Έχω μια ανθοδέσμη αφημένη, παρατημένη σχεδόν
απ' την άνοιξη, εδώ και καιρό
στη γωνιά του ντουλαπιού της κουζίνας
πάνω πάνω
ανοίγω κλείνω ντουλάπια βράζω νερό
οι υδρατμοί ολοένα περισσότερο την αποξηραίνουν
την ξεχνώ μέσα σε τόσες
αναθυμιάσεις κι επεξεργασίες
πλένω πιάτα γυρισμένος την πλάτη
χωμένος στο νεροχύτη
ύστερα ξαφνικά θυμάμαι
πισώπλατα
έξω από το καθημερινό
δε χρειάζεται να βλέπω
θυμάμαι
γυρίζω νευρικά και φευγαλέα
συστρέφομαι και γίνομαι φιόγκος
την κοιτάζω
αποστρέφομαι ξεγίνομαι φιόγκος
τρίβω μαχαιροπήρουνα
πώς να ζωντανέψω τα χρώματα
αυτό το κουφάρι τι το κρατάω εδώ
τρίβω πιάτα χορεύω στα χέρια
δε μου αρέσουν τα πεθαμένα χόρτα
κι άφησα μέρες λεκέδες
να ρθει στιγμή εντελώς θυμωμένα στα σκουπίδια
να παραχώσω
δε θα δείξω έλεος κανένα δε θα λυπηθώ
τα λουλούδια να ρίξω στα σκουπίδια
τα λουλούδια να ανακατέψω με σκουπίδια
διόλου δε θα λυπηθώ
δε θα με νοιάξει που θ' ακούσω καν τρίξιμο ξερό
λυτρωμένος
να πετάξω και
καθόλου δε θα με πειράξει
αν σπάσουν σκελετωμένα στα δυό
κάποτε όταν γίνει αυτό όταν δε θα με νοιάζει
η αναφορά που έχω στις αναμνήσεις
πώς απέκτησα αυτό το μάτσο λουλούδια
πώς το μετέφερα ένα βράδυ εδώ
πώς το συντήρησα
πώς αποξηράνθηκε
πώς έζησε μαζί μου σκοτωμένο εδώ
πώς το κοιτούσα ακόμα κι όταν δεν κοίταζα
πόσο θυμόμουν ακόμα κι όταν δεν κοιτούσα
κόπηκα
Y.Γ. Η φώτο τραβήχτηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών






