Καλύτερα να μη μιλάς. Καλύτερα να μη ρωτάς. Καλύτερα να μην απαντάς. Η αλληλεπίδραση με ανθρώπους οδηγεί σε μάχη αμφίρροπη ακόμα κι όταν η συνύπαρξη φαίνεται αναγκαία. Να κάθεσαι στην άκρη με απορίες για την ευτυχία και για τη δυστυχία και για το σαπούνι Ιμπέριαλ Λέδερ που κάνει τούμπες μέσα στη σαπουνοθήκη και το βλέπεις "πεντακάθαρα" αλλά εσύ να σωπαίνεις. Να κάθεσαι στο θρανίο και να μη σηκώνεις το χέρι. Να μην θαυμάζεις τον καθηγητή, ούτε να του επιτρέπεις να σε θαυμάζει, να μη δημιουργείς πρόβλημα, να σου βάζει μόνο προβλήματα και να λύνεις μόνο μέσα στο κεφάλι σου όλα τα μυστήρια, να περνάς μόνος σου όλα τα μαρτύρια, να γράφεις δικά σου σενάρια, να κάνεις αποκλειστικά και αεροστεγώς δικές σου λάθος ή σωστές εικασίες, λάθος ή σωστές πράξεις, να είσαι μονίμως στο δίλημμα να σηκωθώ στον πίνακα, να πανικοβάλεσαι γι' αυτό, να κλαις, να σφαδάζεις αλλά και να χασκογελάς και να κακαρίζεις και να χορεύεις τουίστ και να χορεύεις τρελά και να κατουριέσαι με γέλια ακράτητα μέσα σου και να ουρλιάζεις και να εκρήγνυσαι αλλά ποτέ να μη σηκώνεις το χέρι, να μη λες ποτέ τη γνώμη που θα σε βγάλει έξω ή θα σε σηκώσει να σταθείς τιμωρία με το ένα πόδι στον τοίχο. Να μη θαυμάζεις κανένα, να μην έχεις αγαπημένους ηθοποιούς, τους οποίους επιτέλους πρέπει να αποδεχτείς πως δε τους γνώρισες ποτέ όσο και αν εσύ νομίζεις ότι απέξω κι ανακατωτά τους ξέρεις, και να λες ότι δεν κράτησαν αποκλειστικά για σενα κανένα μυστικό επειδή τάχα μόνο εσύ τους αγάπησες πραγματικά γιατί κι αυτοί θα σε απογοήτευαν αν τους είχες τελικά γνωρίσει ενδεχομένως, ούτε αγαπημένα τραγούδια να έχεις ούτε να ακούς φωνές ακόμα και λίγο πριν την ώρα που θα πέσεις για ύπνο, ούτε να τρίβεις τα μάτια σου για να ξεστραβωθούν και να δούνε αστράκια. Να ακούς μόνο τα πιο ανόητα σαχλοτράγουδα όπως το από μακριά και αγαπημένοι για να ξεχάσεις ότι κάποια τραγούδια σε έκαναν να αγαπήσεις την Άννα Βίσση και βρες κάτι αντίστοιχο να αντιπαραβάλεις και στο ελεύθεροι πολιορκημένοι για να έχεις επιτέλους τον εθνικό ύμνο και ποιητή που σου πρέπει. Να αγαπάς εκδοχές που φαντάζεσαι και όχι παραδοχές που έχεις. Να αγαπάς όλες τις φρικαλέες ή μπορεί και ευχάριστες υποθέσεις που μπορεί να κάνεις και όχι τα ευχάριστα ή φρικαλέα δεδομένα που σου δίνονται ως συνθήκες ζωής στην πράξη. Σκέψου κάτι ευχάριστο για να κοιμηθείς, αν μόνο έτσι μπορείς να νικήσεις την αϋπνία. Αδιαφόρησε επιτέλους μια στιγμή για την ανάμνηση, για τον πρώτο πρώτο αξέχαστο εφιάλτη. Ξέχνα. Κάνε φανταστικές υποθέσεις και να είσαι παρατηρητής μέσα στην τάξη σου αυτή αλλά κυρίως άναψε το φως και ζήτα να δεις κατάματα πόση αταξία στο υπόλοιπο σπίτι. Μη χαρίζεις στον αδελφό σου, μη λες μέσα σου μαμά μου λείπει που μ' αγκάλιαζες πριν κάποια χρόνια - λέγε μόνο "όλοι οι άλλοι ευτυχώς χαθήκατε νωρίς". (Και πάψε κυρίως να νομίζεις ότι αυτά τα χρόνια ήταν ελάχιστα χρόνια πριν, έχουν περάσει τουλάχιστον 18 χρόνια από τότε και το δεκαοχτώ να το γράφεις με αριθμούς και αυτό κοίτα να το αποδεχτείς ότι θα είναι έτσι πλέον για πάντα - δέκα, είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια; πόσο να κρατήσει ακόμα αυτό το σαπούνι;) - κι αυτό που μόλις αντίκρυσες δεν είναι ερωτηματικό και παρένθεση αλλά χαμογελάκι μπουνιά που σου κλείσε το μάτι κι αυτό που ακολουθεί είναι τελεία. Να τρέμεις στην ιδέα να ξανασυναντήσεις κι αυτούς που χάθηκαν νωρίς και αυτούς που βρίσκονται ακόμα κάπου στην ίδια γη μαζί σου έστω κι αν πέθαινες - δηλαδή αν πήγαινες σε έναν κόσμο δεύτερης ευκαιρίας - για να τους αγκαλιάσεις ή να τους χαστουκίσεις. Να γεννιόσουνα σε έναν άλλο κόσμο, να σε απομόνωναν σε ένα ίδρυμα - σε ένα ανεπαισθήτως ασφυκτικό δωμάτιο - και να συναντιόμασταν κάθε τόσο στον προαυλισμό, στο διάλειμμα για να λέμε ξερά ένα γειά σου, κύριε ή ένα γειά σου, κυρία - μήπως είσαι άγγελος, δεν καταλαβαίνω σε ποιό φύλο ακριβώς ανήκεις - χωρίς να σε ξέρω ούτε να με ξέρεις χωρίς να γνωριζόμαστε για να δικαιώνονται τουλάχιστον οι ψυχολόγοι ότι μπορούν να κάνουν για την περίπτωσή μας κάτι. Ότι η αγάπη είναι καθωσπρέπει κι ότι είναι καλύτερα να ζούμε σε νεκροφάνεια. Κι εφόσον πηδάει ο γάϊδαρος ελπίζω σιγά σιγά να το βλέπεις ότι πηδάει και το ιμπέριαλ λέδερ.
Sunday, July 22, 2012
Καλύτερα
Καλύτερα να μη μιλάς. Καλύτερα να μη ρωτάς. Καλύτερα να μην απαντάς. Η αλληλεπίδραση με ανθρώπους οδηγεί σε μάχη αμφίρροπη ακόμα κι όταν η συνύπαρξη φαίνεται αναγκαία. Να κάθεσαι στην άκρη με απορίες για την ευτυχία και για τη δυστυχία και για το σαπούνι Ιμπέριαλ Λέδερ που κάνει τούμπες μέσα στη σαπουνοθήκη και το βλέπεις "πεντακάθαρα" αλλά εσύ να σωπαίνεις. Να κάθεσαι στο θρανίο και να μη σηκώνεις το χέρι. Να μην θαυμάζεις τον καθηγητή, ούτε να του επιτρέπεις να σε θαυμάζει, να μη δημιουργείς πρόβλημα, να σου βάζει μόνο προβλήματα και να λύνεις μόνο μέσα στο κεφάλι σου όλα τα μυστήρια, να περνάς μόνος σου όλα τα μαρτύρια, να γράφεις δικά σου σενάρια, να κάνεις αποκλειστικά και αεροστεγώς δικές σου λάθος ή σωστές εικασίες, λάθος ή σωστές πράξεις, να είσαι μονίμως στο δίλημμα να σηκωθώ στον πίνακα, να πανικοβάλεσαι γι' αυτό, να κλαις, να σφαδάζεις αλλά και να χασκογελάς και να κακαρίζεις και να χορεύεις τουίστ και να χορεύεις τρελά και να κατουριέσαι με γέλια ακράτητα μέσα σου και να ουρλιάζεις και να εκρήγνυσαι αλλά ποτέ να μη σηκώνεις το χέρι, να μη λες ποτέ τη γνώμη που θα σε βγάλει έξω ή θα σε σηκώσει να σταθείς τιμωρία με το ένα πόδι στον τοίχο. Να μη θαυμάζεις κανένα, να μην έχεις αγαπημένους ηθοποιούς, τους οποίους επιτέλους πρέπει να αποδεχτείς πως δε τους γνώρισες ποτέ όσο και αν εσύ νομίζεις ότι απέξω κι ανακατωτά τους ξέρεις, και να λες ότι δεν κράτησαν αποκλειστικά για σενα κανένα μυστικό επειδή τάχα μόνο εσύ τους αγάπησες πραγματικά γιατί κι αυτοί θα σε απογοήτευαν αν τους είχες τελικά γνωρίσει ενδεχομένως, ούτε αγαπημένα τραγούδια να έχεις ούτε να ακούς φωνές ακόμα και λίγο πριν την ώρα που θα πέσεις για ύπνο, ούτε να τρίβεις τα μάτια σου για να ξεστραβωθούν και να δούνε αστράκια. Να ακούς μόνο τα πιο ανόητα σαχλοτράγουδα όπως το από μακριά και αγαπημένοι για να ξεχάσεις ότι κάποια τραγούδια σε έκαναν να αγαπήσεις την Άννα Βίσση και βρες κάτι αντίστοιχο να αντιπαραβάλεις και στο ελεύθεροι πολιορκημένοι για να έχεις επιτέλους τον εθνικό ύμνο και ποιητή που σου πρέπει. Να αγαπάς εκδοχές που φαντάζεσαι και όχι παραδοχές που έχεις. Να αγαπάς όλες τις φρικαλέες ή μπορεί και ευχάριστες υποθέσεις που μπορεί να κάνεις και όχι τα ευχάριστα ή φρικαλέα δεδομένα που σου δίνονται ως συνθήκες ζωής στην πράξη. Σκέψου κάτι ευχάριστο για να κοιμηθείς, αν μόνο έτσι μπορείς να νικήσεις την αϋπνία. Αδιαφόρησε επιτέλους μια στιγμή για την ανάμνηση, για τον πρώτο πρώτο αξέχαστο εφιάλτη. Ξέχνα. Κάνε φανταστικές υποθέσεις και να είσαι παρατηρητής μέσα στην τάξη σου αυτή αλλά κυρίως άναψε το φως και ζήτα να δεις κατάματα πόση αταξία στο υπόλοιπο σπίτι. Μη χαρίζεις στον αδελφό σου, μη λες μέσα σου μαμά μου λείπει που μ' αγκάλιαζες πριν κάποια χρόνια - λέγε μόνο "όλοι οι άλλοι ευτυχώς χαθήκατε νωρίς". (Και πάψε κυρίως να νομίζεις ότι αυτά τα χρόνια ήταν ελάχιστα χρόνια πριν, έχουν περάσει τουλάχιστον 18 χρόνια από τότε και το δεκαοχτώ να το γράφεις με αριθμούς και αυτό κοίτα να το αποδεχτείς ότι θα είναι έτσι πλέον για πάντα - δέκα, είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια; πόσο να κρατήσει ακόμα αυτό το σαπούνι;) - κι αυτό που μόλις αντίκρυσες δεν είναι ερωτηματικό και παρένθεση αλλά χαμογελάκι μπουνιά που σου κλείσε το μάτι κι αυτό που ακολουθεί είναι τελεία. Να τρέμεις στην ιδέα να ξανασυναντήσεις κι αυτούς που χάθηκαν νωρίς και αυτούς που βρίσκονται ακόμα κάπου στην ίδια γη μαζί σου έστω κι αν πέθαινες - δηλαδή αν πήγαινες σε έναν κόσμο δεύτερης ευκαιρίας - για να τους αγκαλιάσεις ή να τους χαστουκίσεις. Να γεννιόσουνα σε έναν άλλο κόσμο, να σε απομόνωναν σε ένα ίδρυμα - σε ένα ανεπαισθήτως ασφυκτικό δωμάτιο - και να συναντιόμασταν κάθε τόσο στον προαυλισμό, στο διάλειμμα για να λέμε ξερά ένα γειά σου, κύριε ή ένα γειά σου, κυρία - μήπως είσαι άγγελος, δεν καταλαβαίνω σε ποιό φύλο ακριβώς ανήκεις - χωρίς να σε ξέρω ούτε να με ξέρεις χωρίς να γνωριζόμαστε για να δικαιώνονται τουλάχιστον οι ψυχολόγοι ότι μπορούν να κάνουν για την περίπτωσή μας κάτι. Ότι η αγάπη είναι καθωσπρέπει κι ότι είναι καλύτερα να ζούμε σε νεκροφάνεια. Κι εφόσον πηδάει ο γάϊδαρος ελπίζω σιγά σιγά να το βλέπεις ότι πηδάει και το ιμπέριαλ λέδερ.
Wednesday, July 18, 2012
Ενύπνιο
(το πρώτο σώμα κοιμήθηκε)
Κάποτε ένας δάσκαλος με ρώτησε γιατί γράφοντας
σημαδεύω με τόσο πείσμα τα χαρτιά μου
Δεν είμαι δω. Όχι, μια καρέκλα υπάρχει και πάνω της εγώ
στημένος μπροστά στο άσπρο χαρτί με μηχανικό μολύβι στο χέρι κάθε τόσο σπάω τη
μύτη πατάω τικ για να τσεκάρω την αδυναμία τικ ενός τίποτα είμαι ντυμένος στα
λευκά ονειρεύομαι αλλά τα όνειρα δεν έχουνε χρώμα, βαρύτητα και καμία σημασία
γιατί, όταν γίνονται, άντε το πολύ - πολύ ασπρόμαυρα σημάδια να είναι σ’ αυτή τη
σελίδα.
Saturday, July 14, 2012
Άστοχο
Τα σώματα ακόμα και μέσα στον έρωτα είναι υπεύθυνα για τη φθορά
τα σώματα είν εξανθήματα φωτός και χάνονται μέσα στα φώτα
υπάρχουν αποδεικτικά για την ανυπαρξία τους
- όχι δε μιλώ για σκιές, φαντάσματα, υπερκόσμιες του σύμπαντος δυνάμεις -
το χρώμα της συνουσίας
υπάρχει σταλιά σταλιά στο τέλος
ένα ελάχιστο λευκό διάστημα, αμετάθετο
άσπρο κι αυτό, γαλατένιο
το λευκό δεν είναι βέβαια χρώμα
όμως η αναμονή είναι μέγιστη απόσταση
απ' την αρχή ως το τέλος
απ' την αρχή ως το μέλος
πού να σου παίξω λοιπόν τη μελωδία;
οριστικές αποφάσεις, τελεσίδικες
γραμμική πορεία ευθυτενότητας
πεδίο εκτόξευσης
απορία ξέφρενης ευθύνης
ως της ψυχής και της καρδιάς το γαλαξία.
Θα καταντούσα άσπορος άσπρος άπορος
το ήξερα θα καταντούσα να ζω γραφικός.
Έτσι, εξπρεσιονιστικά προσπαθώντας
να περιγράφω
να χύνω σπάταλα
να διαγράφω τόσο εγκεφαλικά
το γράφημα, τις αιχμές, την καμπύλη τούτης της συνουσίας,
εξαχνώθηκα.
Wednesday, June 27, 2012
Τουλάχιστον
Ούτε ποτέ κατάλαβα σπρωγμένος από τι μιλάω. Και τότε βγήκα στο μπαλκόνι και διεκδίκησα τη θέση μου στον ουρανό. Πάντα από τη θέση του κατώτερου που σέβεται της φύσης την αποτυχία αλλά προσπαθεί να πλάσει ιστορίες από τα σύννεφα που θα διαλυθούν στο γαλάζιο, πάντα από τη θέση ενός νεκρού που δε διεκδικεί στιγμιαία τη θέση στον αιώνιο παράδεισο. Την ξέρω την πτώση, τη νίκησα τόσες φορές και με κατάφερε άλλες τόσες. Ξέρω τα σκιρτήματα. Δε θέλω να φτάσω εκεί που δε μπορώ, να φτάσω θέλω μόνο να βλέπω εκείνο που διεκδικώ. Όχι για να απαλλαγώ από τη χαμέρπεια, όχι για να βρω ένα καινούργιο ψευδεπίγραφο όραμα, αλλά για να προτάσσομαι με σθένος στην ανυπαρξία. Να συλλαβίζω ακαθόριστα σχήματα σε χώρους εξοπλισμένους μόνο με αδιαπραγμάτευτα και στοιχειώδη, να επιβεβαιώνω ένα συναίσθημα που ξεπηδάει αγνώριστο ή αδύνατο να το περιγράψεις σε σχέση με όλα τα προηγούμενα. Ποτέ δεν τα καταφέρνω. Νικάει η βιομηχανική βαρύτητα του σώματος και της ψυχής μου. Το ένιωσα αυτό πριν στην άκρη στο μπαλκόνι. Θέλω πάλι να το νιώσω, να χάσω τη γοητεία μέσα στο κενό, να ξεχάσω την αποκάλυψη, να γίνω πάλι ελάχιστος.
Friday, June 08, 2012
Μικρές εικόνες ΧΙV - Η Γοργόνα
Άφηνε το νερό να τρέχει
να ξεχειλίζει το νερό
στα πλακάκια
ύστερα ξάπλωνε αυτή
να κολυμπήσει
έξω απ' το νερό
σα ψάρι.
Sunday, May 13, 2012
Γένοιτο
(μια ευκτική του ρήματος γίνομαι)
Να γράψω κάτι, πώς να σκεφτώ
εδώ που σταμάτησα
ν' απεικονίσω μια λέξη,
αν μπορώ,
χωρίς λόγια
να πω τη δική σου ανάμνηση
που φυλάω από τα γεννοφάσκια μου κρυμμένη,
εγώ της κοιλίας σου καρπός από πάντα
όπως ξετσούμισα στη ζωή, ρε γαμώτο,
έτσι, γαμώτο
γιατί ξετσούμισα έτσι
και γιατί με ξετσούμισες στο κάτω - κάτω
της γραφής μου
έτσι κι εσύ
σου χω πάρει όλα τα κουσούρια
και είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε μόνοι
μια ζωή
για πάντα,
αυτή η αιώνια,
η όσο διαρκεί ο βίος τελοσπάντων απόπειρα
να ξεστομίσω ό,τι θέλω να δω και δε φτάνει μια
ολόκληρη ζωή
και ένας ολόκληρος καλοκαιρινός ήλιος δε φτάνει
και το πάντα θα είναι πάντα τόσο λίγο
μια γενοκτονία θα είναι το πάντα
για πάντα
χωρίς διακοπή,
μια τόσο γενναία συνάντηση που δε γίνεται θα είναι πάντα
πια ποτέ,
κι εγώ μιλάω τώρα εξ ονόματος δεν ξέρω τίνος ακριβώς
πάντως διακατεχόμενος νιώθω από κάτι παραπάνω από
μένα,
σάρκα που δε μου ανήκει
και με προσπερνά
και με διαπερνά ξίφος
και τομή καισαρική με τρέχει
μα λόγος ανησυχίας δε συντρέχει είπαν οι γιατροί
- το μόνο που μου ανήκει είναι αυτός
ο μόνιμος παροξυσμός με τα ρήματα,
αυτές οι ψευτιές για μουτσούνες κάθε βράδυ
κάθε βράδυ εκεί γύρω κοντά στη μία
που βλέπεις πως με κοροϊδεύουν
εσύ με πιστεύεις, δεν γίνεται εσύ όλους αυτούς που βλέπω να μη τους
βλέπεις,
εσύ με πιστεύεις, θα τα καταφέρω αύριο έστω να τους ξεφύγω, να ζωντανέψω;
δε θα τα καταφέρω να κάνω πράξη κάτι τουλάχιστον,
επιτέλους το παραμικρό;
γιατί σε όλα τα έργα μου απέτυχα και είμαι σαν κι εσένα φτωχός
και είμαι άστεγος και πένης
και πόσο ακόμα να με φροντίζεις
μα θα έχω ανάγκη από την αιώνια δική σου αγκαλιά
κι εκείνο μονάχα θα είναι θησαυρός
γιατί ακούω στα αυτιά μου συνέχεια «είναι άνθρακας ο θησαυρός,
να προσέχεις»
μα άμα τον βρω θα στον χαρίσω για να πάρω κι εγώ ένα
δικό μου μαύρο κομμάτι
από το άλλο, το σπάνιο, το αντίθετο από τη συνήθεια,
το μοναδικό που ποτέ πια δεν γίνεται να παραδοθεί,
μια πράξη που αντιστέκεται
και πάνω στους χτύπους της δικιάς σου μόνο καρδιάς
φαίνεται τελικά ν’ αντέχει,
ρε παιδάκι μου, ρε μάνα,
ένα πουλάκι νεοσσός αν αντισταθεί για όσο
και μετά δε με
νοιάζει, ας πετάξει
το ρήμα που ακόμα ψάχνω και δε μπορώ να το βρω
κι ας μιλάω ελληνικά τόσα χρόνια,
ας πάει και το παλιάμπελο,
ας πάει να γαμηθεί,
ας σβήσω από την μνήμη όλων των ανθρώπων που πόνεσαν
γιατί τόλμησαν,
εγώ απόκληρος
ο άσωτος σου υιός
γιατί δεν γίνεται και δεν μπορώ να είμαι και
συνέχεια
το περιεχόμενο και ο μαιευτήρας της σακούλας αλήθεια
εδώ που τα λέμε
για να κάνω πάντα κουράγιο
και με το δισάκι στον ώμο
για το δρόμο για το δρόμο
να νικάω τα νέα όρια
και όλα τα ψεύδη
κι όλα τα σπερματοζωάρια
και τους στρατιώτες όλους
και όλους τους αφελείς
κι όλους τους ταξιτζήδες
κι όλους τους οδηγούς λεωφορείων
κι όλους τους τροχονόμους που παρέκαμψε το
αυτοκίνητο εκείνη την ώρα
και που παρακάμπτει το αυτοκίνητο πάντα,
κάθε φορά που έρχομαι κάθε φορά που επιστρέφω
τότε που σε πήγαινε εκείνη τη συγκεκριμένη ώρα
στη μαιευτική κλινική Λητώ
και ερχόμουν εδώ
επιτέλους ήρεμο μέσα στην αγκαλιά σου μωρό
για να μαι κουβάλημα για να μην είμαι κουβαλητής
για να μην έχω άλλα μπαγκάζια στο χέρι
πέρα από εκείνα τα λίγα που με ξεφούρνισες γυμνό
μέσα σε τόσο κόσμο
μέσα σε αυτή την πόλη
και να μην είμαι ούτε και τίποτα άλλο τελικά παρά ο
πρώτος εκείνος σπαραγμός
από το κλάμα που επιβεβαίωσε ότι είμαι δικό σου παιδί
και παντελώς υγιές κατά τα άλλα.
Άντε, χτύπα με άλλη μια στην πλάτη να ξεροβήξω να προχωράμε.
Εγένετο.
Tuesday, April 17, 2012
Περί ταυτότητας κι ένα ημερολόγιο της Μ. Εβδομάδας που πέρασε
Η ταυτότητα είναι πάντα κάτι
λιγότερο από αυτό που περιγράφει. Ένα χάρτινο minimum προσδιορισμών ως αδιάσειστο,
πλαστικοποιημένο τεκμήριο διαβίωσης.
Την εφοδιαζόμαστε όσο είμαστε
ακόμα μικροί φυσικά, στην κρίσιμη ωστόσο χρονική της ζωής μας καμπή, όπου δεν
μπορούμε ακόμα με βεβαιότητα να ξεκαθαρίσουμε τα βασικά μας χαρακτηριστικά ωστέ
να τα κρατήσουμε ατσαλάκωτα στο διηνεκές
μιας ενηλικίωσης χαρισάμενης - παραμένει ωστόσο ασαφές πότε παραδείγματος χάριν θα πάρουμε το
ακριβές ύψος μας· για να μη μιλήσω για την φευγαλέα αστοχία της ατομικής
φωτογραφίας.
Αυτό σημαίνει μια επιπολαιότητα
στη συναλλαγή εσωτερικού κι εξωτερικού σύμπαντος κόσμου, μια ασυμβατότητα στην
πρώτη κιόλας συνεκτική κοινωνική του δομή, ένα υπό διαμόρφωση διαρκή υλικό -
ίσως παραγόμενο κι από την ύλη όλων εκείνων των ονείρων που αποσιωπούμε - που
μόνο στα πίσω πίσω της ύπαρξης μπορεί να αξιολογηθεί.
Επομένως, μάλλον αυτό το
διπλότυπο ύπαρξης και ανυπαρξίας απομένει μοναδικό αποδεικτικό ατομικής
ετερότητας, όταν πια η ταυτότητα άλλο δε φαίνεται να είναι από το περίγραμμα
μόνο ενός ακόμα σώματος που μένει χαραγμένο στα πατώματα ύστερα από το εκάστοτε
κατά corpus christi έγκλημα της αθανασίας.
Ας ξεκινήσουμε κάπως έτσι. Ακολουθεί το
ημερολόγιο μιας Μεγάλης Εβδομάδας στα 2012 - δεν καλώ κανέναν να το πιστέψει.
7 Απριλίου 2012, Σάββατο του
Λαζάρου
Λάζαρος: αυτοάνοσος αγαπημένος
φίλος του Χριστού. Η προσπάθεια προηγείται της προσπάθειας. Ένα τετράγωνο στις
δυνάμεις των Αρρυθμών. Τούτο το Σάββατο είναι ένα χωνί μέσα σε ένα άλλο χωνί.
Ποιος χωνεύει όμως περισσότερο ποιόν; Αναζητήσατε απαντήσεις στην Αλχημεία.
Θάνατε, μην επαίρεσαι. Με αυτό
που προστάζεις συμβιβάζομαι. Το «δεύρο έξω» προσμετράω για ανταπόδοση και
ξαναγυρνάω σε ένα σπίτι που δεν έχει πόρτα. Καθένας έχει τον δρόμο του να αναπλάθει
την ιστορία. Άνοιξα λοιπόν κι εγώ το βήμα μου με μεγάλες προσδοκίες, στάθηκα
μπροστά στην ξεχαρβαλωμένη αυλόπορτα «Χαμένος Παράδεισος», την είδα ωραία πύλη και μπήκα· ξεναγήθηκα
στην ίδια ιστορία: Ένθεη μανία για
επιστροφή σε αυτό απ´ το οποίο με λύσσα προσπαθείς να ξεφύγεις. Κι όσο θυμάμαι
την ατάκα «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία·»
αδιαλείπτως προσεύχομαι για το θαυματουργό άπειρο που μου αναλογεί να εισπνέω.
8 Απριλίου 2012, Κυριακή των
Βαΐων
Τις Κυριακές των Βαΐων τα θέατρα
κατεβάζουν την ψευδή πορφύρα τους. Το δράμα συνεχίζεται μέσα στην ενορία. Ο
ευλογημένος ερχόμενος ρίχνει πάνω του τώρα ένα πρόχειρο ένδυμα, ντύνεται την
κατηγορία «δια χριστόν σαλός» κι
απομονώνεται στο κέντρο της σκηνής ως βασιλιάς τρελών ή κακούργων. Τρώμε ψάρι,
γι’ αυτό και τηρούμε τιμής ένεκεν στο πάθος κάθε αποδιοπομπαίου σιγανό
τερέτισμα ισχύος: «λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, φωτοδότα, και σώσον με».
9 Απριλιου 2012, Μεγάλη Δευτέρα
Ο Χριστός στη μαχαίρα. Στην
εικόνα του αιχμάλωτου τρεμοπαίζουν ίδιοι με φλόγες κεριού νικητές και χαμένοι.
Προαιώνιο, άσβεστο εμφύλιο δράμα της εξουσίας. Κάθε μερα που περνά διεξάγεται
κι ένας ακόμη παγκόσμιος πόλεμος. Ανομολόγητα, απροσκύνητα, ακήρυχτα πολεμάμε
ένας για όλους και όλοι κατά ενός, αδελφικά.
10 Απριλίου 2012, Μεγάλη Τρίτη
Ο Χριστός εκρύφτη. Κάθε πίστη
κρύβει λίγη αγάπη σε μια ιστορία που δεν έχει εκπληρωθεί: ...δε θα σε σκοτώσω μπρος στα μάτια σου, υπακούω σε
κανόνες αρχαίας τραγωδίας, σε κανόνες άγνοιας και πάθους υπακούω· ένας ναός με είδωλα ο έρωτας αν σε σταυρώσω εκεί δε
θα' ναι για να σε δω να πεθαίνεις, όχι, θα' ναι για τη στιγμή που σε
αποκαθηλώνω, θα έχεις μάθει τότε τους ίδιους κανόνες, θα θες να αναστηθείς μα
δεν θα μπορείς μπρος στα δικά μου μάτια·
επέλεξες στον έρωτα να είσαι Χριστιανός, εντάξει μα εγώ τα είδωλα λατρεύω και
το τώρα φρόντισε, νεωκόρε, να μη το μετανιώσω, τότε μονάχα μύρο τα πόδια σου θα
αλείφω, βλέπεις, το χρέος μου το ξέρω να τα τελειώνω όλα εδώ και όχι άλλου
οίκου θεού δραπέτης, αλλά θα με συγχωρείς ή θα σταυρώνεσαι σε άλλο σταυρό
δεσμώτης; το δικό μου αμάρτημα άφησες εκκρεμές για τη δευτέρα θανή σου· δεν σήκωσες όλο το βάρος του κόσμου καθώς λες γιατί
εμένα δε με αγάπησες ακόμη.
11
Απριλίου 2012, Μεγάλη Τετάρτη
O Χριστός εχάθη. Το βράδυ
γύρισα μόνος στο σπίτι μου. Ο γάτος περίμενε νυσταγμένος στη γωνία. Χάϊδευα και
θυμήθηκα πάλι τα χρόνια εκείνα στο γουστόζικο σαλονάκι της γιαγιάς όπου κάναμε
συχνά πυκνά το ευχέλαιο μη μας πάρει που λένε η κάτω βόλτα. Γονατίζαμε όλοι
κάτω από το καλυμαύχι του παπά κι ήταν ευλογημένη και κατανυκτική η αμηχανία να
κοιτάζουμε και να καταπίνουμε πνιχτά το γέλιο μας καθένας μέσα στου άλλου τα
μάτια.
12
Απριλίου 2012, Μεγάλη Πέμπτη
Ο
Χριστός ευρέθη. Μια μέρα ο Χριστός βρέθηκε σε ένα δωμάτιο με τουλάχιστον δώδεκα
καθρέπτες κι έπρεπε να απαρνηθεί όλες τις προδοσίες του για να δικαιώσει μια
μοναδική αυταπάτη. Μυστικός ο δείπνος αυτός, αν και γενέθλιος ημέρα της Θείας
Κοινωνίας: εορτάζουμε τον απόηχο από χίλια τόσα κομμάτια ενός που σπάει. Λάβετε
φάγετε, λοιπόν, πίετε εξ αυτών πάντες.
Δεν
ξέρω αν έχουν δίκιο τα ευαγγέλια, πάντως τα παρουσιάζουν όλα στη συντέλεια: ο
κήπος των Ελαιών, η προδοσία, το ψεύτικο φιλί, το κομμένο αυτί, το ποτήρι που
άδειασε ως της ψυχής τον πάτο, ο Πιλάτος, τα πλυμμένα χέρια, τα σταυρωθήτω, το
αίμα πάνω στα παιδιά μας και στων παιδιών μας τα παιδιά, ο κόκκορας, ο
αδιάβατος κρανίου τόπος, οι σταυροί, τα καρφιά, ο ευαίσθητος και ο άπληστος
ληστής, ο κλαμμένος και ο κρεμασμένος μαθητής, το διψώ, το ξίδι και η χολή, η
λόγχη, η εγκατάλειψη, ο σεισμός καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ
ναοῦ που ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω, όλα
στημένα στην εντέλεια της ίδιας μηχανής από την εποχή της Αντιγόνης. Αγαπητοί
αμετανόητοι εν Χριστώ αδελφοί, φοβάμαι ότι ούτε το «Ιησούν ή Βαραβάν» ήτανε
δίλημμα ποτέ. Σε κάθε επανάσταση όταν όλοι την κρίσιμη στιγμή γινόμαστε ένα και
το αυτό πρόσωπο, σημαίνει ώρα ενάτη.
13 Απριλίου 2012, Μεγάλη
Παρασκευή
Ο Χριστός στο καρφί. Μια
μέρα που θαμπώνει τις αισθήσεις. Απορώ με το χρόνο: η επαύριον μπορεί να είναι
και ημέρα αναστάσιμος, μέσα από όγκους
ανθέων στενάζει όμως πάντα μια υποψία αναπαύσεως και νίκης κατά κράτος του
εχθρού· ε, λοιπόν κάτι τέτοιες
ώρες σκέφτομαι τους προδότες και τα φιλιά όσων αγάπησα· ανασαίνω· πάνω
στα μάγουλά μου μετριέται σε αργύρια η χασούρα· καλέστε
την αγχόνη όπως εισέλθει πρώτη εις την βασιλείαν του σταυρού.
Κι ύστερα μπλέχτηκα πάλι
μέσα στην κίνηση και τον κόσμο. Γενεαί άπασαι της συναφείας. Σκέφτομαι ότι
ακόμα και οι λιτανείες είναι μια καλή λούπα για να μετράς την άπωση και την
έλξη, την ανάγκη να απομακρύνεσαι ή να πηγαίνεις μαζί. Μα είναι ωραίο να μένεις
και λίγο μόνος τούτες τις μέρες. Ύστερα
πια δε σκέφτομαι, αρχίζω να απομακρύνομαι μέσα σε έναν υπόκωφο δρόμο που έχει
αδειάσει εντελώς. Πίσω μου, στην κεντρική πλατεία της πόλης, συνεχίζεται ακόμα
η περιφορά του επιταφίου. Ένα αεράκι
τρέμει κι εκείνο βουβό, κάνει ή δεν κάνει κρύο δεν ξερω, έτσι χωρίζονται οι
ενοχές; - συγγνώμη εποχές ήθελα να πω… Ο απόηχος από τις φιλαρμονικές προδίνει
την ζωή εν τάφω. Εγώ κοιτάω ένα δέντρο του Απρίλη, πώς σκάει στον κορμό. Επιβεβαιώστε
το, προς το παρόν απουσιαζει, αν σας ρωτησουν. Αν όχι, κρατήστε την καρδιά του
ζεστή απαλά στα λυσσασμένα δόντια σας. Μέχρι αύριο.
14 Απριλίου 2012, Μεγάλο
Σάββατο
Πρώτη Ανάσταση. Το σώμα
μόνο κοιμόταν γιατί με ξύπνησαν από το φωταγωγό ανεβαίνοντας των παιδιών οι
φωνές. Ο θάνατος συνηθίζεται· είναι μια καθημερινότητα
η αίσθηση της μετάβασης καθώς βγαίνει και μπαίνει από τον ύπνο στον ξύπνιο το
σώμα· ένα παιδικό παιχνίδι, μάλλον κρυφτό: Πώς
ξετυλίγεται και ξεσηκώνεται αντίστροφη από την αφθαρσία η φθορά; Πώς απομένει
ανείπωτο το σκοτάδι μέσα στα ανέσπερα φώτα;
Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας
τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
http://3x4-passportguramchachanidze.blogspot.com/2012/04/blog-post_6556.html
Friday, April 13, 2012
Αποκαθήλωση
Κάρλες: Ωραία, θα σου πω άλλο παραμύθι... Μια μέρα που ο Χριστός ήταν αφηρημένος - ξέρεις ποιός είναι ο Χριστός, ε; -, μια μέρα λοιπόν που ο Χριστός ήταν αφηρημένος, πάει ενα παιδί, παίρνει μια σκάλα, ανεβαίνει στο σταυρό και του βγάζει τα καρφιά απ' τα χέρια. Τότε ο Χριστός πέφτει με τα μούτρα στο έδαφος, έτσι, πλαφ, και το κεφάλι του σκάει σαν καρπούζι. Ο πιτσιρικάς στέκεται και τον κοιτάζει τρομαγμένος. Ο Χριστός βλέπει το τρομαγμένο πρόσωπο του πιτσιρικά, το κοιτάζει, οσο μπορεί τελοσπάντων, γιατί τα μάτια του είναι γεμάτα αίματα και δεν μπορεί να δει καλά, έχει σπάσει τη μύτη του και τέσσερα δόντια, αυτή τη φορά ούτε η μάνα του δεν τον αναγνωρίζει. "Γιατί το έκανες αυτό;" ρωτάει ο Χριστός με μια ψιλή φωνούλα. Κι ο μικρός απαντάει: "Λυπόμουνα πολύ, Κύριε, λυπόμουν πολύ που σας έβλεπα μ' αυτά τα καρφιά". Και τότε ο Χριστός τον κοιτάει και του λέει: "Να μην βοηθάς κανέναν αν δεν στο ζητήσει, τέκνον μου."
Από το θεατρικό έργο του Carles Battle, Oblidar Barcelona,
μετάφραση Ομάδα Els de Paros.
Wednesday, April 11, 2012
Sunday, February 26, 2012
Αστραπιαία
Αν εξαϋλωνόμασταν θα αποκτούσαν νόημα τελικά όλες οι Αποκριές, θα γίνονταν Απονηριές, θα γίνονταν Απονεκριές, θα γίνονταν Απονεριές, όπου μες από τον ισθμό τους τελικά θα σαλπάραμε εξαπτέρυγοι, πολυόμματοι, μετάρσιοι και πτερωτοί κατά το νερό εκείνο μιας ολοκαίνουργιας θάλασσας και θα είχαμε με αυτό τον τρόπο από το στριμωγμένο, το σφηνωμένο κρέας όλης της ταλαίπωρης, της σφαγμένης ύλης μας μακριά και δεδικαιωμένα ταξιδέψει. Αλλά πόσο μακριά θα ήταν εύκολο να κρατηθούμε ζωντανοί μέσα στο στιγμιότυπο ετούτο μιας ακόμα καλής, μιας κοφτερής λεπιδιάς που απομακρύνεται πια από τη σάρκα της ύλης όπου χώνεται καλά καλά όσο ζούμε, συνέχεια, κι όσο μόνο το ίδιο το σώμα παραμένει απόδειξη της αδιαίρετης και ομοουσίου τριάδος που λέγεται πνεύμα και σώμα και ύλη;
Κάθησα και σκέφτομαι και γράφω τώρα ότι δεν είναι εύκολο να διαχειρίζεσαι ανά πάσα στιγμή τον πλούν ετούτο μέσα από ένα ρυάκι θάνατου που οι περισσότεροι λογίζουμε βούρκο, πολλώ δε μάλλον πόσο δύσκολο είναι να επιχειρείς ανά πάσα στιμή έναν πλούν αεροστάτου που παραμένει πάντα μόχθος πολυπόθητος και διακαής όσο πλησιάζει διαρκώς ανακυκλούμενη η ελπίδα για τη συνθήκη μιας επιτέλους ανυπερθέτως Καθαροδευτέρας. Αναρωτιέμαι παράλληλα φυσικά τι τα θέλω και τα ψάχνω τώρα όλα τούτα πάλι τα υπερφυσικά, ιδίως τέτοιες ώρες ξεφάντωσης που φαίνεται ή τελοσπάντων μπορείς να απολαύσεις και να ξεγελιέσαι, δικαιολογημένος που αφέθηκες σε μια βόλτα εις της αυταπάτης τους κήπους, όσο ακόμα μπορείς να στέκεσαι αιθεροβάμων ταξιδευτής πάνω σε ετούτο το ρυάκι παρόν, φρενήρης της ζωής μασκοφόρος νικητής ταυρομάχος.
[...μνηστὴρ
γὰρ ἦν μοι ποταμός, Ἀχελῷον λέγω,
ὅς μ᾽ ἐν τρισὶν μορφαῖσιν ἐξῄτει πατρός,
φοιτῶν ἐναργὴς ταῦρος, ἄλλοτ᾽ αἰόλος
ὅς μ᾽ ἐν τρισὶν μορφαῖσιν ἐξῄτει πατρός,
φοιτῶν ἐναργὴς ταῦρος, ἄλλοτ᾽ αἰόλος
δράκων
ἑλικτός, ἄλλοτ᾽ ἀνδρείῳ κύτει
βούπρῳρος·
ἐκ δὲ δασκίου γενειάδος
κρουνοὶ
διερραίνοντο κρηναίου ποτοῦ.
τοιόνδ᾽
ἐγὼ μνηστῆρα προσδεδεγμένη
δύστηνος
αἰεὶ κατθανεῖν ἐπηυχόμην,
πρὶν
τῆσδε κοίτης ἐμπελασθῆναί ποτε.
χρόνῳ
δ᾽ ἐν ὑστέρῳ μέν, ἀσμένῃ δέ μοι,
ὁ
κλεινὸς ἦλθε Ζηνὸς Ἀλκμήνης τε παῖς·
ὃς
εἰς ἀγῶνα τῷδε συμπεσὼν μάχης
ἐκλύεταί
με· καὶ τρόπον μὲν ἂν πόνων
οὐκ
ἂν διείποιμ᾽· οὐ γὰρ οἶδ᾽· ἀλλ᾽ ὅστις ἦν
θακῶν
ἀταρβὴς τῆς θέας, ὅδ᾽ ἂν λέγοι·
ἐγὼ
γὰρ ἥμην ἐκπεπληγμένη φόβῳ
μή
μοι τὸ κάλλος ἄλγος ἐξεύροι ποτέ.
τέλος
δ᾽ ἔθηκε Ζεὺς ἀγώνιος καλῶς,
εἰ
δὴ καλῶς. λέχος γὰρ Ἡρακλεῖ κριτὸν
ξυστᾶσ᾽
ἀεί τιν᾽ ἐκ φόβου φόβον τρέφω,
κείνου
προκηραίνουσα· νὺξ γὰρ εἰσάγει
καὶ νὺξ ἀπωθεῖ διαδεδεγμένη
πόνον.]...
Διηάνειρα, Σοφοκλής Τραχίνιες, στίχοι 9 - 30.
Η Δευτέρα καθαρά περιμένει να επιβεβαιώσει την πανανθρώπινη λαχτάρα για ένα ακόμα νέο πάλης ξεκίνημα, για ένα νέο άλλη μια φορά ορθόδοξο επιβίωσης αγώνα και προσφέρει παχηλό βέβαια προς ώρας τον πηχιαίο τίτλο μιας νέας αποτοξίνωσης που όλη την απόπειρα θα δικαιώσει - ω, κερασφόρε ορμή του ανθρώπου για ξεκινήματα! (Χαμογελώ όσο σκέφτομαι ότι στην Κρήτη του Λαβύρινθου για το μωρό παιδί που τεντώνεται για να ξυπνήσει χρησιμοποιούν τη λέξη αποταυρίζεται.)
Συμφωνει όμως επιπλέον επί της αρχής ως καθαρά τούτη η Δευτέρα και με τον άνα πάσα στιγμή ευθύβολο κίνδυνο για ένα ακόμα ξεσκαρτάρισμα, για ένα ξεκαθάρισμα που δεν ξέρω σε ποιό γύρο και με ποιό πέρασμα φονικής μουλέτα μπορεί να λογαριαστεί, ώστε να αναμετρηθεί εύστοχα και ανεξίτηλα να σε σημαδέψει.
Και μια σημαδεμένη Δευτέρα Καθαρά είναι μια συννεφιασμένη Κυριακή. Και μια συννεφιασμένη Κυριακή της Αποκριάς είναι μια Καθαρά Δευτέρα που μπορεί να φορτίζεται για να ηλεκτριστεί. Και πότε θα απαλλαγούμε από το κυρίαρχο συναίσθημα της Κυριακής, ότι κάτι τελειώνει περισσότερο παρά ότι κάτι αρχίζει; Και πότε θα απαλλαγούμε από τον κίνδυνο της συννεφιασμένης καθαράς Δευτέρας, την ηλεκτροπληξία που μπορεί να προκληθεί σε οποιονδήποτε αεροστατεί προς αποτοξίνωση από έναν στιγμιαίο κεραυνό εν αιθρία;
Φέτος δεν αγόρασα αετό. Πέτυχα έναν που είχε σχήμα και όγκο καραβιού στα Χανιά. Δεν ξόδεψα, δεν αγόρασα. Έκανα όμως έναν ολόκληρο συνειρμό για ένα ακόμα κλυδωνιζόμενο τρελοβάπορο και είπα τώρα που βρήκα καιρό αστραπιαίο να τον πετάξω.
ἀσυννέτημμι τὼν ἀνέμων στάσιν·
καὶ λάκιδες μέγαλαι κὰτ αὖτο·
ἀσυννέτημμι τὼν ἀνέμων στάσιν·
τὸ μὲν γὰρ ἔνθεν κῦμα κυλίνδεται͵
τὸ δ΄ ἔνθεν͵ ἄμμες δ΄ ὂν τὸ μέσσον
νᾶϊ φορήμμεθα σὺν μελαίναι
χείμωνι μόχθεντες μεγάλωι μάλα·
πὲρ μὲν γὰρ ἄντλος ἰστοπέδαν ἔχει͵
λαῖφος δὲ πὰν ζάδηλον ἤδη͵
καὶ λάκιδες μέγαλαι κὰτ αὖτο·
χόλαισι δ΄ ἄγκυρραι, τὰ δ' ὀήϊα
[ ]
[ ]
τοι πόδες ἀμφότεροι μένοισιν
ἐν βιμβλίδεσσι· τοῦτό με καὶ σ[άοι
μόνον· τὰ δ΄ ἄχματ΄ ἐκπεπ[.]άχμενα
..]μεν φόρηντ΄ ἔπερθα, τὼν[…]
]ενοισ[
Αλκαίος 19 ἀσυννέτημμι … (30D, 148P)
Για να μην ξεχνάμε και ότι κάθε καράβι από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν μια συνυποδήλωση πολιτείας. Όπως και μια συνυποδούλωση επίσης.
Monday, February 20, 2012
Μια Κοκα Κολα Ζιροου
Έρχεται ο χρόνος, αυτό είναι η πραγματικότητα, κι όχι ότι στεκόμαστε ανυπεράσπιστοι μέσα στο χρόνο. Αλλά στέκομαι ανυπεράσπιστος μέσα στο χρόνο και δεν είναι λίγες οι φορές που μοιράστηκα με εμένα αυτό το αποκλειστικό, το κλειστοφοβικό συναίσθημα όπως στεκόμουν αντιμέτωπος και περίκλειστος από παντού σε ένα τεράστιο δωμάτιο υψωμένο, μονωμένο και στεγανοποιημένο για να διαχειριστώ θορυβώδη, υγρά συναισθήματα για το χρόνο που πέρασε κι ερχόταν, μεγάλες σταγόνες που πλημμύριζαν και δεν ξέπλεναν τίποτα κάνοντας πάταγο.
