Wednesday, February 24, 2010

εκεί και τότε


Μου φαίνεται πραγματικά αστείο το γεγονός ότι η φωτογραφία του "εδώ και τώρα" είναι τραβηγμένη από κάποιον άλλο και τη φωτογραφία του "εκεί και τότε" την έχω τραβήξει απόψε εγώ. Όσο αστείο μπορεί να είναι και το γεγονός ότι η λέξη once σημαίνει στα αγγλικά ταυτόχρονα το στιγμιαίο μια φορά και το χαμένο στον ατελεύτητο χρόνο του χάους "κάποτε". Once upon a time, δηλαδή όπως ξεκινάνε όλα τα ολοκληρωμένα παραμύθια. Αστείο μου φαίνεται και το ότι τελευταία έχω αρχίσει να σκέφτομαι στα αγγλικά ενώ πάντοτε θεωρούσα τα ελληνικά το πιό όμορφο πράγμα σε αυτή τη χώρα.

Ύστερα σκέφτομαι ότι θα ήθελα τόσο πολύ να υπήρχε ο τρόπος την ώρα που παρακολουθείς μια ταινία να υπάρχει και μια κάμερα που να καταγράφει με πάσα λεπτομέρεια τις δικές σου κινήσεις στο σώμα και στο πρόσωπο και με ένα ιδιαίτερο μοντάζ τις κατάλληλες στιγμές να προβάλει τη δική σου συμμετοχή στα καρέ της ταινίας. Να μην υπάρχει θέλω να πω αυτό το ενδιάμεσο, να φωτίζονται όλα για μια φορά ή έστω κάποτε μονάχα ενώπιος ενωπίω στην ίδια οθόνη. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε όντως once. In a lifetime.

Και τέλος μου φαίνεται επίσης αστείο ότι η φωτογραφία του "εδώ και τώρα" είναι τόσο τετράγωνη ενώ στο "εκεί και τότε" υπάρχει ένας κάθαρος και ολοκληρωμένος κύκλος. Επίσης εδώ και τώρα νομίζω ότι ολοκληρώνεται η προηγούμενη μου ανάρτηση.

Υ. Γ. Τα σχήματα και οι μορφές είναι αποσπάσματα της εικόνας από/για τον κόσμο. Κι αυτό μπορεί να γίνεται τη στιγμή που η κάμερα εστιάζει και προβάλει τη μόνη καθαρή και ολοκληρωμένη αλήθεια από/για όλα αυτά που κάποτε ζήσαμε, θα ζήσουμε ή ζούμε για μια μόνο φορά.

Υ.Γ. 2 με αφορμή την ταινία A single man

Tuesday, February 23, 2010

εδώ και τώρα


photo by John K.

επιρρήματα από/για φωτογραφία

Thursday, February 18, 2010

Κίτρινο


Όταν έφτανα ο ήλιος ήταν κιόλας πίσω. Πλησίαζα στο σπίτι. Ήταν ένα κίτρινο φως και σκόνη. Αφύσικη ζέστη για Φλεβάρη μήνα μέσα σε παλτό. Καθυστερημένες αλκυονίδες ημέρες. Ανορθόδοξα φυσικοί χώροι. Εποχές και πόλεις - ίσως στο βάθος μια υπόμνηση: καλοκαίρι.

To σπίτι είναι ένας διάδρομος που βγάζει από την κεντρική οδό στην αυλή με της γιαγιάς τις γαρδένιες. Περίεργη σύμπτωση: υποκίτρινο χρώμα κι αυτές. Είναι όμως επιτέλους κάτι φυσικό. Μέχρι τη σκέψη: Η γιαγιά είναι τώρα ο χρυσός της σταυρός.

Όταν έφευγα η μάνα με φίλησε. Μου είπε ότι βρήκε κάτι ξεχασμένο στο δερμάτινο καφέ μου παλτό - δεν το έχω πάρει μαζί μου. Βρήκα χαρτιά με αφιέρωσεις. Κι υποσχέσεις.

Δεν έχει σημασία τι και ποιός υπόσχεται. Με τι επιβεβαιώνεσαι τελικά στο βάθος του χρόνου. Αυτή η ανθρώπινη διαδικασία είναι όλα κι όλα τα μετρά και τα σταθμά: η δέσμευση μέσα σε ένα χρώμα που ξεθωριάζει.

Σπίτι είναι εκεί που δε φτάνεις. Και σώμα ό,τι αυταρχικά με πεθαίνει.

Wednesday, February 17, 2010

Ξέφωτο


Τα βράδυα καταφέρνουμε με χίλια καλοπιάσματα και δυο χιλιάδες τεμενάδες να κερδίσουμε τον πολυπόθητο ύπνο, να μας καταδεχτεί. Πες τον μορφέα, ναι, αυτόν με τις μπούκλες, πες τον και morpheus από το Matrix αν προτιμάς κάτι σε ίσιο, σε γλώσσα ξένη ή κάτι εντελώς άγνωστο και φουτουριστικό. Κι ονειρευόμαστε ότι είμαστε σχεδόν νεκροί όπως παλεύουμε με νύχια και με δόντια ακόμα και στον ύπνο μας, μέσα στα όνειρα να αποδείξουμε τη βαθιά μας κρυμμένη ζωντάνια. Μόλις δύο ώρες μετά, το πρώτο χτύπημα από το ξυπνητήρι τα μάτια ετούτα, τα σχεδόν κλειστά, τα μάτια που βλέπουν όλα αυτά τα ακατανόμαστα στον ακαθόριστο χρόνο μεταξύ πραγματικότητας και ανυπεράσπιστης - πολλοί θα βρεθούν γι' αυτό να μας κατηγορήσουν - φαντασίας σα μια σφαίρα κατάκαρδα στην ημέρα τώρα πιά τα σημαδεύει. Επιχείριση μάλλον που λένε μου μυρίζεται τότε. Ανοιχτής της καρδιάς.

Tuesday, February 16, 2010

Δάσος



H αδύναμη συνθήκη από το ακέραιο, το μέρος ενός συνόλου είμαι. Πόση εξάρτηση! Τόσο εύκολο να αποκοπώ όσο από το δέντρο το μικρό μικρό του φυλλαράκι αέρας φυσάει με εωσφόρα διάθεση και κλυδωνίζομαι δέντρο στα κλαριά με συγκρατούν χέρια γυμνά και ξύλινα δεν ήταν έτσι ξηρός ο αέρας στις αγκαλιές μύριζαν πιό ευχάριστα σου ριχναν και μια σφαλιάρα κι έβλεπες πουλάκια πότε πότε τώρα χιόνια ο κοκκινολαίμης μαζεύεται νωρίς γιατί πέφτει κρύο στο πνιχτό τούτο σκοτάδι βασίλεψε σύθαμπο στα χαμένα άστρα κι ολοένα περισσότερο πανικόβλητο το φεγγάρι πίσω από σύννεφα γρήγορα κι άλλοτε πάλι αργά κυνηγάει δεν ξέρω τι πότε με λυσσαλέα μανία πότε με ξαφνιασμένη παύση αγκομαχάει φωτεινός και παντογνώστης σκύλος σάλιο φτύνει άγριο όχι σάλιο πιστό τρόμαξε ο ανόητος μετά το πέταγμα μακριά μιας ακόμα πάνσοφης νύχτας κουκουβάγιας.

Τον τελευταίο χρόνο όλο χάνω. Ας αρκεστούμε στα πράγματα.
Ακόμα και στον ύπνο.

Thursday, February 11, 2010

Στον καθρέπτη



Δε σε πιστεύω. Εσύ είσαι ηθοποιός. Εσύ συγκινείς πρώτα απ' όλους τον εαυτό σου. Πορεύεσαι μέσα στη συνθήκη που ψάχνεις, μες το δικό σου εύρημα ζητάς να καμωθείς πόνους - φαντάσματα, νευρικές απολήξεις - έριδες και θανάτους αγάπης, θλίψεις σπάνιες και πανάκριβες να μετριούνται στα δάχτυλα ενός μόνου χεριού μέσα σε στιγμές δύο που γερνάνε. Εσύ είσαι τρελός και ζητιάνος κι η μάνα σου μ' ένα χαμόγελο απλωμένο χέρι παρακλητικό στα σκαλοπάτια κι η Παναγιά στα ψηλά καμπαναριά που τη λένε προς ένα κύριο παντοκράτορα μεσάζων κι άλλοι απλώς καμπάνα της εκκλησιάς κατά την αόριστη διάρκεια μιας ασταμάτητα μεγάλης βδομάδας. Δε σε πιστεύω γιατί εσύ είσαι το θείον πάθος και μαζί σου δεν δύναμαι να αναμετρηθώ και να βγάλω την άκρη σε πέρας, όλο αυτό το παιχνίδι με αδύναμα τα ανθρώπινα σώματα, ανύπαρκτες τις μορφές, φανταστικές τις φιγούρες σε αυτές τις χαίνουσες τρύπες που έχει το σώμα μας, πληγές από χάος, διαρκώς ανοιχτές μάχες που θα μας τρέφουν ως το τέλος χωρίς ανάπαυλα και σταματημό, μέχρι να μας καλύψει ό,τι ανύπαρκτο μας σπέρνει και μας φυτεύει, ώσπου να εξαντληθεί επάνω σε τούτο τον παράξενο σταυρό όλο το αχνιστό το αίμα. Δε σε πιστεύω γιατί εσύ είσαι η ανάσταση και η ζωή και το μικρό τραγούδι που ψιθυρίζω μόνος για να κοιμάμαι λίγο όπως μπορώ τα βράδια. Και το ξημέρωμα είσαι η ανηφοριά που πασχίζει να βγει ο ήλιος πίσω από τα βουνά και μέσα από τη θάλασσα κυρίως κατά τη διάρκεια του παγωμένου χειμώνα. Τότε κυρίως γιατί όλα μοιάζουν κρύα και θαμπά μες την αχλή της ακατάσχετης υγρασίας. Τα δικά σου μάτια είναι υγρά, όχι εγώ που είμαι το χώμα. Εσύ επιμένεις να βουρκώνεις τα μάτια και τη φωνή σε ετούτο το τραγούδι. Και δεν αντέχω να σε βλέπω έτσι. Γιατί μου θυμίζεις εμένα και δε θέλω, πιό πολύ από όλα δε θέλω να καταλάβω ποιός είμαι εγώ. Εγώ που μιλάω για φαντάσματα από τότε που παίξαμε πρώτη φορά παιδιά τον έρωτα, το θάνατο, την τόσο ανύπαρκτη σαν κρυμμένη μπροστά στα μάτια μας αγάπη.

Saturday, February 06, 2010

H καλοσύνη των ξένων


Προτιμώ τους ξένους
Μ' αρέσουν οι ξένοι περισσότερο
Δε μου 'χουν ανοίξει ακόμα οι ξένοι τις πληγές, τώρα όπως - όπως ό,τι μπορούν κι αυτοί κάνουν
Μπαίνουν στο σπίτι, αργά κάθονται σε καρέκλες γύρω τριγύρω από το τραπέζι
- είναι στ' αλήθεια υπερθέαμα ώρες - ώρες στην κίνηση τόση τελετουργία -
γευματίζουν αποφάγια προσεχτικά, όλα όσα δεν έφαγαν οι προηγούμενοι
κι είναι ευγενείς, δεν είναι ότι έχουν τρόπους, παράπονο είναι που δεν έχουν,
νιώθουν ευγνωμοσύνη όταν τους θυμάσαι, είναι βέβαια και λίγο
αδέξιοι, φοβούνται μήπως λεκιαστούν, τις πετσέτες στα πόδια κάθε τόσο κοιτάζουν
νεύουν ικανοποιημένοι από το περίσσευμα όσο κι εγώ απ' το υστέρημά μας
ανταποδίδουμε φιλοφρονήσεις και τις καλοσύνες μας, γινόμαστε όσο γνωριζόμαστε
ελάχιστα πιό οικείοι
- την αμηχανία βοηθάνε και δύο τρία ποτηράκια παραπάνω κρασί -
μα τι όμορφη που είστε δεσποινίς ω τι εχέφρων κι εσείς, αγαπητέ κύριε
μπαίνει λάδι στη μηχανή
- κάποτε μάλιστα νομίζω έτσι όπως είμαστε αποτελούμε σχεδόν εγκατάσταση -
όχι λόγια πολλά πολλά, ν' αγαπιόμαστε, μη φανταστείς
πολύ σύντομα θα μπουχτίσουμε εξάλλου, τόσα ξαναζεσταμένα πιάτα
με ένα ξερό καληνύχτα όπως - όπως βιαστικά να κλείσουμε απότομα την πόρτα
μισοί από μέσα μισοί απέξω
τι θέλουν όλοι ετούτοι τέτοια ώρα στο σπίτι, μου λες;
πέφτει στα χαμόγελα λαιμητόμος
μέσες άκρες κεφάλι σπαρμένοι παντού
σχεδόν ωστόσο διαμελισμένοι
ζωντανοί πετσοκομένοι αιμόφυρτοι
όμορφοι ζαρωμένοι
μόνοι,
προτιμάμε τους διερχόμενους που πάντα θα βρίσκουν τρόπο να έρχονται, να μπαίνουν,
να γίνονται όσο γίνονται ο καινούργιος φίλος προ των πυλών μας.

