Tuesday, October 19, 2010

Ακάθιστο Requiem για την ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα


Στις 21 και 23 Οκτωβρίου 2010 το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης θα παρουσιάσει το έργο του συνθέτη Φίλιππου Τσαλαχούρη Ακάθιστο Requiem για την ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, opus 48. Η παρουσίαση του Requiem θα γίνει στα πλαίσια της έκθεσης Τέχνης Πολιτική που εγκαινιάστηκε στο ΕΜΣΤ στις 13 Οκτωβρίου.


Το Ακάθιστο Requiem ολοκληρώθηκε ως ιδέα τον Ιανουάριο του 2005 και πρωτοπαρουσιάστηκε τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου στο Μουσείο Μπενάκη. Η εκτέλεσή του απαιτεί από τους συντελεστές και τους ακροατές να στέκονται όρθιοι σε έναν ενιαίο χώρο ώστε τα μέρη να εκτελούνται διαδοχικά ανάμεσά τους. Η διάρκεια του έργου είναι σαράντα λεπτά. Ένα φλάουτο, ηθοποιοί, μία χορεύτρια, μία ζωγράφος, ένα βιολί και χορωδία συμπράττουν με σκοπό να παρασύρουν τους ακροατές-θεατές στη σκιά της ποιητικής προτομής της Άννας Αχμάτοβα που κατά την επιθυμία της, όπως διατυπώθηκε τραγικά στο ποίημα Ρέκβιεμ, θα πρέπει να στηθεί «…εκεί που στεκόταν ώρες ορθή…» και όχι σε μια πλατεία με τον καθιερωμένο τρόπο.


Στο Ακάθιστο Ρέκβιεμ συμμετέχουν οι ηθοποιοί Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, Νίκος Νίκας, Ευανθία Κουρμούλη, Μαρία Μητροπούλου, Αντώνης Γκρίτσης, Μπρανίδου Μαρία, Κυβεντίδου Μικαέλα, Έφη Μουγκαράκη, Εβελίνα Αραπίδου κ.α. η χορεύτρια Μαρίζα Τσίγκα, η ζωγράφος Λίλα Μαραγκουδάκη, η μέτζο σοπράνο Ευγενία Καλοφώνου, η βιολονίστα Γκαλίνα Μπρατούσκα, ο ακορντεονίστας Τάσος Μαυρολάμπαδος και η Χορωδία Opus Femina του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Κορινθίων. Το video-art υπογράφει η εικαστικός Ρένα Τσαγγαίου και την επιμέλεια των ήχων ο Γιώργης Σακελλαρίου.


Ο συνθέτης του έργου Φίλιππος Τσαλαχούρης έχει παρουσιάσει στο ΕΜΣΤ την όπερα του Πούσκιν τον Ιανουάριο του 2003 με μεγάλη επιτυχία. Τον Δεκέμβριο του 2008 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και θεωρείται σήμερα ένας από τους πολυγραφότερους και πλέον δραστήριους συνθέτες της γενιάς του.


www.tsalahouris.net

Ώρες παραστάσεων:

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου: 20.00,

Σάββατο 23 Οκτωβρίου: 19.00 & 21.00


H είσοδος είναι ελεύθερη.

Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.


Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Κτίριο Ωδείου Αθηνών, Βασ. Γεωργίου Β’ 17 -19 & Ρηγίλλης, Αθήνα, 10675

Τηλέφωνα: 210 92.42.111 – 3, Fax: 210 92.45.200, protocol@emst.gr, pressoffice@emst.gr

www.emst.gr

http://fixit-emst.blogspot.com

Friday, October 15, 2010

Με τη βοήθειά σας



Διαλέγω τρία χρώματα: Άσπρο, γαλανό και γκρίζο. Αδυνατώ να προσδιορίσω ακριβή τονικότητα. Είμαι υπόλογος επειδή πάσχει το προς αναμετάδοση αίτημα στην καρδιά σας. Αναφέρομαι πάντως σε ουρανό, επομένως χρειάζομαι κάθε αυτοσχεδιασμό σας. Το απόγευμα κοίταζα στην πλευρά όπου δεν έδυε ο ήλιος, φώτιζε δηλαδή καθαρά, δεν έβαφε, τα σύννεφα. Τα έβαφε απ' την άλλη μεριά, δεν κοιτούσα το ηλιοβασίλεμα. Τα σύννεφα έδειχναν ότι δε μετατοπίζονταν. Αυτό κοιτούσα. Η ανάμνηση έγινε υπενθύμιση και βράδιασε όπως - όπως. Το περίγραμμα που διαμορφώνω είναι αυτή τη στιγμή μια ακόμα μνήμη αναζήτησης. Δεν αναπαράγεται καμιά νοσταλγία γι' αυτό δεν καταφέρνω καλά να θυμάμαι, γι' αυτό επιχειρώ την ανακατασκευή κι έχω ανάγκη τη βοήθειά σας.

Saturday, October 09, 2010

L' amore



Έβλεπα την υποδειγματικά σκηνοθετημένη ερωτική σκηνή στο Είμαι ο έρωτας και όπως ακαθόριστα δίνονταν στην έξαρση τα σώματα, σκεφτόμουν ότι ο ίδιος ο κόσμος μας είναι ακριβώς έτσι ελάχιστα αρχιτεκτονημένος. Ένα καλούπι για ένα ακαθόριστο και αβάσιμο εντελώς συναίσθημα. Κι είμαστε τυχεροί μονάχα αν θα μας πλημμυρίσει.

Όσο κι αν παλεύει να βάλει τάξη κανείς, όσο κι αν χτίζει, όσο κι αν δείχνει να κυριαρχεί στους πέντε κόσμους και στις τρεις διαστάσεις, όσο κι αν χορογραφεί, όσο κι αν κανοναρχεί και εκλογικεύει, όσο κι αν μετράει ένα ένα φασούλια για καπίκια στο σακί, όσο κι αν νομίζει ότι έτσι πιά οφείλει να "πολιτικολογεί" και ωφελεί τα πιό ευοίωνα και κενόδοξα συνθήματα σε μια εποχή δυσοίωνη καθώς οχλαγωγεί να φωνάζει, ακόμα και όταν προβάλλει το πιο απόλυτα οργανωμένο τελοσπάντων σχέδιο μέσα στα αδιέξοδα θέλω να πω, το απόσπασμα των σχημάτων που επιχειρήθηκαν αποκαλύπτει την κατάλληλη ώρα - μια ώρα που μπορεί στην κρίση της συντριπτικής πλειοψηφίας χρεωκοπημένη και απευκταία καλή μας ώρα να θεωρηθεί- μια ανυπολόγιστη πτυχή ζωής, μια φέτα ζωής δηλαδή που μοιάζει ποτέ ως τώρα να μην συνυπολογίστηκε, μια φέτα απευχή που έχει πάνω της της τούρτας το κερασάκι. Εκείνη την ώρα βρίσκει και εισβάλλει ο έρωτας πλέον υγρός και o έρωτας ατρόμητος ως κοσμοπλημμύρα. Πνεόντας μένεα εκεί που ο άνθρωπος δείχνει να πνέει τα λοίσθια. Κι ενώ φυσάς και ξεφυσάς δε σβήνει κανένα κερί. Γιατί μάλλον είναι άδυτη κι αλύπητη άβυσσος η ζωή σου.

