Friday, January 15, 2010

Το παιδί



Τελευταία δε μιλάμε τόσο πολύ. Τελευταία δε βλεπόμαστε κιόλας. Δε μετανιώνω, δε σε κατηγορώ για τίποτα, αντιθέτως αναμετράω κατά βάθος τα δικά μου φταιξίματα κι εγώ. Τώρα όμως που μπορώ να σκέφτομαι τα πράγματα καλύτερα, θέλω να πω να σε αισθάνομαι βαθύτερα στην καρδιά μου, μιας και δε σε ακούω τόσο συχνά όπως κι ούτε σε βλέπω, νομίζω ότι χτυπάει ολοένα πιο ισχυρό αυτό το παιδικό τραγούδι που ψιθύρισα κάποτε στ' αυτιά σου: Ποιός φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, ποιός φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ;

Mια βραχνή, πρόχειρη ηχογράφηση με τη νυχτερινή μου φωνή. Από την κανονική, ακόμα πιό άτσαλη. Κίνηση άτσαλη στο τετράγωνο -πόσα ζευγάρια δις εξαμαρτείν;-: την έστειλα μια νύχτα με μήνυμα από το κινητό μου στο κινητό σου. Ακόμα τότε η επικοινωνία δεν ήταν τόσο δύσκολη, το αντίθετο μάλιστα, τότε πιανόμασταν - ενίοτε απροκάλυπτα - στα σκοτάδια που μας φόβιζαν περισσότερο και προχωρούσαμε κρατημένοι χεράκι - χεράκι. Κι ίσως γι' αυτό περισσότερο είναι που δεν απογοητεύομαι: γιατί ξέρω πώς είμαστε πάντα δυό παιδιά μέσα στην ίδια νύχτα. Άτολμα και συγκρατημένα.

Τώρα τελευταία ακούω όλο και περισσότερο στα σκοτεινά το τραγούδι αυτό. Εντελώς απροκάλυπτα πιά. Μόνος εγώ μαζί σου. Λίγο πριν κοιμηθώ το βράδυ. Λίγο πριν πέσει το αιώνιο σκοτάδι και χαθώ στην ανυπαρξία του δωματίου - αν το καλοσκεφτείς, για τις ώρες που κοιμόμαστε μέσα του είναι ένα σκηνικό αληθινά τόσο νεκρό όσο και ψεύτικο-, μέσα στην ανυπαρξία ενός ακόμα αφτιασίδωτου ονείρου που επιβάλλεται ως αναγκαία πραγματικότητα εκείνες τις ίδιες ώρες. Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους λίγο πριν αποκτήσεις για λίγο εκεί πάλι μέσα σε ωμά κι ανίσχυρα χρώματα από όνειρο τη νέα σου υπόσταση εσύ.

Τα όνειρά μου έγιναν το εντελώς ανακαινισμένο υποστατικό σου (με πόση τρυφερότητα χαμογελάω και σου ανήκει κατ' αποκλειστικότητα στη σκέψη μου τελευταία ετούτο το χαμόγελο). Κατά ένα περίεργο λόγο όμως αυτές, όλες αυτές οι ατίθασες συναντήσεις σκέφτομαι πως υπήρξαν πάντοτε - από την πρώτη κιόλας στιγμή - τα πιό πραγματοποιημένα όνειρα μας. Η κοινή μας ζωή. Για όσο άντεξε τελικά σε μια πραγματικότητα είτε το θέλαμε είτε όχι παραμορφωτική.

Άκουσα τις προάλλες στο θέατρο μια ιστορία του Άλμπι για τα όνειρα αυτά που πρωταγωνιστούσε ο κοινός γνωστός μας, ένα παιδί χαμένο μέσα στα τόσα χρόνια. Ήταν ακόμα τόσο εύκολο όπως φαντάζεσαι να ταυτιστώ μαζί της. Ξέρω ότι αν τύχαινε και την άκουγες κι εσύ, θα είχες συγκινηθεί στα κατάβαθά σου μαζί της. Θα καθόσουν δίπλα στο θέατρο και αντίς για τελευταία πράξη επί σκηνής, θα σου έλεγα στις κερκίδες, τσίμπα με να ξυπνήσω στο τέλος... να ξυπνήσω στα χείλια μου ένα ακόμα πιό τρυφερό χαμόγελο και να γυρίσω τάχα πονεμένος να σε κοιτάξω και να σου το χαρίσω.

Έτσι αιώνια χεράκι νυχάκι για μια ακόμα στιγμή που θα επέβαλε μια αίθουσα άλλη από τον ύπνο και το δωμάτιο θα σου μιλούσα, θα κοιταζόμασταν, αφτιασίδωτα θα χαμογελούσα. Όπως και έγινε. Στην παραδοξότητα αυτή τη φορά δυστυχώς, όχι στο όνειρο. Μιας κι έτσι τα φέρνει, ρε διάολε, η ζωή.... να ξυπνάμε και να προχωράμε δυό δρόμοι στο τέλος παράλληλοι. Με ένα τσίμπημα από νύχι.

Όμως τώρα τέλειωσε. Και το τέλος κι αυτού του παράλογου παραμυθιού είναι η μόνη πραγματικότητα. Δεν υπάρχει ύπνος, θέατρο, έργο, κερκίδες, θέσεις στα σκαλιά, σκοτάδι, όνειρο, ούτε καν δωμάτιο. Δεν υπάρχουν ρόλοι. Και που ξέρεις, μπορεί και μοναξιά τελικά να μην υπάρχει. Μόνο αυτό το σαν ένα παιδί με απλωμένα τα άτολμα χέρια την απόσταση ανάμεσα μας καλύπτει. Κι όπως προχωράμε τώρα έτσι κι οι δύο στο τεντωμένο τούτο σκοινί κρατημένοι από ένα σώμα τρίτο και τόσο κόσμο ανάμεσά μας με συντηρεί τουλάχιστον η σκέψη ότι μπορεί να γίνουμε δυό άκρες από ίδιο χαμόγελο στο οποιοδήποτε τέλος.

4 comments:

marilia said...

Ποιος τα διάβασε αυτά ασυγκίνητος; ...

φιλί

aniaris said...

μα δεν τελείωσε νομίζω

marilia said...

Χρόνια σου πολλά, γλυκά, ευτυχισμένα, δημιουργικά και όπως αλλιώς εσύ τα ονειρεύεσαι!

φιλάκι γλυκό

Αnnelie said...

ποσο ομορφο....την τελευταια προταση θα τη θυμαμαι για καιρο....

:-)