(Σκηνοθετική οδηγία: ακούγεται ο ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας)

Tuesday, February 02, 2010

Μικρές εικόνες V - το κρυφτό


Θέλεις να κάνουμε κάτι με τα χείλια σου
θέλω να παίξουμε το παιχνίδι
Μίλα μου κι εγώ όσα λες φυλάω

Saturday, January 30, 2010

Χαμόγελο


Ο κανονικός άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που χαμογελάει στον κόσμο. Όχι νευρικά. Ευθέως και με ειλικρίνεια. Kαμία ειρωνεία. Τίποτα επιτηδευμένο. Τίποτα ψεύτικο, τίποτα που δεν εννοεί ή υπαινίσσεται το χαμόγελό του. Ο κανονικός άνθρωπος έχει ανάγκη τους άλλους ανθρώπους. Τίποτα δεν προδίδει την ανάγκη αυτή και τίποτα δε στέκεται εμπόδιο θεωρητικά στην ανάγκη να εκφράσει αυτή την ανάγκη. Δε φοράει χαμόγελα για να χαριστεί. Τα χαρίζει. Το ξέρει. Εν γνώσει του χαρίζει. Μέσα στους δρόμους, στα εκδοτήρια του μετρό, στις συναναστροφές και τις αγοραπωλησίες ανοίγει ένα χαμόγελο κι ύστερα μαζεύει τα χείλη. Για να μην υπάρχουν αποδείξεις όταν μπαίνει στο σπίτι.

Thursday, January 28, 2010

Καραγκιόζης



Κι είναι πιό δύσκολο να πεις τώρα γιατί η μεγάλη ώρα δεν έρχεται ποτέ. Συνεπώς δεν είναι κάτι το τίποτα που λαχταράς, κάτι επόμενο, κάτι μεταβλητό, κάτι φτιαγμένο από μικρά τώρα. Δε σε περιμένει τίποτα. Δεν είναι απέξω κανείς. Δεν υπάρχει καμία προκατασκευή, κανένα σχέδιο μαθηματικής ακρίβειας - ή ανακρίβειας έστω-, δεν υπάρχει μελέτη αρχιτεκτόνων στατική για φτωχική παράγκα. Μόνη σιγουριά το οικοδόμημα που θα καταρρεύσει. Απέξω δεν είναι κανείς. Απέξω δεν φωνάζει κανείς. Μπαρμπα - Γιώργος, Χατζατζάρης, ο κακός ο λύκος. Ούτε μέσα τα τρία απροστάτευτα γουρουνάκια, μολυντήρι, κολλητήρι.

Μιλάω, μιλάω, μιλάω και ερώτηση δεν υπάρχει μεγαλύτερη από το γιατί και μεγαλύτερη απάντηση δεν υπάρχει από το τα ξαναδιαβάζω δυνατά, να ακούγεται η φωνή από μέσα απέξω.

Δε μου άρεσε το θέατρο σκιών ποτέ. Μήπως ν' άρχιζα λοιπόν σιγά σιγά να καίω τις φιγούρες; Γιατί το αστείο του Καραγκιόζη είμαι εγώ.

Είσαι μέσα; Όχι, δεν είμαι, απαντώ. Σαν δεν είσαι, τότε τί μου μιλάς, ρε Καραγκιόζο..

Σήμερα



Το άκουσα σήμερα σε ένα συννεφιασμένο λεωφορείο. Με φιμέ τζάμια. Σήμερα ήταν μια δύσκολη μέρα. Η μέρα την ώρα που το άκουσα είχε μαζέψει κιόλας μέσα της πολλές δύσκολες ώρες. Ήταν η πιό μεγάλη μέρα από μια ολόκληρη συννεφιασμένη ώρα μέσα σε ένα λεωφορείο. Πολύβουο και κρύο. Με πήγαινε πέρα δώθε μέσα στα φιμέ του τα τζάμια. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι είχα πάρει λάθος λεωφορείο. Κατέβηκα. Ήταν ατέλειωτη η μέρα κι ο δρόμος ακόμα πιό σκοτεινός. Και πιό κρύος. Ατέλειωτος. Το περίεργο ήταν πως δε νύχτωνε. Σα να μην πέρναγε η ώρα ένα πράγμα. Χάθηκα προσπαθώντας να βρω πάλι το σωστό δρόμο. Μπρος ή πίσω. Ατέλειωτη ώρα. Και δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω από το να προσπαθήσω να ακούσω. Ύστερα δεν ξέρω τι έγινε. Μάλλον έπεσα χάμω. Θ' αποκοιμήθηκα. Ακούγοντας. Το ατέλειωτο κρύο.

