Saturday, May 29, 2010

Άσπρο




Άσπρο και δεν μπορώ απόψε να κοιμηθώ
πρέπει πάλι να βρω την επαναληπτική πράξη
να μην προσπεράσει η νύχτα
να βρω τη μηχανική
το αντικείμενο εκείνο της πραγματικότητας που θα με κάνει να ξεχάσω
πρέπει να βρω, τη μηχανή
για να επαληθεύσω σε έργα την ακατάβλητη τούτη σιγή μέσα στο σπίτι
τη νύχτα
το σκοτάδι
τα δωμάτια
όλα
ένα - ένα
μία - μία
τις λέξεις
καθώς απομονώνω σπλάχνα τα εξαρτήματα
και ξεζουμίζω ηλεκτρισμένα τα κίτρινα φώτα
ξεκλέβοντας μόλις εντυπώσεις γυμνά καλώδια
στην ίδια καθημερινή απέλπιδα προσπάθεια που καταβάλλει το σώμα
ανήμπορο ύστερα από κάμποση τιναγμένη ασφάλεια
βράδυ πρωί
σ'ατέλειωτα δωμάτια
να ξαναρχίσει πάλι επιτέλους εδώ ζωή
μέσα να φεγγίζει
να μη χτυπάνε άλλο επαναληπτικά πινακίδες νέον στους τοίχους
κι οι δρόμοι έξω να χάνονται αδιέξοδα
όσο κοιτάω μέσα από την κουρτίνα
προσμένοντας να φανεί αντιφέγγισμα
από την άλλη, on / off η πλευρά
φως του φωτός στο πρώτο πρωινό
ελέυθερο και λυτρωμένο παράθυρο
μα όπως μπερδεύω έτσι τη φαντασία και την πραγματικότητα
βρίσκω το μόνο δρόμο στον οποίο δε θα πάψω νομίζω ποτέ των ποτών μου να καταφεύγω
("κι εσείς, δεσποινίς Κάθρην, τι κάνατε εσείς τότε;")
κι ίσως αυτό πιό πολύ να συμβαίνει γιατί δεν καταλαβαίνω διαφορετικά
πώς γίνεται και σκάει ίσα - ίσα στο δωμάτιο ετούτο το ανέσπερο ξαφνικά
μη το μπερδεύεις, δε θέλω να πω πλανήτης ήλιος
άλλος πλάνητας θέλω να πω
γιατί απομένει αδιευκρίνιστη η ώρα που χάνεσαι απ'την πραγματικότητα στον ύπνο
κι ύστερα πάλι γίνεσαι πρωί, μια λέξη που ποτέ δε έχω καταφέρει να προφέρω εντελώς
όσο κι αν θέλω μια απλή μετάβαση
όσο κι αν θέλω να χαλιναγωγήσω την έξι ετούτη σε λέξη
ποιός είναι όμως ο νόμος που κατοχυρώνει έτσι αδικαιολόγητο το πείσμα
να εγκλωβίσει χρόνο από μάταιο κανείς
να μεταθέσει πραγματικό αμετάθετο
εδώ και ώρα
εδώ και τώρα
έτσι
ασύμφωνα
μεσα στα σύμφωνα
σιωπηλά
κι αν πάλι τα καταφέρνει χωρίς αιτία επανάστασης
τι σημασιά το φωνήεν θα έχει
- για να το λένε έτσι, δε θα υπάρχει πραγματικό το μάταιο,
γιατί λοιπόν επιμένω, τι ζητάω ανεξάντλητο να πιάσω το φως
σε πράγματα και κινήσεις του σώματος
έστω τον πόντο
έστω στο φθόγγο
να εγκλωβίσω ό,τι
κατά βάθος φαίνεται
αρκετό
πάντα
εδώ
τώρα
ολόκληρο
κάθε μέρα
περισσότερο
επαναληπτικό
ανεπανάληπτο
ανάμεσα στο άψε και στο σβήσε
καθώς δύο μονάχα σαφείς επιφάνειες σκοτώνονται να διαμοιράσουν
λαμπερή η μία το πρωί και σκοτεινή η άλλη
ό,τι μπορέσει μονάχα στιγμιαία να φυλάξει
σε τέτοιες φωτομετρήσεις από σκοτάδι