Μπορώ να δικαιολογήσω την εμμονή των ανθρώπων με τη σιγουριά και την τάξη. Καταλαβαίνω και την απόπειρα για την πλήρωση μιας κάποιας ευτυχίας -άμεσης ή απώτερης, δεν έχει σημασία, λίγο πολύ όλοι την έχουμε σκεφτεί-, όμως στην εποχή μας και δη στις μέρες μας είναι μάλλον πιό ξεκάθαρο παρά ποτέ ότι : "ευτυχισμένος είναι μια λέξη που μπορεί να σε γεμίσει μελαγχολία". Γιατί ατόφιο το συναίσθημα δεν είναι μια κατάσταση ούτε βέβαια γενικόλογη, ούτε φυσικά λογική αλλά - για να μιλήσω με ορολογία σημερινή- το συναίσθημα είναι μια κατάσταση εξίσου άπιαστη όσο θεωρείται φαντάζομαι μια οικονομική επένδυση μέσα σε κρίση. Αλλά ακριβώς στον αντίποδα του κρατούντος συστήματος αξιών.

Η ίδια η ευτυχία επομένως δεν μπορεί μέσα σε όλες αυτές τις κοσμογονικές αλλαγές να μένει ένα ατάραχο σώμα ή αορίστως πως να σημαίνει μια ανοικονόμητη στιγμιαία παραφορά. Γιατί το συναίσθημα πρώτα κι από τα πορτοφόλια είναι που στενάζει τέτοιες εποχές. Και δύσκολη είναι η επανάκτησή του γιατί δεν υποτάσσεται σε κανενός είδους οικονομία. Η ευτυχία στην παράμετρο αίσθημα δεν πρέπει να κάνει οικονομία και την παράμετρο συναίσθημα δεν πρέπει να τρομοκρατεί. Εκείνο πρέπει μια κοινωνία να φροντίσει πρώτιστα να μη χρεωκοπήσει. Πώς συνέβη στην ελληνική κοινωνία δηλαδή? Ε, ακριβώς στο αντίπερα πελαγοδρόμιο.

Παίρνει ακαθόριστη μορφή πάνω στα σώματα το αίσθημα, γίνεται μια παραφορά που συνεπαίρνει μαζί της και το ίδιο το πνεύμα - προς αποφυγή παρεξηγήσεων το συνεπικουρεί, γίνεται τότε συν - αίσθημα- όπως μια ανατριχίλα για παράδειγμα σε ένα άκρο ή τις ρώγες συμβαίνει την ώρα της υπερκόσμιας και ιερής ηδονής, όχι στην κουτοπόνηρη ευκαιρία μιας ηδονής εφήμερης και τυχαίας. Κι έτσι μέσα στην κρίση με καθαρό το συναίσθημα πρυτανεύει ορθή η κρίση μιας συναισθηματικής όμως ωριμότητας αυτή τη φορά. Αρκεί να εστιάσει κανείς την κατάλληλη στιγμή στην ανυπολόγιστη και μικρή λεπτομέρεια, στη λεπτομέρεια που δε θα γυαλίζει πιθανότατα οφθαλμοφανώς στο μυαλό και στο μάτι αλλά θα δώσει το χρόνο και το περιθώριο να αναπτύχθει ορθόστητο όλο το άβγαλτο και δειλό σχήμα της πραγματικής γενναιοκαρδίας/ γενναιοδωρίας και να αρχιτεκτονηθεί σε ό,τι παράλογο μπόρεσε να την συντάξει απ' την ανάγκη και όχι για το κέφι του ο δημιουργός της.

Sunday, October 03, 2010

Διαζευτικά



φθινόπωρο ή βροχή
ή αναβροχιά ή προκατασκευή
ή ίσως και εκποίηση ονείρου
στην ή για την Αθήνα

Thursday, September 09, 2010

Insect trap




Σε μία παιδική σύλληψη παραμένω πιστός
κι όλα τα κοιτώ σα παιδί κουτό
την ακρόπολη και το λυκάβηττο
ίδιος όσο κι αν αλλάζω μες την ενηλικίωση
- γυμνός λίγο συχνότερα
απογυμνωμένος λίγο φαιδρότερα -
παραδίνομαι εντός των ορίων πάντα
ή μήπως κι εκτός καταδεκτικός άνευ όρων
πειθήνιος στρατιώτης ενός ανυπεράσπιστου φόβου
ελέυθερος σκοπευτής κυνηγητικά κυνηγώντας
τω φόβω αυτώ εκτυφλωτικά εξεράγην
προκαθορισμένος, εμφύλιος τόπος ο χρόνος μου
προεξαγγελτική αντιπαράθεση, εδώ και τώρα
εκπρόθεσμη συμπαράσταση
ατομική ενέργεια μέσα σε ένα και μόνο σεσημασμένο σίγμα
ανάσα ζωή η άνασσα
παροξύνεται
ενά σίγμα σιωπηλό, ένα σίγμα μου, μουγγό, αποσιωπημένο
ούτε καν ένα σού σιγμα, ένα σίγμα εν τέλει φυλακισμένο
εσένα μόνο θαρρείς τρομάζει η κτητικότητα;
κι εμένα με τρομάζει
όπως μια πεταλούδα της νύχτας
στο κεφάλι της έχει ζωγραφίσει μια νεκροκεφαλή
κι όσο το κουκούλι της βγάζει φλόγες που τις λένε φτερά
σε μια παλιομοδίτικη μυγοπαγίδα
εξερευνώ μάλλον ή ήττον νέα σχήματα
και σε ποιά ζωηρά χρώματα μπορώ να υπάρξω
πορεύομαι
με επιχειρήματα εγκαυμάτων στη γούνα
και επιρρήματα ορυμαγδών στο χνούδι
εξερευνώ τις προφάσεις των λέξεων
όπως λέμε αλλάζω και αλλαγή
- έλα ν' ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά -
συντμήσεις παράξενες καταστροφές βιβλικές και ανήμερες
του άλλα ζω και σε άλλη γη επιστρέφω
στο ίδιο εμένα, παιδί
αυτό το τελευταίο κυρίως με το ωραιότατο ερωτηματικό στο τέλος
ό,τι λένε Ιθάκη δεν είναι προορισμός, είναι μετά βεβαιότητος
μια ποιητική, αθώα πράξη
τα σόδομα ή τα γόμορα
είμαι ο άντρας της γυναίκας του που κοίταξε πίσω
είμαι ο ορφέας της ευρυδίκης αυταπάτης.

Το δεύτερο σώμα μου μπορώ τώρα να αποκτήσω
όπως στριμώχτηκα έτσι μέσα στην πρώτη μου ψυχή
ολόκληρη η υπόλοιπη με παροτρύνει να πετάξω

Sunday, September 05, 2010

Φθινόπωρο



Όταν είσαι εδώ, είσαι εδώ
όταν δεν είσαι, είσαι και δεν είσαι
ωστόσο παρόντες ή απόντες δεν έχει σημασία νιώθω
είναι ίδια συνθήκη, κάθετί και το αντίθετο
η ανάποδη απ' την ανάποδη όψη

Το καλοκαίρι τελείωσε και σήμερα άρχισε να ψυχραίνει ο καιρός
μπήκα σε ένα μαγαζί και ψώνιζα το γέλιο του φθινοπώρου
ήταν ένας απόηχος καλοκαιριού, τόσο τρανταχτός που νόμισα ότι
όσο κι αν χαντακώθηκα απ' τα ρούχα δε θα σταματήσει το καλοκαίρι.

Ύστερα πάλι το βράδυ με λίγες σταγόνες βροχή βράχηκα στο πρόσωπό σου.

Friday, August 27, 2010

Το κοκκοράκι



Στέκομαι μέσα σε νύχτα και
όπως στο καρύδι κατεβαίνει το σάλιο μου σκέφτομαι
α) απ' τη μέση ξεκινάνε τα πράγματα
β) στη βράση κολλάει το σίδερο και
γ) στη φλέβα κυλάει το αίμα
υπάρχει και η λέξη καρυδότσουφλο στο παραμύθι βέβαια,
όμως δεν υπάρχει αρχή στο ρεύμα ακόμα κι όταν νομίζεις, κοντορεβυθούλη, ότι υπάρχει
η γέννηση έπεται μιας σύλληψης
ένας έρωτας θεωρητικά προηγείται
ποιός είναι λοιπόν στ' αλήθεια ο αστερισμός σου;
τι άλλη απόδειξη θέλεις, 5 χρόνια είναι όσα λίγα κέρδισες από 4 συν πλην
το άπειρο μαύροκόκκινους νευρώνες διατρέχει, προλαβαίνεις να θυμηθείς;
το άπειρο βγάζει τρελή μια φυσαλίδα οξυγόνο
κι εσύ εκεί, επιμένεις, τίποτα λες δε θα περάσει στα έγκατα, τίποτα,
δε γίνεται, στέκω αδρανής πάνω στα έργα
Κλυταιμνήστρα με σφαγμένο τον Αγαμέμνονα εδώ που χτύπησα στέκω
μέσα στο δράμα θεατής
χωρίς σταγόνες φονικής δροσιάς να ευφραίνει
μια παρωδία επικολυρική που στερείται πρωτοβουλίας
έσφαξα (ή νομίζω) ό,τι σε λίγο θα λαλήσει τρεις, σητευτό κοκκοράκι
τρέχει πετσοκομμένος ο λαιμός, το αίμα του με αρνιέται
κι έτσι όπως μπερδεύομαι, μου ξεφεύγει και λέω
σφαγή είναι το όνειρο και το ξημέρωμα αλήθεια
ποιός κόκκορας, ποιός άσωτος υιός, τι παραβολές είναι λοιπόν αυτές;
απόψε πάλι διστάζω αλλά τρέχω κατά εκεί που νομίζω δεν θα τολμήσω να φτάσω ποτέ
με την ίδια στάσιμη και προσωπική ταχύτητα φωτός
μακρινά βλέπω τα αστέρια, φιλόδοξα της νύχτας κάνω τις ευχές
εκείνες εκπληρώνονται φερέλπιδες ή μου πουλάνε γιούχα από ημέρα

Thursday, August 26, 2010

Εικόνα





H Αθήνα είναι κούκλα

Wednesday, August 25, 2010

Χορός



Έλα, να χορέψουμε απόψε. Μαζί.
Όχι κανένα δύσκολο σκοπό, μη φοβάσαι.
Αδέξια βήματα και χαμογελαστά να μας πάνε
μέσα στ' αόριστα στενά που θα εμπιστευτούμε
δε θα χαθούμε, έχουμε ο ένας τον άλλο, δε θα χαθούμε
αυτό είναι σιγουριά στο βήμα, τι κάθεσαι και μετράς, έλα
δεν έχω χρόνο να σκέφτομαι, δεν έχω τρόπο να σε πείσω, σήκω
δανείζομαι από έναν το έψιλον κι από άλλον το λάμδα
το άλφα είναι ξάφνιασμα στο τέλος, για αρχή
απλές κινήσεις, δώσε το χέρι σου, κούνα το πόδι σου,
μοιάζει σχεδόν αστείο και για μένα, έλα
ίσα να γίνουμε ένας φωτερός δίσκος
μέσα στου κόσμου όλου το ανυπεράσπιστο μαύρο
έλα, να χορέψουμε απόψε. Μαζί.

(η πανσέληνος του Αυγούστου σηκώνει τη λιγότερη επίκριση)

Tuesday, August 24, 2010

Για την Πανσέληνο




Ο άνεμος πέφτει γονυκλινής στη ρίζα των τειχών της φυλακής. Η φυλακή παίρνει μαζί της όλα τα κελιά όπου κοιμούνται οι φυλακισμένοι, γίνεται ελαφριά σαν πούπουλο και σχίζει τους αιθέρες περνώντας μέσα απ' τ' άστρα. Δρόμο πάρτε, δρόμο αφήστε, κήνσορες, οι κλέφτες έχουν φύγει μακριά. Οι λωποδύτες έχουν γίνει αναδύτες. Αναδύονται μεσ' απ' της σκάλας τη σπείρα ή έλκονται με τον ανελκυστήρα προς τα ύψη. Αδιόρατοι περνούν και στο πέρασμά τους γίνονται τα ορατά αόρατα. Ξαφρίζουν. Και μετά οι ένοικοι από τη λύσσα τους αφρίζουν. Στο κεφαλόσκαλο ο μεσονύχτιος αστός, κεραυνωμένος απ' τη φρίκη του μυστηρίου ενός παιδιού που κλέβει κι ενός εφήβου που τις κλειδαριές παραβιάζει, αυτός ο αστυγενής, το θύμα της ληστείας, δεν βρίσκει το κουράγιο να φωνάξει: "Πιάστε τον κλέφτη!" Μόλις και μετά βίας γυρίζει το κεφάλι να κοιτάξει. Ο κλέφτης κάνει τα κεφάλια να γυρίζουν, τα σπίτια να κλυδωνίζονται, τους πύργους να χορεύουν και τις φυλακές να φτερουγίζουν.

Ζαν Ζενέ, Η Παναγία των λουλουδιών, μετ. Δημήτρης Δημητριάδης

Sunday, August 22, 2010

Αγκάθια




Η πίστη είναι κάτι (συ)σχετικό. Πρέπει να πιστεύει κανείς μόνο σε κάτι που δεν υπάρχει. Η πίστη δεν έχει νόημα όταν υπάρχει αυτό που πιστεύεις. Είναι τουλάχιστον ανίσχυρη, τότε η πίστη καταλήγει μια ευκολία.