Friday, January 15, 2010

Το παιδί



Τελευταία δε μιλάμε τόσο πολύ. Τελευταία δε βλεπόμαστε κιόλας. Δε μετανιώνω, δε σε κατηγορώ για τίποτα, αντιθέτως αναμετράω κατά βάθος τα δικά μου φταιξίματα κι εγώ. Τώρα όμως που μπορώ να σκέφτομαι τα πράγματα καλύτερα, θέλω να πω να σε αισθάνομαι βαθύτερα στην καρδιά μου, μιας και δε σε ακούω τόσο συχνά όπως κι ούτε σε βλέπω, νομίζω ότι χτυπάει ολοένα πιο ισχυρό αυτό το παιδικό τραγούδι που ψιθύρισα κάποτε στ' αυτιά σου: Ποιός φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, ποιός φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ;

Mια βραχνή, πρόχειρη ηχογράφηση με τη νυχτερινή μου φωνή. Από την κανονική, ακόμα πιό άτσαλη. Κίνηση άτσαλη στο τετράγωνο -πόσα ζευγάρια δις εξαμαρτείν;-: την έστειλα μια νύχτα με μήνυμα από το κινητό μου στο κινητό σου. Ακόμα τότε η επικοινωνία δεν ήταν τόσο δύσκολη, το αντίθετο μάλιστα, τότε πιανόμασταν - ενίοτε απροκάλυπτα - στα σκοτάδια που μας φόβιζαν περισσότερο και προχωρούσαμε κρατημένοι χεράκι - χεράκι. Κι ίσως γι' αυτό περισσότερο είναι που δεν απογοητεύομαι: γιατί ξέρω πώς είμαστε πάντα δυό παιδιά μέσα στην ίδια νύχτα. Άτολμα και συγκρατημένα.

Τώρα τελευταία ακούω όλο και περισσότερο στα σκοτεινά το τραγούδι αυτό. Εντελώς απροκάλυπτα πιά. Μόνος εγώ μαζί σου. Λίγο πριν κοιμηθώ το βράδυ. Λίγο πριν πέσει το αιώνιο σκοτάδι και χαθώ στην ανυπαρξία του δωματίου - αν το καλοσκεφτείς, για τις ώρες που κοιμόμαστε μέσα του είναι ένα σκηνικό αληθινά τόσο νεκρό όσο και ψεύτικο-, μέσα στην ανυπαρξία ενός ακόμα αφτιασίδωτου ονείρου που επιβάλλεται ως αναγκαία πραγματικότητα εκείνες τις ίδιες ώρες. Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους λίγο πριν αποκτήσεις για λίγο εκεί πάλι μέσα σε ωμά κι ανίσχυρα χρώματα από όνειρο τη νέα σου υπόσταση εσύ.

Τα όνειρά μου έγιναν το εντελώς ανακαινισμένο υποστατικό σου (με πόση τρυφερότητα χαμογελάω και σου ανήκει κατ' αποκλειστικότητα στη σκέψη μου τελευταία ετούτο το χαμόγελο). Κατά ένα περίεργο λόγο όμως αυτές, όλες αυτές οι ατίθασες συναντήσεις σκέφτομαι πως υπήρξαν πάντοτε - από την πρώτη κιόλας στιγμή - τα πιό πραγματοποιημένα όνειρα μας. Η κοινή μας ζωή. Για όσο άντεξε τελικά σε μια πραγματικότητα είτε το θέλαμε είτε όχι παραμορφωτική.

Άκουσα τις προάλλες στο θέατρο μια ιστορία του Άλμπι για τα όνειρα αυτά που πρωταγωνιστούσε ο κοινός γνωστός μας, ένα παιδί χαμένο μέσα στα τόσα χρόνια. Ήταν ακόμα τόσο εύκολο όπως φαντάζεσαι να ταυτιστώ μαζί της. Ξέρω ότι αν τύχαινε και την άκουγες κι εσύ, θα είχες συγκινηθεί στα κατάβαθά σου μαζί της. Θα καθόσουν δίπλα στο θέατρο και αντίς για τελευταία πράξη επί σκηνής, θα σου έλεγα στις κερκίδες, τσίμπα με να ξυπνήσω στο τέλος... να ξυπνήσω στα χείλια μου ένα ακόμα πιό τρυφερό χαμόγελο και να γυρίσω τάχα πονεμένος να σε κοιτάξω και να σου το χαρίσω.