Υ.Γ. Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν φέτος ξημερώνοντας του αγίου πνεύματος και λέγονται Εν είδει περιστεράς 1, 2, 3

Thursday, May 27, 2010

Αίνιγμα


ποιό συμβάν
άκρως ανθρώπινο
και πραγματικό
διαμείβεται ανάμεσα
στο παρήγορο και το απατηλό
και κρύβεται στη φράση
"τίποτα από όσα λες να κάνεις
ίσως να μην ισχύει";

Wednesday, May 26, 2010

Σπίρτα


Πες μου, πες μου, οι τελευταίες πράξεις είναι από νύχτα; Παράξενο κι αλλόκοτο και τούτο ακόμα το πείσμα σου: μέσα στη νύχτα να ψάχνεις απαντήσεις στο σκοτάδι. Δεν έχουμε χρόνο όταν κοιμόμαστε, στο χω πει χίλιες μία φορές, δεν εννοείς να με καταλάβεις. Μα αδιευκρίνιστα έχω διατυπωμένες τις ερωτήσεις μου γι' αυτό τα χαμένα σκουντάω και στο σκοτάδι. Τέτοια ώρα σε τέτοια λόγια όλοι αλλάζουν πλευρό, τον ψόφιο κάνουν κοριό, κοιμούνται πάνω σε ένα στρώμα σκοτάδι, τι θες; Ακόμα κι ο εαυτός σου, ακόμα και το μυαλό σου, ακόμα και οι αισθήσεις σου - εκτός ίσως από την όραση που αν επιμένει μπορεί κάπως αυθαίρετα να ονειρεύεσαι. Γιατί επιμένεις να μην κλείνεις τα μάτια; Θέλεις να ξημερώσει, να δεις σκοτωμένο το σκοτάδι σου; Δε με λυπάσαι; Δε νιώθεις ότι δε μπορώ να σε υποστηρίξω πιά έτσι τυφλό στ' αυτιά, το νου και τα μάτια; Κι εσύ, παι, κοίμιζέ με. Δεν είμαι παιδί, να σε κοιμίζω, ρε ματάκια μου, λέμε, είμαι σκοτάδι. Η σιωπή της νύχτας είναι ένας εκκωφαντικός θόρυβος, ανεξάντλητες κραυγές, είδα εφιάλτες, όχι τώρα, από παλιά, επιτέλους, μη με ξυπνάς, άσε να ξημερώσει. Γι' αυτό σε σκουντάω, όχι για ν' αλλάζεις πλευρό, μην κοιμάσαι, δεν μπορώ να σε βλέπω στα όνειρα, ξύπνα. Να κοιμηθούμε μαζί. Τώρα. Να μη μένει ανέπαφη μεταξύ μας η νύχτα. Πριν ξημερώσει.

Monday, May 17, 2010

Κατά τη θάλασσα


Μπορεί να είμαι τελείως λάθος, το ξέρω, μπορεί να είμαι υβριστής, αλλά ποτέ δεν αγάπησα τη θάλασσα. Ποτέ δεν την λαχτάρησα, ποτέ δεν ένιωσα για κείνη έστω παραμικρό κι αόριστο πόθο, να το ξέρεις. Μονάχα εκεί κατά το Σεπτέμβρη με πιάνει κάτι κάποτε λυσσασμένο να βουτήξω φευγαλέα μέσα της, μην πει μάλλον (ξένος) κανείς πώς πήγε χαμένο άλλο ένα θερμό μεταξύ μας επεισόδιο και τούτο το καλοκαίρι. Έτσι ακόμα μια φορά μετανοώ (ο υποταχτικός) όπως πηγαίνω με τα νερά της.

