ηθοποιών πάνω από το οστεοφυλάκιο καθρέπτη, δίπλα η Βλαχοπούλου χυπστερικά εκταφιασμένη ήθελε να χωθεί κι εκείνη στη διαβολοπαρέα.
Η Καρέζη πουθενά, μέσα σε μια πηγή δακρύων Κουν και Λογοθετίδης πρόχειρα σφιχταγκαλιασμένοι, τα μάρμαρά από τον τάφο σε πλάνα σήκουελ της τρελής σαραντάρας είχαν τωρα παραδοθεί για τη συντήρηση του τάφου του Φιλοποίμενος κι ωρίμαζαν πλέον σε στόφα γρανίτη λίγο πιο πάνω.
Έσκυψα το στηθαίο σε ένα εξώστη, που πώς στο καλό βρέθηκε και πάλι ανάμεσα στην ωραία μου κυρία κι εμένα, ορίζοντας σιγά σιγά γνώριμες αποστάσεις σε ένα πρότυπο μιζανπλας Ρωμαίου Ιουλιέτας κι απίθωσα το ροζ - φούξια πια γαρύφαλλο με το κλαράκι μπεημπις μπρεθ ανάμεσα στο αφρόντιστο καντήλι και μια ξεθωριασμένη φωτογραφία ενός άλλου θαυμαστή που τα χε καταφέρει ο κερατάς πριν από μένα.

Sunday, September 17, 2017

Θέληση



Τις μέρες καταπίνω ποιήματα
για να αντέχω·
τις νύχτες καταπίνω ποιήματα
για να κοιμάμαι·
έτσι σιγά σιγά σωπαίνω

Thursday, August 31, 2017

Ασυμφωνία χαρακτήρων


Σ' αυτό το τελευταίο όνειρο 
του καλοκαιριού
τόσο επιθετικά 
τα χειλικά φι 
τα οδοντικά θήτα
εξακολουθητικά
ρίμαζαν
το τρεχούμενο ρο
το στιγμιαίο,
άηχο κιόλας
κάπα.

Tuesday, August 29, 2017

Μικρές Λέξεις ΧΙII


Heads or tails
ανίσως
- αν ίσως
κι "επί πίνακι"
πάντα Σαλώμες
πάντα επτά πέπλα
πάντα κομμένα κεφάλια
εκεί και τότε
εδώ και τώρα
εδώ κι εκεί.
Στην εποχή μας
το ποίημα
πρέπει να έχει
και την επεξήγησή του
για να μη μας λένε
ποιητές εγκεφαλικούς
(Στη φώτο ο Καβάφης ως φτερού σε γελοιογραφία αθηναϊκής εφημερίδας)

Monday, July 10, 2017

Το δίλημμα


Κι αν στην Ιθάκη 
γύρισε ο Οιδίποδας;

Κι αν ο Οδυσσέας
επέστρεψε στη Θήβα;