Έτσι αιώνια χεράκι νυχάκι για μια ακόμα στιγμή που θα επέβαλε μια αίθουσα άλλη από τον ύπνο και το δωμάτιο θα σου μιλούσα, θα κοιταζόμασταν, αφτιασίδωτα θα χαμογελούσα. Όπως και έγινε. Στην παραδοξότητα αυτή τη φορά δυστυχώς, όχι στο όνειρο. Μιας κι έτσι τα φέρνει, ρε διάολε, η ζωή.... να ξυπνάμε και να προχωράμε δυό δρόμοι στο τέλος παράλληλοι. Με ένα τσίμπημα από νύχι.

Όμως τώρα τέλειωσε. Και το τέλος κι αυτού του παράλογου παραμυθιού είναι η μόνη πραγματικότητα. Δεν υπάρχει ύπνος, θέατρο, έργο, κερκίδες, θέσεις στα σκαλιά, σκοτάδι, όνειρο, ούτε καν δωμάτιο. Δεν υπάρχουν ρόλοι. Και που ξέρεις, μπορεί και μοναξιά τελικά να μην υπάρχει. Μόνο αυτό το σαν ένα παιδί με απλωμένα τα άτολμα χέρια την απόσταση ανάμεσα μας καλύπτει. Κι όπως προχωράμε τώρα έτσι κι οι δύο στο τεντωμένο τούτο σκοινί κρατημένοι από ένα σώμα τρίτο και τόσο κόσμο ανάμεσά μας με συντηρεί τουλάχιστον η σκέψη ότι μπορεί να γίνουμε δυό άκρες από ίδιο χαμόγελο στο οποιοδήποτε τέλος.

Tuesday, January 12, 2010

Ξεστολίζοντας


(αναμνήσεις από τα φετινά Χριστούγεννα)

[αναμνήσεις γενικώς...}
κι από μέλλον αναμνήσεις ακόμα

Friday, January 01, 2010

Μικρές εικόνες - 1/1/2010


Ήρθε πρώτη νύχτα του Γενάρη μια αθόρυβη πανσέληνος στην Αθήνα κι όπως οι περισσότεροι είχαν αποκοιμηθεί κάτω από το στολισμένο δέντρο πιωμένοι φαγωμένοι έτοιμοι, στη μέση του δρόμου, μέσα σε στάχτες από πυροτεχνήματα ξημέρωνε και έλαμπε στον ουρανό ολόκληρη και τεράστια μια χάρη. Δεν πίστευα τη χρονολογία που είχαμε φτάσει, έψαχνα μια παλιά ατζέντα να ειδοποιήσω έστω πέντε φίλους καρδιακούς για το θαύμα αλλά κατέληξα ότι ο χρόνος περνά για να μπορεί καθένας μόνος να πιάνει από μιαν άκρη την αρχή του.

Thursday, December 31, 2009


Καλή χρονιά
Επιβιβαστείτε

Tuesday, December 29, 2009

2009: μια χριστουγεννιάτικη ιστορία



Κάποια στιγμή σκέφτηκα να καθήσω και να καταγράψω όλα τα ρήματα των φετινών Χριστουγέννων, όσα ρήματα με επισκέφτηκαν, όσες ενέργειες ορίζουν και περιγράφουν, έτσι σκέτες και αδρανείς, απογυμνωμένες, όπως περιγράφονται οι ενέργειες όταν απομένουν μόνο λέξεις πάνω σε ένα λευκό χαρτί ή πόσο μάλλον στη σελίδα ενός ιστολογίου. Εγώ όμως έζησα μόνος όλη αυτή την παρέλαση από ενέργειες, αρίστευσα μπαίνοντας στο πετσί του πιό παράξενου σημαιοφόρου, έπραξα κι ένιωσα πώς είναι από μέσα να ξεστομίζω ένα ένα όλα αυτά τα ρήματα τη στιγμή κιόλας που σε κατοικούν και συμβαίνουν. Και ξέρεις είναι πολύ περίεργο να νιώθεις μέσα σου τσιμπήματα, τριξίματα, ακκίδες από λέξεις γιατί τα Χριστούγεννα δεν είναι μύθος και τελικά βγαίνουν ελεύθεροι μπόλικοι καλικάντζαροι.

Ύστερα έχασα το μέτρημα και είπα να δεις που όλα αυτά τα ρήματα κατάφεραν και έγιναν αστέρια τελικά γι' αυτό έχασα το λογαριασμό ανάμεσα στο παρελθόν μου, το παρόν και το μέλλον, κύμβαλο αλλαλάζον απέμεινα τώρα ν' αντιλαλώ και γι' αυτό λέξη δε μπορώ να κατονομάσω. Δεν πειράζει, ντιν νταν ντον καλύτερα έτσι, μερικά πράγματα ίσως είναι καλύτερα να μένουν ρήματα ανομολόγητα.

