Saturday, July 23, 2011

Ηλιοβασίλεμα / Μια καλοκαιρινή νοσταλγία



Κάποτε λοιπόν ξεκινήσαμε για το μεγάλο ταξίδι. Πήραμε μαζί όλα τα απαραίτητα για ένα σώμα γυμνό, δε διαλέξαμε χρόνο, χάρτη, τοποθεσία, θες επειδή δεν ξέραμε, θες επειδή δεν είμαστε απαιτητικοί, μπορεί κι επειδή είχαμε την τάση έτσι αφαιρετικά πάντα για κάπου να ξεκινάμε. Έτσι, μας φάνηκε στην αρχή σαν να προσγειωθήκαμε κάπου, αόριστα, από βιοτική ωστόσο ανάγκη συνεχίσαμε ουρανοκατέβατοι να προχωράμε.


Ύστερα μια μέρα ξαφνικά εκείνη η πρώτη συνειδητή μνήμη επιβεβαίωσε ότι σε ένα νησί ελληνικό είχαμε φτάσει. Φυσικά τρομοκρατήθηκα προς στιγμήν μην ήταν κιόλας η Ιθάκη, αλλά ευτυχώς παρηγορήθηκα στη σκέψη πως στην Ιθάκη δεν είναι δυνατόν έτσι εύκολα να φτάνει κανείς.

Αυτή τη φορά η ώρα της σκιάς με πέτυχε σε δρόμο ανοιχτό με αυτοκίνητο νοικιασμένο, φυσικά δεν οδηγούσα εγώ, είχαν περάσει να με πάρουν μαζί τους –τώρα γιατί επιμένω αναίτια να κρατάω μυστικό το όνομά του τόπου, θα σας γελάσω, ήταν και κάποιοι άλλοι μαζί μου, οπότε υποθέτω, μπορεί κάποιος ανά πάσα στιγμή να με προδώσει- αλλά εγώ φταίω που παρασύρομαι, δεν ξέρω όπως πάντα πού θα βγει, βρέθηκα λοιπόν όπως πάντα, εκεί, αόριστα όπως κάθε φορά, κι αν πιστεύετε ότι θα είχε μια κάποια αξία κι αυτό το αναφέρω, η ώρα εκείνη της σκιάς με πέτυχε σε δρόμο στενό κι από τις δύο μεριές, όλο δέντρα κοντόχοντρα και ψηλά, ελιές και κυπαρίσσια και δέντρα οπωροφόρα, στη μέση ένας ορίζοντας πορτοκάλι στημένο, κι εγώ ανεμπόδιστος μέσα στο νοικιασμένο αυτοκίνητο, ανάμεσα σε βάτους καιόμενες και άλλες χρυσοπράσινες και λυγερές, έφευγα μόνος, μαζί με όλους τους δικούς μου, κι ρώταγα τι άλλο μπορεί να έκαψε σήμερα ο ξοδεμένος ήλιος.

Την ακρίβεια αναζητούσα. Πίεζα το δέρμα στα σημεία που ήταν τώρα πιο κόκκινο και δεν ένιωθα τίποτα να καταλαγιάζει, τίποτα, μα εντελώς τίποτα, μα πώς γίνεται να μη νιώθω εντελώς τίποτα αναρωτιόμουν, δεν έχει καμία σημασία μάλλον όταν καεί κάτι από μέσα είπα, όμως λέξη δεν εμπιστεύτηκα στους υπόλοιπους, ότι πόναγα αλλά δεν καταλάβαινα χριστό πάνω σε εκείνα τα κόκκινα σημάδια, έλεγα μόνο κοίτα χρώματα… όμορφα… και χαζογελούσα όσο ολόκληρος ήλιος ξεψυχούσε μέσα στα χρώματα. Ήταν τόσο όμορφα! Αχ, αύριο να επαναλάβουμε αν γίνεται τη διαδρομή να βγάλω σουβενίρ φωτογραφία, το ηλιοβασίλεμα είπα, κι εκεί κάπου, πάλι αόριστα, αλλάξαμε διάθεση και ημέρα.

Την επομένη πήρα δρόμο κι έφυγα μόνος να πάω να βρώ το χθεσινό ηλιοβασίλεμα.

«Ναι, ίσως, μπορεί… αυτό που σοφαντίζαμε με γέλιο άδειες στιγμές, μπορεί και να ήταν ένα είδος ευτυχία. Όχι πώς δεν είχαμε ρίξει κατράμι για μόνωση στους τοίχους αλλά μετά από τόσα χέρια ώχρα απαλή αποκτούσαμε επιτέλους ένα κατάδικό μας σπίτι αλλοπαρμένοι, χαρούμενοι ακόμα τότε, θυμάσαι; Τρέχαμε στις εξοχές ρίχναμε μπετό και τούβλα στην άμμο και στον κάθε περαστικό νομίζοντας ότι αυτός θα υποκλέψει από το κύμα την πρώτη μας περιουσία. Στο τέλος μόνοι μας ρίξαμε στάχτη ο ένας στου άλλου τα μάτια».

Την ώρα που βασίλευε και αναλαμβανόταν στον ουρανό o ήλιος χθες, αρχίζαμε γλέντια, τη θάλασσα τη θάλασσα ποιος θα την εξαντλήσει, τραγούδια, φωτιά στο περιγιάλι το κρυφό και γύρω - γύρω όλοι, δεν καταλαβαίναμε κι οι δυο ερωτευμένοι ή κουτοί ποιος Μανώλης χανόταν ήδη πίσω απ' τα βράχια, στην ευθύνη στο φως που ταμπουρωμένοι τώρα στη σκιά έχουμε πιά εγκαταλείψει.

Τη μεθεπόμενη πήγα πάλι. Μόνος.

«Ίσως τώρα ήρθε πραγματικά ο καιρός να τα πούμε κι αυτά μεταξύ μας. Τώρα που μπορώ να σε κοιτάζω μ' έναν ολοκαίνουργιο τρόπο, όπως νιώθω να σου μιλώ. Τόσο κοντά σου όσο κι από μακριά. Εκείνοι λένε πως όλα κάποτε τελειώνουν και στις αδυναμίες θέλω να πιστέψω. Έχουν σβήσει το φως μα εγώ επιμένω να σε ψάχνω με τα σβησμένα μου μάτια. Έλα... βοήθησε με... να γίνουμε εμείς ξανά το σπίτι στην άμμο στο νησί που έδυσε ο ήλιος».

Γιατί όχι λοιπόν για μιαν ανατολή; Τι διαφορά έχει μια μέρα που ξεκινάει; Μικρός άλλη έννοια δεν είχα, στριφογύριζα όλη νύχτα άγρυπνος στρωματσάδα στο πίσω μπαλκόνι με μια τρέλα παράλογη, ολωσδιόλου παιδική, να υποδεχτώ κάθε καινούργια ημέρα. Κοίταζα τα μάτια των δικών μου κλειστά κι ύστερα κατάματα τον ήλιο που δε σου καίει την ώρα εκείνη ακόμα τα μάτια, ώρα πρώτη που κι από την ίδια τη φύση σου έχει επιτραπεί τον ήλιο κατάματα να κοιτάξεις. Είναι ένα δικαίωμα αυτό που δεν πρέπει με τον καιρό να χαραμίζουμε, ξέρεις. Τότε ακόμα η ώρα της σκιάς δεν είχε φτάσει, ήμασταν παιδιά.

Τώρα πια βρίσκω στην ώρα μιας ακόμα χαμένης ανατολής την αφορμή να κλείσω επιτέλους τα σφαγμένα μου μάτια, να ξεροκαταπιώ λίγο σάλιο ξερό στον πικρό μου λαιμό ύστερα από ένα τελευταίο, το πιο αργοπορημένο τσιγάρο, ένα τσιγάρο μισοτελειωμένο, που δεν ανήκει στο σήμερα, ένα τελευταίο τσιγάρο που ανήκει ακόμα στο χτες, ένα δικό σου τσιγάρο… Σήμερα θα το κόψω, θα αρχίσω δίαιτα, σήμερα είναι μια άλλη ημέρα, μια μέρα ακόμα που θα μαι μόνος στο μπροστινό μπαλκόνι. Οι υπόλοιποι φυσικά κοιμούνται. Βαθιά.

Οι υπόλοιποι φυσικά κοιμούνται. Από τότε, από μια φορά κι ένα καιρό στον κόσμο των παραμυθιών. Σιχαμένο μυαλό που τα σκέφτεσαι όλα ετούτα πάλι. Σιχαμένο μυαλό που γυρνάς πάντα μετόπισθεν, ποτέ εμπροσθοφυλακή, ποτέ υπεράσπιση, ποτέ φρουρά στην άγονη γραμμή, πείσμα αγιάτρευτο, ποτέ στο μπροστινό μπαλκόνι. Το νησί πάνω στη θάλασσα. Πάντα αποτιμάς. Εκ των υστέρων πάντα. Ποτέ πρόλογος, ποτέ ανατολή. Ακόμα και στην ώρα την πρώτη εσύ ηλιοβασίλεμα, εσύ σκιά και απολογία. Μοναξιά, μοναξιά, τίποτα άλλο.