Στο κολυμβητήριο στην ηλικία των πέντε χρειάστηκε να διασχίσω μια πισίνα απέναντι. Με αδύναμο και λαχανιασμένο κορμάκι κολύμπησα διαγώνια την ορισμένη απόσταση, ενώ απεγνωσμένα και πανικόβλητα ζητούσα να πατήσω από την πρώτη κιόλας στιγμή που εγκατέλειψα τον αναβατήρα πίσω στο πλακάκι που στάζει. Τότε πρώτη φορά κατάλαβα τί θα πει νοσταλγία. Ακόμα κι όταν έμεινα σε νησί, το σπίτι κοίταζε στο λοφίσκο το εκκλησάκι του προφήτη απέναντι κι έτσι είχα συνειδητά γυρισμένη στη θάλασσα την ιδρωμένη μου πλάτη. Η μάνα μου έβριζε που απαρνήθηκα τη μισή μου καταγωγή μα και τώρα το ίδιο θα έκανα πάλι. Το ερώτημα εδώ είναι: πώς γίνεσαι χωρίς νοσταλγία;

Γιατί με τρομάζει, με πνίγει τούτη η θάλασσα, με αγριεύει, με φοβίζει. Τα φύκια της που μπλέκουν ανατριχίλα στα πόδια μου, τα ψύχραιμα ψάρια της, αχόρταγα, άδεια σχεδόν από αίμα, τα αφρισμένα πίσω από τη φουσκωμένη βενζινάκατο νερά της, σχεδόν αίμα γεμάτα αυτά, ο φαγωμένος άγγλος στρατιώτης στον Πόρφυρα του Σολωμού -να δούμε ποιός, να δούμε ποίος θα φαγωθεί- , τα ιστιοφόρα που κλυδωνίζονται ερήμην μας στης Ύδρας το λιμάνι, τα πυροδοτημένα σαγόνια του ψεύτικου καρχαρία στις ταινίες του Hollywood, οι βρώμικες μοκέττες στις καμπίνες, ζευγάρια σε παραγεμισμένα sleeping bags κοιμούνται μαζί για να πάνε ένα στριμωγμένο διήμερο διακοπές, οι αεροπορικές θέσεις - άκου σε πλοίο θέσεις αεροπορικές...- , το μπογιατισμένο κατάστρωμα, η θέα κάτω, το πιό βαθύ μπλε καθώς γίνεται σχεδόν μαύρο, ο ουρανός που στρέφω το βλέμμα και κοιτάω απαράλλαχτα παιδάκι χαμένο σε μια πισίνα το κουτό, μην πνίγεσαι λένε σε μια κουταλιά νερό, ολόκληρα καράβια άνθρωποι πριν γίνουν ναυάγια, η εμετική ναυτία, εσύ που με είδες να περιμένω στο λιμάνι, εγώ που σε έβλεπα να φεύγεις κι ύστερα από έναν χρόνο διαπίστωσα πως ήτανε για πάντα, ολόκληρα καράβια άνθρωποι που γίνονται παλιοσιδερικά, σκουριασμένη άρμη στα κόκκαλα, το ανέξοδο πήγαινέλα στα κύματα, το ζευγαρωμένο ρήμα "ναπεριμένωκουράστηκα" που αν δεν το χωρίσεις λέξη λέξη κι αυτό νόημα δε βγάζει.

Όλη αυτή η τυραννική επαναληπτικότητα, ένα ατέλειωτο βασανιστήριο που θα πρέπει να ρθει για να ξανάρθει και να λες χαρούμενος και ηλιόλουστος την άλλη ζευγαρωτή λέξη, τη λέξη "καλοκαίρι" και κυρίως που πρέπει όλο τούτο το μαρτύριο πάνω κάτω μέσα κι έξω στο νερό να το αποδεχτώ, σα στοιχείο φυσικό που πρέπει να σεβαστώ, σα δικαίωμα αναφαίρετο που έχει η θάλασσα να με θυμώνει. Το πείσμα και τα αλλοπρόσαλλα καπρίτσια. Οι αμφιβολίες κι οι κατευθύνσεις κάθε φορά που αλλάζει γνώμη η βασιλεύουσα. Όταν γίνεται αναγκαστικά γοργόνα, γυναίκα, ελληνίδα, αδελφή ενός προπάτορα Αλέξανδρου μέγα στρατηλάτη, αινιγματική όσο περισσότερο της λέω "δε σε ξέρω, μωρή σκύλα" κι όσο πρέπει να της απαντώ ότι ζει όποιος τυχάρπαστος της έρχεται να ρωτάει. Κυρίως όταν η απάντηση είναι "ναι, επιζώ , περιμένω αμετανόητος πάντα στο ίδιο λιμάνι".

Που έγινε στίχος στα χείλια μιας γυναίκας δεσποτικής, που κρατάει για όποιον επιστρέφει πάντα το διπλό της πελέκι. Που έγινε ξηλωμένο πανί στα χέρια της άλλης, μιας γυναίκας πιστής που ξεβγάλθηκε να περιμένει. Που κατά το Σεφέρη είναι ανεξάντλητη, που κατά τον Ελύτη μια μέρα θα μαζευτούν με άλλες, όμοιες θάλασσες, να εκδικηθούν μαζί, που είναι πλατιά και μπορεί να μας παραπλανά ακόμα και με τα κοκκοράκια της Βουγιουκλάκη. Το δισυπόστατο που με αφοπλίζει, το αβέβαιο που ξεγλιστράει, μυριάδες κόκκοι αφανέρωτο αλάτι το κομμένο κέφαλι του περίλαμπρου κολοσσού κουράστηκε το θαυμάσιο άγαλμα τόσο καιρό να παριστάνει, ξέσπασε, έπεσε μέσα, χάθηκε για πάντα σε μια τρύπα θαλασσινό νερό, όπως χάνονται εξάλλου όλα τα θαύματα του κόσμου, μικρά και μεγάλα.

Και να, εγώ που άμα πιώ μπορεί να μου ξεράνει τα πνευμόνια, ετούτο το νερό έχει καταπιεί τα πάντα, μπορεί να μου κάνει βράγχια τα σωθικά, μπορεί να με εξομοιώσει με το πρώτο ηλίθιο μαλάκιο ή το πιό ξεχασιάρικο ψάρι, εμένα που δεν θέλω να γίνω με κανέναν τρόπο ένας ακόμα δικός της, δικός σου, δικός μου εφοπλιστής. Η απέχθεια προς αυτή τη θάλασσα είναι ένας μόνιμος κίνδυνος τελικά τόσο πραγματικός που τις εκφράσεις "από της καρδιάς μου" και "από της ψυχής μου τα βάθη" τις έχω ναρκοθετήσει.

Με ήξερες αλλά τώρα λιγάκι περισσότερο θα καταλαβαίνεις. Περιμένω. Πάρε επιτέλους από τα μάτια μου ολόκληρη τούτη τη θάλασσα.

Friday, May 14, 2010

Τζάμπα



Μες στων ματιών σου τις γαλάζιες θάλασσες πόσα καράβια μ' όνειρα δε χάλασες, καράβια που σκοπό τους είχαν βάλει ν' αράξουν στης αγάπης το λιμάνι. Στα γαλανά σου μάτια τα παμπόνηρα τα πιό τρελά, τα πιό γλυκά μου όνειρα βουλιάξαν σα βαρκούλες στο σκοτάδι μιας βραδιάς γιατί χτυπήσανε στο βράχο της μικρούλας σου καρδιάς. Τέτοια μάτια γαλανά σαν το πέλαγο μεγάλα, σαν τον ήλιο φωτεινά δεν είδα άλλα, δεν είδα άλλα, στη ζωή δε βρήκα πουθενά...

Monday, May 10, 2010

O (Eθνικός) Υπάλληλος


Ο ανώτατος Υπάλληλος κύριος Ολυμπιάδης ψάχνει τρόπο να ζητήσει αύξηση του μισθού του από τον τότε «πρωθυπουργό» (αντιβασιλέα του Όθωνα). Και για επιχείρημα, τού ’ρχεται η φαεινή ιδέα: «Δευτέρα με Δευτέρα οκτώ μέρες, και Δευτέρα 16 και Δευτέρα 24 και Δευτέρα 32. Γιατί λοιπόν τις τέσσερις εβδομάδες μας τις περνούν για τριάντα ημέρες, ενώ είναι κανονικά 32; Δύο ημέρες περιπλέον είναι 33 δραχμαί και 33 λεπτά…». Κι από κει και πέρα σε διαδοχικά καρέ ξεδιπλώνεται ο μηχανισμός της διαφθοράς γύρω από την καρέκλα του Σύμβουλου Διευθυντή κύριου Ολυμπιάδη.