Το κύμα αφήνει πάντα κάτι ανεπίδοτο στη στεριά απ' τη θάλασσα. Γι' αυτό βάλε σημάδια να χτίσουμε όπως όπως στην άμμο.

Ύστερα μου ρθε φυσική αντίδραση σε όλα αυτά η φράση "μικρές πελώριες αναμονές" και η φράση "κανονική επαναληπτικότητα". Κι ύστερα πάντρεψα με τις φράσεις αυτές και λέξεις άλλες όπως "ελλειπτικότητα", "επαναληπτική καραμπίνα" και τη λέξη "κύμα" και έμαθα ότι ο πιό στυγνός θύτης είναι το παραπονεμένο θύμα, όπως αλλάζουν τα χρόνια, από τον προηγούμενο βρίσκεσαι στον επόμενο, εντελώς ξαφνικά, εντελώς κυκλικά, χωρίς ελλειπτικότητα φαινομενικά, ένας (άφευκτος) κύκλος, με μαθηματική ακρίβεια, χωρίς διαπιστευτήρια, χωρίς διαβουλεύσεις, μόνος σε αυτή την κανονική επαναληπτικότητα, μόνος στις μικρές αιώνιες αναμονές σου για λόγια, ρήματα, λέξεις που θα πάρει το κύμα.

Και θυμήθηκα κάτι φαινομενικά άσχετο που ποτέ μου φυσικά δεν είχα ξεχάσει: στη γιορτή των Χριστουγέννων στο Νηπιαγωγείο όλα τα παιδάκια είχαν βρει να κάνουν άλλος ένα αγγελάκι, άλλος ένα αστεράκι, ο πρώτος μου έρωτας την Παναγία. Πόσο είχα συγκινηθεί τότε που εκείνη ήθελε να κάνω τον Ιωσήφ.

Δεν άλλαξε ποτέ η διανομή. Εγώ έπαιξα τον παλιό χρόνο.

Wednesday, December 23, 2009

Γυάλινος



Ξεκίνησαν όλα σε ένα λούνα παρκ, η πόλη με τα μικρά φωτάκια χριστουγεννιάτικα δε διακρινόταν, ήταν σκέτη, το φόντο, προχωρούσε και γινόταν το λουνα παρκ φυσικό σκηνικό, αποκλειστικός χώρος, δρόμοι άδειοι, παλιοί, ίδιοι, δε φοβόταν, δρόμοι που δε βγάζουν πουθενά, συνέχιζε την αδιακρισία, περπατούσε αυτός όπως μια άγια νύχτα πριν χρόνια πολλά, χρόνια χίλια, ένιωθε αναμάρτητος με ένα περίεργο τρόπο, πόσο λίγο θα κρατούσε αυτό, έτσι ξαναγεννημένος, χρήσιμος μια στιγμή, σκέφτηκε, λες έτσι να περπάτησε κάποτε τη Βηθλεέμ ο μικρός χριστός πριν μπει στην κοιλιά της μαρίας και βγήκε αστέρι στον ουρανό να φυλάξει τον κόσμο, δεν του φάνηκε παράλογη σκέψη, ερώτηση υβριστική, μικρός θεός ή τελοσπάντων προς στιγμήν θεϊκός γόνος για τόσο μόνο μπορούσε να διεκδικεί το δικαίωμα στο αλάθητο, γι' αυτό προχωρούσε, να παρατείνει της ζωής το δικαίωμα.

Έφευγαν μαζί και τα μπαλκόνια, κοιμόντουσαν ήρεμα στα κρεβάτια της πόλης μικρά χαμογελαστά και υποφωτισμένα μωρά, όλες οι μηχανικές κούκλες στα δωμάτια και τα τραινάκια στων μαγαζιών τις μακέττες επιτέλους είχαν σταματήσει, δε φοβόταν, προχωρούσε και πίσω του φώτα θαμπά καθώς άναβαν όλο και περισσότερο στο φόντο μπαλκόνια, δε χιόνιζε, είχε μόνο ένα δυνατό, τόσο γλυκό κρύο και έφευγε μαζί με το κρύο αυτός μες στον αέρα μισός κι ο αέρας απ' την άλλη μεριά μόνος, κανείς απ' τους δυό δεν πήγαινε κόντρα στο ηλεκτρικό ρεύμα του άλλου, αντίθετα και μέσα ο ένας από τον άλλο αυτός κι ο αέρας του προχωρούσαν, τραβούσαν καθένας το δρόμο του, μαζί κι αντίθετα.