Κι όμως μόλις πέρσι την ίδια πάνω κάτω εποχή, κοίτα τι βρήκα γραμμένο σ’ επτασφράγιστο, καρδιά μου, κιτάπι:

«Η ώρα έχει πάει τόσο αργά που θα ήμουν ευτυχισμένος αν συνέχιζα. Μα δεν μπορώ. Αντέχω τα πάντα. Μόνο τη νύχτα που τελειώνει δεν αντέχω. Και περνά αγύριστη κι αδάνειστη, γυναικεία, όσο και να την πληρώσεις. Θα γυρίσεις πάντα πίσω να της πεις δώσε μου κάτι ακόμα, γυναίκα. Με αυτή την ωραία απληστία, την αντρική που εσύ δεν θέλεις τίποτα να τελειώσει. Εκείνη όμως σου γυρνάει πλάτη και γυρίζει πλευρό φωνάζοντας επόμενος στον ήλιο. Γιατί αν τελειώνει κάτι σημαίνει κιόλας στο λεπτό, ώρα καλή που λένε, πως χάθηκε. Και δεν μπορείς να συγκρατήσεις τους μικρούς σπαραξικάρδιους ενθουσιασμούς από την καρδιά ενός λεπτού που περνάει. Κι όμως αυτή η υποδιαίρεση κιόλας της ώρας χωράει τόσους μικρούληδες πολλαπλασιασμούς. Φοβάμαι όταν ακούω μια φράση καραμέλα. Ζήσε το τώρα λένε, ζήσε το τώρα πιπιλίζουν. Δεν αντέχω. Κι ίσως αυτό να σημαίνει αντοχή: που δεν αντέχω ποτέ το τώρα, δεν ξέρω.

Γυρίζω πάντα από παιδί, είμαι ο ένας από δυο εραστές, γυρίζουν πλευρό ο ένας στον άλλο και κοιμούνται. Ξημερώματα. Και θέλω να ανοίξω το παράθυρο να κοιτάξω μαζί με σένα, αγάπη μου, τη θάλασσα που κανείς μας δεν μπορεί να την εξαντλήσει. Και θέλω να ανοίξω τη μπαλκονόπορτα και να είναι απέξω μια θάλασσα έτοιμη να ξεπλύνουμε και απόψε τα παιχνίδια μας στα νερά της, γαλάζια ήρεμα κύματα που το ένα φέρνει πάντα το άλλο σαν ημέρα. Ανεξάντλητα. Ατελείωτα. Το ένα πάνω στο άλλο. Ερωτικά. Μόνο αυτή την ώρα μου αρέσει και η ημέρα και ανεξάντλητη η θάλασσα. Ενώ ξημερώνει πλάι σου. Ωστόσο, λίγο πριν βγει με τις ακτίνες ο πιο βλαβερός ήλιος. Και έχει η ώρα δροσιά από ένα ποτήρι νερό, πάντα θα σου ζητάω να μου φέρεις, τη δροσιά του για να χεις, νερό κρύο».

Εδώ που τα λέμε δεν έκανα πολλά έπειτα από το ηλιοβασίλεμα. Ύστερα από όλα αυτά έμενα απλώς μέσα τη νύχτα, μόνος, ξέμειναν λίγες αδέξιες κινήσεις μέσα στο σκοτάδι πάνω στα στρώματα, δεν ένιωθα καν ανάγκη για μια θέα ή τη νυχτερινή ζωή ας πούμε του νησιού, έδυσε ο ήλιος. Με έκαιγε κιόλας μια ξεχασμένη μουσική, μέσα στα τεντωμένα αυτιά λίγη μελωδική ανησυχία. Κατέβηκα από το κρεβάτι και ξάπλωσα στην ταιριασμένη πέτρα, έφερα τα χέρια στα μάτια μπροστά, να κρύψουν όσο μπορούν το ελάχιστο φως απ’ το δρόμο, έκλεισα τα μάτια σφιχτά κάτω από δύο δακρυσμένα χέρια –ένα, όχι δυο ζευγάρια χέρια κλειστά- και άφησα μόνο τα αυτιά ανοιχτά να ακούνε το τίποτα και τα αδέλφια μου, τριζόνια και γρύλους.

«Αν ερχόσουν τώρα, έστω για λίγο, στα κρυφά, θα αθώωνες τη νύχτα, θα κρατούσαμε μόνο αυτή την άλλη σιωπή που δε βρίσκει καμιά φορά μες τα σεντόνια ησυχία…»

Την ώρα εκείνη χτύπησε το κινητό, με αναζήτησαν κεφάτοι όλοι μου οι φίλοι. Δεν απάντησα. Βγήκαμε φωτογραφίες πολλές, έχω να θυμάμαι κάθε πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ. Ποτέ κανένας δεν κοίταξε το φακό με τόση ειλικρίνεια όσο εγώ τα μάτια σου φέτος το καλοκαίρι σε τούτες τις φωτογραφίες.

Sunday, July 17, 2011

Άγιος Ιούλιος





Κάθε μορφή αγιότητας έχει να κάνει με μια καινούργια οπτική για τον κόσμο. Με αυτή την έννοια αγιοσύνη είναι μια μορφή καινοτόμας υπηρεσίας προς το πρόσωπο του θεού. Έτσι μόνο ο θεός ορίζεται ως κάτι περισσότερο ή μάλλον πιό ολοκληρωμένο σαν εκδοχή του προσωπικού μας κατ' εικόνα και καθ΄ομοίωσιν. Η πίστη νομίζω πρέπει να εξαντλεί κάθε φορά κι από την αρχή το καθιερωμένο της περιθώριο και να έχει τη διάθεση, αν όχι τη γενεσιουργή πρόθεση, να καταλαβαίνει αυτή τη βαθιά δημιουργική μορφή δύναμης, εκτόνωσης και εντέλει έξαρσης και υπόστασης και επενέργειας της ανθρώπινης φύσης όχι μόνο μέσα από, αλλά ταυτόχρονα και πέρα από τα φυσικά, στα μεταφυσικά και υπερκόσμια όριά της. Σε σφαίρες που ξεφεύγουν από το αισθητό, το δικαιολογημένο και το βολικό.

Έτσι στο ερώτημα αν μπορούν να υπάρξουν άγιοι στις ημέρες μας σκέφτομαι το πείσμα των ανθρώπων για διάρκεια. Χρειαζόμαστε το πείσμα που θα ξεπεράσει τη φθορά ή το πείσμα που σε φέρνει αντιμέτωπο με τον ίδιο σου τον εαυτό; Η παραγωγή ενός ανθρώπινου έργου είναι ζήτημα επιβίωσης ή δημιουργίας; Η προσωπική εμπλοκή με την συνακόλουθη συναισθηματική της επένδυση κινεί τον εσωτερικό μας κόσμο ή η μαθηματική ακρίβεια ενός απρόσωπου μηχανισμού αυτοματοποίησης κινεί τον εξωτερικό; Τα έργα ή οι ιδέες κατευθύνουν τον δρόμο στην εξέλιξη; Η δύναμη και η ρουτίνα της συνήθειας ή η παρόρμηση και ο ενθουσιασμός; Σε τι ποσοστό γεννιόμαστε ενστικτώδεις και σε ποιό βαθμό γινόμαστε συνειδητοποιημένοι και εγκεφαλικοί; Ποιό χαρακτηριστικό μας είναι επίκτητο και ποιά αντίδραση κοιμάται στη φύση μας μέχρι μεγαλειωδώς να εκδηλωθεί; Η πρόθεση για τις πράξεις ή οι πράξεις οι ίδιες; Ξεχνιόμαστε μέσα στα έργα μας για να περάσει απλώς ο χρόνος, επενδύουμε ή χρεωκοπούμε στη λήθη μας;

Κι αν είναι όλα αυτά ένα μαζί; Εφόσον υπάρχει αντικειμενικά κάτι και γνωρίζεις ή νιώθεις ή αισθάνεσαι ή δεν ξέρω τελοσπάντων τι συμβαίνει και ξέρεις ότι υπάρχει πραγματικά αυτό το κάτι πρέπει ή δεν πρέπει να λιγοψυχάς στην πορεία σου να το βρεις;

Τώρα πάλι απ' την αρχή, να μην έχει τίποτα προηγηθεί, να μην έχει τίποτα ειπωθεί από αυτό που προηγήθηκε. Όσο φθείρεσαι, διαρκείς. Η πορεία των ταξιδιών έτσι κι αλλιώς είναι πάντα επισφαλής. Πηγαίνουμε όπου πηγαίνουμε και κάποια στιγμή - αν όχι, κάθε στιγμή- βρίσκουμε τόπο και τοπίο και σταματάμε. Στον τόπο. Στον πηγαιμό. Μια στιγμή, κάθε στιγμή, ακαριαία. Το ταξίδι είναι ταξιδευτής. Όχι ο χρόνος. Όχι ο τόπος. Μέσα στη μέση ενός πουθενά ατελείωτου κι απέραντου βρίσκουμε συνεχώς κουράγιο και πίστη ότι καλά κάνουμε και προχωράμε γιατί ίσως κάποτε κάπου φτάνουμε. Λέμε την κάθε ώρα αρχή ή αφετηρία, από απόγνωση μην πούμε τη μέση φόβο. Και τρομάζουμε αλλά και διασκεδάζουμε ανάμεσα σε έναν κόσμο από μέσα μας περασμένο και απέξω μας περαστικό. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να περιγράψω το περιβάλλον, το πολύ συγκεκριμένο περιβάλλον, την πραγματικότητα, όμως κάθε φορά που κάνω ανάλογη προσπάθεια βρίσκω μπροστά μου ολοζώντανο έναν τουλάχιστον διχασμένο κόσμο. Τον πρώτο πρώτο και μοναδικό ίσως διχασμένο κόσμο μέσα μου. Αισθάνομαι τότε η πίστη να έχει ανάγκη από ύπαρξη όχι αόριστα ενός οποιουδήποτε τρίτου, εννοώ ενός τρίτου έξω από αυτή τη διάσταση του δικού μου χώρου και χρόνου και του εξωτερικού, αλλά την δική μου πρώτιστα ύπαρξη επιφορτισμένη με την παραμικρούλα της ενοχή καθαγιασμένη μέσα σε αυτό τον πολύ πραγματικό κόσμο, τις διαθλάσεις του οποίου μου είναι δύσκολο όπως φαίνεται να περιγράψω.

Ο Ιούλιος είναι ο γενέθλιος μήνας μου. Πάντα ο Ιούλιος συνεπώς είναι για εμένα παιδί. Κι όλα αυτά ίσως δεν είναι τίποτα παραπάνω πέρα από σκέψεις με αφορμή μια περιοδεία στην Ελλάδα του 2011 με μια παράσταση παιδική.

Sunday, June 26, 2011

Κάπου


Να' μαι πάλι εδώ και στη μέση του κόσμου ανυπερθέτως χρόνος
όσο, όπου κοντοστάθηκα κι όσο, όπου παρακάτω βγήκα
μνήμη ό,τι βρέθηκε να γίνει διάβα μου ό,τι παρέσυρα ό,τι συγκράτησα
μέσα σε έναν ανεμοστρόβιλο από τους παροιμιακούς κι από κείνους που τίποτα από τη φόρα τους δε μπορώ να μεταδώσω
μέσα στη δίνη ούτε φθορά ξέρω να πω ή συμφορά να κλάψω
να γίνω πιο δραματικός ή παράφορος
να γίνω πιο αφηγηματικός αλλά να φτιάξω όσο το δυνατόν λιγότερες εικόνες
γιατί ζούμε στην εποχή των εικόνων
και δεν είναι σωστό να σε παρασύρω κι εγώ σε ένα ακόμα παραμύθι, σε ένα ακόμα ψέμα, σε έναν ακόμα κυκεώνα ή ανεμοστρόβιλο
γιατί θέλω να καταλάβεις ότι δεν είμαι παραμύθι, ότι δεν είμαι ψέμα,
ότι είμαι ωστόσο - και είσαι προφανώς - κάτι σαν φαινόμενο φυσικό
και σε αυτό το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση αιμοβόρο παιχνίδι
δε θα έρθω ποτέ πίσω
δε θα στη φέρω ποτέ από πίσω
αλλά και δε θα κάνω ποτέ πίσω
όχι γιατί δε θέλω αλλά γιατί είμαι προδιαγεγραμμένος να μη μπορώ
είμαι καταδικασμένος να προσανατολίζομαι να χαράζομαι να ανατέλλω
ναυάγιο ή σχεδία είμαι από ή προς ένα ξερονήσι τόσο δα μικρό
δεν θέλω ούτε καν σημαία να φαίνεται απ' τη ναυαγοσωστική μου
να με διακρίνεις δε θέλω για να με σώσεις, δε μπορείς δεν
υπάρχει άλλος προορισμός πέρα από εκείνος ο ξέφρενος, ο απεγνωσμένος,
της καρδιάς κοσμοσωτήρια λέμβος η κιβωτός,
ο προορισμός που ούτε κι εγώ μπορώ να φτάνω αλλά νοσταλγώ
στη μοναδική καταγωγή και πατρίδα
πηγαίνω
λάμνω
πιάνω αδέξια το κουπί
κάνω αδέξια κουπί
όπως στη θαλασσα το παιδί στο πρώτο πρώτο κολύμπι
με σανίδα σωτηρίας με βατραχοπέδιλα με μπρατσάκια
με όλα τούτα μαζί
τσαλαβουτάω
όπως η θάλασσα το νησί όταν η φουρτούνα άγρια με ρίχνει στα πιο πετσοκομμένα βράχια
- τα βράχια ανήκουν στη στεριά ή στη θάλασσα; -
ούτε κι εγώ ξέρω
στέκομαι αγέρωχα, όσο μπορώ, εκεί
στην ακαθόριστη μέση
μιας θείας δικαιοσύνης
με μέτρα την ανθρώπινη λογική
π.χ. το ερώτημα
το νερό ή ο ήλιος βασιλεύει τον κόσμο
μέχρι τη μέση πνιγμένος από τη μέση και πάνω πνιγηρός
ανασαίνω ακόμα κομμένος στα δύο χτυπημένος βάναυσα σε αυτήν εδώ τη μέση
το ηλιοβασίλεμα είναι ανατολή με τον μεγάλο δισταγμό
ή μήπως η ανατολή ηλιοβασίλεμα με την παραμικρή ελπίδα
κάθε ανατολή ένα τέλος
καινούργιο
από αρχή
κι ανάποδα
μια αναστολή στην αποστολή
μια παράτολμη πράξη
προσανατολμίζεται;

Sunday, June 12, 2011

Ο δικός σου άλλος



Βροχή οι σταγόνες σου. Μ' αρέσει η αυτάρκεια στις φράσεις. Η ολοκληρωμένη συντέλεια που μπορεί να ακυρώσει ή να επιβεβαιώσει δυό κουβέντες σου. Τόσο αυτονόητες που μπορεί και να τις έχεις ξεχάσει εδώ και καιρό κι αυτή η παράθεση, η παράθεση που μπορεί να φανεί στους περισσότερους που θα σε ακούσουν σχεδόν αυτιστική και χωρίς νόημα, η παράθεση που μπορεί να φανεί περιττή ακόμα και σε εσένα τον ίδιο την ώρα που γεννιέται, η παράθεση της λέξης δίπλα σε λέξη, αυτό το όμοιος ομοίω αεί πελάζει εντέλει, σου επιτρέπει να κάνεις χρήση στις προοπτικές και τις διαθλάσεις σου για να τις ανακαλύπτεις, να τις απευθύνεις για να ακυρώνεσαι ή να γίνεσαι κατανοητός με δυό λέξεις παρόμοιες κι ένα σου εγωπαθώς κτητικό. Βροχή οι σταγόνες σου. Απόπειρες όλες οι εκφράσεις με το στόμα, τα μάτια και με το σώμα σου για όλους αυτούς τους άλλους εκεί έξω, για όλες αυτές τις άλλες πιθανότητες αντιδράσεων στο μυαλό, στο σώμα και στα μάτια ή το δικό σου κενό, έστω μόνο για ήχο, να παράγεις και ίσως τελικά τα καταφέρει και απευθυνθεί κάπου, επηρεάσει κάποιον, έναν που πραγματικά νοιάζεται κάπου αόριστα εκεί έξω ή μάλλον κυρίως για εκείνον που δε θα σου δώσει ποτέ την πρέπουσα σημασία κι εσύ πεισματικά ήθελες να τον νοιάξει. Το εσύ έξω από εσένα που θέλεις να κερδίσεις. Γι' αυτή την περίεργη κτητικότητα που όχι μόνο σε προσδιορίζει αλλά και σε επιβεβαιώνει τελικά μέσω του άλλου. Πάλι από την αρχή φωτισμένο, βαφτισμένο ένα νόημα τόσο προσωπικό, βουτηγμένο σε όλο αυτό που δεν μπορείς ακριβώς να εξηγήσεις αλλά και δεν μπορεί από το δικό σου μυαλό, το σώμα και την καρδιά να ξεφύγει. Ο δικός σου άλλος. Βροχή οι σταγόνες σου και η ανάγκη να εκφράσεις, να ακούσεις πρώτος εσύ τα σκοτεινά σου χείλη να απευθύνονται ξανά σε κάποιον που δεν υπάρχει σε ένα γνώριμο δωμάτιο που στάθηκες πάλι μόνος. Και μπορεί να μην υπάρξει όντως ποτέ κανείς που μπορεί να του είπε κάτι ετούτη η φράση: Είναι ανάγκη η απεύθυνση. Κυρίως όταν είμαστε μόνοι. Σε μια αφύσικη παρουσία, σε μια παρουσία που λείπει είτε σε μια παρουσία που υπάρχει και θα θέλαμε να είναι εδώ. Σε μια φυσική παρουσία απ΄ τη στιγμή που υπάρχουμε τελοσπάντων.

Monday, June 06, 2011

Καμμένο χαρτί


Σα να μουν άλλος θα θελα να σταθώ
όπως της τράπουλας το χαρτι στο χέρι
απ' τη μέση και πάνω το άλλο
απ' τη μέση και κάτω το ίδιο να ποντάρω
έτσι, για ένα παιχνίδι στην τύχη
για μια αναμέτρηση στην ισορροπία
σαν έπαιρνε φωτιά η φωνή το μυαλό αστόχαστο ν' ακολουθούσε
σαν άναβαν τα σπλάχνα μου πολύ το σώμα υπάκουο
πρώτη φορά στις φλόγες του ν' αντιδρούσε
να χορεύει το είδωλο μέσα από εμένα στον καθρέφτη
ακίνητος σαν ακροβάτης
να λαχταράω, να με παρατηρώ.

Tuesday, May 17, 2011

Τέσσερις Σκύλοι Και Ένα Κόκαλο






Από την Παρασκευή 20 Μαΐου, ένα κωμικό κουαρτέτο με θέμα τα ‘σκυλιά’ της show biz, ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου ‘104’ των Εκδόσεων Kαστανιώτη, από τη θεατρική ομάδα ‘Οι Χρυσοθήρες’, με την υπογραφή του βραβευμένου με Όσκαρ John Patrick Shanley.

ΜΙΑ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΩΜΑ

Η θεατρική ομάδα 'Οι Χρυσοθήρες' παρουσιάζει το έργο του αμερικανού θεατρικού συγγραφέα John Patrick Shanley, 'Τέσσερις Σκύλοι και ένα Κόκαλο', στο Θέατρο 104 των Εκδόσεων Καστανιώτη για 20 μόνο παραστάσεις, από την Παρασκευή 20 Μαΐου έως και την Κυριακή 19 Ιουνίου 2011.

