Friday, October 27, 2006

Όταν το trendy...σφυρίξει τρεις φορές


Όχι, εδώ δε θα σταματήσει το τραίνο απόψε... 'Ισως φοβάται την ταχύτητα του μετρό... Μονάχα ο χρόνος λίγο ας επισκιάσει το παρόν, αν μπορέσει... Υπεύθυνοι όντα του παρόντος, ηθοποιοί να αιχμαλωτίσουν τη στιγμή τους και κατά κόσμον θεατρίνοι να παλέψουν για μία ακόμα ιστορική -με την έννοια του παροδικού- πνοή τους. Μια κοινωνία χρειάζεται ανάσες, πόσο μάλλον μια κοινωνία νευρωτική σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να χαρακτηριστεί νεοελληνίζουσα της ειμαρμένης. Αυτή την πορεία της μοίρας θα ανατρέψει το... trendy απόψε και το χρόνο θα κάνει πρωταγωνιστή για να αναστήσει όσα πέρασαν και να μιλήσει για όσα έχουν φτάσει μπας και ξορκίσει το κακό, μπας κι έναν μύθο ακόμα αναστήσει, μπας κι αφήσει μια πνοή θεατρίνου στον κόσμο να κάνει παρέα ο γελωτοποιός στον κυβερνήτη Άμλετ, τον όποιο κυβερνήτη... γιατί υπάρχουν πολλοί -κυρίως ο εαυτός κι ό,τι ο ίδιος αυτός πρωταγωνιστής χρειάζεται να απεκδυθεί για να φορέσει τη λευκή στολή του άγγελου με την αρχαίαν έννοια θεατρίνου.

Για να μιλήσω πιό απλά και χωρίς υπεκφυγές μιάς και ο κόμπος ώρες ώρες φτάνει στο χτένι σε μία κοινωνία όπως η ελληνική της συγχρονίας μας η δοσμένη... Μια κοινωνία ως έχει αυτή, την επιθεώρηση έχει ανάγκη, αυτό το κοίταγμα εκ των έσω και αφ' υψηλού μπας και τον Έλληνα μπορέσεις να τον πιάσεις κι από κάπου -ειδικά με το αφ' υψηλού βάσιμες οι ελπίδες να σου πετύχει ο άθλος... Ο Φασουλής λοιπόν πέτυχε στο εγχείρημά του να επιστρέψει στην επιθεώρηση, ένα είδος έτσι κι αλλιώς κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τα δικά του όπως του πρέπει και χωρίς υπεκφυγές σε εύκολα τερτίπια. Έγραψε και έπαιξε μαζί με τους συνεργάτες του κείμενα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, λιγότερο ή περισσότερο σπαρταριστά για να εξυμνήσει την εποχή του αμετροσέξουαλ, του ονείρου της νύχτας στα μπουζούκια, της νεόπλουτης φρεσκοκλαμμένης σαν τα γαρύφαλλα αυταπατώμενης ελληνικής μεταολυμπιακής εν τέλει πραγματικότητας αλλά και την εποχή που δεν έχει ξεπεράσει την μαλακία ως υπέρτατη εθνική αξία και εύσημο, που βρίσκεται ακόμα στον απόηχο μιας κάποιας εποχής του 80' νομίζοντας στην καλύτερη ότι την έχει ξεπεράσει. Ορίστε, λοιπόν εδώ πεδίον δόξης λαμπρόν μας θύμισε ο Φασουλής εχτές το βράδυ γιατί αμ, δε που τον πιάνεις τον Έλληνα -ούτε και μέσα σε αίθουσα θεατρική όπως μου επιβεβαίωνε κάθε τόσο μια κυρία στην πίσω σειρά που εν μέσω πυρετώδους ρυθμού παράστασης μιλούσε αναπόσπαστη στο κινητό της να κανονίσει δεν ξέρω τί της επέβαλε το άγχος της στιγμής της, την ίδια ώρα που μια άλλη δίπλα μου χάριζε ελπίδες όταν συνεπαρμένη από το κέφι της παράστασης σοκαριζόταν σύγκορμη σε κάθε βωμολοχικό αστείο με πρόσχημα εύθυμο "τραβάτε με κι ας κλαίω"...

Η επιθεώρηση λοιπόν εχτές μας πέτυχε και είχε αυτό να συμβεί χρόνια. Ήμουν μικρός και ευτυχής όταν πρόλαβα μια από τις τελευταίες έντιμες προσπάθειες επιθεωρησιακού θεάτρου, το "Costa Cola ζητάς", προβεβλημένο από έναν τηλεοπτικό δέκτη η ταυτότητα του οποίου διαφεύγει αυτή τη στιγμή στην ανάμνησή μου. Θυμάμαι πόσο θύμωνα επίσης όταν οι μεγάλοι συγγενείς της οικογένειας μας εμπιστεύονταν κάτι βράδια στις γιαγιάδες γιατί είχαν κανονίσει την έξοδο τους στο Βέμπο να δουν τον Λαζόπουλο ή τον Φασουλή, την Άννα Παναγιωτοπούλου ή την Υβόνη Μαλτέζου σε παλιές λαμπερές επιθεωρήσεις. Και πιο πολύ θύμωνα όταν οι γιαγιάδες που μας κρατούσαν εκείνα τα βράδια προσπαθούσαν να καταπραϋνουν το παιδικό μου μένος να δω και εγώ τους λαμπερούς πρωταγωνιστές, τα φώτα που από τότε ζήλευα να γίνω, με διηγήσεις από δικές τους επιθεωρησιακές παραστάσεις που είχαν δει και όπου σε ιστορικά πια νούμερα πρωταγωνιστούσε κάποια κυρία Ρένα Ντόρ, η Βασιλειάδου ή ο Αυλωνίτης.
Χτες το βράδυ λοιπόν κι εγώ πήρα την εκδικησή μου... Σε κάθε ατάκα της Καστάνη έκλεβα και λίγο απ' την πνοή μου, σε κάθε σκίρτημα του Φασουλή θυμόμουνα και πάλι την παιδική ψυχή μου και την ευχή μου μια μέρα να σταθώ κι εγώ κάτω από το φως, να βγάλω ένα ψάθινο καπέλο που θα φοράω και να υποκλιθώ έντιμα μπροστα στο απαστράπτον κοινό μου...το υλικό και το άϋλο... με τις γιαγιάδες και τους παππούδες, τη μαμά και πιο πολύ τον μπαμπά κι ας τον φωνάζω πατέρα και κάπου παραδίπλα τη Ρένα, τον Ορέστη, την Γεωργία, τον Λογοθετίδη να επικροτούν τα αστεία πιά της δικής μου εποχής, της δικής μου κακοδαιμονίας, με τα γέλια τους δικούς μου εφιάλτες να σκορπάνε... όπως τότε που περίμενα ως αργά τους δικούς μου να ρθουν μές τη νύχτα από ένα κατάφωτο θέατρο, μέσα στη σκοτεινιά ενός παιδικού δωματίου που όλα του τα φώτα άναβε τότε ακόμα μόνο η φαντασία μου...

1 comment:

Aliki said...

Θα το ξαναέβλεπες??
κρίσιμη ερώτηση, οχι για να πάμε να το δούμε και μαζί. Θα πήγαινες να το ξαναδείς?