Σε αυτό το ενυδρείο είχα στάδια παραζάλης από ιδρωμένες στιγμές και κατά μέτωπον, κατά κούτελον σχεδόν επιθέσεις και παρωδικά νοκ άουτ με έκαναν να ξεχαστώ αναίσθητος όπως έπεφτα χρυσόψαρο στο βυθό κι ύστερα πάλι σηκωνόμουν και το μόνο που επιζητούσα ήταν να τσαλαβουτώ σε αυτή την παρωδία χρόνου ακόμη μια φορά, την τράπεζα, την πίστωση, να θέλω ένα τελευταίο δάνειο χρόνου, που δε γένναγε και δεν έφερνε στην κόψη τον καρπό, άτοκος, μια παρωδία τρόμου που ερχόταν και πέρναγε, κι άφηνε πίσω την αίσθηση άχρηστου που σημαίνει κι αλλο χρονο, παρελθόν άχρονο, μέλλον άχρωμο μα δεν υπάρχει ποτέ χρόνος, έρχεται και φεύγει ο χρόνος χωρίς να υπάρχει επί της ουσίας επένδυση: "ο καιρός".
Ένα κουτί κοκα κόλα είναι άδειο, αιωνόβιο, είναι άχρηστο και είναι κόκκινο. Αυτό το κουτί κοκά κόλα είμαι εγώ. Φτιάχνω πράγματα λες κι έχω φτιαχτεί για να φτιάχνω χαλασμένα πράγματα, δεν είμαι προκαθορισμένος όμως να φτιάχνω πράγματα, τα πράγματα έρχονται και πάνε ξεχασμένα, από ανεξίτηλο αλουμίνιο, κονσερβοποιημένα, συντηρητικά, χαλασμένα εδώ και χρόνια ή συντηρητικά χαλασμένα χωρίς κώμα - ή και χωρίς κόμμα - ή παραδομένα στην καθομιλουμένη μέλλουσα φθορά, ξαναπελεκημένα από μια τέτοια συμπεριφορά εδώ και καιρό, ανύπαρκτη, ανυπόστατη, μη πραγματική. Κλωτσιά την κλωτσιά σημαδεμένο το κουτάκι κόκα κόλα. Φανταστικές, μηδενικές θερμίδες για κατανάλωση βεβαίως.
Όπως το βλέπω ένα κουβάρι γυρίζει και ξεδιπλώνεται ατελείωτα πάνω στο κουτί, όσο η κόκκινη κλωστή ξεβάφει, τελειώνουμε, παγώνουμε, χορτάσαμε χειμώνα, χορταριάσαμε από την υγρασία του χειμώνα. Από κάτω πεθαμένοι κι από μέσα φυτρωμένοι. Και κανείς δεν πιστεύει πόσο απάνθρωπο πράγμα είναι τα λουλούδια. Μόνο οι μυγδαλιές. Να αγαπάς τη μυγδαλιά που βλέπεις και τολμά ν' ανθίζει μέσα στα μέσα του Φλεβάρη. Ειδικά αν την πρωτοπετύχεις νύχτα. Η αδυναμία διαχείρισης συναισθήματος ανανδρία, ο υποχόνδριος σκελετός τους, η διαχείριση του συναισθήματος με όλο εκείνο το παρελθόν που έφυγε και δεν έφυγε και όλο το μέλλον που περιμένει, που έρχεται, ο χρόνος, ο κρόνος σχεδόν.
Μπορώ να επαναλαμβάνομαι ως τη συντέλεια του κόσμου με χιλιάδες παρομοιώσεις κι υβριστικές αναγωγές γιατί είμαι φτιαγμένος από το χρόνο, είμαι φτιαγμένος από το χρόνο, ο χρόνος είναι το πιο πήλινο, το πιο ατσάλινο, το πιο παραμυθένιο, το πιο ναρκωτικό υλικό. Αλλά πες μου, ποιός τα κατάφερε ποτέ κι έγινε άνθρωπος, ποιός παρέμεινε θεός;
Tuesday, February 14, 2012
DANCE ME TO THE END OF GREECE #1
ΞΕΝΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Θεατρική παράσταση στο ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, ΚΤΗΡΙΟ ΟΔΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Η «Θεατρική
Ομάδα ΤΕΣΣΕΡΑ» παρουσιάζει στο Μουσείο Μπενάκη τη θεατρική παράσταση
Dance me to the end of Greece #1 …Ξένοι Περιηγητές στην Ελλάδα.
Πρόκειται για την πρώτη σκηνική παρουσίαση περιηγητικών κειμένων που
υπογράφουν διάσημοι ταξιδιώτες του 19ου και του 20ου αιώνα,
αποτυπώνοντας την εμπειρία τους από την εκ νέου ανακάλυψη της Ελλάδας.
Αρχαιολόγοι, τοπογράφοι, συγγραφείς και καλλιτέχνες, καλλιεργημένοι
αστοί και αρχαιολάτρες, τυχοδιώκτες νοσταλγοί της κλασικής Αθήνας, οι
περιηγητές επιχειρούν τις πρώτες επιστημονικές καταγραφές των αρχαίων
μνημείων, εμπνέονται από αυτά ή άλλοτε, όπως ο Έλγιν, συνδέουν το όνομά
τους με την καταστροφή τους. Αναζητώντας στην Ελλάδα έναν ιδανικό τόπο
που γνώριζαν μέσα από τα κείμενα και τα έργα τέχνης, επιδιώκουν ένα
βάπτισμα της ευαισθησίας τους στην πατρίδα της μεγαλοφυΐας.
Οι ηθοποιοί της
παράστασης συμμετέχουν σε ένα φόρουμ αφήγησης, αναπαράστασης και
τραγουδιού μέσα από μελοποιημένα ποιήματα του Βύρωνα και του
Σατωβριάνδου, ενώ εμψυχώνουν τις μαρτυρίες πασίγνωστων ταξιδιωτών όπως ο
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, αλλά και οι νεώτεροι Ζακ
Λακαριέρ και Χένρυ Μίλλερ.
Στο πλαίσιο των
παραστάσεων, ο επισκέπτης θα έχει την ευκαιρία να πλοηγηθεί στην
πρωτότυπη εφαρμογή πολυμέσων με τίτλο «Η Αθήνα μέσα από τα μάτια των
Περιηγητών: 17ος-19ος αιώνας». Πρόκειται για μια παραγωγή του Μουσείου
Μπενάκη, η οποία επιχειρεί να ανασυνθέσει το πορτραίτο της πόλης κατά τη
διάρκεια της Τουρκοκρατίας και την ανανεωμένη εικόνα της στα πρώτα
χρόνια του ελληνικού κράτους, μέσα από 500 έργα της Συλλογής Ζωγραφικών
έργων, Χαρακτικών και Σχεδίων, αρκετές εικονογραφημένες εκδόσεις της
Βιβλιοθήκης του Μουσείου, καθώς και επιλεγμένα κείμενα διαφόρων
περιηγητών που την επισκέφθηκαν.
Παραστάσεις:
Παρασκευή 17 και Σάββατο 18 Φεβρουαρίου, 20.00
Παρασκευή 2 και Σάββατο 3 Μαρτίου, 20.00
Το Μουσείο Μπενάκη επίσης προγραμματίζει δύο παραστάσεις που θα απευθύνονται αποκλειστικά σε σχολεία (μεγάλες τάξεις Δημοτικού, Γυμνάσιο και Λύκειο).
Για κρατήσεις:
Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων
Καθημερινές, 9.00-15.00, 210 3671067-70
Παραστάσεις για σχολεία:
Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου, 11.00
Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου, 11.00
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
ΣΚΗΝΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ, ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κυριακή Σπανού
ΣΚΗΝΙΚΑ – ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ: Απόστολος-Φωκίων Βέττας, Ολυμπία Σιδερίδου, Μάρθα Φωκά
ΜΟΥΣΙΚΗ: Κώστας Βόμβολος
ΚΙΝΗΣΗ: Πέρσα Σταματοπούλου
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Μανώλης Παπαδάκης
ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ:Γιώργος Ζορμπάς
ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Αντώνης Γκρίτσης Ελένη Ευθυμίου, Φρόσω Ζαγοραίου, Θέμης Μητρόπουλος, Χάρης Φλέουρας
ΠΙΑΝΟ: Αιμίλιος Πολίτης
Τιμή εισιτηρίου βραδινών παραστάσεων: €12 και €10 (μειωμένο)
Τιμή εισιτηρίου παραστάσεων για σχολεία: € 6
Διάρκεια παράστασης: 90΄
Μουσείο Μπενάκη | Κτήριο οδού Πειραιώς | Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου | 210 345 3111 | www.benaki.gr
Saturday, February 11, 2012
Πιο κάτω διαρκώς
Το κενό όπου όμορφα στέκομαι μου παρέχει προς ώρας όλη την ελευθερία μιας πτώσης και νιώθω αέρινα πελαγωμένος όπως κατέρχομαι,
όσο βυθίζομαι και προχωράω σε ένα απροσδιόριστο βάθος αέρα απροσμέτρητου, όσο διαρκεί ετούτη η πτήση που δεν την προβληματίζει η σύγκρουση, η πρόσκρουση,
κι είμαι εδώ ολομόναχος για να υψώνομαι ολοένα πιο κάτω,
θα εκτινάχθηκα από κάπου ανώτερα όπως φαίνεται
και θα είναι για να μπω εκεί μέσα που κατεβαίνω
όπως κατεβαίνουν τα ξύλινα κουτιά των θησαυρών θα είναι για να σφηνωθώ μέσα σε μια μερίδα χώμα
ίσως ποτέ ξανά κανένας αν προσπαθήσει δε θα βρει να διαγράψει από την αρχή την πορεία που πίσω εγκατέλειψα
γιατί ένα κοπάδι έγινε κίτρινα φύλλα όλο τούτο το πέταγμα
Friday, January 20, 2012
Έξοδος
Βγαίνω στο δρόμο όπως βγαίνω μέσα από την καρδιά μου κάποιος προαιώνιος χρόνος έχει συντελεστεί αντικρύζω ολόκληρη την πόλη συντετριμμένη και προχωρώ όπως θα προχωρούσα βαθύτερα πια από την ιστορία στη μυθολογία των ερειπωμένων καρδιών μια ώρα ακαθόριστη δεξιά ή αριστερά από την ανατολή όπως βλέπω ή ίσως δεξιά ή αριστερά από το ηλιοβασίλεμα όπου έχω γυρίσει την πλάτη μου κάθε απόγευμα έρχεται μια στιγμή που γυρίζω να κοιτάξω μπροστά μου ή και πίσω και δεν μπορώ να βρω ξανά λόγια πέρα από λίγες λέξεις ελληνικές για να περιγράψω τη θέα ετούτου του απογεύματος που τελειώνει μέσα στο σώμα μου.