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 1993 στο Manhattan Theatre Club της Νέας Υόρκης (Off-Broadway), σε σκηνοθεσία του ίδιου του συγγραφέα, ενώ στην Ελλάδα ανεβαίνει για πρώτη φορά, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Φραγκιόγλου.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Η Μπρέντα, μια νέα ηθοποιός, φαινομενικά αθώα, έχει έρθει να συναντήσει τον Μπράνλεϊ, έναν ολοφάνερα προβληματισμένο, μεσήλικα παραγωγό, και συζητούν για την ταινία στην οποία συνεργάζονται. Η Μπρέντα έχει πολλά να κερδίσει ή να χάσει, καθώς αυτή η ταινία θα μπορούσε να εκτοξεύσει την καριέρα της στην κορυφή και να την κάνει σταρ. Αλλά η Κωλέτ, η άλλη ηθοποιός της ταινίας στέκεται εμπόδιο στα σχέδια της. Γι’αυτό, η Μπρέντα πρέπει να πείσει τον Μπράντλεϊ πως η ταινία κινδυνεύει εάν δεν γίνουν συγκεκριμένες αλλαγές, μια από τις οποίες είναι να κοπεί και ο ρόλος της Κωλέτ. Ο Μπράντλεϊ, γνωρίζοντας πως η ταινία έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον προϋπολογισμό, αφήνει να εννοηθεί πως θα λάβει σοβαρά υπόψη του τις προτάσεις της, μόνο αν εκείνη καταφέρει να πείσει τον μεγάλο σταρ - ετεροθαλή αδελφό της, να κάνει μια έκτακτη εμφάνιση στην ταινία, γεγονός που θα εξασφάλιζε την εμπορική επιτυχία του φιλμ.

Στο μεταξύ, η Κωλέτ έχει την δική της ατζέντα. Ξέρει πως δεν είναι πια τόσο νέα, και το ότι προέρχεται από το χώρο του θεάτρου δεν βοηθά καθόλου τη φήμη της. Προσπαθεί να πείσει τον Βίκτωρ, τον άπειρο σεναριογράφο, να αλλάξει την ταινία, ώστε να γίνει η ίδια η ηρωίδα, πράγμα που θα την καθιερώσει στον χώρο ως πρωταγωνίστρια. Διαφορετικά, θεωρεί ότι η πρώτη του ταινία θα καταδικαστεί να παίζεται σε κουλτουριάρικες αίθουσες ή, ακόμα χειρότερα, να βγει κατευθείαν σε βίντεο. Ο Βίκτωρ, ένας αφελής νέος σεναριογράφος από το Off-Off Broadway, δεν ξέρει πώς να χειριστεί τίποτα από όλα αυτά, και μόλις έχει πεθάνει και η μητέρα του. Έχει ανάγκη λοιπόν, να πενθήσει και να πιει μέχρι να αποχαυνωθεί, προτού κάνει οποιαδήποτε αλλαγή στο σενάριο.

Ενώ οι δύο γυναίκες σκάβουν η μία το λάκκο της άλλης, τι θα απογίνουν τελικά οι τέσσερις αυτοί σκύλοι; Και το κόκαλό τους, η ταινία;


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ

Το Τέσσερις Σκύλοι και ένα Κόκαλο είναι ένα κουαρτέτο με θέμα τα «σκυλιά» της show biz. Κάθε σκυλί ανήκει και σε μια διαφορετική κατηγορία: ο νέος πολλά υποσχόμενος θεατρικός συγγραφέας, η ανερχόμενη σταρ, η ξεπεσμένη σταρ, ο τραυματισμένος μαχητής παραγωγός. Και το κόκαλο για το οποίο μάχονται, μια χαμηλού προϋπολογισμού ανεξάρτητη ταινία που ίσως κάνει επιτυχία.

Το Τέσσερις Σκύλοι και ένα Κόκαλο συνεχίζει την παράδοση των έργων που σατιρίζουν το Hollywood από το Once in a Lifetime των Kaufman & Hart, μέχρι το πρόσφατο Speed-the-Plow του David Mamet. Ο βραβευμένος με Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου John Patrick Shanley (‘Moonstruck / Κάτω από τη Λάμψη του Φεγγαριού’, 1987) έχει εμπνευστεί από τις δοκιμασίες που πέρασε προσπαθώντας να γυρίσει την πρώτη του ταινία ‘Five Corners’.

«Αν πρόκειται να γράψεις σήμερα μια σάτιρα για τη show biz, πρέπει να είσαι σίγουρος πως θα είναι πολύ, πολύ αστεία. Στην περίπτωση του ‘Τέσσερις Σκύλοι και ένα Κόκαλο’… το κριτήριο αυτό πληρείται και με το παραπάνω.» - NY Times
«…Το ‘Τέσσερις Σκύλοι και ένα Κόκαλο’ [είναι] το πιο αστείο έργο που θα συναντήσετε για πολλά χρόνια. Θα μπορούσα να πω, ένα δεξιοτεχνικό τρυφερό ξεκοίλιασμα για την «παλιοβιομηχανία ονείρων». – NY Post

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΚΥΛΟΙ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΟΚΑΛΟ
(Four Dogs and a Bone)
του John Patrick Shanley

@ Θέατρο104 των Εκδόσεων Καστανιώτη
(Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια - Τ: 210 3826185 )

Μετάφραση: Χριστίνα Παπαδάκη – Δημήτρης Φραγκιόγλου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Φραγκιόγλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Κέλλυ Βρεττού
Μουσική: Λάκης Χαλκιόπουλος
Χορογραφία / Επιμέλεια Κίνησης: Ζωή Χατζηαντωνίου
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Φωτο: Γιώργος Δρακόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Βασίλης Παχουνδάκης

Παίζουν (με σειρά εμφάνισης)

Χριστίνα Παπαδάκη (Μπρέντα)
Αλέξανδρος Καλπακίδης (Μπράντλεϊ)
Αντώνης Γκρίτσης (Βίκτωρ)
Γεωργία Μαυρογεώργη (Κωλέτ)


Πρώτη παράσταση Παρασκευή 20 Μαΐου 2011
Τελευταία παράσταση Κυριακή 19 Ιουνίου 2011
Ημέρες Παραστάσεων Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή
Ώρα έναρξης 21:30
Τιμές εισιτηρίων 15 € (κανονικό) – 10 € (φοιτητικό)

Διάρκεια 90’

Wednesday, May 04, 2011

Το τριαντάφυλλο


Σε ένα μικρό αστέρι διάλεξες να πας, να ζήσεις μακριά, να βρεις ψάχνοντας απελπισμένα πραγματικό σπίτι. Μια κόκκινη, η πιo κόκκινη συντροφιά απέμεινε για τέλος απ' το μακρύ ταξίδι στους ξέφραγους ροδώνες. Επιμένεις πεισματικά να φυλάς εκείνο το τριαντάφυλλο στο χέρι σα να’ τανε γιατί. Πες για την προσπάθεια που δεν κρύβει νίκη, πες για τον κόπο που δεν έχει σταματημό, πες για την πηγή, πως δεν απoξηραίνεται ποτέ στο πρώτο σώμα, το άμαθο, το ανθισμένο αίμα. Κι όλο ανθίζει. Όσοι το βάφτισαν ξεπερασμένο παραμύθι, όσοι πολυφορεμένο λουλούδι το είχαν πει - έπεσε, μαράθηκε στη σιωπή, τραγούδι χιλιοειπωμένο έσβησε πάνω στα χέρια και στα χείλη αλμυρή έτσι όσο κοντοστάθηκε πάνω στα μέλη σου η λύπη - αδικαιολόγητο είπαν το παράπονο και κάρφωναν, μικρά οι κατηγορίες αυτές στο σώμα κατάστικτα σημάδια, δεν ξέρω πια να ξεχωρίσω δάκρυα και δροσοσταλίδες, μόνο λέω μακάρι να μην κεντήθηκαν αγιάτρευτα τουλάχιστον αυτοί από κάτι ξαφνικά αγκάθια στα πιο ησυχασμένα βλέφαρά τους μες στη νύχτα.

Tuesday, April 19, 2011

Ο Σταυρός


Θα άρχιζα αν μπορούσα αλλά δε μου αρέσει ο επαναληπτικός δρόμος
ανθρώπινες προσπάθειες απόπειρες μικρά γεγονότα συμβάντα
κάθε τρεις και λίγο πράγματα όλα που μπορείς να δεις και πέρα από την πραγματικότητα
και μέσα απ' την πραγματικότητά τους να τα εξιδανικεύσεις
ο σταυρός ας πούμε που πάνω του σε λίγες ώρες θα σταυρωθεί εκεί ψηλά ο χριστός
άλλο τόσο θα ήθελα κάθε στιγμή να μεταχειριστώ όσο γίνεται λιγότερα λόγια
να περιγράψω το συναίσθημα όχι γιατί είναι κάτι τόσο απλό
αλλά γιατί είναι κάτι τόσο αυτόνομο
έχει μια αναπόδραστη ανάγκη για λέξη να το περιγράψει
όχι εγκώμια, καμία άλλη εξήγηση είτε ευχής έργον
ή και τη σιωπή ακόμα
στο σώμα του έχει σημάδια στο σώμα και στο δωμάτιο
ο κόσμος γέμισε σημάδια σκίζονταν στα δυο, δεν ήταν χάρτινος
σπάραζε κι αιμορραγούσε.

Saturday, April 02, 2011

Στ' αληθινά, στα ψεύτικα

Τώρα πιά μου φαίνεται ότι κανένα ψέμα δεν μπορεί να διασκεδάσει την αλήθεια.

Προχωρώντας σήμερα στο δρόμο έβγαλα μια φωτογραφία με το κινητό. Διάλεξα να την ονόμάσω με το όνομα της ημέρας και την είπα πρωταπριλιά. Η Πρωταπριλιά είναι μια μέρα που μπορούν θεωρητικά όλα τα ανίσχυρα ψεύδη να διαψευστούν. Αυτό μπορεί να σε γεμίσει με την μεγαλύτερη ελπίδα. Και την μεγαλύτερη απελπισία. Έτσι κι αλλιώς η πρωταπριλιά είναι επίσης του τρελού ημέρα. Ο τρελός στέκεται ισότιμα και φιλότιμα ανάμεσα στην απελπισία και την ελπίδα, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, σαν τον πιο λογικό στη μέση του δρόμου. Έτσι κι εγώ έδωσα τον τίτλο "Πρωταπριλιά 2011" στη φωτογραφία. Έτσι τα κατάφερα ο τίτλος της φωτογραφίας να είναι το σημερινό μου ζωτικό ψέμα. Στον προσδιορισμό εντός παρενθέσεως διευκρίνισα τη σημερινή μου πραγματική αλήθεια. (Στη Θεμιστοκλέους, ώρα, τρεις παρά κάτι.) Αυτή η φωτογραφία είναι ο χρόνος και ο τόπος που σήμερα στάθηκα ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια. Και κοίταξα το ρεαλισμό μου με μια διάθεση μαγείας.


Sunday, March 27, 2011

Πρόσφορο απόγευμα


Μια ώρα παραπάνω
να μπαίνει από το παράθυρο φως - όλο και λιγότερο βέβαια
δε γίνεται αλλιώς,
τελικά δε μπορείς να αντισταθείς στο φυσικό, στο συμβατικό και στο μοιραίο -
να τυλίγει τα βράδυα τις Κυριακές
να τα ζυμώνει ανορθόδοξα με φως σιγά σιγά
να τις κάνει να μοιάζουν ωραίες και πιό μεγάλες
να μη σε νοσταλγούν να μη σε μελαγχολούν να μη τις σκέφτεσαι σα συνηθισμένος κατάδικος μαθητής
ότι είναι τέλος ή κι αρχές
να ξεχνιέσαι μες στο φως που λιγοστεύει και να λες δε θα βραδιάσει ποτέ δε θα βραδιάσει κι ας λιγοστεύει το φως κι εγώ
θα είμαι πάντα εδώ για πάντα έτσι χωρίς αλλαγή
ούτε σκοτάδι κι ύστερα πάλι καινούργιο φως
ούτε διαδοχή νύχτας ημέρας
ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο
ούτε ξημερωμένος ρεαλισμός της απελπισίας ούτε βραδιασμένο όνειρο της ελπίδας
πριν χαθεί το όνειρό μας και ξαναβραδιάσουμε
να στέκεται μια στιγμή με τη δική του αυτάρκεια το φως
όπως άλλαξε απόψε η ώρα
αυτή η αυτάρκεια να επηρεάζει τη διάρκεια μέσα σε βάθος και σύμβαση αόριστου χρόνου
να γίνεται μια στιγμή που θα μπορούσες να κρατήσεις στα χέρια έτσι
πολύτιμη πέτρα κι ατόφια
για πάντα, ένας τρόπος ζωής
χωρίς δικαιολογίες πουθενά - ούτε στον ίδιο τον εαυτό σου
τώρα νιώθεις καλά μέσα σε αυτήν την παροδική εκεχειρία
χωρίς να σημαίνει ότι έτσι παραμένεις και στέκεσαι αδρανής, υπάλληλος ή νικημένος
κι ο θάνατος βρίσκει σύμπάσα τη δύναμη να σε περικυκλώνει
ακριβώς το αντίθετο να συμβαίνει
χωρίς να φοβηθείς στιγμή ότι αυτό κάποιος μπορεί να το σκυλέψει
κι ούτε καν κάποιος αλλά ακόμα και κάτι, μια ανεπαίσθητη συνθήκη,
ένα τρεμούλιασμα φύλλου σε ένα γιασεμί ότι μπορεί να είναι μια πρώτη ένδειξη για μια ολόκληρη πυρηνική καταστροφή κάπου αόριστα στο παρανοϊκό ατομικό μυαλό σου
γιατί αυτά μπορούν και συμβαίνουν ξέρεις στον κόσμο
ένα απόγευμα μιας αόριστης και επερχόμενης Κυριακής όχι ιδανικής όπως η σημερινή μα απευκταίας
θα έρθει ίδια κι απαράλλαχτη με τη σημερινή αλλά και λαίλαπα συνάμα και μάλλον θα νιώσεις τότε ξανά όπως νιώθεις συνήθως
τα συνηθισμένα απογεύματα της Κυριακής
υπόλογος μπροστά σε έναν βασανιστικό παγκόσμιο καθρέπτη
θεάτρου βέβαια, ποτέ πραγματικότητας - μιας και το' χει η μέρα
για μια αστεία γκριμάτσα, ίσως και λίγο τρομοκρατημένη
για μια ρωγμή προσώπου
για την καινούργια αποκάλυψη "γλυκιάς πατρίδας" που πρέπει να προσεταιριστείς και να νιώθεις φιλόξενα εκεί και οικεία,
για μια ρυτίδα έκφρασης που δεν είχες εντοπίσει μέχρι τώρα στον πειρατικό χάρτη με όλα τα παρόμοια λάφυρα σου
για μια ολοκαίνουργια άσπρη τρίχα στα μαλλιά και στο χρόνο που περνάει
στο γνωστό χτένισμα που συνηθίζεις καθημερινά αλλά πότε πότε δεν πετυχαίνει και τόσο
κι αποκαλύπτει κάτι φαλακρό από αυτό το μαλλιαρό και άγνωστο κατά τ' άλλα κεφάλι
εκεί απέναντι
καθώς γέρνει και το χαιδεύεις και το κανακεύεις απόψε τουλάχιστον και προς το παρόν σα το πιό πιστό σου σκυλί.

Sunday, March 20, 2011


H Άνοιξη αυτή έχει κάτι από εσένα

Tuesday, March 15, 2011

Ένα


Σκέψου την ώρα που ο έρωτας απόλυτος τεχνουργείται
θα καταλάβεις, ο πόθος δεν έχει σύμβολο
είναι κάτι μέσα σε κάτι
ένα.

Friday, February 25, 2011

Η πόρτα



Σήμερα η λέξη είναι χρονική. Είναι η λέξη post. Προσδιορίζει το μετά, το συντελεσμένο, αυτό που μένει όταν κάτι θα έχει συντελεστεί. Την ανάμνηση αυτού που συντελείται. Και τελευταία είναι η λέξη ανάμνηση επίσης κολλημένη στο κεφάλι. Κυνηγάμε την ανάμνηση. Είτε αυτού που θέλουμε να ζήσουμε, είτε αυτού που ήδη έχουμε ζήσει. Θυμόμαστε σαν από πάντα και για πάντα θυμόμαστε. To απώτατο παρελθόν. Το απώτατο μέλλον. Ο χρόνος είναι ο μόνος θεός. Ο δρόμος είναι μέσα σε αυτό το χρόνο. Είναι μάταιο να αποφεύγεις να λες τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν είναι μάταιο να προσπαθείς να πεις τα πράγματα με το όνομά τους. Είναι η μόνη ηθική προσπάθεια. Δεν πρέπει να καταβάλλεσαι στον αγώνα για οτιδήποτε κάποια μέρα ως post θα καταλογιστεί.

Δεν χρειάζεται να πω πολλά περισσότερα για να δικαιολογήσω αυτό που μου συμβαίνει. Αν αρχίσω να γράφω το πιθανότερο είναι ότι πολύ σύντομα δε θα με βρίσκω εκφραστικό και θα παραιτηθώ. Αρνούμαι να εξηγώ, αρνούμαι να δικαιολογούμαι, θέλω να γράφω αυθαίρετα κάθε συνειρμό κι αυτό αυτόματα κάτι από το εντός μου να μεταφέρει για να εκτονωθώ.

Σήμερα σηκώθηκα το πρωί και πήγα στην παιδική μου παράσταση. Πήρα καφέ και δυό μπουκαλάκια νερό στη σακούλα, προχώρησα όπως κάθε πρωινό. Έδωσα μια παράσταση που είχε ξεχαρβαλωθεί. Καθημερινά ακολουθώ την ίδια διαδρομή, κάνω τις ίδιες κινήσεις, την ίδια σχεδόν πάνω κάτω ώρα - πολλές φορές σκέφτομαι την ακρίβεια των δευτερολέπτων στα βήματά μου, την ώρα που πατάω το πόδι μου αναρωτιέμαι με πόση ακρίβεια έχω προσεγγίσει και σήμερα την αφοπλιστική μου προγραμματισμένη ρουτίνα στο συγκεκριμένο σπασμένο πλακάκι του πεζοδρομίου σαν ανάγκη να μη συμβεί τίποτα αιφνιδιαστικό, σα να υπακούω σε ένα χρεός παράλογο και μια υπερκόσμια τελετουργία. Μήπως μετανιώσει για κάτι από τα λίγα που μου δίνει και τα πάρει πίσω ο θεός. Ηθοποιός σου λέει μετά και στο άγνωστο εμπιστοσύνη...

Περίεργα όλα αυτά γιατί η λέξη θεός στο κεφάλι μου έχει ετυμολογηθεί χρόνια τώρα από το επίρρημα θάττον, είναι ο συγκριτικός βαθμός του γρήγορα και λέω ότι σημαίνει αυτό που σε προσπερνά, αυτό που σε ξεπερνά, αυτό που σε βασανίζει. Αυτό που (δεν) έγινε και θέλεις να (ξανα)συμβεί. Η λέξη θεός είναι ο ανταγωνισμός μιας στιγμής πεζοδρομίου. Περπατάω αργά στο δρόμο, πάντα περπατάω αργά στο δρόμο κι όποιος κοιτάξει σχηματίζει την εντύπωση ότι είμαι κατατονικός. Ο θεός είναι με τους περαστικούς, o θεός είναι μεταξύ μας ένας λάθος συγχρονισμός, ένας ξεπεσμένος συντονισμός, μια εντύπωση λάθος.

Είμαι πάντα στο δρόμο, κάνω ίδια βήματα με χτες και προχτές ίσως τα ίδια βήματα με πέρσι και οι άνθρωποι προσπερνάνε, πάνε σε χίλιες άλλες δουλειές, συνεχίζουν πέρα από εμένα και σταματάνε τουλάχιστον στην επόμενη, την παρακάτω γωνία από την πόρτα εκείνη που εγώ θα κοιτάξω να μπω. Κάποτε με προσπερνάω κι εγώ. Προσπερνώ κι εγώ την πόρτα εκείνη. Δεν ξέρω πότε είμαι ευτυχισμένος, όταν μπαίνω μέσα ή όταν προσπερνώ.

Γιατί η πόρτα δεν έχει κλειδαριά, δεν έχει χερούλι, δεν έχει διεύθυνση αλλά είναι πάνω στο δρόμο, τη βλέπουν όλοι, την ξέρουν όλοι, περνάνε όλοι απέξω κι εκείνη ευδιάκριτη κι αγέρωχη, επιβλητική, στέκεται μασιφ σίδερο χωρίς κλειδαριά εκεί και περιμένει περιμένει δεν υπάρχει τρόπος ν' ανοίξει κι ούτε κανένας άλλος την επιλέγει και είναι μόνο για εμένα αυτή η πόρτα, είναι φτιαγμένη από κρυπτονίτη που δεν ξέρω τι ακριβώς είναι ως υλικό αλλά ξέρω ότι έχει τη δύναμη ολόκληρη πάνω της και μέσα της να με κρύψει.

Saturday, February 12, 2011

Αμυγδαλέα η προπετής


Δεν έχω πολλά περιθώρια να εξηγούμαι γι' αυτό ανθίζω ολοένα νωρίτερα όμως δεν υπάρχουν πολλοί το αυταπόδεικτο να αποζητούνε κι εγώ φαίνομαι μάλλον ακόμα ένα κακομαθημένο κορίτσι με ένα σώμα γεμάτο κλαριά και παρακλάδια του χειμώνα, φυλλαράκια διστακτικά που έχουν μόνιμη την ανασφάλεια της επιβεβαίωσης, την ανάγκη να επιδείξουν κάπως πρόωρα και ευκρινώς το βαθύτερο που νιώθει όταν ξεκινάει κανείς. Στην πορεία τα περιθώρια της προπέτειας αυτής δε μπορούν να διευρυνθούν, έτσι η ανασφάλεια ακυρώνεται και σωπαίνει. Ή αρχίζει μια ώρα άλλη τότε που ενδεχομένως να φέρει άλλους καρπούς, πιό προσοδοφόρους, αρχίζει ένα άλλο μπόλιασμα τότε, ξεκινά ίσως να ανοίγει και μια καινούργια πληγή, γιατί είναι ένα καινούργιο αίμα όλα ετούτα τα πράγματα και ένα κυνήγι για το εύστοχο κάθε σήμανσης, κάθε αντήχησης, κάθε ελπίδας και κάθε λυγμού. Ετούτη τη φορά όλο και πιό βαθιά στη ρίζα.

Monday, February 07, 2011

Το όνειρο



Στον ύπνο μου έβλεπα κινούμενα σχέδια, άνοιξα το ένα μάτι χωρίς να ξυπνήσω ακριβώς κι από τα δύο και χωρίς να φύγει από τα μάτια μου η αίσθηση του ύπνου και ξαφνιάστηκα έτσι μέσα σε αυτό τον ύπνο όπως συνέχιζε το κλειστό να βλέπει όνειρο με την παράλληλη, αληθινή όψη των πραγμάτων στο ανοιχτό μάτι, κι έτσι κρατάω μια επιφύλαξη για την αληθινή όψη γιατί δεν ξέρω ποιά ήταν η όντως πραγματική άποψη γι' αυτό που μου συνέβη, οπότε κρατάω μια επιφύλαξη και για το μάτι που είχα κλεισμένο και για το μάτι που άφησα ανοιχτό, γιατί αυτό που έκανα, να αφήσω το ένα μάτι στο όνειρο και να ανοίξω το άλλο στην πραγματικότητα δεν ξέρω πως έγινε αλλά το έζησα έτσι όπως το γράφω, ως φαινόμενο νευρολογικό, και γι' αυτό το καταγράφω γιατί είναι κάτι που δε μπορώ να αμφισβητήσω και γιατί το έζησα τρομακτικά και η μόνη αλήθεια είναι ότι για λίγο δεν το κατάλαβα ότι είχα ανοίξει το ένα μάτι και ότι για λίγο χάθηκα σε αυτή την ενδιάμεση κατάσταση και με τρόμαξε αυτή η παράλληλη όραση τι ήταν όνειρο και τι μη ύπνος καθώς έβλεπα ένα κοπάδι πουλιά να έχει πάρει λουλούδια στα ράμφη τόσα που δε φαίνονταν τα πουλιά που κουβαλούσαν τα λουλούδια αλλά πήγαιναν να τα ρίξουν κάπου σαν επίθεση σε ένα κτήριο που κατοικούσε κάποιος εχθρός και είχαν και μέλισσες μέσα τους τα λουλούδια. Τότε ξαφνικά άνοιξα το ένα μου μάτι και έβλεπα στην μισή εικόνα του ονείρου μου το δωμάτιο με τις πραγματικές διαστάσεις γιατί ο ύπνος που με έχει αιφνιδιάσει ήταν απογευματινός και είχα ξεχάσει αναμμένα τα φώτα και το άλλο μάτι κοιμόταν κι έβλεπε το κοπάδι τα πουλιά με λουλούδια και μέλισσες κρυμμένα στα ράμφη και τους μίσχους καθώς πήγαιναν σαν ανεμοστρόβιλος καταπάνω στο κτήριο να ρημάξουν το φανταστικό εχθρό μου.