Σκηνοθεσία: Κυριακή Σπανού
Σκηνικά- Κοστούμια : Ολυμπία Σιδερίδου
Μουσική: Κώστας Βόμβολος
Χορογραφία: Κωνσταντίνα Μικρούτσικου
Φωτισμοί: Δήμητρα Αλουτζανίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Φαίη Πανουσοπούλου
ΠΑΙΖΟΥΝ : Αντώνης Γκρίτσης, Στάθης Μαντζώρος, Χάρης Φλέουρας

Παραστάσεις: Δευτέρα - Τρίτη - Τετάρτη στις 21.15 έως 31 Μαΐου
Εισιτήρια: 18 € & 12€ (μειωμένο / φοιτητικό)
Διάρκεια: 01.30
Κρατήσεις: 210 -3422001

Monday, April 26, 2010

Sebastian



Έτσι όπως μαζεύω ουρανό όσο φτάνει το μάτι απόγευμα πιά Κυριακής μέσα στην πόλη άνοιξη προχωρημένη πάνω σε πρόσωπα κουρασμένα από κτήρια γυάλινα, σκέφτομαι δε γίνεται βέβαια να πέσει να μας πλακώσει ολόκληρο τούτο το μπλε στερέωμα, αλλά μήπως θα μπορούσαμε να επιτύχουμε κάτι με ετούτα τάχα τα τζάμια; Αν ράγιζαν, αν μας πετύχαιναν κυρίως στα πρόσωπα έτσι όπως πάμε αμέριμνοι, αδιάφοροι, καμαρωτοί και γυάλινοι σχεδόν καθώς τα κτήρια σε τούτο το βιβλικό τοπίο μιας φανταστικής αστικής καταστροφής μήπως θα καταφέρναμε αλήθεια επιτέλους τότε να γίνουμε έστω και μεις έτσι ραγισμένοι τα πιό κόκκινα που ποθήσαμε ποτέ τριαντάφυλλα;

Monday, April 19, 2010

Μικρές λέξεις Ι - κατηγορούμενο



Εγώ: προσωπικά ανέφικτη αντωνυμία
και δίπλα το ρήμα είμαι, ύπαρξης σημαντικό
όσο το αγνοούμενο κατηγορείται, μπορεί
κι έτσι να κερδίζει αυτάρκεια η πρόταση

Saturday, April 17, 2010

Μικρές εικόνες ΧΙ - ανάποδα



Λες να φταίει αυτό; Πόσες ευθύνες μπορεί να αποδώσει κανείς αλήθεια σε ένα τόσο προσωπικό παιχνίδι; Το πλήρωμα του χρόνου που έρχεται είναι η αθωότητα που απαρνιέμαι; - μήπως πρέπει να γίνει κατάφαση το ερωτηματικό, ίσως τελεία και παύλα; - Κοίτα παράδειγμα, αυτό που κάποτε έπαιζα στο ford escort του πατέρα, μου έδινε τόση χαρά, σήμερα όμως καθώς φεύγει το λεωφορείο μπροστά, εγώ ανάποδα καθισμένος, στο πίσω τζάμι κοιτάζοντας τον ίδιο δρόμο πίσω, να φεύγει, χάνομαι μέσα σε τούτο το σκάφανδρο, με φέρνει πόσα χρόνια πίσω, μπροστά, και νομίζω πρώτη φορά δε μου αρέσει η Πάρνηθα σε τούτο το κάδρο που όσο απομακρύνεται μεγαλώνει

Wednesday, April 14, 2010

Λαγούμι


Υπάρχει ένα μέρος πιό κρυφό κι απ' την παραμικρή σου περίσκεψη. Εμένα τελευταία με πηγαίνει στη λέξη "λαγούμι" να σταθώ για ό,τι οι άλλοι καταφεύγουν στη λέξη "αγάπη". Τους δικαιολογώ την φιλότιμη προσπάθεια γιατί κατά την ταπεινή μου πεποίθηση να ορίσουν επιχειρούν με μια λέξη το πλέον ανύπαρκτο.

Ωστόσο ό,τι κι αν έχεις σπουδάσει, όσα κι αν έχεις μάθει με πάσα λεπτομέρεια, με πάσα επιμέλεια ακριβείας όσο κι αν έχεις ψάξει στα λεξικά, την περισσότερη προσοχή που μπορεί να επιδείξει ο πιό καλός των αρίστων μαθητής αν έχεις επιδείξει κι εσύ μέσα σε μια ολόκληρη ζωή μαθητείας, θα έχεις καταλάβει πιά ότι μένεις πάντα μόνος και ξένος, ανέγγιχτος κι αδιάβαστος κάθε φορά να προχωράς πέρα μακριά σε ένα πιό καινούργιο σκοτάδι από κάθετι και προπαντός καθέναν που κουβαλάς πηχτό και πηγαίο μες την καλοσχηματισμένη κι ευέλικτη παρ' όλα τούτα τα συμπράκαλα ραχοκοκκαλιά σου.

Ίσως γιατί το πιό ανθρώπινο και ζωντανό αίμα τελικά δεν μπορείς να το δεις παρά μόνο σε μια στιγμή αποχωρισμού, σε μια αναμέτρηση θανάτου, δεν μπορείς να το γλείψεις παρά μόνο αν έχεις ζούρλα να ξύνεις πεισματικά πάνω κάτω το κορμί στην ίδια οξύθυμη επιφάνεια μέχρι ν' ανοίξει η τρύπα η αγαπημένη που σου λέω.

Αλλιώς δε γίνεσαι, δεν μπορείς μ' άλλον τρόπο εκεί στα βαθιά να μην απογοητεύεσαι, διαφορετικά δεν μπορείς να βρεις κανένα αναφαίρετο μέσα σου δικαίωμα θα λέγαμε στο απροσμέτρητο τούτο χάος της ταχυκαρδίας, αφού όλα μα όλα και όλοι μα όλοι μπορούν με ακρίβεια ταχυδακτυλουργού να σε εξαφανίσουν είτε να εξαφανιστούν για να σου αποδείξουν εκ των υστέρων τετραγωνικά, στην άλλη άκρη του τούνελ, την αντίθετη οπτική.

Να σε ξετρυπώσουν, να σε βρουν και να σου πουν, τότε μάλιστα και σχεδόν εμπεριστατωμένα, ότι ο χρόνος θεραπεύει άσκοπα όλο το ξοδεμένο αίμα και το αλαφιασμένο τρέξιμο σου μακριά εκείνοι να το χαρακτηρίσουν με λόγια επιθετικά τρέξιμο πανικόβλητο και θεοσκοτωμένο κι εσύ με την ίδια ευκολία στον εαυτό σου τότε να αρνηθείς τον περιπλανώμενο φοβισμένο λαγό χωμένο για την ώρα στην πιό σκαμμένη σου τρύπα.

Monday, April 12, 2010

Ορθογραφία



Ημέρα.
Ίμερος.
Χίμαιρα.
Μία και σήμερα
λέξη:
Μόνος.

Thursday, April 08, 2010

Κραυγή



- Η περιπλάνηση είναι ο δρόμος. Το ίδιο και η πλάνη;

- Όταν σκεφτείς μια λέξη, πρόφερέ την κιόλας, να δεις, αντέχει ο ήχος μέσα στο σώμα σου; Τί συμβαίνει; Παρατήρησε... δες, πώς η λέξη αυτή επηρεάζει το χώρο έξω. Όταν ακούς τη λέξη μέσα σου να σέβεσαι τον εαυτό σου και τον κόσμο. Να προσέχεις αυτό που ακούς. Να ακούς αυτό που προσέχεις. Να γράφεις. Να ηχείς. Να μιλάς. Να μη σε νοιάζει μέχρι πού θ' ακουστεί ο λόγος. Να προσεύχεσαι. Να παρακαλάς μέσα από συλλάβες όποιος καταφέρει ν' ακούσει να μοιραστεί τη σιωπηρή σου διαμαρτυρία. Αλλιώς μη μιλάς.

Wednesday, April 07, 2010

Μέτρημα


Κάποτε πάλι στην ανάμνηση των έργων σου παραδομένος είπες
δεν είμαι νοσταλγός από ρομαντισμό, κρυώνω είπες,
πονάω, θυμάμαι είπες και τρέμω
άρχισες τότε ν'απαριθμείς περαστικά χείλια, μάτια, δάχτυλα,
χέρια, γόνατα, πέλματα, ρώγες, αυχένες, ονόματα, ουλές
τι σημασία έχει να θυμάσαι, μ' έχασα για λογαριασμό σου

Tuesday, April 06, 2010

Μικρές εικόνες Χ - Η λάμπα


Αναβοσβήνω ελεύθερα, ακατάσχετα σχεδόν
στους δρόμους περνούν άνθρωποι τη φωτιά μου ζητούν
απέναντι τότε πουλιά παίρνουν κατά τον ουρανό διαβατήριο
και μέσα στ' αστέρια τα πρωινά μαζί τους κι εγώ σβήνω

Δευτέρα απουσία


και είπεν Ιησούς ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω
και Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη
έλεγον προς εαυτάς τις αποκυλήσει ημιν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου
και λέγω κι εγώ ποιά συγγένεια δένει τούτες τις πέτρες
ν' αναστηθείς κοίτα κι εσύ
αλλιώς τα "Χριστός ανέστη" μια ψευδορκία είναι
επί ματαίω μες την Ανάσταση
κι ο παραβάτης απ΄ τον άγγελο θα τιμωρηθεί
σ' αυτή τη ζωή γιατί δεύτερη σάματις να μην έχει

Monday, April 05, 2010

Ανά - σταση


Εργοστάσιο η μεγάλη παρασκευή:
παράγει το χώμα
στραγγίζει το σύννεφο
γεμίζουν οι ψιχάλες
και τότε λένε ορίστε ανάστηθι, άνθρωπος
όμως εμένα δε μου αρέσουν οι προθέσεις μπροστά απ' τις λέξεις τους
Οι προθέσεις είναι λέξεις. Σκέτες. Μόνες τους.
Ανά και στάση σκέτες λοιπόν
όσο για το αν στη λέξη "άνθρωπος"
μεγάλη απορία, ακόμα ετυμολογείται.

Friday, April 02, 2010

(Εθιμο)τυπική διαδικασία




Ανθρωποι σταυρώνουν/ σταυρώνονται από/ για αγάπη όταν άνθρωποι αγαπούν γενικώς και αορίστως. Κατά τ' αλλα δεν κλαίει, δε ματώνει κανείς σε αυτή την συνομωσία. Πάρτε παράδειγμα των ημερών μας τα εθιμοτυπικά για να μη μιλήσουμε για καθημερινότητα και αποδώσουμε κάπου τις πραγματικές μας ευθύνες. Άγιες μέρες είναι αυτές, στο βάθος ψησταριά εξάλλου κι ο κήπος, προσκομίζουν αυτό που λέμε αορίστως πως νεκρανάσταση, θα μαζευτούμε να φάμε το βράδυ του βεγγαλικού Σαββάτου ή το αργότερο το μεσημέρι της λαίμαργης Κυριακής τη γευστική τη μαγειρίτσα με μια βεβαιότητα ότι συμβαίνει ξαφνικά από μόνο του το μούρλια και το θαύμα - ον έστι μεθερμηνευόμενον πρέπει να το καταβροχθίσω, θα πιούμε και κανά δυό παραπάνω ποτηράκια κρασί για την καλή παρέα - στην υγειά σας, ρε παιδιά!- και θα πιστέψουμε ότι αυτό είναι, μύρισε από φυσικού της αρκετά το φυτό πασχαλιά στην αυλή μας τσίκνα και φέτος, άρα δε χρειάζεται κανένας να το ποτίσει παραπάνω καπνό. Αρκετά! - Όμως αυτός ο ξύλινος γιατί ακόμα επιμένει, την καρδιά μας σταυρώνει; Και λέει θα φάει ο ένας τ' αλλουνού τα σωθικά; Τι γελοίος, μ΄εκείνες τις αυτοσχέδιες γιρλάντες στο κεφάλι του, πόση ανοησία! Ταιριάζουν, καλέ μου, τ' αγκάθια με τις βιολέτες; Άστον παράμερα τον τσαρλατάνο, τον τρελό, τον ... Μεσσία, νίψε τας χείρας μας για να χαρούμε αυτές τις μέρες με τις ευχάριστες παρέες μας, τις λαμπερές με τις λαμπάδες τους που άναψαν ξαφνικά και δεν πρόκαμαν ακόμα καλά καλά τις ψυχές μας στον Άδη τους να προϋπαντήσουν. Άσχετο που ημέρες πέντε δεν είναι που "ευλογημένος ο ερχόμενος" στην υποδοχή τους μέσα σε δάφνες και σε φοίνικες είπαμε, αγαπάτε αλλήλους, δόξα τω θεω άσε να φωνάζουν, τι πειράζει, την παραπάνω πίστη τάχα του αγύρτη ζητούν; Ας επαναπαφθούμε λοιπόν σε ετούτα τα κλαδιά που μας έστρωσαν και δε πα να' ναι κι ο επιτάφιός μας. Έτσι, όπως - όπως, ακίνδυνα να περάσει κι ετούτη η βδομάδα, η πιό μεγάλη. Κράταγε κι η Κασσάνδρα λαμπάδες βέβαια στο καλωσόρισμα μα πού τη θυμήθηκες τώρα κι αυτήν την ειδωλολάτρισσα, τέτοιες άγιες μέρες δε συμφέρει να μετράς παρά μόνο στη σούβλα που γυρίζει τα κομμένα κεφάλια. Κι αφού ένα ζωγραφισμένο κομμάτι ξύλο μα την πίστη μας φτάνει για να προσκυνήσεις στις μέρες μας τον ίδιο τον εσταυρωμένο Χριστό, εσένα τι σε κόφτει που κάποιος γενικώς και αορίστως μπορεί με την ασύστολη πάρτη μας να κλαίει και να ματώνει;

Thursday, April 01, 2010

Απρίλης


Η λέξη Απρίλης μου αρέσει,
θυμίζει κάτι ταυτόχρονα από Έλιοτ και Σολωμό
Η λέξη Αγάπη με φοβίζει,
θυμίζει κάτι ταυτόχρονα από Ιούδα και Χριστό
Μην πεις λοιπόν είναι η λέξη Αγάπη λέξη γλυκερή,
σταυρώνεται, σταυρώνει, μια διαδικασία παντοτινή
κι αν κάποιος δεν κατάλαβε εμένα τον τρελό τι να πειράξει
είναι που φέτος πρώτη του ψεύτη συνέπεσε με τη Μεγάλη γιορτή.

Wednesday, March 31, 2010

Μικρές εικόνες IX - ο ληστής


Κάποια στιγμή
στην ανάγκη με χέρια διάπλατα καθηλωμένος θυμάμαι
ότι υπάρχει κάπου κοντά μου ο θεός και τότε κυρίως
μου φαίνεται μεγάλη σαν βδομάδα τούτη η στιγμή
και ολόκληρος γολγοθάς ο γύρω μας τόπος
και φτωχός εγώ ενώ είσαι το ίδιο δίπλα μου σταυρωμένος κι εσύ
επειδή θέλω απεγνωσμένα όμως δεν μπορώ με καμία δύναμη,
Χριστέ μου, να σ' αγκαλιάσω.

Tuesday, March 30, 2010

Αναβατήρας


Η Μεγάλη Τρίτη δεν είναι μέρα σαν τις άλλες
η Μεγάλη Τρίτη δεν είναι καν ημέρα δημιουργίας ή οργής
η Μεγάλη Τρίτη είναι μια στιγμή,
η στιγμή της δεδικαιωμένης πτώσης, της αμαρτίας