Monday, July 21, 2008

Φιλόδοξες σημειώσεις για μια διανομή στην Τρικυμία του Σαίξπηρ



Είναι απίστευτη η μανία της θάλασσας να καταφάει τα βράχια. Τρομάζει. Τώρα κάθομαι λίγο πιό μακριά, πολύ λίγο μακρύτερα σ' ένα περβάζι όμως δίπλα στο κύμα, κοιτάζω εκ του ασφαλούς που λένε λες και ξέρουν τη θάλασσα, μα δεν καταλαβαίνω. Κάποια μέρα θέλω να σταθώ αντάξιος προς τα κύματα, προς ένα κύμα μόνο αντάξιος να σταθώ, να μπορέσω, θέλω και να φωνάξω δυνατότερα, να τολμήσω περισσότερα, να καταπιώ τα πάντα. Τότε ίσως καταφέρω να γίνω στοιχειό, αλλά αναρωτιέμαι θα έχω τότε ακόμα ύλη; Κι αν πάλι όλα αυτά τα κύματα δεν είναι ηθοποιοί σε ετούτο εδώ το δράμα; Κι αν πάλι όλα αυτά τα κύματα είναι μονάχα -άκου, μονάχα- θεατές μου; Τί όνομα θα είχε αυτός ο ρόλος μου; Ποιές θα' ταν οι αρχές μου; Και ποιά ηθική o ξεγελασμένος εγώ από το φαινόμενο της παλίρροιας στης σκηνής πιά το περβάζι θα είχα; Είμαι αυτός εδώ ο μικρούλης αχινός κολλημένος πάνω στο βράχο σκεπασμένος από θεόρατα κύματα. Ο μικρός αυτός κάβουρας που δεν ξέρει καταπού πάει και περπατάει ανώφελα πελαγωμένος στην ουσία, πάντα ανάποδα για να χάνει το δρόμο. Δεν ξεκόβεις εύκολα από την ύλη ακόμα και όταν είσαι η ύλη έστω για τα όνειρα. Τη θάλασσα αμφισβητώ, το χαμό όμως από το κύμα τον νιώθω. Ορίστε πώς έγινα ο κάβουρας και να και το ζουμί μου. Δεν αλλάζω ποτέ. Φιλοκτήτης όμως δεν θα καταφέρω να γίνω και ήρωας. Και τί σημαίνει Φιλοκτήτης και πού κολλάει ο Φιλοκτήτης εδώ. Φιλοκτήτης σημαίνει ανένδοτος, καταλαβαίνετε λοιπόν πού κολλάει. Κι όμως δε ζήτησα αυτό. Ήθελα του Πρόσπερο να' μαι μονάχα παλιάτσος. Άριελ ή έστω ο Γκονζάλο.

Saturday, July 19, 2008

Ανταποκρίσεις



Στα Χανιά από χτες. Στο παλιό λιμάνι. Πρότελευταία στάση στην καριέρα της Νάνας Μούσχουρη. Υπάρχει μέσα μου τουλάχιστον μιά τρεμάμενη φωνή που ψάχνει κάπου την αγάπη. Περίεργο, δεν είχα ποτέ παραπάνω πάρε δώσε με αυτή τη φωνή ή μάλλον, έτσι όπως το είδα να το γράφω τώρα, ίσως και προηγούμενα είχα και επόμενα έχω. Το "Μίλησε μου, μιλησέ μου" το έχω άχτι να το ακούσω κάποια στιγμή live. Και την "Ενδεκάτη εντολή" που ξέρουν μόνο οι τρελλοί κι όλης της γης οι σκλάβοι. Πληρώ κατά το ήμισυ τουλάχιστον τις προϋποθέσεις, αν μη τι άλλο... Αφήστε που με τον περονόσπορο που έπεσε με τα εισιτήρια της Μαντάνα εμένα μου έχει βγει όλη η άρνηση του κόσμου να δω το παπ είδωλο in concert. Σκεφτομαι όμως ότι είδα την αμέσως επικρατέστερη εναλλακτική που έχει πουλήσει και περισσότερο από την καλόχαρη των 27 του Σεπτέμβρη, αν θέλετε να ξέρετε. Α, και για να σκυλιάσετε ακόμα πιό πολύ μερικοί - μερικοί, η συναυλία της Νάνας ήταν τζάμπα... Και μπορεί να κόπηκε και τρεις φορές το ρεύμα και εκεί να την εγκατέλειψα άδοξα γιατί ήμουν κομμάτια από την υπόλοιπη μέρα, και μπορεί να μην πρόλαβα να ακούσω το "Μίλησε μου, μίλησε μου" live πάλι, αλλά από χτες το βράδυ τραγουδάω "ταμ - ταμ" και "άιντε το μαλώνω το μαλώνω, άιντε κι ύστερα το μετανιώνω, άιντε το μαλώνω και το βρίζω, άιντε την καρδούλα του ραγίζω". Κι επειδή είμαι και φίλαυτος... το τελευταίο ΜΟΥ το αφιερώνω! Viva, Nana!

Thursday, July 17, 2008

Καραβάκια και σαΐτες


Μια σελίδα λευκή
πώς να φτάσω εκεί
με τι λέξεις
να 'χα χίλιες φωνές
να ακούς, κι όποια θες
να διαλέξεις
Δυο σελίδες λευκές
σου 'χω κι άλλες να καις
είμαι ανήμπορος, κοίτα
δε σε φτάνει καμιά
καραβάκι η μια
και η άλλη σαΐτα
Καραβάκια και σαΐτες
για ταξίδι ξεκινούν
όσες νίκες, τόσες ήττες
αν αντέξεις θα σε βρουν
Κι αν μαθαίνεις την αλήθεια
σ' όσα λένε τα παιδιά
αν σε φτάσει μια σαΐτα
κάρφωσέ τη στην καρδιά
Μια σελίδα χαρτί
ποιος σου λείπει και τι
να σου στείλω
τι ζητάς στη ζωή
για να δω αν θα μπει
σ' ένα φύλλo
Καραβάκια και σαΐτες
για ταξίδι ξεκινούν
όσες νίκες, τόσες ήττες
αν αντέξεις θα σε βρουν
Κι αν μαθαίνεις την αγάπη
στα ταξίδια που θα πας
μέσα σ' ένα καραβάκι
μπες και μάθε ν' αγαπάς

Thursday, July 10, 2008

Here I go again!!!


Χωρίς πολλά σχόλια.. καιρός να απενοχοποιήσουμε τη χαρά μας. Και να σας πω και το άλλο; Εντάξει, τί έγινε που η ταινία δεν είναι τόσο καλή; Άμα το' χεις μέσα σου δεν θέλεις και την τέλεια σκηνοθεσία για να γίνεις και Dancing Queen άμα λάχει. Εμένα voulez vouz να μου χαρίσετε αυτό το καλοκαίρι στη Σκόπελο; Take your chance with me σας λέω και Gimme Gimme Gimme (even your loving sometimes) κι εγώ how can I resist you? Συγγνώμη, αλλά πέρσυ που γυριζόταν η ταινία εγώ βάραγα ανεξάντλητες σκοπιές και το μόνο που με κρατούσε από την παράνοια -εκτός από κάτι "ανθυποεργάρια" του Ντοστογιέφσκι, γιατί είναι και κουλτουριάρης ο σωστός ποπάκιας- ήταν η μουσική των Abba, κάτι ολίγον από Ραφαέλα Καρά, τα παλιά της Άννας Βίσση και μια ελπίδα για ένα επόμενο καλοκαίρι που με περιμένει κάπου σε μια παραλία στη Σκόπελο να σιγοψιθυρίζω βροντοφώνως όπως μόνο εγώ ξέρω The winner takes it all. Όπως αντιλαμβάνεστε, τρικυμία εν κρανίω... δε βαριέσαι, αυτό ήμουν πάντα κι ένα click ήθελα και χόρευα... Παρεπιπτόντως, μόλις διαπίστωσα ότι στον 902 παίζω ως Πεταλουδόσαυρος... Πάω να με δω :) Α, και επαναλαμβάνω: HOW CAN I RESIST YOU!!!! Άντε, γιατί τελευταία σας είχα ζαλίσει στις μυξοπαρθενιές...

Wednesday, July 09, 2008

Blue


Αυτή η σελίδα. Γράφει πολλά. Πάρα πολλά γράφει. Για χρόνια πάρα πολλά. Δεν είναι κατ' ανάγκη τα όμορφα. Δεν είναι όλα πάντοτε μαύρα. Το σίγουρο είναι όλα στις αποχρώσεις ενός περήφανου μπλε. Από τον ουρανό και τη θάλασσα. Κι είναι γραμμένα μ' ένα μολύβι ξυσμένο κατάβαθα επάνω στο χαρτί. Κατάσαρκα επάνω στο χαρτί που μου κάνει ώρες ώρες και σάρκα. Η μήπως μοιάζει κιόλας με γη; Ένα μολύβι που έμεινε μικρό από της ξύστρας τα γυρίσματα και έμαθε να σκαλίζει κρατήρες. Ένα μολύβι μπλε. Τα ταξίδια της ζωής και τις πλάνες. Δύνη κάνω τώρα τη ξύστρα. Δεν έχουμε καιρό για να έχουμε και ηλικία. Ούτε ελπίδα έχουμε. Ούτε στην ουσία καημό. Έχουμε μόνο κάτι που ώρες ώρες μοιάζει λύπη κι άλλοτε λήθη λέγεται. Γυρίζω κι άλλο το μολύβι στην ξύστρα. Ένα κενό που δεν ξέρω αν κάποτε τέλειωσε, εδώ, σε αυτήν επάνω τη σελίδα βρήκε το έδαφος τα κέφια και το παιχνίδι του να ξεκινήσει. Εδώ. Για πολλά χρόνια εδώ. Και γύρω τριγύρω τα φώτα. Μέσα στο σκοτάδι η νύχτα κάνει το καλοκαίρι λαμπερό. Ανάψτε τα φώτα. Εγώ είμαι που γράφω με ένα μολύβι στον κόσμο. Δεν υπάρχει η σελίδα. Δεν υπάρχει το μολύβι. Δεν υπάρχει κόσμος γαλανός. Στη σκηνή να με δείτε. Ανάψτε σας λέω τα φώτα.

Thursday, July 03, 2008

Ιούλιος


Ο Ιούλιος ή Ιούλης είναι ο έβδομος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό Ημερολόγιο και έχει 31 ημέρες.

Ας είμαστε σοβαροί. Κανένας μήνας δεν έχει αύξοντα αριθμό. Κανένας μήνας δεν κρατάει 31 ημέρες ή λιγότερο. Τέλος κάθε μήνας δεν είναι παρά προσωπικό μας ημερολόγιο. Και δεν έχουμε όλοι το όνομα του γρήγορου Γρηγόρη. Εδώ και πέντε μέρες το φανάρι κόλλησε. Σταμάτης. Θα μου πεις εδώ και πέντε μέρες μόνο;;; Η κίνηση στη λεωφόρο συνεχίζεται. Ανενόχλητη. Μακάρια. Νηφάλια... Δεν μπορεί, υπάρχει τρόπος να περνάς απέναντι, μόνο που εγώ δεν έχω διάθεση για ούζο Τσάνταλη.

Saturday, June 28, 2008

Ο ταχυδρόμος δεν πέθανε ποτέ


...ήταν παιδί στα δεκαεφτά
που τώρα έχει πετάξει
ποιος θα σου φέρει αγάπη μου
το γράμμα που 'χα τάξει
και σαν πουλί που πέταξε
η πικραμένη του ζωή,
πέταξε πάει και τού 'φυγε
η δροσερή πνοή
Ποιος θα σου δώσει αγάπη μου
το τελευταίο φιλί μου
Ο ταχυδρόμος πέθανε
στα δεκαεφτά του χρόνια
κι ήταν αυτός η αγάπη μου,
η κουρασμένη του σκιά
τώρα πετά στα κλώνια,
φέρνει δροσιά στ' αηδόνια
Ποιος θα σου δείξει αγάπη μου
πού 'ναι του ονείρου ο δρόμος
αφού πεθάναμε μαζί εγώ κι ο ταχυδρόμος

Νομίζω ο Χατζιδάκις μας είπε ψέματα, αγάπη μου. Από εκείνα τα ψέματα του θεάτρου, ξέρεις, τα αληθινά. Των ονείρων που θέλουμε να γίνουμε η αλήθεια. Τα ζωτικά ψέματα που λέμε. Τα ψέματα που ζούμε δηλαδή. Τα ψέματα που δεν θέλουμε απλά να ζήσουμε. Τα όνειρα που έχουμε ανάγκη να ζήσουμε. Αρκεί το σώμα ενός θεατρίνου που θα υποδύεται στο δράμα μας τον ταχυδρόμο εν προκειμένω. Και η ανάσα ενός μονάχα έστω θεατή. Ένα παιδί που υποτίθεται πεθαίνει στα δεκαεφτά του χρόνια πάνω στη σκηνή. Όσο υπάρχει ένας προσκυνητής για να δώσει το τελευταίο φιλί στα χείλια του από κάτω, το αγόρι δεν θα χάσει ποτέ τη δροσερή πνοή του. "Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι, βλέπεις, εσύ κι εγώ"... Έτσι σου δείχνω την αγάπη, αγάπη μου, που είναι του ονείρου ο δρόμος γιατί δεν πέθανε ποτέ κανείς, ούτε κι ο ταχυδρόμος...

Απόψε ήμουν από κάτω κι εγώ ένας πολύ μικρός και θλιβερός ηθοποιός και τα 'ζησα όλα όπως τα είπα και τα λέω.

Saturday, June 21, 2008

Ώρα για μπάνιο στη θάλασσα


Και η ώρα έχει πάει τόσο αργά που θα ήμουν ευτυχισμένος αν συνέχιζα. Μα δεν μπορώ. Αντέχω τα πάντα. Μόνο τη μέρα που τελειώνει δεν αντέχω. Και περνά αγύριστη κι αδάνειστη, γυναικεία, όσο και να την πληρώσεις. Θα γυρίσεις πάντα πίσω να της πεις δώσε μου κι άλλα. Με αυτή την ωραία απληστία που δεν θέλεις τίποτα να τελειώσει. Εκείνη όμως γυρνάει το πλευρό κι ενδίδει στον επόμενο ήλιο. Γιατί αν τελειώνει κάτι σημαίνει κιόλας στο λεπτό ότι χάθηκε. Και δεν μπορείς να συγκρατήσεις τους μικρούς σπαραξικάρδιους ενθουσιασμούς από την καρδιά ενός λεπτού που περνάει. Κι όμως αυτή η υποδιαίρεση κιόλας της ώρας χωράει τόσους πολλαπλασιασμούς. Φοβάμαι όταν ακούω μια φράση καραμέλα. Ζήσε το τώρα λένε, ζήσε το τώρα πιπιλίζουν. Δεν το αντέχω. Κι ίσως αυτό να σημαίνει αντοχή: που δεν αντέχω. Δεν ξέρω. Γυρίζω πάντα και σαν παιδί κοιτώ τους εραστές όταν γυρίζουν πλευρό και κοιμούνται. Και θέλω να ανοίξω το παράθυρο να κοιτάξουν τη θάλασσα που κανένας δεν μπορεί να την εξαντλήσει. Και θέλω να ανοίξω τη μπαλκονόπορτα και να είναι απέξω μια θάλασσα έτοιμη να ξεπλύνουν και το αποψινό ξενύχτι στα νερά της, στα γαλάζια ήρεμα κύματα που το ένα φέρνει πάντα το άλλο. Ανεξάντλητα. Ατελείωτα. Το ένα πάνω στο άλλο. Ερωτικά. Και μόνο αυτή την ώρα μου αρέσει και η ημέρα και η θάλασσα. Ενώ έχει ξημερώσει. Ωστόσο λίγο πριν βγει με τις ακτίνες του ο ήλιος. Και έχει η ώρα τη δροσιά από ένα ποτήρι νερό κρύο.

Tuesday, June 17, 2008

Ιδού εγώ...and so the story goes...


Here I am an old(?) (wo)man in a dry month...
Είδα τη γενική δοκιμή από τον Ουρανό Κατακόκκινο της Αναγνωστάκη με τη Ρένη Πιττακή. Πρώτη διδάξασα η Βέρα Ζαβιτσιάνου. Άρχισα να γράφω. Και καθώς έγραφα, το μετάνιωσα και τα έσβησα όλα. Κράτησα μόνο αυτή την πρώτη φράση όπως την παράφρασε η Αναγνωστάκη από το Γερόντιο του Τ.S. Elliot. Νομίζω τα συνοψίζει όλα. Αυτός ο μονόλογος της μισής ώρας κρύβει μέσα του ό,τι δε χώρεσε ως τώρα καμιά ιδεολογία και κανένας -ισμός κι όλα αυτά με τον πλέον κατάλληλο και "απολιτικό" για τις μέρες μας τρόπο. Τα -ισμός πάντα μου θύμιζαν έτσι κι αλλιώς τη λέξη κνισμός και μάλιστα επάνω σε αρχίδια -δεν θεωρώ τυχαίο πάντως το γεγονός ότι γυναίκα έγραψε τον μονόλογο και της γυναίκας που τον παίζει ο γιός έχει κρυψορχία- γι' αυτό και συστηματικά τα -ισμός σας λέω τ' αποφεύγω. Και τα υπαρκτός καταναλωτισμός και τα ανύπαρκτος σοσιαλισμός για να το προσδιορίσω και κάπως. Και όχι η λύση δεν είναι ούτε καν μέση οδός, μεταίχμιο ή ακόμα ακόμα βροντερός ακτιβισμός. Στις κοινωνίες του μέσου όρου κάποιοι νιώθουμε την ανάγκη από τα δεσμά αυτής της μετριότητας να ελευθερωθούμε. Ιδού λοιπόν το μέγα θέμα. Να ελευθερωθείς από τα όρια. Κυρίως τα σα εκ των σων και κάτι περίεργα μέσα σου δικά σου.

Thursday, June 12, 2008

Κόλλα αναφοράς


Θα ξεκινούσα να γράφω από την αρχή τώρα που βλέπω τα πράγματα από την άλλη όψη. Όμως το ξέρω. Κι από την άλλη ο ίδιος θα είμαι πάλι. Δεν αλλάζουν οι λέξεις, δεν υπάρχουν καν συνώνυμα. Έχουμε την ευτυχία να ζούμε σε μια γλώσσα που δεν έχει ταυτόσημα, όσο και να μαθαίνουμε στα σχολεία το αντίθετο στην πράξη. Γιατί πάντα στο σχολείο όπως σε κάθε σύστημα το αντίθετο από αυτό που πρέπει να μαθαίνουμε μαθαίνουμε. Στη γλώσσα κάθε λέξη έχει ταυτότητα και το καθένα αυτεξούσιο σημαίνει. Γι' αυτό και τα πάθη των λέξεων στη γλώσσα τη δική μας συμβαίνει να είναι τα βάθη τους. Αρκεί να βουτήξεις μέσα στα βαθιά νερά και να πεις τώρα ταξιδεύω. Ίσως τότε και μόνο τότε να ζήσουμε το πρώτο πραγματικά ελληνικό καλοκαίρι που συναντάει κανείς μόνο σε στίχους του Ελύτη τώρα πιά και απηχεί Αισχύλο, Σαπφώ και Σοφοκλή σε κάποια ολόλαμπρη και μοναχική παραλία της Σύρου ή στην ορχήστρα στην Επίδαυρο ακόμα κι όταν η παράσταση είναι χειρότερη και από αθλία. Τώρα που κλείνουν τα σχολεία αρχίζει η μαθητεία στο κάλλος κι εμένα μάλλον με σέρνει κιόλας το καράβι Ιούνιος.

Υ.Γ: Νομίζω τώρα πρώτη φορά κατάφερα να περιγράψω την αίσθηση που με έπιανε κάθε χρόνο μέσα στις καλοκαιρινές εξεταστικές μου, κύριε καθηγητά, και δεν μπορούσα να διαβάσω. Δεν είμαι των διακοπών. Δεν μου αρέσει η αλμύρα, η έκθεση με τις ώρες στον ήλιο, η άμμος, τα ανθηλιακά, ο ύπνος και το γλάρωμα της αγελάδας κατόπιν ως το βράδυ. Όμως η θέα στη θάλασσα που τη χρυσίζει ο ήλιος και αυτός ο πεφτάστερος ουρανός τα βράδυα εκεί στη Πελοπόννησο ακόμα και όταν η παράσταση είναι για μάπα ακόμα κι εμένα το μουρόχαυλο ελληνάκι παρασέρνουν. Και να σημειωθεί στα πρακτικά πως πάντα λαχταρώ με τούτο το επάγγελμα που διάλεξα την πρώτη μου καλοκαιρινή περιοδεία. Με έναν θίασο. Τρίτο καλοκαίρι δίχως... "Αγάντα" να φωνάζει κι η Αλίκη...

Sunday, June 08, 2008

Falling stars

H τέχνη
δεν ανέχθηκε ποτέ ότι είναι έξω από το μέτρο της
και πάντα το θέατρο σήκωνε ψηλά έναν καθρέπτη
για να κοιτάζεται η φύση. Αντανακλά την αρετή
και όχι τον ενάρετο το πέσιμο, όχι τον πεσμένο.
(Αμλετ - Τρίτη πράξη, σκηνή δεύτερη μετ. Γ. Χειμωνάς)

Αυτό το πάτωμα ήταν αλλιώς όταν πάνω του έπεσα με τα μούτρα. Κάτι ραγάδες είχε πάνω, ρυτίδες, ρόζοι στο πρόσωπο. Ρουθούνι υποτίθεται δεν άνοιξε. Είχε όμως πάνω το πάτωμα κάτι από στιγμή που πονάει. Είχαν πατήσει επάνω κάποιοι που τώρα αμφιβάλλω αν κατοίκησαν κάποτε εδώ. Τις αντιδράσεις μέσα μου εννοώ κι απανωτά ενσταντανέ μιας υποτιθέμενης πτώσης. Είμαι μεσά σε όλες τις φωτογραφίες εγώ, όμως έχουν πάρει τώρα φως όλες οι αντιδράσεις. Πνοούλες, κάπου τις έχασα. Κοιτάζω τις φωτογραφίες τριγύρω. Είναι τόσο ζωντανές που σχεδόν νομίζω καμιά δεν έχει πεθάνει. Κι όμως, έχω πέσει τώρα πιά. Είμαι εδώ. Κατάχαμα. Μέσα στο θέατρο. Πάνω στη σκηνή. Κι αυλάκια τρέχει ψεύτικο αίμα. Στο πρόσωπο και στο πάτωμα. Έγιναν ένα. Κοίτα περίεργη στάση το σώμα σε ετούτη τη φωτογραφία. Ισορροπώ στο κενό κι έχω ακόμα το πάτωμα να στηρίζει. Λίγο πριν πέσω. Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν πέσω εδώ. Ηθοποιοί. Παίζουν ακόμα και ότι πέθαναν. Κι ότι πέφτουν. Ιδανικές φωνές, ανάσες. Γεμίζουν πάντα το χώρο τους. Το πάτωμα. Και δεν πεθαίνουν ποτέ. Και δεν παθαίνουνε τίποτε -υποτίθεται- ακόμα κι όταν παθαίνουν τα πάντα. Οι άγγελοι χαρίστηκαν στη βαρύτητα. Οι αγγελιαφόροι μιας κωμωδίας. Γιατί πραγματικός χρόνος είναι η μνήμη που φυλάμε όταν παύουμε να σκεφτόμαστε πού σταθήκαμε. Θυμόμαστε μονάχα ότι πέσαμε. Κάποτε. Η μνήμη είναι χώρος ενός αόριστου ατυχήματος που συντελείται σε χρόνο συνεχόμενο, παρατατικό κάθε φορά που χάνουμε μόλις κιόλας την προηγούμενη στιγμή μας. Όχι για την επανάληψη. Αλλά για μια ανα - παράσταση ζώντανη του χρόνου που περνά λίγο πριν πέσουμε στο πάτωμα και πάλι.

Friday, June 06, 2008

Δύο ξένοι

Υπάρχει, ξέρετε, πάντα μια πραγματικότητα. Που δεν είναι όλες τις φορές ιδεατή ούτε και ακολουθεί πάντα τη σύμβαση που αποδέχονται για πραγματική τα δικά μας μάτια. Σέβομαι το βλέμμα σας, όμως ξέρω καλά πώς δεν είναι δυνατόν πάντα να κοιτάξετε κατάβαθα στο εγώ το δικό μου. Και κάτι τέτοιες στιγμές μόνο υπεράνω δεν μπορώ να είμαι ενώ στ' αλήθεια νομίζετε πως υπάρχει ο τρόπος ή η τεχνική να είμαι υπεράνω. Να ενεργώ και πέρα από τον εαυτό. Να παίζω στην καλύτερη περίπτωση θέατρο καλό και να παρασύρω και εσάς σε ένα γέλιο σπαραξικάρδιο που λέει ευθαρσώς χειροκροτήστε. Υπάρχει δυστυχώς και η ρωγμή που πρέπει να δείτε κι εσείς κι εγώ κάτι λίγο πιό μέσα από εσάς κι εμένα και όλοι μαζί να γίνουμε για το ελάχιστο συνθεατές σε ένα δράμα θα έλεγα κοινόβιο. Αν μπορείτε χωρίς εκδορές παρακαλώ. Τις περισσότερες φορές όμως κι εγώ ο ίδιος δεν αντέχω. Απλά σκύβω το κεφάλι και αποχωρώ. Χωρίς χειροκροτήματα. Αλλά με μεγάλη ευθύνη τότε. Και σαν αυτόχειρας σχεδόν ξέρω ότι είναι εύκολο να μιλήσετε για ένα ακόμα δραματικό φινάλε γι' αυτό το λόγο ακριβώς και σταματώ ή τρέχω με ταχύτητα φωτός μακριά σε άλλο αστέρι. Μονάχα μην ξεχνάτε. Στην αντίπερα όχθη το λεωφορείο "πόθος" γράφει έτσι κι αλλιώς τη λέξη "θάνατος". Γι' αυτό να συχωράτε κάτι ανεξήγητες κινήσεις των ηθοποιών. Όλοι κάποτε νιώθουμε την ανάγκη για το ανεξήγητο. Και οι κινήσεις μας αποκτούν μία θεατρικότητα παράξενη που παρεξηγείται. Χωρίς βαρύγδουπες ετυμηγορίες. Από πίστη και μόνο σε αυτήν την άλλη πραγματικότητα την ας την πούμε θεαματική. Που δεν καταδικάζει. Μόνο έχει τη μακροθυμία να συγχωρεί.

Friday, May 30, 2008

Στον αστερισμό των Διδύμων

Κοιτάζω μπροστά μου το καλοκαίρι σαν θάλασσα. Στιγμιαία άκουσα κάποιους άλλους να μιλάνε, αφαιρέθηκα, έχασα για λίγο το μέρος της συγκεκριμένης πραγματικότητας που μας απασχολούσε και βυθίστηκα μέσα στην υπόλοιπη που τώρα μου απέμεινε και μόνο σε εμένα αναλογούσε πιά και σκέφτηκα ότι η ξενιτιά αρχίζει δύο βήματα από τη στεριά και τη θάλασσα και τη μοιράζονται στα δύο κι από κοινού και εκείνος που έφυγε και ο άλλος που απομένει. Γιατί το παρατήρησα ότι με κοίταξαν στιγμιαία λιγάκι περίεργα πριν συνεχίσουν την κουβέντα τους νεράκι και το κατάλαβαν ότι εγώ τάραξα τα νερά και από την κουβέντα τους απομακρυνόμουν. Ήταν σαν την επιφάνεια στη θάλασσα λίγο πιό πάνω λίγο πιό κάτω. Το δράμα εξελίχθηκε στην επιφάνεια. Ναι, η ανάδυση και η κατάδυση. Η πράξη. Άντε το πολύ πολύ και ένας μικρός διασκελισμός όταν χρηστός με πολύ κόπο καταφέρεις να γίνεις και περπατήσεις το κύμα. Η αληθινή όμως ζωή στην επιφάνεια ποτέ δεν άντεξε. Ίσως τελικά και να ζυγίζει αρκετά η βαρύτητα ενός πραγματικού ονείρου. Η αποκάλυψη του ονείρου. Εκεί που σκάζει το κύμα. Σε ένα ακρογυάλι. Και δεν καταλαβαίνουμε τί βρίσκεται μέσα στο νερό όταν είμαστε έξω. Και δεν ξέρουμε τί συμβαίνει εκεί που δεν είμαστε. Κι ούτε έξω μαθαίνουμε ή και ακούμε καν την ώρα που τολμήσαμε και παραδινόμαστε τελικά στο σύθαμπο από ένα γαλάζιο μακροβούτι. Κι ούτε πάλι μόνο δροσιζόμαστε όταν είμαστε εκεί έξω. Αλλά πρέπει να πέσουμε εκεί μέσα για να μην καταλαβαίνουμε άλλο τη ζέστη. Και τότε πάλι έως και να κρυώνουμε νιώθουμε κι αποζητάμε και πάλι τον ήλιο. Διόσκουροι λέει ο Κάστορας κι ο Πολυδεύκης. Οι αστερισμοί. Που το βράδυ μόνο φέγγουν. Αλλά και την ημέρα κάπου αλλού. Στον ουρανό όμως πάντοτε. Βρίσκονται. Χάνονται. Από τα μάτια μας. Από μόνοι τους όμως έτσι κι αλλιώς υπάρχουν. Και όταν χάνονται. Και όταν βρίσκονται. Από τα μάτια μας. Θέλω να πω και όταν τα μάτια μας δεν τους επιβεβαιώνουν εκείνοι υπάρχουν. Πού ακριβώς βρισκόμαστε και ποιά πραγματικότητα ζούμε; Κι αν ζούμε τώρα αυτήν ποιά πραγματικότητα σε κλάσματα του δευτερόλεπτου κιόλας θα αποζητήσουμε να ζήσουμε; Γιατί ευτυχία λέμε εκείνο που δεν έχουμε; Θέλω αυτό το καλοκαίρι να καταφέρω ελάχιστα να δω μέσα από το νερό και πέρα από τον ήλιο. Και την ίδια στιγμή το φοβάμαι. Κι αυτός ο φόβος, περίεργο, κατά βάθος με γλυκαίνει. Σαν ελληνικό καλοκαίρι. Καλώς ήρθε...

Monday, May 26, 2008

Secret combination 2


Πέρασα ένα ομολογουμένως παράξενο Σαββατοκύριακο. Ήμουνα καλεσμένος στο πρώτο συμπόσιο αποφοίτων του τμήματος της κλασικής φιλολογίας του Ρεθύμνου. Την ίδια ώρα κάπου στο Mega μέσα σε ένα κόκκινο δωμάτιο με είχαν ντύσει EMO. Και έπαιζα. H Καλομοίρα στην τηλεόραση τραγούδαγε σε έναν ευρωπαϊκό διαγωνισμό ένα τραγούδι για έναν μυστικό συνδυασμό σε μια χώρα κακομοίρα. Και ήρθε λέει τρίτη. Κι εγώ τώρα κάθομαι και σκέπτομαι ότι κάποτε με κυρίευε το άγχος των πανελλήνιων εξετάσεων για τις συνδυαστικές ερωτήσεις στο μάθημα της Ιστορίας. Μέχρι να συνέλθω απ' την επάνοδο εκθέτω ένα κομμάτι από την ομιλία...