Sunday, January 23, 2011

Η πόλη



Και στάθηκε στη μέση του δρόμου. Η πράξη αυτή δεν ήταν καθόλου μικρομεσαία ούτε ισορροπημένη, νευραλγική γιατί η μέση του δρόμου δεν ήταν η μέση του κόσμου κι είχε πολύ ταξίδι ακόμα κι από τη μια κι από την άλλη μεριά όσο κι αν ο δρόμος φαινόταν να συνεχίζεται παντού απαράλλαχτος και ίδιος, ένα σκηνικό φτιαγμένο, αποτυπωμένο σε καρμπόν, ψευδεπίγραφο μες στην αυθεντικότητα και την ειλικρίνειά του και προς τα κάτω και προς τα πάνω. Και στάθηκε εκεί και στεκόταν στο κέντρο του κόσμου γιατί συγκεντρώθηκε όπως λέμε και όλως τυχαίως δε διάβαινε από κει την ώρα εκείνη κανένας άλλος περαστικός, κανένας γνωστός φίλος ή ξένος, γι' αυτό ίσως κι εκείνη διάλεξε και στάθηκε ακριβώς εκεί, στη μέση. Οι καιρικές συνθήκες της φάνηκαν ακαθόριστες επίσης γιατί δε μπορούσε να διευκρινίσει αν είχε βρέξει μόλις πριν και τώρα είχε ανοίξει σαν ξέφωτο για λίγο πάλι ο ουρανός ή περίμενε αυτάρεσκα και παθητικά στη θέση του κι εκείνος, στη μέση του δρόμου στη μέση του κόσμου, μια ολοκαίνουργια καταρρακτώδη νεροποντή που δε μπορούσε να την αποφύγει - όχι μπόρα, κάτι περαστικό, αλλά κάτι ακριβώς όπως η νύχτα που ήδη προχωρημένη προχωρούσε κι άλλο στο ανύπαρκτο σώμα του πάνω. Και μόνο εκείνη κι αυτός στεκόταν ακόμα στη μέση της νύχτας και ένιωθε να είναι στη μέση του δρόμου αλλά δεν είχε όνομα ο δρόμος αυτός, ήταν κεντρικός και αγνώστων λοιπών στοιχείων, στις σπασμένες πλάκες και στις λακούβες καθρεφτιζόταν κομμάτια ο ουρανός. Κι έτσι όπως ήταν υγρός την ηρεμούσε σαν κάποιος ανήμπορος κατουρημένος θεός ζητιάνος να της ικέτευε από ψηλά τη συμπόνια ενώ την προστάτευε ταυτόχρονα από την εκδικητική μανία της βροχής που μόλις πριν λίγη ώρα είχε εξαντλήσει και τον ίδιο. Έτσι κέρδιζε την εμπιστοσύνη της κι ο δρόμος, με την άχραντη, θεϊκή, την παράξενη, ανεστραμένη επιβολή που έστελνε κάτω ο ουρανός, όπως άγιαζε δέντρα και φύλλα, κάτω ριγμένα από έναν αέρα υπόκωφο που είχε περάσει πριν ακόμα κι απ΄τη βροχή και τώρα, ύστερα από εκείνη την βαθιά ανάσα όλα ηρεμούσαν πεσμένα χάμω, φύλλα, σκουπίδια, σπασμένα κλαδιά έλαμπαν αντί για κίτρινα κεριά αναμμένα τρέμοντας σε υποφωτισμένα μανουάλια, προορισμένα για προσευχές μέσα σε αυτή την αλλόκοτη δημόσια τελετουργία που δεν είχε ώρα ούτε άλλη πηγή φωτός ή αχλή και ανατολής σημάδια. Αλλά μια επαπειλούμενη άχρονη συνθήκη είχε συντελεστεί, μόλις τελείωσε και ζούσε κι η ίδια κι ο ουρανός τον απόηχό της, όχι ακόμα το τέλος της, μόνη εκείνη στο κέντρο της γης σα να είχε κλείσει ένα πολύβουο λουναπαρκ με τερατικούς διασώστες ζογκλέρ και στρατιώτες κλόουν ή πυροσβέστες, μια ειδική ομάδα ανθρώπων της δράσης τελοσπάντων που αντίθετα από αυτήν φαντάστηκε ότι ξεπετάχτηκαν πανέτοιμοι την κατάλληλη στιγμή, πριν, την ώρα της κρίσης, στον ίδιο δρόμο που τώρα στεκόταν κι αυτή μέσα από τα παράθυρα των γύρω πολυκατοικιών, μέσα απ' τους υπόνομους και από τους σκουπινοτενεκέδες σαν χελωνονιτζάκια, ένα τρομαχτικό και φαντασμαγορικό, πανικόβλητο, κοσμοσωτήριο λεφούσι, μια μονότονη στρατιωτική διχρωμία που θα μπορούσε κανείς και θεατρικότατη να την πει αλλά όχι με το δικό της τρόπο. Ένας λαγός της φάνηκε τότε πέρασε τελευταίος κυνηγημένος αλλά έτσι όπως πήγαινε ξεχασμένος κι αυτός από κάποιο άλλο παραμύθι αναρωτήθηκε τι γύρευε μέσα σε όλη αυτή την παραλλαγή κι έτσι ούτε με εκείνον τρόμαξε γιατί σκέφτηκε τι θέλει ένας κυνηγημένος ξεχασμένος λαγός μέσα στο δικό μου ζωτικό παραμύθι. Και από αυτό κατάλαβε ότι είχε σώας τας φρένας και ότι κάτι δικό της κυνηγημένο πέρα από τη λογική είχε συντελεστεί, ακαθόριστο και πιστευτό στην εντέλεια και τη συντέλεια της στιγμής, αλλά δεν περνούσε κανένας για να το μοιραστεί μαζί του ή που θα μπορούσε να την πιστέψει, ούτε οι κλόουν στρατιώτες πυροσβέστες ήταν πιά εκεί για να χασκογελούσαν πνιγμένοι στα φρικτά γέλια καπνού, κρυμμένοι μέσα στα σβησμένα κουτιά παράθυρα και τους επτασφράγιστος υπονόμους και οι κάδοι ήταν άδειοι για να την εκπλήξουν με ένα περιττό γυαλιστερό σκουπίδι που θα μπορούσε να την ξεγελάσει παίζοντας στο σκοτάδι. Ήταν όλα μια σκέψη που κράτησε ένα λεπτό, όσο κρατήθηκε λαμπερός στο δρόμο σε πλάκες και λακούβες κομματιασμένος ο ουρανός, όσο γύρισε κι εκείνη από τις δυό πλευρές το κεφάλι και δε πρόλαβε τίποτα να δει να τη συγκλονίσει πέρα από όλο αυτό το μεγάλο που ένιωθε μέσα της ακατανόητο, γυαλιστερό σκοτάδι.

Wednesday, January 19, 2011

Σημείωση ημέρας



Δεν είναι πολυτέλεια, πάντως παραμένει υπεροχή, πλούτος και αρχοντιά να μπορείς να βρεις μια ώρα ερημική μέσα σε τόσο και τέτοιο πολιτισμό. Να συγκεντρώνεσαι στη στιγμή που απροκάλυπτα μπορείς να υπάρχεις για να απογυμνώνεσαι ο ίδιος απέναντι στον εαυτό σου. Να βρίσκεις και να επαναπροσδιορίζεις με κάθε κόστος τον δικό σου προσωπικό ρυθμό σε αυτό τον άχαρο, πανίσχυρο, πολύβουο και γρήγορο κόσμο.

Sunday, January 16, 2011

Μικρές εικόνες XIII - Παράδεισος



Βρίσκουμε ένα πρόσωπο να αγαπάμε και σε αυτό προβάλλουμε όλη την ομορφιά του σώματος και της ψυχής, της φύσης και της ύλης, της ανθρωπιάς μας και του Θεού, της ίδιας μας της ζωής. Κι ίσως αυτή η ανάμνηση απόψε ήταν, είναι και θα είναι μάλλον κάποτε ο Παράδεισος.

Tuesday, January 04, 2011

Carousel


Τη νύχτα
ο χρόνος φεύγει όλο πιό αργά
έτσι - και ίσως τότε μόνο - κι εγώ
πιστεύω πεθαίνω λιγότερο
με μια κίνηση αντικείμενη στη φυσική
υποκείμενη σε εμένα, με μια κίνηση λοιπόν υποκειμενική
αντίθετη στο ρεύμα, αντίθετη στην ώρα,
με στερημένο φως και αντίσταση στη ροπή,
με αντίρροπη στροφορμή στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα λανθάνοντος οξυγόνου.
Πέρσι Πρωτοχρονιά περπατούσα στο δρόμο, ξημέρωνα με πανσέληνο
φέτος είδα ηλιοβασίλεμα για ανήμερο φως από φινιστρίνι αεροπλάνου.
Πρακτικά μιλάμε για λιγότερο φως όμως μεγαλύτερη, νευραλγική ανάγκη
και βρίσκομαι μέσα σε μια εντελώς γενναιόδωρη χωροταξία
έτσι καθώς έχει πλησιάσει λίγο πιό δίπλα μου από πέρσι και κάθεται ο ουρανός.
Κανένας δεν πιστεύει το υπερβολικό, έναν αφύσικο και το παράλογο
ας μη δείχνει λοιπόν κανείς έλεος κανένα εκτός κι αν εξίσου δε θέλει να ξεχνά
ότι βρισκόμαστε σε carousel εν φρενήρη κινήσει
απόδειξη ότι στη θέση κανένας ξεκίνησε και τέλειωσε κιόλας ο προηγούμενος γύρος
είσαι μαζί μου; είσαι εδώ;
όσο λιγοστεύει απ' τη μια γίνεται ανάγκη μεγαλύτερη απ' την άλλη
παρήγορο, έστω και το λιγότερο φως
και ομολογώ έχω αυτή την ανάγκη
να γράψω κάτι για την αλλαγή στις ταχύτητες και το χρόνο
να προσέξω πολύ τη λέξη προβολή απεύθυνση παρουσία
την ώρα που γράφω, τον τρόπο, τη σκέψη
την ισορροπία πάνω στο αλογάκι carousel,
στο αλογάκι του carousel rodeo
γιατί τις περισσότερες φορές είναι απλούστατο
αυτό που θέλω να πω μα αστάθμητο μένει δε λέγεται, όλο πηγαίνει, γυρίζει,
δε φτάνει το νιώθω.
Ο χρόνος που συμβαίνει το γεγονός είναι ακαριαίος, πραγματικός
Η σύμβαση χρόνου που έχω να συνειδητοποιήσω το γεγονός
χρόνος συντελεσμένος και εγκεφαλικός
Ο αντίκτυπος του χρόνου στο μέσα μου γεγονός
ψυχικός, αιώνιος.
Εκεί δεν υπάρχουν διακρίσεις από φως.
Προηγήθηκε. Έπεται. Ζει. Θα κάνει.
Επίπεδα συγκεκριμένα.
Ισορροπίες μόνο γυρίζουν άνω κάτω το άδειο ιππικό.

Καλή χρονιά, λίγο πιό φωτεινή αν γίνεται

Wednesday, December 08, 2010

Καρό


Κάπου γίνεται ανταλλαγή, στα νήματα ανάμεσα στη μια ζωή και στην άλλη, ανάμεσα στη μέσα και την έξω ζωή, ανάμεσα στη δική σου και τη δική μου ζωή, τη φορεμένη και τη γυμνή, την πλυμένη και την άπλυτη, τη ζωή που νιώθεις και θες να βγάζεις στη φόρα, ανάμεσα στα χρώματα και τα συναισθήματα. Εύκολο θα ήταν να δίνουμε ονομασίες στα συναισθήματα με βάση το χρώμα. Θα είχε πολιτικό λόγο, θα είχε κοινωνικό αποτέλεσμα; Τα συναισθήματα των χρωμάτων να είναι συνάθροιση των συναισθημάτων. Όχι σα δημοσκοπήσεις σε γκάλοπ γιατί είναι απλοϊκό είτε να μένεις προσκολλημένος είτε να σου ξεφεύγουν οι αποχρώσεις.

Κάποτε το μπλε αγαπούσα κι ήταν ακόμα περίοδος μπλε όταν ξεκίνησα να γράφω τα πάντα με κόκκινο κι ήταν αυτό μια συνειδητή επιλογή, από μια μπλε εγκεφαλική επιλογή ήταν που ξεκίνησα να γράφω στα κόκκινα, ήταν μπλε απόφαση να εξαναγκάσω την επιλογή να μπω στην κόκκινη περίοδο και να την εκβιάζω, ένα ολόκληρο κόκκινο χρονικό διάστημα που παλεύω γι' αυτό να το τρέφω για να ζω - όχι να ξύνω τις πληγές μου - και έγινε το κόκκινο επιλογή και όλα τα συναισθήματα θέλω να είναι κόκκινο από κόκκινο, παράφορο και εγκληματικό, κόκκινο ολοζώντανο.