Όταν πονάς, δεν αισθάνομαι ότι πονάς, δεν μπορώ να νιώσω ή να καταλάβω τον πόνο. Σε πιστεύω γιατί αυτό με κάνει να συμπάσχω με τον πόνο κι έτσι μπορώ να τον καταλαβαίνω.

Για την ακρίβεια δεν ξέρω να μιλώ. Υπάρχουν μέσα μου τόσες φωνές, είναι όλες δικές μου. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αν μου ζητούσες όμως μια να διαλέξω τις υπόλοιπες να κερδίσει, θα σάστιζα, θα φοβόμουν να έλεγα " με κατέχεις" ή "σ' αγαπώ".

Μέσα σε αυτό τον κυκεώνα από τις φωνές των ηδονών που θέλω να καλύψεις επιθυμώ να ακούσω τη δική σου φωνή, το δικό σου σώμα να αγγίξω, όχι για να πούμε κάτι κατανοητό. Μονάχα στην ελευθερία τους για να αφήσουμε όλες τις άναρθρες συλλαβές του κοινού μας πόνου.

Saturday, August 14, 2010

Ρεπορτάζ



Έρχεται ώρα που φεύγουν όλοι κι απ' τ' ανοιχτά παράθυρα βασιλεύει μέσα στο σπίτι ένας απόκοσμος, ένας ακυβέρνητος ήχος, ήχος πεντάκλειστων παραθύρων απέναντι όσο οι γρίλιες οι δικές μου ασθμαίνουν και τρίζουν ανεβαίνοντας. Η σιωπή αποκτά ένα ιδιαίτερο, σχεδόν καμμένο χρώμα στα μάτια, έναν ήχο δικό της παρ' όλ' αυτά στα αυτιά κι όλο ένα πιό βαθύ, πιό καλοκαιρινό νόημα στο σώμα και το κεφάλι, δυναμώνει ο ήλιος, μαυρίζει αυτή, πυκνώνει, αρχίζει να νυχτώνει νωρίτερα εξάλλου κι εγώ τερετίζω με όλη ετούτη την αδέξια και σαστισμένη ευφράδεια που πάλι νιώθω τώρα κι αυτή κοιμισμένη κι ανεπαρκής να μ' έχει εγκαταλείψει.

Έτσι, σε αυτή την κατάσταση, μαρμαρωμένος, αδυνατώντας εννοώ να μιλήσω το τραγούδι αυτό της σιωπής που σου δίνει την ευκαιρία η πόλη πεντακάθαρα τέτοιες μέρες να ακούσεις, τα λεγόμενα σιωπηλά και αποσιωπημένα, σου μιλάω για ό,τι θαμπό γύρω, έξω κι εδώ μέσα ακούω.

Βουτηγμένος σε ιδρώτα όσο οι απομακρυσμένοι γείτονες βουτηγμένοι φαντάζομαι θα ' ναι σε κάποια υπέροχη θάλασσα, σε χωριά, σε νησιά και σε σύνορα που δεν παίρνει άλλα τούτος ο τόπος, παρατηρώ σταγόνα σταγόνα τον τρόπο που έχει ο Αυγουστος να εκπίπτει, να λιώνει χάνοντας κάθε αστικό πρόσχημα απομένοντας ελέω χρόνου και συνθηκών μια φολκλορ, μια αναφορά ρουστικ σε καμμένη πέτρα.

Σηκώνομαι μέσα σ' ένα μεταναστευτικό ρεύμα, μια παρόρμηση απέμεινα, παράγει παραισθήσεις μάλλον το διαμπερές διαμέρισμα και σα μόνη διέξοδος ανοίγεται μπροστά κοινόχρηστος ο ιδιωτικός μου δρόμος, ακούω έναν αλλόκοτο ήχο από διερχόμενο όχημα, γυρίζω να δω, οδηγεί μια γυναίκα. Αυγουστιάτικη κι εκείνη, σιωπηλή. Σα να της ανήκει ο μήνας - για να μην πω ο χρόνος - κοιτάζει τάχα με ενδιαφέρον, ύστερα προσπερνάει. Σα κοιμισμένο το βλέμμα της, αγαλμάτινο. Νομίζω πρέπει να ήταν μια ανομολόγητη προστάτιδα, ίσως μια καρυάτιδα που για πάρτη μου περισσεύει.

Είπα πολλά, πρέπει να παραδώσω τα λόγια στη Σιωπή για την οποία μιλάω τόση ώρα. Έτσι κι αλλιώς μνήμη των αγαλμάτων είναι η σιωπή, έτσι δεν είναι;

Wednesday, August 04, 2010

Επιφάνεια


Κάνει τόση ζέστη.
Και η ημέρα ακόμα δείχνει αραχνοΰφαντη.
Το υφάδι αυτό της ημέρας
παρά τις πυρακτωμένες αντιξοότητες κατά βάθος νομίζω μου αρέσει,
έχει ενδιαφέρον να κυκλοφορώ έτσι σε αυτή την άδεια κι ανεξίτηλη πόλη.
Είναι σαν ένα ανεπαίσθητο ένδυμα να επιμένει να ντύσει ένα σώμα
που θέλει να σταθεί γυμνό και παραδομένο.
Άκου πρωτοβουλίες το ένδυμα λέω
και σκέφτομαι αυτό που λέω. Το ξανασκέφτομαι κι αναρωτιέμαι τι λέω;
Κι όπως τώρα με τινάζει το σαν
που χρησιμοποίησα αστόχαστα στην προηγούμενη πρόταση
όπως το πυρακτωμένο σώμα το ανεπαίσθητο ένδυμα από πάνω του θέλει να τινάξει
έχω τη βεβαιότητα σχεδόν πάνω μου πιά κι εγώ
μέσα στις έκτακτες ετούτες συνθήκες
ότι έτσι κάπως παράγεται
πιό φυσικά ο ηλεκτρισμός
σε όλες τις επιφάνειες -
ίσως μάλιστα γι' αυτό και περαστικοί δίπλα μου πιά να έχουν απομείνει λίγοι.
Τίποτα για την ακρίβεια δεν ανταποκρίνεται στη συνηθισμένη συνθήκη,
η ζωή που έζησα, η ζωή που συνήθισα, η ζωή που θέλω να ζήσω
o δρόμος ο ίδιος που περνάω για να προσπερνώ
μέχρι να πω είναι αλλιώς, από δω δεν έχω ξαναπεράσει.
Έτσι και τώρα, καθώς ο χρόνος γίνεται απίστευτα άχρονος
ενώ επιμένω να κυκλοφορώ στα ίδια ακριβώς πάνω - κάτω στενά,
χάνω την γνώριμη ιδιότητα απ' τις ίδιες μου τις αισθήσεις,
θέλω να πώ άχρονος γίνομαι σε βαθμό που κι εγώ ο ίδιος αδυνατώ να πιστέψω
τι θα ξεπεταχτεί στην επόμενη γωνία.
Τότε, δηλαδή τώρα
- περιφερόμενο
στιγμιαία
περιεχόμενο
όσο να πεις κάτι είδες -
μέσα σε αυτή τη σχεδόν παραφορά
ενώ τρέμω να βρω ένα ξεχωριστό σαν, να το πω κι ευχάριστo
και η ευκρίνεια ακόμα μέσα σε αυτό το γνώριμο τοπίο
χάνεται ανεπαίσθητα
κάπου στρέφοντας παράφορα αδειασμένο το βλέμμα
έτσι όπως στάζει δακρυσμένο το μέτωπο πιά κι όχι τα μάτια
πάνω στο καθημερινό περπάτημα
σε ένα από συνήθεια παραδομένο διασκελισμό
όσο ένα αργό βλεφάρισμα
σε μια χιλιοειδωμένη γωνία
μέσα σε ετούτη την εκτυφλωτική διαύγεια
καταφέρνω να δω
φευγαλέα από τη δική τους
αδύναμα από τη δική μου πλευρά
τον Ορέστη ή τον Ηρακλή,
το στιγμιότυπο που ντύνεται τη διαφάνεια με όλο το σκοτωμένο αίμα του Νέσσου.
Λίγο πριν τη λέξη μαινόμενος γιατί
λίγο πριν τον ήρωα γεννιέται φαντάζομαι η λέξη άνθρωπος
Όχι κάποιος που μοιάζει,
όχι ένα σύγχρονο ανάλογο για να μπορεί να γίνει η μυθολογική αναγωγή
που θα ξεγελάσει.
Τους ίδιους, τον Ηρακλή και τον Ορέστη
λίγο πριν γίνουν λιωμένα σάρκα και οστά
αδιευκρίνιστα βλέπω.

{Φτιάχνουμε ζωές με ήρωες την παραφορά και τα λάθη μας;}

Monday, July 26, 2010

Επιστροφή (το μαστιχόδεντρο)


Αν γυρίσεις κάποια μέρα πίσω, μη φοβηθείς, θα έχω ξεχάσει αιώνες και απόπειρες θανάτων. Τελικά όλα αυτά δε συνέβησαν. Είμαι χαρούμενος, αφού μπορώ να το λέω κι αυτό... εδώ μέσα...

Mπορώ γιατί δε μπόρεσαν να κυριαρχήσουν τύψεις, τελικά τουλάχιστον, εντός μας, ίσως κατά βάθος μάλιστα γελάω με τον τρόπο που το διατύπωσα κι αυτό ακόμα, μικρά κεντήματα θα είναι τώρα το γέλιο, όμως δεν επιτρέπω αυτή τη φορά θέση καμιά στην παραμικρή ειρωνεία.

Σε υποδέχομαι όσο υπάρχει αυτό το δέντρο εδώ μπροστά μου αυταπόδεικτο και κεντρισμένο. Τα δάκρυά του είναι τα δάκρυα της χαράς, της λύπης και της ελευθερίας μας. Ένα κράμα.

Έτσι έπρεπε, μόνο έτσι έπρεπε κι αυτό χωρίς να μπορεί να εννοηθεί στον κήπο πιά ως έξωθεν επιβεβλημένο από έναν τρίτο, μικρό ή μεγάλο θεό ή και άνθρωπο πες ή κι ό,τιδήποτε άλλο πράγμα, το πιό τυχαίο - το παραπάνω πλευρό που πιστεύουμε ότι μας ανήκει, το φίδι που μας παραπλάνησε, το μήλο που δαγκώσαμε, όλες αυτές οι μικρές ανόητες προφάσεις που αφηρωίζουν την αγνή αμαρτία κατοχυρώνοντας εντολή το αντίθετο από εκείνο που τελικά διαπράξαμε. Όχι, ερωτευτήκαμε. Και τελείωσε. Κι αυτό έχει από μόνο του μια παντοδύναμη αξία. Υπεράνθρωπη είναι μόνο η αδυναμία και κανένας παράδεισος δεν πάει χαμένος.

Τελειώνουν ιστορίες και επανέρχονται. Κάθε φορά και εν παντί καιρώ ρωτώ: είναι πρώτης τάξεως έγκλημα να μπορούμε να ξαναζήσουμε σε κήπους πέρα από τη φθορά, σκιά και καταφύγιο δακρύζοντας να βρούμε σε ανάσες που ανταλλάσσουν αμάραντα λουλούδια λίγα λίγα μονά μονά κομμένα στην ίδια πληγωμένη ρίζα που σε έφερε, σε έφερνε, σε φέρνει πάλι πίσω;

Sunday, July 18, 2010

Μικρές δράσεις ΙΙΙ - Πόζες



Κυριακές,
το βλέμμα ξεκινάει χαμηλά,
καθόμαστε, στα χέρια
ευσεβής η παλιά φωτογραφία
ύστερα σηκώνουμε κεφάλι και μάτια
αχνογελώντας στην επόμενη αναίδεια
διεκδικώντας αβέβαια ή
έστω διαφορετικά μες στο φακό
τα καλύτερά μας

Friday, July 16, 2010

H Παναγία των αστεριών


To δωμάτιο είναι οικοδομή
τα παράθυρα ανοιχτά
τα αστέρια μπαίνουν μέσα
η νύχτα είναι ατελείωτη

Wednesday, July 14, 2010

Η επαλήθευση




H ομορφιά είναι μόνο ζωή, είναι όλο ζωή, είναι ο μόνος τρόπος που έχει η ζωή να σε αιφνιδιάζει. Δεν υπάρχει δίλημμα ή όπως λέγεται το ποιός προηγείται, ποιός ακολουθεί, ποιός έπεται ή προσπερνά. Δεν υπάρχει καν σχίσμα στο δόγμα η ζωή ή η τέχνη. Υπάρχει μόνο ο τρόπος που η ζωή καταφέρνει αναίσθητος να στέκεσαι μπροστά της αν είσαι τυχερός ή μέσα της αν είσαι ακόμα πιό τυχερός βαθύτερα να διαχειρίζεσαι τις αισθήσεις σα να βρήκες κάτι τόσο γνώριμο σαν από πάντα παλιό και κάτι τόσο πρωτοφανέρωτο σα για πάντα φευγάτο. Κι ίσως γι αυτό έχεις ανάγκη να χωρίζεις το χρόνο σε μήνες, χρόνους, γενιές, εποχές, να λες τρέμοντας την ώρα που συμβαίνει κι αυθόρμητα την απλούστατη μα αλύτρωτη, τη σπάνια λέξη ωραίο. Κάθε εποχή είναι η ωραιότητα κάθε παρθενικής τέτοιας φοράς. Η επαλήθευση, ξαναζώντας, χάσκοντας, με όλες ετούτες τις υποδιαιρέσεις θέλοντας, ανίδεα αλλά κι ιδεατά, να κάνεις δικό σου όλο τον απροσμέτρητο κι όμως τόσο λίγο σου χρόνο. Κι αφού να κερδίζεις ατέλειωτα όπως ξέρεις δε μπορείς, για μια έστω, για μια τότε έστω στιγμή μες την απέραντη ζωή να κερδίσεις ένα ψιχίον από τούτη την ομορφιά και την τέχνη.

Monday, July 12, 2010

Σε δεύτερο πρόσωπο



Έχω μπερδέψει τόσο πολύ τα πρόσωπα που κάποτε σου ζητάω άναρθρο λόγο, λόγο χωρίς να είσαι εδώ, κι όπως μιλάω φλύαρα συλλαβές σα να έρχεσαι - ξέρω ότι πλάθω κατάλληλα την ψευδαίσθηση που θα με καθησυχάσει, δεν είναι όμως δίκαιο την ανάγκη αυτή να την λένε μονόλογο στο κενό, θέατρο ή στη χειρότερη κραυγή απόγνωσης εν υποκρισία. Ξέρω ότι στα κοινά μας όνειρα θέλεις να μπεις βαθιά μέχρι τη λαμπερή σου σάρκα κι αυτό που σε τρομάζει να αγγιχτείς ξέρω ότι ολόκληρο είναι δικιά μας ζωή, ένας ανείπωτος διάλογος ανάμεσα σ' εσένα, τη σιωπή και εμένα.

Friday, July 09, 2010

Μικρές δράσεις ΙΙ - ραντεβού στα τυφλά



Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που διαχειρίζονται τον ήλιο τους τα καλοκαίρια.
Λίγο να ξεγελαστείς απ' το φως σου μένει το μαύρο στα μάτια.

Thursday, July 08, 2010

Μικρές λέξεις ΙΙΙ - Παράταση


Αμετάθετο σήμερα
όσο γίνεσαι μέλλον
μετανιώνω

Wednesday, July 07, 2010

Μικρές λέξεις ΙΙ - όνειρα γλυκά



H νύχτα είναι φιλελεύθερη σα να' χουμε δημοκρατία.
Δε χρησιμοποιεί προστακτική. Κάποιος όμως λέει "κοιμήσου".
Εσύ λοιπόν που ξέρεις αυτόν, τον κύριο άγνωστο,
λουφάζεις στους πρώτους κιόλας συριγμούς του.
Κι αφού είσαι το καλό παιδί εύχομαι στα μέτριά σου όνειρα να είναι και γλυκά.
Τα δικά μου είναι τουλάχιστον ανυπάκουα να υποθέσω

Thursday, July 01, 2010

Forgotten Horizon


Και να, για παράδειγμα, τούτος ο πίνακας: Forgotten Horizon του Salvador Dali, 1936. Σκέφτομαι τις λέξεις στα ελληνικά. Ξεχασμένος. Ορίζοντας. Από το 1936. Ακόμα τότε δε ζούσα. Στο βάθος φευγαλέα περνάει η σκέψη της αδιέξοδης φιλίας του Λόρκα με το Νταλί που είχα διαβάσει παλιότερα σε μια βιογραφία. Ερωτευμένος Λόρκα. Σνομπαρία γκόμενος Νταλί. Έτσι λέω είναι οι άνθρωποι, και κακοί και καλλιτέχνες.


Αγνοείται

Έφυγε όπως συνηθίζουν να ζουν οι άνθρωποι

άνοιξε την πόρτα του σκηνικού και έφυγε

στο δωμάτιο σκοτείνιαζε καθώς άναβαν γύρω ηλεκτρισμένα τα φώτα

κι έμοιαζε ψεύτικο το απόγευμα που χωρίζει άκαρδα την ημέρα από τη νύχτα

στον ορίζοντα χαμήλωνε φθινοπωρινός ο ήλιος

προχωρά άκαρδα εκείνος μέσα στην πόλη σκυφτός

κι εγώ στο δωμάτιο σκεπασμένος λαίμαργα τα σεντόνια

Χωρίς να αρνιέμαι ότι μπορεί και να γίνομαι κακός, χωρίς να θέλω να νιώσω δειλός και συνεσταλμένος, καλλιτέχνης, θυμάμαι ότι κάποτε έγραψα αυτό. Και δίσταζα έως τώρα να το δημοσιεύσω. Αλλά αν κρίνω από τις εντυπώσεις μου μάλλον βραδιάζει. "Αφού αγνοείται και δε το δημοσιεύεις, φαντάζομαι δε θα βρεθεί ποτέ" λέει σε μια στιγμή παρόρμησης ο δειλός καλλιτέχνης. "Και να το δημοσιεύσεις δε θα βρεθεί ποτέ" λέει ο ριγμένος κακός. Εγώ απλώς σκέφτομαι συνειρμικά ποιά μυστική συγγένεια ενώνει τη λέξη άκαρδα και το νεολογισμό άκαδρα. Αλλά έτσι όπως χώνω αδέξιες πινελιές μέσα στις λέξεις, θαρρώ βγήκα εκτός ειρμού με τους αυτάρεσκους αναγραμματισμούς μου.

Κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω λοιπόν τον ακανόνιστο ουρανό στα μπερδεμένα του χρώματα. Θυμάμαι εσένα. Δεν αναλύω, τα δέχομαι, όλα, σαν ένα πίνακα που τον έχω βιώσει κι έτσι δε χρειάζεται περισσότερο να μιλώ. Σε μια συζήτηση που είχα χτες σε μια φιλολογική συντροφιά θυμήθηκα πάλι ότι η Άλκηστη στο τέλος της τραγωδίας του Ευριπίδη κάτω από τα πέπλα του θανάτου αποκαλύπτεται σιωπηλή. Δε βγάζει άχνα όσο ο μικρόψυχος Άδμητος κερδίζει και χαίρεται τα πάντα, μέσα στην άγνοια, κερδίζει χάνοντας, μη χάνοντας τίποτα. Τι σόι τραγωδία είναι αυτή;

Η συνείδηση στην τέχνη και στη ζωή είναι ίσως η περιπέτεια μιας ανάμνησης. Που δεν το περιμένεις αλλά σε βρίσκει σε μια στιγμή ακαθόριστη εκθέτοντάς σε αντιμέτωπο τόσο ξαφνικά με κάτι εκτυφλωτικά οικείο. Γραμμές πάνω σε ένα πίνακα, σύννεφα σε έναν ουρανό, διακυμάνσεις του μπλε σε παλ χρώματα, το πρόσωπο ενός αγαπημένου. Όσο αντέξει. Ό,τι και όποιος μόλις σου ξέφυγε.

Είναι απόγευμα πια, η μέρα τελειώνει. Κι αυτή η μέρα τέλειωσε σχεδόν, έχεις αναλογιστεί τι σημαίνει ηλιοβασίλεμα πέρα από αυτή τη γλύκα που έχεις στα μάτια; Είχες σκεφτεί ποτέ ότι πέθαινα όταν μου είπες κοίτα τα χρώματα και εγώ σε πίστεψα, γύρισα και σου είπα τούτα τα σύννεφα είναι δικά σου; Εκεί φαινόντουσαν πιό έντονα τα χρώματα, τι να κάνω.

Δειλιάζω να μιλάω περισσότερο, ήδη έχω υπερβεί και την ώρα, βασίλεψε. Όσο κι αν απομένει προσωπική υπόθεση η αποτίμηση της τέχνης, της ζωής και της στιγμής σκέφτομαι ότι κανένας στην καλύτερη δε θα συμφωνήσει μαζί μου, στη χειρότερη δε θα καταλάβει παντελώς. Αλλά ποιός θα με άφηνε ύστερα από όλα αυτά να παίξω το φύλακα στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου; Θα τελείωσει άραγε ποτέ ετούτη η φρυκτωρία; Περιμένοντας το Γκοντό. Θέλω να πω φταίω κι εγώ που τα λέω έτσι μπερδεμένα όλα και ακαταλαβίστικα. Ελλειπτικά. Μάλλον ακόμα δεν έχουν ξεκαθαρίσει καλά τα συναισθήματα μπροστά σε τούτο τον πίνακα. Είναι ηλιοβασίλεμα σε έναν χαμένο ορίζοντα; Δεν είναι δικός μου τούτος ο πίνακας. Κάηκαν οι ασφάλειές μου. Δε μου αξίζει κανένας υπερβάλλοντας ζήλος. Μόνο του παρατηρητή. Ελπίζω σε αυτόν τον ρόλο να είμαι καλύτερος απ' όσο θέλω να δείχνω.

Πρέπει να σταματήσω τόσο να απογοητεύω και να απογοητεύομαι, δεν είναι πειστικό στο κάτω κάτω, είναι ρομαντικό, είναι υπερδραματικό, είναι υπερευαίσθητο, φαντάζει σαν κάτι να θέλεις να δείχνεις κι αυτό μοιραία μάλλον σημαίνει για τους περισσότερους ότι δεν είσαι έτσι. Άλλαξε μου τα φώτα. 'Οποιος φωνάζει τη γνώμη του δεν έχει δίκιο. Δεν είναι μοντέρνα πράγματα οι κραυγές. Έχει τέχνη ο τρόπος μου αλλά δεν είναι ζωή μάλλον. Καταντάει παρωδία. Σα να λιώνουν τα ρολόγια για να πω και κάτι πιό επικοινωνιακό. Έχω τόση πλάκα σα να 'χω μπερδέψει στη ζωγραφιά όλα τα παλ χρώματα. Σα να είναι καλοκαίρι και να μη το δέχομαι. Κανένας δε μπορεί να δει το μαύρο λοιπόν όταν έτσι χαμογελώ - κοίτα μπροστά στον πίνακα τις αστείες τούτες χορεύτριες, λες και παίζουν Αριστοφάνη, τι επιμένω λοιπόν, κανένας δε μπορεί να πιστέψει ότι ζούμε σε εποχές που τα πιό χοντρά συναισθήματα έχουν τις πιό λεπτές αποχρώσεις.

Όμως ίσως ακόμα τώρα μιλώ κατά βάθος σα να μη θέλω να μοιραστώ κάτι επειδή απογοητεύτηκα, ίσως επειδή μια στιγμή έλιωσα άκαδρα τον ορίζοντά μου. Ανάμεσα στον παρατηρητή ενός έργου τέχνης και το έργο τέχνης η διαδικασία της παρατήρησης είναι η σιωπή. Με τον ίδιο τρόπο που άφωνο και μαλάκα σε αφήνει η ίδια η ζωή. Με το έργο τέχνης ανθρώπους. Σιωπή λοιπόν. Πατά τη γλώσσα μου μεγάλο βόδι.

Monday, June 28, 2010

Βουστροφιδόν



Ένα πρώτο στάδιο κοινωνικότητας, άγριο, περιορίζει το αριθμητικό ένας.
Ένα δεύτερο στάδιο κοινωνικότητας, πιό άγριο αυτό, θέλει ανίκητη μάχη
το ένας προς έναν.
Το ένας προς όλους
- ας μην καταχρώμεθα την έννοια της κοινωνικότητας πιά-
είναι το τελευταίο στάδιο της μέγιστης αγριότητας.
Καλή διασκέδαση στην αρένα.

Thursday, June 24, 2010

Καλειδοσκόπιο




Κάποια στιγμή όλα τα γυάλινα κουμπιά μου πρέπει να τα ασφαλίσω. Πέραν όλων των άλλων - προσοχή, εύθραυστον και τα τοιαύτα- πρέπει να απαλλάξω τα μικρά τούτα γυάλινα κομμάτια από τη φωτοευαισθησία ακόμα ακόμα ενός παιδιού σπασμένου. Δεν επιτρέπεται, άσε που δεν αρέσει κιόλας να επαναλαμβάνεσαι, κυρίως αν είναι να ξαναγίνεσαι παιδί. Στην περίπτωσή μου, όποτε συμβαίνει αυτό, οι άλλοι λένε πως ακριβώς αυτό κυνηγώ, εγώ κυρίως τότε όμως λέω, Χριστέ μου, δε γίνεται επιτέλους να μην την ξαναπατήσω; Και βάζω κι ένα θαυμαστικό δυο μέτρα καθώς κρατιέμαι με τα δυο πόδια στο πεντάλ να μη σπάσουν τα φρένα στο καινούργιο Stop! που ξεφύτρωσε πάλι στο δρόμο. Τώρα με πόση πίεση γίνεται κομμάτι να μη σπας, αυτό είναι υποθέτω ένα άλλο ολόκληρο θέμα.

Γιατί δεν είναι δυνατόν πιά να συνεχίζεται αυτό, που μου αρκεί λέω μια αβέβαιη δέσμη φώτα πορείας και ένα ελάχιστο χρώμα για να διακηρύττω σθεντόρεια την εξάρτηση από το περιττό για να υπερασπίζομαι με λύσσα το παραμικρό γυαλάκι σα να ναι να σωθεί μονάχα μέσα από τη διάθλαση του φωτός παραπέρα ο δρόμος κι η ψυχή μου. Κι έτσι να παίρνω το οποιοδήποτε, λιγάκι ανεπαίσθητα πράσινο για μπρος. Πάει, έπαιξα, κόπηκα μόνος μου ο χαζός, δεν έχει άλλο σφάξε μ' αγά μου ν' αγιάσω. Δεν μπορώ να αναμετρηθώ καν με τον δεκάχρονο εαυτό μου μέσα στις λαμαρίνες. Όσο κι αν επιβαίνουμε στο ίδιο αυτοκίνητο ίδια ακριβώς χρόνια εμείς οι δυο.

Έβαλα το χέρι στην πρίζα παρά τις ενήλικες προειδοποιήσεις για το αντίθετο. Αλλά δεν είναι εδώ πιά οι Κυριακές στη μικρή εκκλησία που λαμπύριζαν και χάζευα κάτι πρόχειρα, ορθόδοξα βιτρό - περίεργα που συνοδεύει το επίθετο πρόχειρα τη λέξη ορθοδοξία, ε; περίεργο ακόμα περισσότερο κι έτσι που το διατύπωσα κι εγώ σα γενική αλήθεια τούτο εδώ, ε; (ε... ποιά είναι η απάντηση σε ένα σκέτο φωνήεν, αναρωτήθηκες ποτέ; ε;)-. Το μάρμαρο ήταν, είναι και θα είναι κρύο στα σκαλιά τώρα που τα θυμήθηκα. Και το αίμα μονάχα κομμένο το βλέπεις κόκκινο, καυτό. Στο κάτω, κάτω δε φταίει κανείς εδώ που τα λέμε. Μόνο μη γίνεσαι πάλι ο εξωτερικός ανταποκριτής από τη μετωπική σου, μη λες παιδί απρόσεχτο πάλι, σε παρακαλώ, κι ότι δε βράζει το αίμα μη λες, γιατί φαντάζει ορθόδοξη ώρες, ώρες κι η απιστία σε έναν που νιώθει μονίμως παραβάτης. Ενηλικιώθηκα. Ιδού η ταχύτητά μου.

Μην μπαίνεις λοιπόν εδώ μέσα κι εσύ, μην καταπατάς. Μην πιέζεις άλλο γιατί θα με ξεσκίσεις. Τα σπάσαμε με δυό λόγια, μεγάλε. Θέλω να πω δεν υπάρχει αναμέτρηση με κανέναν εκτός στο παιχνίδι. Εγώ ενηλικιώνομαι, εσύ ενηλικιώνεσαι, αυτός ενηλικιώνεται. Δεν ενηλικιώνεται κανείς θέλω να πω για λογαριασμό κανενός άλλου. Φταίω εγώ λοιπόν κι όχι εγώ φταίω γι' αυτην την αυτοδιάθεση προς το γυάλινο κι όπως μπαίνει έτσι μπροστά φάτσα φόρα το ρήμα, ξεσπάω σε ένα ένα τα φοβισμένα γυάλινα κομμάτια του εγώ του. Κι όπως τώρα το ομολογώ ακόμα μετανιώνω που μάλλον ακυρώνω αυτή την παραμικρή αίτηση για ασφάλεια δια πυρός και σιδήρου. Άσε που καπηλεύομαι κι αυτη την τρυφερή ηλικία που ναι, έχεις δίκιο, δε γίνεται να μου ανήκει μεθύστερα. Ο χρόνος και ο πόνος εκ των υστέρων δε χαρίζεται ποτέ - όλα τα υπόλοιπα μπορούν ελέυθερα να χάσουν την παιδικότητά τους.

Το καλειδοσκόπιο είναι ένα αφελές παιχνίδι με τα πρίσματα, το ξέρω. Πυροδοτεί αλλά δεν προβλέπει την καταστροφή του. Ασφάλισε τουλάχιστον μόνο το παράξενο γυαλί. Τουλάχιστον αν γίνεται να σωθεί ό,τι γίνεται να σωθεί. Στα κομμάτια.

Friday, June 18, 2010

Μικρές δράσεις Ι - ασφάλεια


Πέταξα, δε φοβήθηκα δηλαδή τις αναταράξεις.
Σήμερα, έστω σήμερα τουλάχιστον.
Do not walk outside this area δεν έγραφε μαζεμένο στα πλευρά
το έγραψε απλωμένο σε φύλλα
όχι στον κόρμο θέλω να πω, αλλά στην προέκταση μιας προσπάθειας
που μοιάζει κάποτε - τις περισσότερες ίσως φορές- δυσθεόρατη ας πούμε
σαν μέχρι τον ουρανό ένα δέντρο, - "πιο πέρα ωστόσο τι γίνεται;" -
πιό ευθεία δεν έγινε ποτέ έως τώρα η ερώτηση στο πάγιο ετούτο ερώτημα
γι' αυτό τη μεταφέρω ως έχει, αποκλίνουσα
όσο όμως επιτέλους δική μου κι ετούτη τη γλώσσα καταλάβαινα
είχε ενδιαφέρον έτσι όπως κρατήθηκαν για την παράλογη χάρη μου
αντίβαρο απ' τη γη
χιλιάδες άσπρα πολύχρωμα μπαλόνια

Thursday, June 03, 2010

Το ραβδάκι


Σκαρφίζομαι πότε πότε κάτι υποθέσεις που μόνο ένας μάγος θα μπορούσε να κάνει πραγματικότητα. Αλλά μου αρέσει αυτό το ραβδάκι. Ποτέ δε θα γίνει δικό μου, ποτέ δε θα υπάρξει η παραμικρή περίπτωση να επαληθευτεί το ελάχιστο άμπρακατάμπρα που τινάζω -έτσι όπως το γραψα, το ρήμα μου θυμίζει θερμόμετρο-, ποτέ δε θα γίνει ραβδί για μάγια στ' αλήθεια, πραγματικό. Παίρνω μια οδοντογλυφίδα από το τραπέζι, της λέω θα σε μαγέψω, την χτυπάω με δύναμη στο τραπέζι, να γίνει το ραβδί. Λέω αν αυτή γίνει ραβδί θα αρχίσουν να αποδίδουν στην πραγματικότητα τα μαγικά μου. Στο τραπέζι κάθονται κι άλλοι και κατηγορούν τη διαδικασία ως ψυχαναγκασμό. Λένε τι κάνεις, όσο λένε τα δικά τους νέα και γελάνε, κάτι ακαταλαβίστικα κατορθώματα, κάτι επιτεύγματα που μετά από λίγη ώρα πιά δεν ακούω, σχεδόν ξεχνάνε ότι είμαι εδώ, κι εγώ το ίδιο κάνω, σχεδόν και τα δκά μου κατορθώματα κι εγώ τα ξεχνώ, γινόμαστε πρόσωπα που πίνουν κρασιά και μόνο μέσα στα γέλια πότε πότε χαρίζω κι εγώ ένα παραδίπλα τι κάνεις, χαχαχα, μα τι κάνεις, χαχαχαχα, και βάζουμε τέλος στις εκφράσεις με ένα μικρό θαυμαστικό, μια κοφτή ανάσα και πάλι απ' την αρχή, παραμορφώνεται για λίγο περιφρονητικά το γνώριμο πρόσωπο μα κοιταζόμαστε αυστηρά κι ύστερα πάλι χαχαχαχα και λέμε κι άλλο τα νέα κι όλο θέμε νέα όλο να λέμε. Μα κάπου στο βάθος συνεχίζω να δίνω τροφή στο παλιό, ξύνω τα δόντια με την οδοντογλυφίδα, ίσα να ξεγελάσω πως κάνω κάτι επιτέλους χρηστικό μέσα σε τούτα τα γέλια, όμως απρόσεχτος στο τέλος ματώνω. Κι ύστερα πάλι επανέρχομαι αυτιστικά στα γέλια και τα μαγικά μου.