"Το θέμα λοιπόν για το οποίο θα ήθελα να μιλήσω σήμερα εδώ είναι νομίζω με μιαν ευρύτερη έννοια θέμα φιλολογικό. Μιλάω περισσότερο από τη σκοπιά ενός φιλόλογου που έγινε ηθοποιός και αυτό που θέλω να πω εκφράζει μάλλον έναν προσωπικό προβληματισμό σε σχέση με το πώς ενεργεί και πράττει, πώς εντέλει ποιεί με την αρχαία έννοια της λέξης και ο φιλόλογος και ο ηθοποιός, ο καθένας πάνω στη δουλειά του. Γιατί υπάρχει νομίζω πέρα από τις αναμφίβολες διαφορές και μια διακριτική συγγένεια ανάμεσα στις δύο αυτές ιδιότητες. Ο φιλόλογος και ο ηθοποιός είναι, αν το δούμε βαθύτερα, με έναν ιδιαίτερο τρόπο δυό δρόμοι που συμπίπτουν στην ίδια διασταύρωση. Αναβλύζουν πιστεύω από την ίδια πηγή και την ίδια στιγμή τρέχει στα ρυάκια τους το ίδιο νερό. Γιατί το νερό που αρδεύει και τις δύο αυτές περιοχές δεν είναι άλλο από τον ανθρώπινο Λόγο.

Το αντικείμενο της εργασίας του φιλόλογου και εκείνο της εργασίας του ηθοποιού είναι πολύ συγκεκριμένα. Και οι δύο εργάζονται πάνω στο λόγο. Αυτό σημαίνει ότι καταπιάνονται και οι δύο με κείμενα λογοτεχνικά την μαγεία των οποίων είναι η δουλειά τους να ανα - δείξουν και να ανα - μεταδόσουν. Ο φιλόλογος και ο ηθοποιός δεν είναι ουσιαστικά τίποτα πιό σύνθετο αλλά την ίδια στιγμή ούτε κάτι τόσο άπλο όσο επαγγελματίες ανα - γνώστες ενός κειμένου. Είναι οι ανα - μεταδότες μιας πρώτης αφορμής που οδήγησε έναν άνθρωπο στην ανάγκη να κινήσει το χέρι του και να αποτυπώσει την ευαισθησία της σκέψης του τη στιγμή εκείνη ακριβώς πάνω σε ένα χαρτί. Η δουλειά τόσο του φιλόλογου όσο και του ηθοποιού είναι με όπλα τη δική του πιά ευαισθησία ο καθένας, καθώς και με τη δική του πιά ο καθένας συγκίνηση, να προσλάβουν και να αφουγκραστούν της προοπτικές μιάς άλλης ανθρώπινης φαντασίας και της έμπνευσης που ένας δημιουργός χρησιμοποιεί για να πλάσει μέσα σε ένα κείμενο έναν ολόκληρο κόσμο πίσω και πέρα από λέξεις.

Ο φιλόλογος και ο ηθοποιός είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν την ευθύνη να κάνουν ολόκληρο το ταξίδι πίσω στο χρόνο και μέσα σε ένα κείμενο και να ανακαλύψουν πίσω από τις λέξεις ή καλύτερα μέσα από τη γεωγραφία των λέξεων ενός δημιουργού, τις συνθήκες εκείνες που γέννησαν στον άνθρωπο αυτόν την ανάγκη ή τις ανάγκες να καταγράψει λέξεις και νοήματα σε ένα χαρτί και να πάρει έτσι τη δική του θέση απέναντι στα μεγάλα θέματα που απασχολούν γενικότερα τον άνθρωπο και τον κόσμο. Ποίηση ίσως είναι ένας τρόπος να ξαναβάζεις τάξη στο χάος και με τον τρόπο αυτό, με αυτή την παρέμβαση στη τάξη του κόσμου, να χαρτογραφείς ουσιαστικά και τη δική σου θέση μέσα στο κόσμο σου. Ο φιλόλογος και ο ηθοποιός έχουν σε αυτή τη διαδικασία μια αρμοδιότητα πολύ καίρια και εξαιρετικά σημαντική: να από - καλύπτουν και να ανά - μεταδίδουν ή έστω να πιθανολογούν για την ανάγκη ή τις ανάγκες που γεννάνε κατά περίστασιν σε έναν τρίτο άνθρωπο τον Λόγο. Και με αυτόν τον τρόπο ίσως ελάχιστα καταφέρνουν να γίνουν κι αυτοί συν - δημιουργοί κοντά στους ποιητές τους.

Ο φιλόλογος κι ο ηθοποιός είναι κάτω από αυτό το πρίσμα προσέγγισης των ιδιοτήτων τους δύο ερμηνευτές οι οποίοι λειτουργούν στη δουλειά τους με έναν τρόπο ουσιαστικά ανάλογο. Καταπιάνονται και οι δυο με ένα κείμενο γεμάτο νοήματα και ζωή και με όπλα τους τη δημιουργική σκέψη και τη φαντασία με αυτό το κείμενο και τις πολλαπλές δυνατότητες ερμηνείας του προσπαθούν να επικοινωνήσουν.

Ο φιλόλογος προσπαθεί να κατανοήσει ένα κείμενο λογοτεχνικό με κύριο εφόδιο την αναλυτική σκέψη πάνω στο υπό - κείμενο σώμα του λόγου που καταπιάνεται, δηλαδή πίσω και πέρα από τις απλές λέξεις και τα σαφή νοήματα που αποτυπώνονται στο χαρτί, ο φιλόλογος μελετά πώς το κείμενο στη σκέψη και την αίσθηση του επενεργεί και κυρίως τί είναι αυτό που ένα κείμενο "του λέει" ώστε κι εκείνος με τη σειρά του αυτό το κείμενο να μπορέσει να "το πει".

Ο ηθοποιός από την άλλη μεριά, με τη σειρά του όμως κι εκείνος, προσπαθεί να κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα αλλά με όσο το δυνατόν περισσότερο οργανικό τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι ο ηθοποιός προσπαθεί με όλο του το σώμα, την καρδιά δηλαδή και το μυαλό συνάμα, το κορμί και η διάνοια του να αποδώσουν αυτό το υπό - κέιμενο σώμα του λόγου που κι αυτός ψάχνει ολοζώντανο πάνω σε μια σκηνή, να δανείσει την ίδια του τη φωνή και να δώσει έτσι ξανά τη φωνή σε λέξεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουνε βουβές στο χαρτί. Να γίνει για το λίγο που μπορεί πάνω σε μια σκηνή με ολόκληρο το είναι του των λέξεων το ήθος και η ξανακερδισμένη ζωντάνια. Μελετά σαν άλλος φιλόλογος κι ο ηθοποιός δηλαδή πώς το κείμενο πάνω του επενεργεί, μονάχα που εκείνος πιά μελετά τί είναι αυτό που από το κείμενο "παθαίνει" για να μπορέσει με τη σειρά του κι αυτός να "το κάνει" με το είναι του επί σκηνής.

Κάπου εδώ τελειώνοντας, θα ήθεα να κλείσω με την αρχή από το μυθιστόρημα του Ορχάν Παμουκ Η καινούργια ζωή. Το διάλεξα γιατί νομίζω το απόσπασμα αυτό ανακλά την πρωτογενή λαχτάρα ποιυ συντηρεί και τον φιλόλογο και τον υποκριτή. Δυστυχώς ή ευτυχώς η υποκριτική είναι μια διαδικασία η οποία στο ελάχιστο αποδίδεται μέσα από τις λέξεις. Στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης επίσης πολλές ευτυχισμένες στιγμές ένιωσα είναι μια διαδικασία που επενεργεί πέρα από τις λέξεις. Δεν ξέρω αν το θέμα μου ιδιαιτέρως σας απασχολεί. Δεν έχω βρει καν το νόημα της τέχνης και δη της τέχνης του λόγου. Μόνο την αίσθηση από έναν τρόπο προσέγγισης προσπαθώ να ψάχνω.

"Μια μέρα διάβασα ένα βιβλίο κι από τότε άλλαξε ολότελα η ζωή μου. Από τις πρώτες του κιόλας σελίδες ένιωσα σε τέτοιο βαθμό τη δύναμή του, ώστε νόμισα πως το κορμί μου έφευγε μακριά από το γραφείο και την καρέκλα που καθόμουν. Ωστόσο, ενώ από τη μία νόμιζα πως το κορμί μου έφευγε κι απομακρυνόταν, από την άλλη βρισκόμουν, θαρρείς, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά, με όλη μου την ύπαρξη και κάθετί δικό μου, πάνω στην καρέκλα και δίπλα στο γραφείο, και το βιβλίο ασκούσε όλη του την επιρροή όχι μόνο στην ψυχή μου, αλλά και σε ο,τιδήποτε άλλο με έκανε να είμαι ο εαυτός μου. Ήταν τόσο ισχυρή η επιρροή, που νόμισα πως ένα φως ανάβλυζε από τις σελίδες του βιβλίου και χυνόταν στο πρόσωπό μου: ένα φως που μου σκοτείνιαζε ολότελα το νου, ενώ την ίδια στιγμή τον έκανε να λάμπει και ν' αστράφτει"

Από τα βάθη του μυαλού και της καρδιάς μου σας ευχαριστώ."

Thursday, May 22, 2008

Secret combination


Φυσικά χτες βράδυ δεν θα έχανα με τίποτα τον ημιτελικό. Πέρυσι στο στρατόπεδο θυμάμαι οι εθνοπατέρες δε μας επέτρεψαν να δούμε ούτε καν τον τελικό. Αντίθετα σ' ένα ματσάκι των ποδοσφαιροφίλων και στη βραδιά του σμηνίτη με τη Στέλλα Γεωργιάδου και τηλεόραση άνοιξαν και τ' άντερά τους ήπιαν. Αλλά θα μου πείτε στην εν λόγω εκδήλωση κι η Στέλλα τραγούδησε Μάνο Λοΐζο, τα σκυλιά τα μαύρα δε θα πιναν... Εμείς βέβαια ούτε στάλα... Ήμασταν εκπαιδευόμενοι και καλά... Πού όπως μας "εκπαίδευσαν", να τους "εκπαιδεύσουνε", Παναγία μου. Τέλοσπάντων, έδωσα θυμάμαι τότε τόπο στην οργή και για τη Στέλλα και για τα ζώα - εκπαιδευτές, αλλά και όρκο τιμής και ευθύνης συνάμα απέναντι στην υποχρέωση που έχω στο Σαρμπέλ, φέτος να εορτάσω διπλά τη συμμετοχή της πατρίδας στο διαγωνισμό που έχασα πέρσι.

Είμαι κι εγώ -και μην ντρέπεστε να το παραδεχτείτε, είστε κι εσείς- από εκείνα τα παιδιά που από τα μικράτα μας στηθήκαμε μπροστά στη μικρή οθόνη των δύο ακόμα τότε κρατικών καναλιών, ερωτευτήκαμε όλοι μας την Άννα Βίσση που ήταν μονόδρομος χωρίς ακόμα Δεσποινάκι ευτυχώς και πιστέψαμε ζαλισμένοι απ' το χορό πως υπάρχει "μόνο η αγάπη" στην οποία κάλλιστα μπορείς -και πρέπει, μη σου πω- να ενδώσεις "Μ' ώτοστοπ¨. Άντε και στο τσακίρ κέφι όλα αυτά να πλαισιωθούν με κορώνες της Αλέξιας σε ένα πολύχρωμο, αλλά κατά τα άλλα "άσπρο - μαύρο" φόντο του αγαπημένου τραγουδιού -να εμπλέξουμε και την Κύπρο στο παιχνίδι για το περίφημο δωδεκάρι, ρε γαμώτο. Α, και για να μην ξεχνιόμαστε όλα αυτά με πάμπολλα "Παραπίπα" από τη Σοφία Βόσσου για μιάν άνοιξη την οποία πολύ ως πατρίδα πιστέψαμε πλην όμως ποτέ στην Ευρώπη δεν ήρθε.

Για όλα αυτά και γιά άλλα πολλά αγάπησα και αγαπώ τη Γιουροβίζιον, αλλά κυρίως και περισσότερο για ένα: γιατί ήταν και είναι μια μικρή αφορμή για μια γιορτή ιδιαίτερη. Μαζευόμασταν όλο το σόι και όλοι οι φίλοι από κάποια στιγμή και μετά και μοιραζόμασταν το άγχος για την πρώτη θέση η οποία φαινόταν να μην έρχεται ποτέ. Μεγαλώσαμε σχεδόν ως γενιά με την απαγορευμένη ελπίδα για την πρώτη θέση. Ούτε καν με το Σάκη δεν τα καταφέραμε -ύψιστη αδικία για την οποία ομόφωνα η Ευρώπη αποφάσισε να καταγγελθεί και να τιμωρηθεί με ποινή φραγγελώσεως χωρίς έλεος η Ρουσλάνα, καθότι έχει πρόχειρα και τα μαστίγια. Ώσπου ήρθε η εκρηκτική Έλενα έκανε τα "παραπίπα" Παπαρίζου και με την Κρητική(?) ή Ποντιακή(?) -κανείς ποτέ δεν αποφάσισε- λύρα της μας απέδειξε τί σημαίνει νάμπερ ουάν στην Ευρώπη - αν κι εμένα πιό πολύ το Die for you μου άρεσε, δε θα σας ντραπώ. Άλλη κατάφωρη αδικία η τρίτη θέση τότε πάλι, για την οποία δεν θυμάμαι τώρα καν ποιός βγήκε πρώτος τότε ώστε να καταγγελθεί.

Χτες το βράδυ λοιπόν και καθώς έβλεπα τη φετινή σούπερ καλομοιρένια -φτου, φτου, σκόρδα, μαναράκι μου!!!!- συμμετοχή της Ελλάδας σκέφτηκα ότι αυτό το κορίτσι και συνεκδοχικά αυτή η συμμετοχή δεν εκπροσωπεί στην πραγματικότητα τη χώρα που εκπροσωπεί. Δεν μιλάω ούτε για το αμερικάνικο όνειρο που εξελληνίστηκε με σάρκα και οστά στο πρόσωπο της Καλομοίρας και τραγουδάει με τη φωνή της, ούτε για τη μελωδική(?) γραμμή του secret compination και τους έως απύθμενα βάθη στοχαστικούς στίχους, ούτε για την περίφημη καρτ - ποσταλ που δείχνει τα επαίσχυντα, δηλαδή έναν άντρα και μια γυναίκα να φιλιούνται for God sake, γεγονός που εξερέθισε τη Νανά Παλαϊτσάκη και τη Φαίη Σκορδά -look who's talking!!!!! Γιατί ως γνωστόν η πατρίδα μας αυτή τη στιγμή βρίσκεται και στον κολοφώνα των πολιτιστικών εξελίξεων και πώς να καταδεχτεί ο ελληνικός τουρισμός τέτοιον υποβιβασμό της αξίας του, ω εσύ, Σωκράτη superstar! Κι επειδή εδώ ταιριάζει και το "τη μια μας παίζουν ροκ την άλλη τσιφτεντέλι παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη", δηλώνω ευθαρσώς ότι είναι υπέροχη η φετινή Ελληνική συμμετοχή και τα καλύτερα αξίζουν στο Καλομοιράκι.

Ωστόσο, υπάρχει μια διάσταση ανάμεσα στην Καλομοίρα και τη χώρα που η Καλομοίρα εκπροσωπεί. Μπορεί να σας φαίνεται ίσως το πιό κουφό αλλά νομίζω η Καλομοίρα δεν ταιριάζει στην χώρα που εκπροσωπεί. Την έβλεπες χτες βράδυ. Η καλή και θετική της ενέργεια, η τόσο ανεπιτήδευτη καλοσύνη και η γλυκύτητα γέμιζε προς πάσα κατεύθυνση τη σκηνή και μάλιστα ανόθευτα μέσα από την ψυχή και την καρδιά της, αλλά είναι τόσο αντιφατικό το γεγονός ότι η χώρα που εκπροσωπεί είναι καταδικασμένη να ζει μέσα στη μύρλα, την αφειδώλευτη γκρίνια και στης μιζέριας την παραζάλη. Μια χώρα σκοτεινή και ένα κορίτσι όλο γλύκα φέτος στο διαγωνισμό μας εκπροσωπεί. Πώς τα συνδυάζει;;;

Tuesday, May 20, 2008

Μουσικό διάλλειμα


Αν σε προδίνει στη συντροφιά η ομορφιά που χει το βλέμμα όταν σβήνει Σήκω παιδί μου Σήκω αγάπη μου γλυκιά φύγε απ' τη μέση για να σμίξουνε εκείνοι Σήκω παιδί μου Σήκω αγάπη μου γλυκιά Σήκω παιδί μου Σήκω αγάπη μου γλυκιά Σήκω παιδί μου Σήκω αγάπη μου γλυκιά τί κάνει ο άνθρωπος μονάχος για να μείνει Αν σε προδίνει σιγά σιγά η λέξη αργά που γράφει ο κόσμος όταν κλείνει Σήκω παιδί μου σήκω αγάπη μου γλυκιά εσύ περίσευες και πήρες την ευθύνη Σήκω παιδί μου σήκω αγάπη μου γλυκιά σήκω παιδί μου σήκω αγάπη μου γλυκιά σήκω παιδί μου σήκω αγάπη μου γλυκιά τί θέλει ο άνθρωπος και δεν το απομακρύνει Αν σε προδίνει σχεδόν κι αυτός ο εαυτός που έχει μέσα σου απομείνει Σήκω παιδί μου Σήκω άναψε το φως κανεις δεν άντεξε ενός λεπτού οδύνη Σήκω παιδί μου σήκω άναψε το φως Σήκω παιδί μου σήκω άναψε το φως τί κάνει ο άνθρωπος και δεν το κατακρίνει.
Άσχετοι λόγοι μου θύμισαν σήμερα αυτό το τραγούδι. Στους λόγους το αφιερώνω. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι συνθήκες. Όχι αυτές που περιγράφουν οι λέξεις. Μου αρέσει να κοιτάζω πέρα από αυτές. Αγαπάω στους αιώνες τη φωνή της Βίκυς Μοσχολιού.

Friday, May 09, 2008

Μια ανάμνηση


Απόψε ήταν. Μέτραγες δίπλα μου οχτάρια. Μια μικρή διαδρομή. Θέλω να την κρατήσω μυστική και την ίδια στιγμή να την φωνάξω σε όλο τον κόσμο. Όλα αυτά που έκανες. Όλα αυτά που έλεγες. Στο κέντρο της Αθήνας. Στο κέντρο για μενα της γης. Και το κυριότερο χαμογελούσες. Κάπου θα τα φυλάω όλα αυτά. Όχι σαν ανάμνηση. Αλλά σαν προσωπική ζωή. Το καλό είναι πως είχε λίγο φως. Τόσο λίγο για να βλέπουμε μόνο εμείς. Να πατάς αδέξια τα οχτάρια. Και να μη σε βλέπει άλλος κανείς. Μόνο εγώ να σε βλέπω. Και να χαίρομαι. Εκ των υστέρων κατάλαβα πως δεν θα μπορούσες να μετράς απόψε αλλιώς. Ήταν του Μάη Νύχτα 8.

Υ.Γ. Όλα πάσχιζαν να γίνουν ανάμνηση. Ακόμα και το λούτρινο χταπόδι. Θυμάσαι;

Thursday, May 01, 2008

Σε μια άλλη ρυθμολογία





Τις τελευταίες ημέρες έχω στην αδιακρισία της κατοχής μου ένα dvd. Δώρο ακριβό. Από συνονόματο. Υπήρχε διακριτικά σαν παρουσία ανθρώπου μέσα στο μικρό μυαλό αλλά φυλαγμένο στη νάρκη μιας θήκης περίμενε την στιγμή την ωραία που θα θελήσει να ανθίσει. Η σχέση του χειμώνα με την άνοιξη.

Παραδομένο κι αυτό σαν εγώ σε μια άλλη ρυθμολογία που δεν θέλει να εκβιάζει. Να καθιστά πράγματα τις συνθήκες. Που θέλει και λαχταρά οι ώρες να σημαίνουν για να τις λέει ωραίες -και οριακές. Να δίνει νόημα στις συμβάσεις και τις ημερομηνίες.

Σήμερα λοιπόν το πρωί δεν ξέρω ακριβώς ποιά ανάγκη, την ονόμασα μάλλον για να συνεννοούμαστε Πρωτομαγιά, με έσπρωξε επιτέλους προς εκείνο. Το dvd είναι η μικρού μήκους ταινία του Αντώνη Μποσκοΐτη για την Τρελλή του Φεγγαριού Φλέρυ Νταντωνάκη. Είπα λοιπόν να πλέξω του Μάη στεφάνι. Λουλούδια να προσπαθήσω να κάνω με λέξεις. Οι λέξεις έτσι κι αλλιώς πάντα είναι κάτι παραπάνω από λέξεις. Ένα π μπροστά κι έγιναν κιόλας πλέξεις, βλέπετε. Ας τις πούμε όμως σήμερα συνεκδοχικά λουλούδια της πρωτομηνιάς μιας που ταιριάζει. Κοντά στη Σταύρωση και δίπλα στην Ανάσταση συνέπεσε η φετινή Πρωτομαγιά. Πάλι "τυχαία" ταιριάζουν οι λέξεις.

Το σκέφτομαι κάπως από χτες. Είναι αθέμιτο αυτό που επιχειρεί μέσα μας την άνοιξη. Ο τρόπος που παραβγαίνει στις αισθήσεις. Μυρίζω γύρω σαν το σκυλί. Αχόρταγα. Κυρίως τα βράδυα. Σε έναν ρυθμό που ξεσηκώνει. Με ένα τρόπο που καταδικάζει μέσα το ήμερο και προτρέπει στο οργιώδες. Δεν ξέρω αν έχω τη δύναμη να αντέξω. Φοβάμαι τις περισσότερες φορές. Την αδράνεια. Μήπως αποφεύγω τον πόνο. Μπορείς να γλιτώσεις τα νιάτα; Από τα γεράματα ίσως ναι. Από τα νιάτα όμως όχι. Όχι.

Για ένα περίεργο λόγο έχω θυμηθεί το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι. Καλοδεχούμενες οι λέξεις: "Τότε, μια μέρα λίγο αφού πάψαμε να πηγαίνουμε στην ακρογυαλιά... Ήταν μια από κείνες τις άσπρες φλογερές μέρες της Καμπέθα ντε Λόμπο... όχι γαλάζια, αλλά κάτασπρη, φλογερή μέρα..."

Τώρα έγινα δόκτωρας Ζάχαρη -μ' αρέσει να θυμάμαι πάντα τη Νέλλη Αγγελίδου να απευθύνεται με αυτό το όνομα στον Κούκροβιτς- και η δική μου Κάθρην στο dvd λέει: "Κάποτε μετά από μια παράσταση... βγήκα μπροστά στη θάλασσα... και περπάτησα πάνω στα κύματα, αλλά στη μέση έχασα για λίγο την πίστη μου και βούλιαξα. Πέθανα λίγο. Τόσο όσο να μπορώ να ανεβοκατεβαίνω από το θάνατο στη ζωή. Δε βρήκα λουλούδια να στολίσω εκείνη την ημέρα τα μαλλιά μου γι' αυτό φόρεσα πλαστικές μαργαρίτες που τις ξεκόλλησα από τις σαγιονάρες..."

Και ο Ελύτης τώρα από πού ξεφύτρωσε... Αδιάκριτος πάντα και πάλι... με μια μονοκοντυλιά λέει... "Μισή να σε βλέπω να περνάς στο νερό/ Και μισή να σε κλαίω μες τον Παράδεισο."

Monday, April 28, 2008

Πάσχισα

Δεν ξέρω. Φέτος δεν ακολούθησα το τυπικό. Την θεσμοθετημένη τελετουργία για ένα Πάσχα ορθόδοξα χριστιανισμένο. Ίσως γιατί μέσα στα χρόνια μου πέρασα και με το κουταλάκι έφαγα ορθόδοξη τελετουργία. Τα δύο τελευταία απέχω.

Νήστεψα μόνο την Μεγάλη Εβδομάδα. Πάντα νηστεύω την εβδομάδα αυτή. Πάντα υπάρχει ένα κατάλοιπο να σου αρέσει από κάτι που δε σου αρέσει γενικώς και αορίστως. Πήγα λιγάκι εκκλησία ξώφαλτσος.

Μεγάλη Τετάρτη βραδάκι περαστικός μισή ώρα να σκοτώσω.

Μεγάλη Πέμπτη αν σήμερον κρεμάται επι ξύλου δεν άκουσα. Έβλεπα το Matador. Αλμοδοβάρ. Δεν έχω εμπεριστατωμένα επιχειρήματα αλλά από ένστικτο ένιωσα να σιγοντάρει το θείο δράμα η ταινία. Τόσο εύγλωττα. Τόσο μελίρρυτα. Σαν εγκώμιο. Ω, γλυκύ μου έαρ...

Μεγάλη Παρασκευή ακολούθησα τρεις Επιτάφιους στο Θησείο. Συναντήθηκα με παλιούς συμμαθητές από το πρότυπα χριστιανικό σχολείο που φοίτησα. Ένιωσα λιγάκι τουρίστας στην διαδικασία. Και κατά το τυπικό ήμουν. Και στη συνάντηση των συμμαθητών. Και στη συνάντηση των Επιταφίων.

Μεγάλο Σάββατο πρωί είπα να κοινωνήσω. Χωρίς εξόφθαλμη όρεξη. Σπρωγμένος ωστόσο από κάποια παράξενη ανάγκη -γι' αυτό κάνω και αυτήν εδώ την ανάρτηση. Όχι από ψυχαναγκασμό πάντως. Έμαθα πιά τον ψυχαναγκασμό να τον αναγνωρίζω. Ελευθερία ανάστασης απέναντι στον ψυχαναγκασμό πλέον προσδοκώ. "Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών..." να τί σημαίνει μάλλον.

Έκλεισα το ξυπνητήρι δυό φορές πρωινό Μεγάλου Σαββάτου. Δεν άκουσα τον κόκκορα να λαλήσει τρεις. Μισή ώρα μόνο μετά πανικόβλητος πετάχτηκα κι έτρεχα να προλάβω. Οι παπάδες αυτής της ενορίας τα κάνουν όλα νωρίς και στις 08:20 που ξύπνησα ήταν κιόλας αργοπορημένα. Όχι καταστροφικά αργά. Απλά έχασα τα τύμπανα της πρώτης Ανάστασης. Πάντα Μεγάλο Σάββατο πρωί θυμάμαι -και θα θυμάμαι υποθέτω πάντα- τη γιαγία για τα τύμπανα της πρώτης γιορτής. Να σηκωθείς πρωί για να προλάβεις. Είναι πιό όμορφα κι απ΄την Ανάσταση τη Μεγάλη. (Η γιαγιά έχει αρχίσει λίγο να φεύγει. Σε αγαπάω, γιαγία μου -τυχαία μπήκε εκεί ο τόνος, τον αφήνω) Στάθηκα στην ουρά μιας τελετής που τέλειωνε και απλά ο παπάς κοινωνούσε τους καθυστερημένους. Κοινώνησα χωρίς να έχω παρακολουθήσει την τελετή. Κυρίως κρασί. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν ρίχνουν πάντοτε λίγο περισσότερο σώμα στο δισκοπότηρο αυτής της ενορίας. Εκπτώσεις τελετουργίας...

Μεγάλο Σάββατο βράδυ στήθηκα στο συνωστισμό της πλατείας. Δίπλα μου μάνα κι αδελφός. Άναψα τη λαμπάδα με ένα καραβάκι πάνω. Δεν δούλευαν τα μεγάφωνα. Δούλευαν τα βεγγαλικά κάπου πιό δίπλα. Άρχισαν τα φιλιά μιας στιγμιαίας έστω αγάπης. Πάσχισα να ακούσω Χριστός Ανέστη μέσα στη βαβούρα. Οι καμπάνες χτυπούσαν. Τα βεγγαλικά χτύπαγαν. Φιληθήκαμε. Άκουσα Χριστός Ανέστη από τη μάνα και τον αδελφό μου. Γυρίσαμε σπίτι. Πήρα μονάχα ένα τηλέφωνο. Σε έναν μόνο φέτος αληθώς ανέστη ευχήθηκα.

Καθώς γράφω αυτή την ανάρτηση είπα Πάσχισα. Πάσχα σημαίνει λέει πέρασμα και πασχίζω προσπαθώ να περάσω υποθέτω.

Ήρθε η ώρα να διευκρινίσω την παράξενη ανάγκη που επικαλέστηκα πιό πάνω. Την κυρίαρχη σκέψη της εβδομάδας που πέρασε κι εγώ πάσχιζα να την νιώσω, όχι να την καταλάβω. Γι' αυτό νομίζω πως εκφράζομαι έτσι -κάπως περίεργα- στην ανάρτηση αυτή.

Ξεκίνησε με ένα σχόλιο στα επτά δαιμόνια. Έγραψα: "Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτές τις ημέρες τα λόγια στις εκκλησίες ακόμα και τις πιό φωτεινές, και τις πιο κοσμικές, χάνουν τη λογική σημασία και αποκτούν ένα εντελώς άλλο νόημα. Υπερρεαλιστικό. Δηλαδή το κανονικό τους. Δεν ξέρω τότε αν έχει νόημα ο Χριστός ως αυτό που λέμε συνήθως Χριστός. Αποκτά το λόγο νομίζω ο εν δυνάμει Χριστός. Αυτό που μπορεί να γίνει και να είναι Χριστός".

Αυτό πάσχισα όλη αυτήν την εβδομάδα να ζήσω. Εν αρχή λέει είναι ο Λόγος. Προσθέτω "ένας λόγος αναστημένος". Έτσι προέκυψαν οι στίχοι της Ανάστασης που αναρτήθηκε πιό κάτω. Ένα βράδυ μετά από το τελευταίο επεισόδιο σε επανάληψη στον Άλφα από τη ζωή της Λαμπέτη. Και λίγους στίχους από την Τέταρτη Διάσταση του Ρίτσου. Και λίγα δάκρυα ομολογουμένως. Συγκεκριμένα το Όταν έρχεται ο Ξένος του Ρίτσου. Δεν φιλοξένησα καν τον Ιησού από τη Ναζαρέτ του Τζεφιρέλλι πάντως φέτος.

Η Ανάσταση είναι έτσι κι αλλιώς μια υπέρ - πραγματικότητα. Αρκεί να εμπλακείς στη διαδικασία. Όχι πάντα κατά το τυπικό.