Thursday, December 29, 2011
Βιτρίνα καθρέφτης
Διπλής κατεύθυνσης δρόμος, διπλής ανάγνωσης φωτογραφία.
Αθήνα, Χριστούγεννα 2011
Τράβηξα την φωτογραφία αυτή απόψε στην οδό Βουλής, ύστερα από δυό τρεις βόλτες πάνω κάτω την Ερμού για να βρω δώρο για το δεκαπέντε μηνών κοριτσάκι μιας φίλης που είναι να δω την Παρασκευή, προσπερνώντας κόσμο που έβλεπα να πηγαινοέρχεται μουδιασμένος όσο μουδιασμένος πηγαινοερχόμουν μες το κρύο κι εγώ, αναποφάσιστος τι να αγοράσω για το παιδάκι που γεννήθηκε μόλις.
Η γέννηση ενός παιδιού πάντα με αιφνιδιάζει. Τα Χριστούγεννα πέρασαν μόλις, η ημέρα της γέννησης του απόλυτου παιδιού. Η ανάμνηση της ημέρας της απόλυτης γέννησης στα σπάργανα της φάτνης. Βηθλεέμ, ground zero.
Η φωτογραφία λοιπόν αυτή σκέφτομαι ότι σημαίνει αφενός την ανάγκη για μια αναγέννηση, για μια μετάσταση ταυτόχρονα, την βαθύτατη ανάγκη για μια άλλη διάθεση από την εσωστρέφεια και την ηττοπάθεια της κρατούσας. Την ίδια στιγμή δηλώνει και το κατά πόσο για γέλια ήταν ο μέχρι τώρα εθνικός μεταπολιτευτικός ωχαδελφισμός και η λαϊίστικα "σοσιαλιστική" ιδεολογία ενός μικροπρεπούς εν τέλει οράματος που είχε για προμετωπίδα το τυχοδιωκτικό μότο "να περνάμε καλά", καλά παντοιοτρόπως και μάλιστα βροντοφώνως μέσα από το πρίσμα της κυτταρικά μεγάθυμης και αγελαίας, μπουζουξίδικης, ελληνικά "καθαρής" μα ουδόλως ξεκάθαρης καρδιάς μας. Κάπως στην υγειά μας, ρε παιδιά και Αλ τσαντίρι νιούζ σε ένα φανταστείτε.
Τελευταίες ημέρες και μεταβατικές(;) της (απ)αλλαγής από το 2011 προς το 2012. Καλή να έχουμε χρονιά. Σαν πρώτη να ναι. Αρχηχρονιά.
Ανήμερα τα Χριστούγεννα μου χε βγει να γράψω κι αυτό:
Το βραδυ ίσως βρω σε ένα γιορτινό, έρημο κρύο
ρούχα ριγμένα πάνω, παντού
ξεπλυμένα, επίσημα, στολίδια εις παράταξιν, ράκη
ένα φασκιωμένο μωράκι
τα φώτα στολίζουν τα σταυροδρόμια
οι σταγόνες ανάβουν πάνω στα ρούχα
κι όσο τα αυτοκίνητα προσπερνούν
όσο περαστικοί γνωστοί και άγνωστοι προσπερνούν
όσο περαστικοί γνωστοί και άγνωστοι προσπερνούν
οι σταγόνες σβήνουν ποτίζοντας τα ρούχα
χωρίς να αγγίζουν χωρίς να τελειώνουν
χωρίς να σκοτώνονται χωρίς να σκοτώνουν
χωρίς να διακρίνουν ή να διακρίνονται
σταγόνες σβήνουν ποτίζοντας τα ρούχα που βρήκα από μέσα
κι έτσι νιώθεται κάτω από τα ρούχα
παράξενο και υγρό το δώρο της ζωής, φονική δροσιά
καθώς στην άλλη άκρη του δρόμου
το σκοτάδι διαυρωτικό αυτοκίνητα και γνωστούς άγνωστους
καθώς στην άλλη άκρη του δρόμου
το σκοτάδι διαυρωτικό αυτοκίνητα και γνωστούς άγνωστους
μέσα στο γιορτινό κι έρημο κλίμα, το κρύο, καταπίνει.
Έρχονται, πλησιάζουν, απομακρύνονται.
Έρχονται, πλησιάζουν, απομακρύνονται.
Ξαναφεύγουν πάλι.
Στον κόσμο απόψε άνοιγει πάλι ετούτη η άστεγη πληγή
ένα τούνελ, μια πύλη, η φάτνη
της πραγματικότητας και του ανεξερεύνητου
της ιστορικότητος και της μυθοπλασίας
της αίσθησης και της ευαισθησίας
της ύλης ονείρου που ξεγλίστρησε της σαρκός
σαν γενέθλιος προβολή
όπου άλλος γεννά και άλλος τίκτει
Αειπάρθενος οργανισμός ο χρόνος,
όσο καλά κρατεί η νύχτα άγια αντικλείδια και κλειδιά
κι όσο ένα κοριτσάκι στη γωνία σπίρτα αναβοσβήνει
κι όσο ένα κοριτσάκι στη γωνία σπίρτα αναβοσβήνει
όλες οι πόρτες κατα μήκος του δρόμου
ανοίγονται σε μια ατέλειωτη στοά
ανοίγονται σε μια ατέλειωτη στοά
όπου αναρίθμητες ληστρικές δυνατότητες και έντομα αδέλφια αστέρια
πεταρίζουν, ξεγλιστρούν και ύστερα πάλι χάνονται μέσα στο όνειρο πάλι.
πεταρίζουν, ξεγλιστρούν και ύστερα πάλι χάνονται μέσα στο όνειρο πάλι.
Ας ανοίξει από αυτές τις πόρτες καμία
να ξεπεταχτούν από μέσα τόσες ορδές νωπής χαράς
πάνω απ' το θάνατο που έχει καταπλακώσει
πάνω απ' το θάνατο που έχει καταπλακώσει
ώστε να αρχίσουμε να τρομάζουμε πιά τους καλικαντζάρους,
τα χριστούγεννα ας ξεχυθούν ελευθερωμένα από μέσα έξω στον κόσμο
παιδιά σε δρόμους φωτεινούς, ζεστό, διερχόμενο, νέο αίμα
παιδιά σε δρόμους φωτεινούς, ζεστό, διερχόμενο, νέο αίμα
μια θεία αναμετάξυ μας επικοινωνία να επιτευχθεί
- δεν εννοώ τη γενοκτονία του Ηρώδη.
- δεν εννοώ τη γενοκτονία του Ηρώδη.
Αντιλαβού της άστεγης τούτης μετάληψης,
όσο βάλλει κατά ριπάς ο χρόνος
κι ο τόπος όλος χώμα, δεν υπάρχει πια έτσι αλλά επιτέλους αλλιώς.
Λες να' ναι ουτοπία αυτή τη χώρα
όπου ξοδεύει ο κόσμος ξανά και ξανά τόσο καυτό αίμα;
Δεν το πόσταρα ποτέ, παρά μόνον τώρα.
Έτσι όπως τα χρόνια και οι συνθήκες δεν μπορούν να ενταχθούν σε κανένα πλαίσιο ιστορικό, αισθάνομαι ότι μόνο στο άχρονο σαν ήρωας Μπέκετ ή σαν ήρωας καρτούν μέσα από όλον ετούτο τον παραλογισμό μπορεί κανείς να ξεφύγει. Χαίνουσα πληγή το άπειρο.
Γιατί μου φαίνεται - και δεν πρέπει να είναι εντύπωση λάθος - ότι μόνο σε έναν χρόνο αόριστο και έναν τόπο άχρονο θα μπορούσε να συλληφθεί και να γεννηθεί θείο παιδί ανάμεσα σε μας και σε εκείνους τους νέους χρόνους που απομένουν, που έρχονται, τους μελλοντικούς, βαφτισμένο σε κάτι καινούργιο να γίνει τρόπος βάρκα κιβωτός η ελπίδα να πετάξει μέσα σε τόσης νύχτας ραγδαία σιγαλιά.
Δεν το πόσταρα ποτέ, παρά μόνον τώρα.
Έτσι όπως τα χρόνια και οι συνθήκες δεν μπορούν να ενταχθούν σε κανένα πλαίσιο ιστορικό, αισθάνομαι ότι μόνο στο άχρονο σαν ήρωας Μπέκετ ή σαν ήρωας καρτούν μέσα από όλον ετούτο τον παραλογισμό μπορεί κανείς να ξεφύγει. Χαίνουσα πληγή το άπειρο.
Γιατί μου φαίνεται - και δεν πρέπει να είναι εντύπωση λάθος - ότι μόνο σε έναν χρόνο αόριστο και έναν τόπο άχρονο θα μπορούσε να συλληφθεί και να γεννηθεί θείο παιδί ανάμεσα σε μας και σε εκείνους τους νέους χρόνους που απομένουν, που έρχονται, τους μελλοντικούς, βαφτισμένο σε κάτι καινούργιο να γίνει τρόπος βάρκα κιβωτός η ελπίδα να πετάξει μέσα σε τόσης νύχτας ραγδαία σιγαλιά.
Η
μικρογραφία της φάτνης που μάθαμε, τα παιδικά οικογενειακά Χριστούγεννα που πάντα θα νοσταλγούμε, είναι μια καλοστημένη μακέττα, μια ενέδρα,
ένας σχηματικός δρόμος επιστροφής στο σπίτι, μια ρότα για έναν προορισμό που θέλει όλα ετούτα τα μυστήρια να εξηγήσει σε ταμπουρωμένα παιδιά που φοβούνται τι τα περιμένει εκεί έξω και μπορούν να χαρούν τα Χριστούγεννα μόνο κάτω από ένα
δέντρο μέσα στα φώτα γιατί νομίζουν ότι η ευτυχία προστατευμένη μπορεί και να κρατάει για πάντα. Χριστούγεννα όμως κάπως πρέπει να κάνει και ο άσωτος υιός. Όχι εκείνος που θα γυρίσει πίσω, εκείνος που είναι μόνιμα στο δρόμο.
Η φάτνη είναι μια εικόνα στατική μέσα στο άγιο φως. Η φάτνη είναι μια διαφήμιση, μια φωτογραφία. Παγωμένη. Αιώνια. Θνητή. Η φάτνη είναι μια σκιά στην ιδέα της όντως ούσας (ανά) γέννησης, ένα εμπόδιο, μια δυσοίωνη έκλειψη, μια δεισιδαιμονία, μια παγίδα ευτυχίας, ένας διεφθαρμένος ενορίτης, μια καλοστημένη παλιακή μιζανπλας για μπούκα αστικού καμποτίνικου θεάτρου, ένα αδηφάγο στόμα που μπορεί να καταπνίξει όλη την ακαταπόνητη προσπάθεια των αληθινά λαμπερών αστεριών και των μάγων που επιμένουν και θα επιμένουν να τ' ακολουθάνε.
Η φάτνη είναι μια εικόνα στατική μέσα στο άγιο φως. Η φάτνη είναι μια διαφήμιση, μια φωτογραφία. Παγωμένη. Αιώνια. Θνητή. Η φάτνη είναι μια σκιά στην ιδέα της όντως ούσας (ανά) γέννησης, ένα εμπόδιο, μια δυσοίωνη έκλειψη, μια δεισιδαιμονία, μια παγίδα ευτυχίας, ένας διεφθαρμένος ενορίτης, μια καλοστημένη παλιακή μιζανπλας για μπούκα αστικού καμποτίνικου θεάτρου, ένα αδηφάγο στόμα που μπορεί να καταπνίξει όλη την ακαταπόνητη προσπάθεια των αληθινά λαμπερών αστεριών και των μάγων που επιμένουν και θα επιμένουν να τ' ακολουθάνε.
Sunday, December 25, 2011
Tuesday, December 13, 2011
Αίθρα
"Πάει ο παλιός ο χρόνος..."
Καλησπέρα και πάλι, μικρή μου νοσταλγία
σε θυμάμαι άλλοτε κοριτσάκι γαλαντόμο
όποτε θέλω να ξεκινήσω από την αρχή
όποτε δεν έχω για να βρω τα κέφια μου
όποτε η μνήμη κορυφώνει και καταλαμβάνει αυτό
που δεν είναι μνήμη παρά η μόνη αλήθεια είναι
δεν διάγω και την πλέον δημιουργική περίοδο
σταυρωμένα τα χέρια από τα δυο χέρια σου πιάνομαι
το να χερι νίβει τ' αλλο και τα δυό
γυρνάς και στρέφεις το πρόσωπό γριά εφιαλτική
πρέπει να εφεύρω καινούργια φύρα
να φτιάξω με τα χεράκια μου καινούργια σποδό.
Saturday, November 26, 2011
Μικρές λέξεις VIII - Το κουτάλι

Ας το παραδεχτώ, ένα μεγάλο κομμάτι είναι παρατημένο. Μουδιασμένο, σχεδόν φοβάται. Ένα κομμάτι τούρτα που παραμονεύω να φαγωθεί. Δεν είναι άτολμο ακριβώς. Ο φόβος είναι πάντα μια πρόχειρη δικαιολογία, μια εύκολη συγκάλυψη αυτού που πραγματικά συμβαίνει, ένα ένστικτο βασικής αυτοσυντήρησης, μια δύναμη αδράνειας, μια ανάγκη ζωτική που κοντεύει να ταμπουρωθεί, μια σπηλιά από πλιάτσικο που πας να ξεφύγεις καταδικασμένος στο ίδιο του το σώμα. Ένα κομμάτι τούρτας μιας μπαγιάτικης γιορτής. Όμως η φυσιολογία δεν είναι φυλακή. Για την ακρίβεια κάθε ανάσα θέλει, λαχταράει μάλιστα να τολμήσει. Δεν έχει δικαίωμα να μην τολμήσει. Δεν πρόλαβε ακόμα να τολμήσει, δεν έχει εγκληματίσει, δεν πρόλαβε. Εγκλιματιζόμαστε σε όλον αυτό τον μικρό και άχαρο δρόμο πριν εγκληματίσουμε. Και φορτωνόμαστε ένα αμάρτημα θανάσιμο πριν προλάβει να γίνει πράξη. Έχουμε μπροστά μας τον καιρό αλλά έχουμε χάσει πολύ χρόνο. Μια συνείδηση χρόνου μας κρατάει πίσω απ' το χρόνο που θέλουμε να κατασπαράξουμε με ορμή.
Sunday, November 13, 2011
Ε(ι)ς μήνιν τε·
Ἰσμήνη
ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη φίλων
οὔθ᾽ ἡδὺς οὔτ᾽ ἀλγεινὸς ἵκετ᾽ ἐξ ὅτου
δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο,
μιᾷ θανόντοιν ἡμέρᾳ διπλῇ χερί·
ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη φίλων
οὔθ᾽ ἡδὺς οὔτ᾽ ἀλγεινὸς ἵκετ᾽ ἐξ ὅτου
δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο,
μιᾷ θανόντοιν ἡμέρᾳ διπλῇ χερί·
Ολα είναι χρήσιμα. Χρήσιμο είναι ακόμα και το πιο φοβερό. Η στιγμή που θα νικήσουμε το πιό φοβερό, η στιγμή που θα κατοχυρώσουμε την πεποίθηση ότι επιβιώσαμε, ότι επιζήσαμε. Γιατί η ίδια η ζωή είναι η μεγαλύτερη χρησιμοθηρία και προκρίνει για μοντέλο τον υπερ - άνθρωπο, τον άνθρωπο που τα καταφέρνει να ξεπεράσει τον κοινό όρο και προ - ορισμό που δεν είναι κάτι άλλο από τη φυσική φθορά, το χαμό, την κατάθλιψη και το θάνατο, την ανυπαρξία. Κι όπου λέω κοινό άνθρωπο και υπεράνθρωπο που κατανικάει τη δυσμενή συνθήκη και κερδίζει την ύπαρξη εις βάρος της ανυπαρξίας που τον καταπίνει, εις βάρος της βαρύτητας που τον γειώνει, δεν εννοώ μόνο τον απόλυτο ήρωα που δικαιώνεται υψιπετής γιατί από το δεδομένο πλαίσιο απλώς διαφεύγει σουρεαλιστικά με ένα άρμα του ήλιου, ούτε τον αδίστακτο, το μωροφιλόδοξο, τον δοσίλογο και τον καιροσκόπο που έχει τη δυνατότητα να συνειδητοποιεί, να προσαρμόζεται και να συνδιαλέγεται υλιστικά με το παρόν αλλά κι εκείνον τον απλό, τον μικρό και ασήμαντο άνθρωπο που επιβιώνει απλώς μέσα σε ένα καθημερινά ληστρικό καθεστώς σαν σύμπαν χωρίς να γίνει ποτέ περιώνυμος ήρωας.
Friday, November 11, 2011
11.11.11
Ακόμα υπολογίζω ότι υπάρχουμε μέσα στη μοίρα όπως μέσα σε ένα ατέλειωτο κι απέραντο σκοτεινό μα ουράνιο σώμα. Άλλοτε επίμονα - και επίπονα, γιατί να μην παραδεχτώ;- κι άλλοτε φευγαλέα στεκόμαστε, κοιτάζουμε ή προσπερνάνε, καταμετράμε τις πράξεις μας όπως φαντάζουν σαν ιδιόκτητα αστέρια. Πλανήτες που δεν ανήκουν πουθενά. Σε κανένα.
Το μαύρο είναι το περισσότερο επίμονο χρώμα. Όλους μας ξεγελά.
Subscribe to:
Posts (Atom)