Όχι στη χιονοθύελλα, σε μια σφαίρα γυάλινη ένα μικρόκοσμο σε πυρετώδεις ρυθμούς αγάπης, σιγουριάς κι ασφαλείας φέρτον βόλτα, κράτησέ τον στα χέρια σου να με ταρακουνήσεις, κινήσε με στα άγνωστα, λαμπερά στενά του. Για ν' ανάψει το σπίρτο δε χρειάζεται κανένας να ντυθεί κορίτσι, δεν πρέπει κανένας να κάνει τρεις ευχές, δεν πρέπει κανένας να μένει μέσα στον κόσμο μόνος.

Saturday, December 19, 2009

Escape



Είναι φορές που δε βγάζει πουθενά η μάχη με τη νύχτα. Στέκεσαι εκεί ανυπεράσπιστος και μόνος μπροστά σε όλα τα σώματα, αναμετριέσαι στο τέλος αποκλειστικά με τη νύστα. Είναι ένας ξεκούραστος εαυτός σε άλλη διάσταση, πολύ πιθανόν και σε άλλη διάθεση ενδεχομένως στο βάθος και περιμένει. Φαινομενικά τουλάχιστον τρισδιάστατος, υπερβατικός κατά βάση. Θέλω να πω ακίνητο το σώμα πάνω στο στρώμα σου, ευκίνητο το σώμα πέρα από το στρώμα.

Για την ώρα πάντως δεν ορίζεις ούτε του πραγματικού καλά καλά το σκόρπιο σου φάντασμα κι όμως ακόμα επιμένεις: δε θες να χαρίσεις στα όνειρα προοπτική ελαφράδας, άλλη μια νύχτα ύπνου δε θέλεις στο σώμα σου να παραδώσεις. Αλλόκοτο, παράξενο ακόμα μια φορά τόσο πείσμα.

Δεν έχει ισχύ το επιχείρημα ότι φοβάσαι τους εφιάλτες, όχι. Σε δοκιμάζουν βέβαια εκείνοι γενναία πότε πότε, αλλά ευτυχώς πετάγεσαι εγκαίρως, ξέφρενα έξω από το μαγαζί τους. Τόσο εύκολα παύεις να είσαι υπερήρωας;

Αλλά αν τυχόν και φύγουν τ' αστέρια. Όνειρο δίχως άστερια τι να το κάνεις, δε το θες. Μέσα στον πόλεμο των απαραίτητων και φωτορυθμικών σου αστεριών λοιπόν όσο προλαβαίνεις πέσε κι αποκοιμήσου. Χριστούγεννα είναι.

Εντάξει, είπαμε σουφρώνω τα μάτια να θαμπώνουν τα λαμπάκια μέσα στα μάτια μου, όμως γιατί αυτά τα Χριστούγεννα έτσι γιαπωνέζικα με κοιτάνε;

Wednesday, December 16, 2009

Το άπιαστο



Θα ήθελα να τέλειωνα με όλα τα πράγματα όταν είμαι επιτέλους μαζί σου. Θα ήθελα να τέλειωνα με τα ρούχα μου. Τι θα γινόταν αν ίσως κατορθώναμε ν' απογυμνώσουμε μια ολόκληρη από πάνω μας εποχή κι έτσι γυμνοί μέσα σε άδειους δρόμους μέσα στην ερημιά του κόσμου χαρίζαμε ο ένας τον άλλον ένα βράδυ χωρίς σταματημό κι εμπόδια, χωρίς αναλήψεις και όνειρα, χωρίς ακόμα ακόμα τη φτιαγμένη όπως όπως ομορφιά μας. Να έσβηναν οι επιγραφές στα μαγαζιά, να έκλειναν οι περαστικοί τα μάτια, να έκλειναν οι άψυχες κούκλες ακόμα τα μάτια στα καταστήματα, οι βιτρίνες τα στολισμένα τους φώτα, να σταματούσε η πιό ψιλή και η χοντρή βροχή και το σκισμένο κρύο του χειμώνα, να έλαμπαν μόνο τ' αστέρια. Αν με κυνήγαγες γυμνό μέσα στον κόσμο για να με πιάσεις και μ' έπιανες και τι δε θα γινόταν.

Thursday, December 10, 2009

Portrait


Νατάσσα Μποφίλιου
Σταυρός του Νότου - 9/12/2009