Είναι τώρα πάλι λίγος καιρός που έχει επιστρέψει και με πολιορκεί πάλι το μπλε. Στεναχωριέμαι βαθιά με την αδυναμία μου αυτή να θητεύσω αβλεπεί στο κόκκινο μα δε θέλω να τζογάρω πάλι στο μπλε. Κάποτε το μπλε αγαπούσα γιατί ήταν το χρώμα της μνήμης και της φαντασίας, τώρα λατρεύω το κόκκινο γιατί είναι το χρώμα της παραφοράς και της εκπλήρωσης. Κάποτε πίστευα ότι πρέπει να θυμάμαι και τώρα θέλω να ξεχνάω. Επιδιώκω να ξεχνάω επειδή δε μπορώ να ξεχνάω ότι δεν πρέπει να ξεχνάω. Έτσι πορεύεται η χρόνια διαθεσιμότητά μου. Τον τελευταίο καιρό σκέφτομαι ότι θέλω να αγοράσω ένα πουκάμισο, τετράγωνα καρό, κόκκινο, μπλε και μοβ.

Μου άρεσε ο Τόκος του Δημητριάδη και του Βογιατζή γιατί όλοι έχουμε χαθεί σ' ένα κτήμα. Καιρός να σκοτώσουμε και κανένα παιδί. Εμένα με έπαιρναν βόλτα τα Σάββατα στην Κηφισιά. Ακόμα και τώρα τα Σάββατα το πρωί θέλω να πάω στην Κηφισιά. Υπάρχει μέσα στο μυαλό μου εκεί ένα ιδανικό σπίτι που δεν το είδα ποτέ κι ένα κτήμα, είναι καλοκαίρι, έχουν μαζευτεί όλο νεκροί εκεί, όποιος πεθαίνει πηγαίνει εκεί - είναι περίεργο πώς γίνονται όλοι καλοί αμέσως μόλις πεθαίνουν, μόλις πεθαίνουν όλοι γίνονται ήρωες καρτουν και ήρωες παιδικοί κι ακίνδυνοι, παραμυθένιοι και χάρτινοι, ακόμα και οι κακοί γίνονται χάρτινοι γιατί είναι πιά αναγνωρίσιμα κακοί και γίνονται άκακοι. Θα πάω κι εγώ μια μέρα εκεί, όσο περνάνε οι μέρες τόσο περισσότερο το νοσταλγώ κι αυτή η νοσταλγία στο παρόν, αυτή η μνήμη του μέλλοντος που δεν έχω ζήσει με ακυρώνει, με κάνει επίσης να φοβάμαι, δεν ξέρω αν είναι ο παράδεισος ή η κόλαση εκεί, είναι καλοκαίρι, αλλά κι αυτό ακόμα δεν ξέρω πιά αν μ' αρέσει. Υπάρχει ομολογουμένως μια σύγχυση στην εποχή, όπως υπάρχει σύγχυση μέσα μας για το παρόν και το μέλλον του χρόνου, σαν την έκφραση που λέμε 'του χρόνου' και τη σύγχυση αυτή τη βλέπεις στα ίδια τα καιρικά φαινόμενα αποδεδειγμένα. Πόσο αργεί να χειμωνιάσει. Δεδομένης της ελληνικής πραγματικότητας εγώ ώρες ώρες σκέφτομαι ότι έτσι όπως συμβαίνει αυτό το παρατεταμένο φθινόπωρο - καλοκαίρι επιδεινώνει την κατάσταση. Την επιβεβαιώνει. Είσαι στη χαρακτηριστική χώρα που έχει το πρόβλημα. Και πρέπει να σκοτώσει μια ακόμα γενιά, ένα ακόμα παιδί.

Κάποτε ήταν και το καλοκαίρι αγαπημένη μου εποχή ίσως επειδή γεννήθηκα καλοκαίρι ίσως γιατί το καλοκαίρι όλα τα προβλήματα φαίνεται να εκτίθενται σε πιό εύκολες συνθήκες, υπάρχει τότε από τα ίδια τα καιρικά φαινόμενα και τη γεωγραφική μας τοποθεσία πάντα μια διέξοδος πολύ πραγματική και σε προστατεύει, θέλω να πω δε σε νοιάζει, έχεις την ασφάλεια να κοιμηθείς ακόμα και κάτω από ένα πεύκο και μια ελία ή ένα κυπαρίσσι, η τραγωδία κάτω από τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό είναι χαρακτηριστική μας διασκέδαση.

Στη δραματική σχολή στο μάθημα της σκηνογραφίας μας ζήτησαν να φτιάξουμε μια ματιέρα με τα χρώματα που θεωρούμε ότι ταιριάζουν στην κάθε εποχή κι εμένα μέσα από την άσκηση αποδείχτηκε ο χειμώνας αγαπημένη μου εποχή και συνειδητοποίησα τότε ότι είναι όντως η πιό παραγωγική μου εποχή, με αποκορύφωμα το χριστουγεννιάτικο μήνα Δεκέμβρη. Ίσως τα Χριστούγεννα μ'αρέσουν γιατί μπορώ να γεννήσω. Τα Χριστούγεννα είναι ίσως η πιο παρθένα θηλυκή μου στιγμή.

Επίσης μου άρεσε και η Χώρα προέλευσης γιατί παρουσιάζει το σύνδρομο μιας ακαθόριστης παιδικής ηλικίας στην οποία πάντα καταφεύγεις συνειδητά ή ασυνείδητα, ψυχαναλυτικά και μη ως αναφορά και παρουσιάζει με τον εξίσου αδιευκρίνιστο τρόπο ένα κοινωνικό και πολιτικό συνονθύλευμα μιας αιμομικτικής ιστορικότητας των τελευταίων τριάντα χρόνων. Τα τριάντα αυτά χρόνια είναι η ηλικία μου και τα συναισθήματά μου, το μπλε και το κόκκινο, μια αδικαιολόγητη και αδιευκρίνιστη αιμομιξία και ο παραλογισμός αυτής της χώρας είναι ένα πουκάμισο καρό, μπλε, κόκκινο και μωβ. Και μάλλον δεν πρέπει να το αγοράσω.

Και είδα και το Γλάρο του Τσέχωφ. Θέλω να παίξω το Γλάρο γιατί είμαι ηθοποιός. Κάνω παιδικό θέατρο. Κάνω την ήρεμη χήνα. Θέλει να πετάξει με ένα κοπάδι αγριόχηνες. Κάνω αυτή την ανάρτηση γιατί ποτέ δεν πίστεψα στην πολιτική. Δεν κάνω αυτή την ανάρτηση γιατί αρέσκομαι στο ριάλιτι σόου. Κάνω αυτή την ανάρτηση γιατί αν δε μιλήσω, θα σκάσω. Κι ίσως για να καταφέρω να ξεράσω όλο το κόκκινο, το μπλε και το μωβ.

Thursday, December 02, 2010

Ανθοδέσμη


Έχω μια ανθοδέσμη αφημένη, παρατημένη σχεδόν
απ' την άνοιξη, εδώ και καιρό
στη γωνιά του ντουλαπιού της κουζίνας
πάνω πάνω
ανοίγω κλείνω ντουλάπια βράζω νερό
οι υδρατμοί ολοένα περισσότερο την αποξηραίνουν
την ξεχνώ μέσα σε τόσες
αναθυμιάσεις κι επεξεργασίες
πλένω πιάτα γυρισμένος την πλάτη
χωμένος στο νεροχύτη
ύστερα ξαφνικά θυμάμαι
πισώπλατα
έξω από το καθημερινό
δε χρειάζεται να βλέπω
θυμάμαι
γυρίζω νευρικά και φευγαλέα
συστρέφομαι και γίνομαι φιόγκος
την κοιτάζω
αποστρέφομαι ξεγίνομαι φιόγκος
τρίβω μαχαιροπήρουνα
πώς να ζωντανέψω τα χρώματα
αυτό το κουφάρι τι το κρατάω εδώ
τρίβω πιάτα χορεύω στα χέρια
δε μου αρέσουν τα πεθαμένα χόρτα
κι άφησα μέρες λεκέδες
να ρθει στιγμή εντελώς θυμωμένα στα σκουπίδια
να παραχώσω
δε θα δείξω έλεος κανένα δε θα λυπηθώ
τα λουλούδια να ρίξω στα σκουπίδια
τα λουλούδια να ανακατέψω με σκουπίδια
διόλου δε θα λυπηθώ
δε θα με νοιάξει που θ' ακούσω καν τρίξιμο ξερό
λυτρωμένος
να πετάξω και
καθόλου δε θα με πειράξει
αν σπάσουν σκελετωμένα στα δυό
κάποτε όταν γίνει αυτό όταν δε θα με νοιάζει
η αναφορά που έχω στις αναμνήσεις
πώς απέκτησα αυτό το μάτσο λουλούδια
πώς το μετέφερα ένα βράδυ εδώ
πώς το συντήρησα
πώς αποξηράνθηκε
πώς έζησε μαζί μου σκοτωμένο εδώ
πώς το κοιτούσα ακόμα κι όταν δεν κοίταζα
πόσο θυμόμουν ακόμα κι όταν δεν κοιτούσα

κόπηκα

Y.Γ. Η φώτο τραβήχτηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών