Tuesday, April 19, 2011

Ο Σταυρός


Θα άρχιζα αν μπορούσα αλλά δε μου αρέσει ο επαναληπτικός δρόμος
ανθρώπινες προσπάθειες απόπειρες μικρά γεγονότα συμβάντα
κάθε τρεις και λίγο πράγματα όλα που μπορείς να δεις και πέρα από την πραγματικότητα
και μέσα απ' την πραγματικότητά τους να τα εξιδανικεύσεις
ο σταυρός ας πούμε που πάνω του σε λίγες ώρες θα σταυρωθεί εκεί ψηλά ο χριστός
άλλο τόσο θα ήθελα κάθε στιγμή να μεταχειριστώ όσο γίνεται λιγότερα λόγια
να περιγράψω το συναίσθημα όχι γιατί είναι κάτι τόσο απλό
αλλά γιατί είναι κάτι τόσο αυτόνομο
έχει μια αναπόδραστη ανάγκη για λέξη να το περιγράψει
όχι εγκώμια, καμία άλλη εξήγηση είτε ευχής έργον
ή και τη σιωπή ακόμα
στο σώμα του έχει σημάδια στο σώμα και στο δωμάτιο
ο κόσμος γέμισε σημάδια σκίζονταν στα δυο, δεν ήταν χάρτινος
σπάραζε κι αιμορραγούσε.

Saturday, April 02, 2011

Στ' αληθινά, στα ψεύτικα

Τώρα πιά μου φαίνεται ότι κανένα ψέμα δεν μπορεί να διασκεδάσει την αλήθεια.

Προχωρώντας σήμερα στο δρόμο έβγαλα μια φωτογραφία με το κινητό. Διάλεξα να την ονόμάσω με το όνομα της ημέρας και την είπα πρωταπριλιά. Η Πρωταπριλιά είναι μια μέρα που μπορούν θεωρητικά όλα τα ανίσχυρα ψεύδη να διαψευστούν. Αυτό μπορεί να σε γεμίσει με την μεγαλύτερη ελπίδα. Και την μεγαλύτερη απελπισία. Έτσι κι αλλιώς η πρωταπριλιά είναι επίσης του τρελού ημέρα. Ο τρελός στέκεται ισότιμα και φιλότιμα ανάμεσα στην απελπισία και την ελπίδα, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, σαν τον πιο λογικό στη μέση του δρόμου. Έτσι κι εγώ έδωσα τον τίτλο "Πρωταπριλιά 2011" στη φωτογραφία. Έτσι τα κατάφερα ο τίτλος της φωτογραφίας να είναι το σημερινό μου ζωτικό ψέμα. Στον προσδιορισμό εντός παρενθέσεως διευκρίνισα τη σημερινή μου πραγματική αλήθεια. (Στη Θεμιστοκλέους, ώρα, τρεις παρά κάτι.) Αυτή η φωτογραφία είναι ο χρόνος και ο τόπος που σήμερα στάθηκα ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια. Και κοίταξα το ρεαλισμό μου με μια διάθεση μαγείας.


Sunday, March 27, 2011

Πρόσφορο απόγευμα


Μια ώρα παραπάνω
να μπαίνει από το παράθυρο φως - όλο και λιγότερο βέβαια
δε γίνεται αλλιώς,
τελικά δε μπορείς να αντισταθείς στο φυσικό, στο συμβατικό και στο μοιραίο -
να τυλίγει τα βράδυα τις Κυριακές
να τα ζυμώνει ανορθόδοξα με φως σιγά σιγά
να τις κάνει να μοιάζουν ωραίες και πιό μεγάλες
να μη σε νοσταλγούν να μη σε μελαγχολούν να μη τις σκέφτεσαι σα συνηθισμένος κατάδικος μαθητής
ότι είναι τέλος ή κι αρχές
να ξεχνιέσαι μες στο φως που λιγοστεύει και να λες δε θα βραδιάσει ποτέ δε θα βραδιάσει κι ας λιγοστεύει το φως κι εγώ
θα είμαι πάντα εδώ για πάντα έτσι χωρίς αλλαγή
ούτε σκοτάδι κι ύστερα πάλι καινούργιο φως
ούτε διαδοχή νύχτας ημέρας
ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο
ούτε ξημερωμένος ρεαλισμός της απελπισίας ούτε βραδιασμένο όνειρο της ελπίδας
πριν χαθεί το όνειρό μας και ξαναβραδιάσουμε
να στέκεται μια στιγμή με τη δική του αυτάρκεια το φως
όπως άλλαξε απόψε η ώρα
αυτή η αυτάρκεια να επηρεάζει τη διάρκεια μέσα σε βάθος και σύμβαση αόριστου χρόνου
να γίνεται μια στιγμή που θα μπορούσες να κρατήσεις στα χέρια έτσι
πολύτιμη πέτρα κι ατόφια
για πάντα, ένας τρόπος ζωής
χωρίς δικαιολογίες πουθενά - ούτε στον ίδιο τον εαυτό σου
τώρα νιώθεις καλά μέσα σε αυτήν την παροδική εκεχειρία
χωρίς να σημαίνει ότι έτσι παραμένεις και στέκεσαι αδρανής, υπάλληλος ή νικημένος
κι ο θάνατος βρίσκει σύμπάσα τη δύναμη να σε περικυκλώνει
ακριβώς το αντίθετο να συμβαίνει
χωρίς να φοβηθείς στιγμή ότι αυτό κάποιος μπορεί να το σκυλέψει
κι ούτε καν κάποιος αλλά ακόμα και κάτι, μια ανεπαίσθητη συνθήκη,
ένα τρεμούλιασμα φύλλου σε ένα γιασεμί ότι μπορεί να είναι μια πρώτη ένδειξη για μια ολόκληρη πυρηνική καταστροφή κάπου αόριστα στο παρανοϊκό ατομικό μυαλό σου
γιατί αυτά μπορούν και συμβαίνουν ξέρεις στον κόσμο
ένα απόγευμα μιας αόριστης και επερχόμενης Κυριακής όχι ιδανικής όπως η σημερινή μα απευκταίας
θα έρθει ίδια κι απαράλλαχτη με τη σημερινή αλλά και λαίλαπα συνάμα και μάλλον θα νιώσεις τότε ξανά όπως νιώθεις συνήθως
τα συνηθισμένα απογεύματα της Κυριακής
υπόλογος μπροστά σε έναν βασανιστικό παγκόσμιο καθρέπτη
θεάτρου βέβαια, ποτέ πραγματικότητας - μιας και το' χει η μέρα
για μια αστεία γκριμάτσα, ίσως και λίγο τρομοκρατημένη
για μια ρωγμή προσώπου
για την καινούργια αποκάλυψη "γλυκιάς πατρίδας" που πρέπει να προσεταιριστείς και να νιώθεις φιλόξενα εκεί και οικεία,
για μια ρυτίδα έκφρασης που δεν είχες εντοπίσει μέχρι τώρα στον πειρατικό χάρτη με όλα τα παρόμοια λάφυρα σου
για μια ολοκαίνουργια άσπρη τρίχα στα μαλλιά και στο χρόνο που περνάει
στο γνωστό χτένισμα που συνηθίζεις καθημερινά αλλά πότε πότε δεν πετυχαίνει και τόσο
κι αποκαλύπτει κάτι φαλακρό από αυτό το μαλλιαρό και άγνωστο κατά τ' άλλα κεφάλι
εκεί απέναντι
καθώς γέρνει και το χαιδεύεις και το κανακεύεις απόψε τουλάχιστον και προς το παρόν σα το πιό πιστό σου σκυλί.

Sunday, March 20, 2011


H Άνοιξη αυτή έχει κάτι από εσένα

Tuesday, March 15, 2011

Ένα


Σκέψου την ώρα που ο έρωτας απόλυτος τεχνουργείται
θα καταλάβεις, ο πόθος δεν έχει σύμβολο
είναι κάτι μέσα σε κάτι
ένα.

Friday, February 25, 2011

Η πόρτα



Σήμερα η λέξη είναι χρονική. Είναι η λέξη post. Προσδιορίζει το μετά, το συντελεσμένο, αυτό που μένει όταν κάτι θα έχει συντελεστεί. Την ανάμνηση αυτού που συντελείται. Και τελευταία είναι η λέξη ανάμνηση επίσης κολλημένη στο κεφάλι. Κυνηγάμε την ανάμνηση. Είτε αυτού που θέλουμε να ζήσουμε, είτε αυτού που ήδη έχουμε ζήσει. Θυμόμαστε σαν από πάντα και για πάντα θυμόμαστε. To απώτατο παρελθόν. Το απώτατο μέλλον. Ο χρόνος είναι ο μόνος θεός. Ο δρόμος είναι μέσα σε αυτό το χρόνο. Είναι μάταιο να αποφεύγεις να λες τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν είναι μάταιο να προσπαθείς να πεις τα πράγματα με το όνομά τους. Είναι η μόνη ηθική προσπάθεια. Δεν πρέπει να καταβάλλεσαι στον αγώνα για οτιδήποτε κάποια μέρα ως post θα καταλογιστεί.

Δεν χρειάζεται να πω πολλά περισσότερα για να δικαιολογήσω αυτό που μου συμβαίνει. Αν αρχίσω να γράφω το πιθανότερο είναι ότι πολύ σύντομα δε θα με βρίσκω εκφραστικό και θα παραιτηθώ. Αρνούμαι να εξηγώ, αρνούμαι να δικαιολογούμαι, θέλω να γράφω αυθαίρετα κάθε συνειρμό κι αυτό αυτόματα κάτι από το εντός μου να μεταφέρει για να εκτονωθώ.

Σήμερα σηκώθηκα το πρωί και πήγα στην παιδική μου παράσταση. Πήρα καφέ και δυό μπουκαλάκια νερό στη σακούλα, προχώρησα όπως κάθε πρωινό. Έδωσα μια παράσταση που είχε ξεχαρβαλωθεί. Καθημερινά ακολουθώ την ίδια διαδρομή, κάνω τις ίδιες κινήσεις, την ίδια σχεδόν πάνω κάτω ώρα - πολλές φορές σκέφτομαι την ακρίβεια των δευτερολέπτων στα βήματά μου, την ώρα που πατάω το πόδι μου αναρωτιέμαι με πόση ακρίβεια έχω προσεγγίσει και σήμερα την αφοπλιστική μου προγραμματισμένη ρουτίνα στο συγκεκριμένο σπασμένο πλακάκι του πεζοδρομίου σαν ανάγκη να μη συμβεί τίποτα αιφνιδιαστικό, σα να υπακούω σε ένα χρεός παράλογο και μια υπερκόσμια τελετουργία. Μήπως μετανιώσει για κάτι από τα λίγα που μου δίνει και τα πάρει πίσω ο θεός. Ηθοποιός σου λέει μετά και στο άγνωστο εμπιστοσύνη...

Περίεργα όλα αυτά γιατί η λέξη θεός στο κεφάλι μου έχει ετυμολογηθεί χρόνια τώρα από το επίρρημα θάττον, είναι ο συγκριτικός βαθμός του γρήγορα και λέω ότι σημαίνει αυτό που σε προσπερνά, αυτό που σε ξεπερνά, αυτό που σε βασανίζει. Αυτό που (δεν) έγινε και θέλεις να (ξανα)συμβεί. Η λέξη θεός είναι ο ανταγωνισμός μιας στιγμής πεζοδρομίου. Περπατάω αργά στο δρόμο, πάντα περπατάω αργά στο δρόμο κι όποιος κοιτάξει σχηματίζει την εντύπωση ότι είμαι κατατονικός. Ο θεός είναι με τους περαστικούς, o θεός είναι μεταξύ μας ένας λάθος συγχρονισμός, ένας ξεπεσμένος συντονισμός, μια εντύπωση λάθος.

Είμαι πάντα στο δρόμο, κάνω ίδια βήματα με χτες και προχτές ίσως τα ίδια βήματα με πέρσι και οι άνθρωποι προσπερνάνε, πάνε σε χίλιες άλλες δουλειές, συνεχίζουν πέρα από εμένα και σταματάνε τουλάχιστον στην επόμενη, την παρακάτω γωνία από την πόρτα εκείνη που εγώ θα κοιτάξω να μπω. Κάποτε με προσπερνάω κι εγώ. Προσπερνώ κι εγώ την πόρτα εκείνη. Δεν ξέρω πότε είμαι ευτυχισμένος, όταν μπαίνω μέσα ή όταν προσπερνώ.

Γιατί η πόρτα δεν έχει κλειδαριά, δεν έχει χερούλι, δεν έχει διεύθυνση αλλά είναι πάνω στο δρόμο, τη βλέπουν όλοι, την ξέρουν όλοι, περνάνε όλοι απέξω κι εκείνη ευδιάκριτη κι αγέρωχη, επιβλητική, στέκεται μασιφ σίδερο χωρίς κλειδαριά εκεί και περιμένει περιμένει δεν υπάρχει τρόπος ν' ανοίξει κι ούτε κανένας άλλος την επιλέγει και είναι μόνο για εμένα αυτή η πόρτα, είναι φτιαγμένη από κρυπτονίτη που δεν ξέρω τι ακριβώς είναι ως υλικό αλλά ξέρω ότι έχει τη δύναμη ολόκληρη πάνω της και μέσα της να με κρύψει.

Saturday, February 12, 2011

Αμυγδαλέα η προπετής


Δεν έχω πολλά περιθώρια να εξηγούμαι γι' αυτό ανθίζω ολοένα νωρίτερα όμως δεν υπάρχουν πολλοί το αυταπόδεικτο να αποζητούνε κι εγώ φαίνομαι μάλλον ακόμα ένα κακομαθημένο κορίτσι με ένα σώμα γεμάτο κλαριά και παρακλάδια του χειμώνα, φυλλαράκια διστακτικά που έχουν μόνιμη την ανασφάλεια της επιβεβαίωσης, την ανάγκη να επιδείξουν κάπως πρόωρα και ευκρινώς το βαθύτερο που νιώθει όταν ξεκινάει κανείς. Στην πορεία τα περιθώρια της προπέτειας αυτής δε μπορούν να διευρυνθούν, έτσι η ανασφάλεια ακυρώνεται και σωπαίνει. Ή αρχίζει μια ώρα άλλη τότε που ενδεχομένως να φέρει άλλους καρπούς, πιό προσοδοφόρους, αρχίζει ένα άλλο μπόλιασμα τότε, ξεκινά ίσως να ανοίγει και μια καινούργια πληγή, γιατί είναι ένα καινούργιο αίμα όλα ετούτα τα πράγματα και ένα κυνήγι για το εύστοχο κάθε σήμανσης, κάθε αντήχησης, κάθε ελπίδας και κάθε λυγμού. Ετούτη τη φορά όλο και πιό βαθιά στη ρίζα.

Monday, February 07, 2011

Το όνειρο



Στον ύπνο μου έβλεπα κινούμενα σχέδια, άνοιξα το ένα μάτι χωρίς να ξυπνήσω ακριβώς κι από τα δύο και χωρίς να φύγει από τα μάτια μου η αίσθηση του ύπνου και ξαφνιάστηκα έτσι μέσα σε αυτό τον ύπνο όπως συνέχιζε το κλειστό να βλέπει όνειρο με την παράλληλη, αληθινή όψη των πραγμάτων στο ανοιχτό μάτι, κι έτσι κρατάω μια επιφύλαξη για την αληθινή όψη γιατί δεν ξέρω ποιά ήταν η όντως πραγματική άποψη γι' αυτό που μου συνέβη, οπότε κρατάω μια επιφύλαξη και για το μάτι που είχα κλεισμένο και για το μάτι που άφησα ανοιχτό, γιατί αυτό που έκανα, να αφήσω το ένα μάτι στο όνειρο και να ανοίξω το άλλο στην πραγματικότητα δεν ξέρω πως έγινε αλλά το έζησα έτσι όπως το γράφω, ως φαινόμενο νευρολογικό, και γι' αυτό το καταγράφω γιατί είναι κάτι που δε μπορώ να αμφισβητήσω και γιατί το έζησα τρομακτικά και η μόνη αλήθεια είναι ότι για λίγο δεν το κατάλαβα ότι είχα ανοίξει το ένα μάτι και ότι για λίγο χάθηκα σε αυτή την ενδιάμεση κατάσταση και με τρόμαξε αυτή η παράλληλη όραση τι ήταν όνειρο και τι μη ύπνος καθώς έβλεπα ένα κοπάδι πουλιά να έχει πάρει λουλούδια στα ράμφη τόσα που δε φαίνονταν τα πουλιά που κουβαλούσαν τα λουλούδια αλλά πήγαιναν να τα ρίξουν κάπου σαν επίθεση σε ένα κτήριο που κατοικούσε κάποιος εχθρός και είχαν και μέλισσες μέσα τους τα λουλούδια. Τότε ξαφνικά άνοιξα το ένα μου μάτι και έβλεπα στην μισή εικόνα του ονείρου μου το δωμάτιο με τις πραγματικές διαστάσεις γιατί ο ύπνος που με έχει αιφνιδιάσει ήταν απογευματινός και είχα ξεχάσει αναμμένα τα φώτα και το άλλο μάτι κοιμόταν κι έβλεπε το κοπάδι τα πουλιά με λουλούδια και μέλισσες κρυμμένα στα ράμφη και τους μίσχους καθώς πήγαιναν σαν ανεμοστρόβιλος καταπάνω στο κτήριο να ρημάξουν το φανταστικό εχθρό μου.

Sunday, January 23, 2011

Η πόλη



Και στάθηκε στη μέση του δρόμου. Η πράξη αυτή δεν ήταν καθόλου μικρομεσαία ούτε ισορροπημένη, νευραλγική γιατί η μέση του δρόμου δεν ήταν η μέση του κόσμου κι είχε πολύ ταξίδι ακόμα κι από τη μια κι από την άλλη μεριά όσο κι αν ο δρόμος φαινόταν να συνεχίζεται παντού απαράλλαχτος και ίδιος, ένα σκηνικό φτιαγμένο, αποτυπωμένο σε καρμπόν, ψευδεπίγραφο μες στην αυθεντικότητα και την ειλικρίνειά του και προς τα κάτω και προς τα πάνω. Και στάθηκε εκεί και στεκόταν στο κέντρο του κόσμου γιατί συγκεντρώθηκε όπως λέμε και όλως τυχαίως δε διάβαινε από κει την ώρα εκείνη κανένας άλλος περαστικός, κανένας γνωστός φίλος ή ξένος, γι' αυτό ίσως κι εκείνη διάλεξε και στάθηκε ακριβώς εκεί, στη μέση. Οι καιρικές συνθήκες της φάνηκαν ακαθόριστες επίσης γιατί δε μπορούσε να διευκρινίσει αν είχε βρέξει μόλις πριν και τώρα είχε ανοίξει σαν ξέφωτο για λίγο πάλι ο ουρανός ή περίμενε αυτάρεσκα και παθητικά στη θέση του κι εκείνος, στη μέση του δρόμου στη μέση του κόσμου, μια ολοκαίνουργια καταρρακτώδη νεροποντή που δε μπορούσε να την αποφύγει - όχι μπόρα, κάτι περαστικό, αλλά κάτι ακριβώς όπως η νύχτα που ήδη προχωρημένη προχωρούσε κι άλλο στο ανύπαρκτο σώμα του πάνω. Και μόνο εκείνη κι αυτός στεκόταν ακόμα στη μέση της νύχτας και ένιωθε να είναι στη μέση του δρόμου αλλά δεν είχε όνομα ο δρόμος αυτός, ήταν κεντρικός και αγνώστων λοιπών στοιχείων, στις σπασμένες πλάκες και στις λακούβες καθρεφτιζόταν κομμάτια ο ουρανός. Κι έτσι όπως ήταν υγρός την ηρεμούσε σαν κάποιος ανήμπορος κατουρημένος θεός ζητιάνος να της ικέτευε από ψηλά τη συμπόνια ενώ την προστάτευε ταυτόχρονα από την εκδικητική μανία της βροχής που μόλις πριν λίγη ώρα είχε εξαντλήσει και τον ίδιο. Έτσι κέρδιζε την εμπιστοσύνη της κι ο δρόμος, με την άχραντη, θεϊκή, την παράξενη, ανεστραμένη επιβολή που έστελνε κάτω ο ουρανός, όπως άγιαζε δέντρα και φύλλα, κάτω ριγμένα από έναν αέρα υπόκωφο που είχε περάσει πριν ακόμα κι απ΄τη βροχή και τώρα, ύστερα από εκείνη την βαθιά ανάσα όλα ηρεμούσαν πεσμένα χάμω, φύλλα, σκουπίδια, σπασμένα κλαδιά έλαμπαν αντί για κίτρινα κεριά αναμμένα τρέμοντας σε υποφωτισμένα μανουάλια, προορισμένα για προσευχές μέσα σε αυτή την αλλόκοτη δημόσια τελετουργία που δεν είχε ώρα ούτε άλλη πηγή φωτός ή αχλή και ανατολής σημάδια. Αλλά μια επαπειλούμενη άχρονη συνθήκη είχε συντελεστεί, μόλις τελείωσε και ζούσε κι η ίδια κι ο ουρανός τον απόηχό της, όχι ακόμα το τέλος της, μόνη εκείνη στο κέντρο της γης σα να είχε κλείσει ένα πολύβουο λουναπαρκ με τερατικούς διασώστες ζογκλέρ και στρατιώτες κλόουν ή πυροσβέστες, μια ειδική ομάδα ανθρώπων της δράσης τελοσπάντων που αντίθετα από αυτήν φαντάστηκε ότι ξεπετάχτηκαν πανέτοιμοι την κατάλληλη στιγμή, πριν, την ώρα της κρίσης, στον ίδιο δρόμο που τώρα στεκόταν κι αυτή μέσα από τα παράθυρα των γύρω πολυκατοικιών, μέσα απ' τους υπόνομους και από τους σκουπινοτενεκέδες σαν χελωνονιτζάκια, ένα τρομαχτικό και φαντασμαγορικό, πανικόβλητο, κοσμοσωτήριο λεφούσι, μια μονότονη στρατιωτική διχρωμία που θα μπορούσε κανείς και θεατρικότατη να την πει αλλά όχι με το δικό της τρόπο. Ένας λαγός της φάνηκε τότε πέρασε τελευταίος κυνηγημένος αλλά έτσι όπως πήγαινε ξεχασμένος κι αυτός από κάποιο άλλο παραμύθι αναρωτήθηκε τι γύρευε μέσα σε όλη αυτή την παραλλαγή κι έτσι ούτε με εκείνον τρόμαξε γιατί σκέφτηκε τι θέλει ένας κυνηγημένος ξεχασμένος λαγός μέσα στο δικό μου ζωτικό παραμύθι. Και από αυτό κατάλαβε ότι είχε σώας τας φρένας και ότι κάτι δικό της κυνηγημένο πέρα από τη λογική είχε συντελεστεί, ακαθόριστο και πιστευτό στην εντέλεια και τη συντέλεια της στιγμής, αλλά δεν περνούσε κανένας για να το μοιραστεί μαζί του ή που θα μπορούσε να την πιστέψει, ούτε οι κλόουν στρατιώτες πυροσβέστες ήταν πιά εκεί για να χασκογελούσαν πνιγμένοι στα φρικτά γέλια καπνού, κρυμμένοι μέσα στα σβησμένα κουτιά παράθυρα και τους επτασφράγιστος υπονόμους και οι κάδοι ήταν άδειοι για να την εκπλήξουν με ένα περιττό γυαλιστερό σκουπίδι που θα μπορούσε να την ξεγελάσει παίζοντας στο σκοτάδι. Ήταν όλα μια σκέψη που κράτησε ένα λεπτό, όσο κρατήθηκε λαμπερός στο δρόμο σε πλάκες και λακούβες κομματιασμένος ο ουρανός, όσο γύρισε κι εκείνη από τις δυό πλευρές το κεφάλι και δε πρόλαβε τίποτα να δει να τη συγκλονίσει πέρα από όλο αυτό το μεγάλο που ένιωθε μέσα της ακατανόητο, γυαλιστερό σκοτάδι.

Wednesday, January 19, 2011

Σημείωση ημέρας



Δεν είναι πολυτέλεια, πάντως παραμένει υπεροχή, πλούτος και αρχοντιά να μπορείς να βρεις μια ώρα ερημική μέσα σε τόσο και τέτοιο πολιτισμό. Να συγκεντρώνεσαι στη στιγμή που απροκάλυπτα μπορείς να υπάρχεις για να απογυμνώνεσαι ο ίδιος απέναντι στον εαυτό σου. Να βρίσκεις και να επαναπροσδιορίζεις με κάθε κόστος τον δικό σου προσωπικό ρυθμό σε αυτό τον άχαρο, πανίσχυρο, πολύβουο και γρήγορο κόσμο.

Sunday, January 16, 2011

Μικρές εικόνες XIII - Παράδεισος



Βρίσκουμε ένα πρόσωπο να αγαπάμε και σε αυτό προβάλλουμε όλη την ομορφιά του σώματος και της ψυχής, της φύσης και της ύλης, της ανθρωπιάς μας και του Θεού, της ίδιας μας της ζωής. Κι ίσως αυτή η ανάμνηση απόψε ήταν, είναι και θα είναι μάλλον κάποτε ο Παράδεισος.

Tuesday, January 04, 2011

Carousel


Τη νύχτα
ο χρόνος φεύγει όλο πιό αργά
έτσι - και ίσως τότε μόνο - κι εγώ
πιστεύω πεθαίνω λιγότερο
με μια κίνηση αντικείμενη στη φυσική
υποκείμενη σε εμένα, με μια κίνηση λοιπόν υποκειμενική
αντίθετη στο ρεύμα, αντίθετη στην ώρα,
με στερημένο φως και αντίσταση στη ροπή,
με αντίρροπη στροφορμή στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα λανθάνοντος οξυγόνου.
Πέρσι Πρωτοχρονιά περπατούσα στο δρόμο, ξημέρωνα με πανσέληνο
φέτος είδα ηλιοβασίλεμα για ανήμερο φως από φινιστρίνι αεροπλάνου.
Πρακτικά μιλάμε για λιγότερο φως όμως μεγαλύτερη, νευραλγική ανάγκη
και βρίσκομαι μέσα σε μια εντελώς γενναιόδωρη χωροταξία
έτσι καθώς έχει πλησιάσει λίγο πιό δίπλα μου από πέρσι και κάθεται ο ουρανός.
Κανένας δεν πιστεύει το υπερβολικό, έναν αφύσικο και το παράλογο
ας μη δείχνει λοιπόν κανείς έλεος κανένα εκτός κι αν εξίσου δε θέλει να ξεχνά
ότι βρισκόμαστε σε carousel εν φρενήρη κινήσει
απόδειξη ότι στη θέση κανένας ξεκίνησε και τέλειωσε κιόλας ο προηγούμενος γύρος
είσαι μαζί μου; είσαι εδώ;
όσο λιγοστεύει απ' τη μια γίνεται ανάγκη μεγαλύτερη απ' την άλλη
παρήγορο, έστω και το λιγότερο φως
και ομολογώ έχω αυτή την ανάγκη
να γράψω κάτι για την αλλαγή στις ταχύτητες και το χρόνο
να προσέξω πολύ τη λέξη προβολή απεύθυνση παρουσία
την ώρα που γράφω, τον τρόπο, τη σκέψη
την ισορροπία πάνω στο αλογάκι carousel,
στο αλογάκι του carousel rodeo
γιατί τις περισσότερες φορές είναι απλούστατο
αυτό που θέλω να πω μα αστάθμητο μένει δε λέγεται, όλο πηγαίνει, γυρίζει,
δε φτάνει το νιώθω.
Ο χρόνος που συμβαίνει το γεγονός είναι ακαριαίος, πραγματικός
Η σύμβαση χρόνου που έχω να συνειδητοποιήσω το γεγονός
χρόνος συντελεσμένος και εγκεφαλικός
Ο αντίκτυπος του χρόνου στο μέσα μου γεγονός
ψυχικός, αιώνιος.
Εκεί δεν υπάρχουν διακρίσεις από φως.
Προηγήθηκε. Έπεται. Ζει. Θα κάνει.
Επίπεδα συγκεκριμένα.
Ισορροπίες μόνο γυρίζουν άνω κάτω το άδειο ιππικό.

Καλή χρονιά, λίγο πιό φωτεινή αν γίνεται

Wednesday, December 08, 2010

Καρό


Κάπου γίνεται ανταλλαγή, στα νήματα ανάμεσα στη μια ζωή και στην άλλη, ανάμεσα στη μέσα και την έξω ζωή, ανάμεσα στη δική σου και τη δική μου ζωή, τη φορεμένη και τη γυμνή, την πλυμένη και την άπλυτη, τη ζωή που νιώθεις και θες να βγάζεις στη φόρα, ανάμεσα στα χρώματα και τα συναισθήματα. Εύκολο θα ήταν να δίνουμε ονομασίες στα συναισθήματα με βάση το χρώμα. Θα είχε πολιτικό λόγο, θα είχε κοινωνικό αποτέλεσμα; Τα συναισθήματα των χρωμάτων να είναι συνάθροιση των συναισθημάτων. Όχι σα δημοσκοπήσεις σε γκάλοπ γιατί είναι απλοϊκό είτε να μένεις προσκολλημένος είτε να σου ξεφεύγουν οι αποχρώσεις.

Κάποτε το μπλε αγαπούσα κι ήταν ακόμα περίοδος μπλε όταν ξεκίνησα να γράφω τα πάντα με κόκκινο κι ήταν αυτό μια συνειδητή επιλογή, από μια μπλε εγκεφαλική επιλογή ήταν που ξεκίνησα να γράφω στα κόκκινα, ήταν μπλε απόφαση να εξαναγκάσω την επιλογή να μπω στην κόκκινη περίοδο και να την εκβιάζω, ένα ολόκληρο κόκκινο χρονικό διάστημα που παλεύω γι' αυτό να το τρέφω για να ζω - όχι να ξύνω τις πληγές μου - και έγινε το κόκκινο επιλογή και όλα τα συναισθήματα θέλω να είναι κόκκινο από κόκκινο, παράφορο και εγκληματικό, κόκκινο ολοζώντανο.

Είναι τώρα πάλι λίγος καιρός που έχει επιστρέψει και με πολιορκεί πάλι το μπλε. Στεναχωριέμαι βαθιά με την αδυναμία μου αυτή να θητεύσω αβλεπεί στο κόκκινο μα δε θέλω να τζογάρω πάλι στο μπλε. Κάποτε το μπλε αγαπούσα γιατί ήταν το χρώμα της μνήμης και της φαντασίας, τώρα λατρεύω το κόκκινο γιατί είναι το χρώμα της παραφοράς και της εκπλήρωσης. Κάποτε πίστευα ότι πρέπει να θυμάμαι και τώρα θέλω να ξεχνάω. Επιδιώκω να ξεχνάω επειδή δε μπορώ να ξεχνάω ότι δεν πρέπει να ξεχνάω. Έτσι πορεύεται η χρόνια διαθεσιμότητά μου. Τον τελευταίο καιρό σκέφτομαι ότι θέλω να αγοράσω ένα πουκάμισο, τετράγωνα καρό, κόκκινο, μπλε και μοβ.

Μου άρεσε ο Τόκος του Δημητριάδη και του Βογιατζή γιατί όλοι έχουμε χαθεί σ' ένα κτήμα. Καιρός να σκοτώσουμε και κανένα παιδί. Εμένα με έπαιρναν βόλτα τα Σάββατα στην Κηφισιά. Ακόμα και τώρα τα Σάββατα το πρωί θέλω να πάω στην Κηφισιά. Υπάρχει μέσα στο μυαλό μου εκεί ένα ιδανικό σπίτι που δεν το είδα ποτέ κι ένα κτήμα, είναι καλοκαίρι, έχουν μαζευτεί όλο νεκροί εκεί, όποιος πεθαίνει πηγαίνει εκεί - είναι περίεργο πώς γίνονται όλοι καλοί αμέσως μόλις πεθαίνουν, μόλις πεθαίνουν όλοι γίνονται ήρωες καρτουν και ήρωες παιδικοί κι ακίνδυνοι, παραμυθένιοι και χάρτινοι, ακόμα και οι κακοί γίνονται χάρτινοι γιατί είναι πιά αναγνωρίσιμα κακοί και γίνονται άκακοι. Θα πάω κι εγώ μια μέρα εκεί, όσο περνάνε οι μέρες τόσο περισσότερο το νοσταλγώ κι αυτή η νοσταλγία στο παρόν, αυτή η μνήμη του μέλλοντος που δεν έχω ζήσει με ακυρώνει, με κάνει επίσης να φοβάμαι, δεν ξέρω αν είναι ο παράδεισος ή η κόλαση εκεί, είναι καλοκαίρι, αλλά κι αυτό ακόμα δεν ξέρω πιά αν μ' αρέσει. Υπάρχει ομολογουμένως μια σύγχυση στην εποχή, όπως υπάρχει σύγχυση μέσα μας για το παρόν και το μέλλον του χρόνου, σαν την έκφραση που λέμε 'του χρόνου' και τη σύγχυση αυτή τη βλέπεις στα ίδια τα καιρικά φαινόμενα αποδεδειγμένα. Πόσο αργεί να χειμωνιάσει. Δεδομένης της ελληνικής πραγματικότητας εγώ ώρες ώρες σκέφτομαι ότι έτσι όπως συμβαίνει αυτό το παρατεταμένο φθινόπωρο - καλοκαίρι επιδεινώνει την κατάσταση. Την επιβεβαιώνει. Είσαι στη χαρακτηριστική χώρα που έχει το πρόβλημα. Και πρέπει να σκοτώσει μια ακόμα γενιά, ένα ακόμα παιδί.

Κάποτε ήταν και το καλοκαίρι αγαπημένη μου εποχή ίσως επειδή γεννήθηκα καλοκαίρι ίσως γιατί το καλοκαίρι όλα τα προβλήματα φαίνεται να εκτίθενται σε πιό εύκολες συνθήκες, υπάρχει τότε από τα ίδια τα καιρικά φαινόμενα και τη γεωγραφική μας τοποθεσία πάντα μια διέξοδος πολύ πραγματική και σε προστατεύει, θέλω να πω δε σε νοιάζει, έχεις την ασφάλεια να κοιμηθείς ακόμα και κάτω από ένα πεύκο και μια ελία ή ένα κυπαρίσσι, η τραγωδία κάτω από τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό είναι χαρακτηριστική μας διασκέδαση.

Στη δραματική σχολή στο μάθημα της σκηνογραφίας μας ζήτησαν να φτιάξουμε μια ματιέρα με τα χρώματα που θεωρούμε ότι ταιριάζουν στην κάθε εποχή κι εμένα μέσα από την άσκηση αποδείχτηκε ο χειμώνας αγαπημένη μου εποχή και συνειδητοποίησα τότε ότι είναι όντως η πιό παραγωγική μου εποχή, με αποκορύφωμα το χριστουγεννιάτικο μήνα Δεκέμβρη. Ίσως τα Χριστούγεννα μ'αρέσουν γιατί μπορώ να γεννήσω. Τα Χριστούγεννα είναι ίσως η πιο παρθένα θηλυκή μου στιγμή.

Επίσης μου άρεσε και η Χώρα προέλευσης γιατί παρουσιάζει το σύνδρομο μιας ακαθόριστης παιδικής ηλικίας στην οποία πάντα καταφεύγεις συνειδητά ή ασυνείδητα, ψυχαναλυτικά και μη ως αναφορά και παρουσιάζει με τον εξίσου αδιευκρίνιστο τρόπο ένα κοινωνικό και πολιτικό συνονθύλευμα μιας αιμομικτικής ιστορικότητας των τελευταίων τριάντα χρόνων. Τα τριάντα αυτά χρόνια είναι η ηλικία μου και τα συναισθήματά μου, το μπλε και το κόκκινο, μια αδικαιολόγητη και αδιευκρίνιστη αιμομιξία και ο παραλογισμός αυτής της χώρας είναι ένα πουκάμισο καρό, μπλε, κόκκινο και μωβ. Και μάλλον δεν πρέπει να το αγοράσω.

Και είδα και το Γλάρο του Τσέχωφ. Θέλω να παίξω το Γλάρο γιατί είμαι ηθοποιός. Κάνω παιδικό θέατρο. Κάνω την ήρεμη χήνα. Θέλει να πετάξει με ένα κοπάδι αγριόχηνες. Κάνω αυτή την ανάρτηση γιατί ποτέ δεν πίστεψα στην πολιτική. Δεν κάνω αυτή την ανάρτηση γιατί αρέσκομαι στο ριάλιτι σόου. Κάνω αυτή την ανάρτηση γιατί αν δε μιλήσω, θα σκάσω. Κι ίσως για να καταφέρω να ξεράσω όλο το κόκκινο, το μπλε και το μωβ.

Thursday, December 02, 2010

Ανθοδέσμη


Έχω μια ανθοδέσμη αφημένη, παρατημένη σχεδόν
απ' την άνοιξη, εδώ και καιρό
στη γωνιά του ντουλαπιού της κουζίνας
πάνω πάνω
ανοίγω κλείνω ντουλάπια βράζω νερό
οι υδρατμοί ολοένα περισσότερο την αποξηραίνουν
την ξεχνώ μέσα σε τόσες
αναθυμιάσεις κι επεξεργασίες
πλένω πιάτα γυρισμένος την πλάτη
χωμένος στο νεροχύτη
ύστερα ξαφνικά θυμάμαι
πισώπλατα
έξω από το καθημερινό
δε χρειάζεται να βλέπω
θυμάμαι
γυρίζω νευρικά και φευγαλέα
συστρέφομαι και γίνομαι φιόγκος
την κοιτάζω
αποστρέφομαι ξεγίνομαι φιόγκος
τρίβω μαχαιροπήρουνα
πώς να ζωντανέψω τα χρώματα
αυτό το κουφάρι τι το κρατάω εδώ
τρίβω πιάτα χορεύω στα χέρια
δε μου αρέσουν τα πεθαμένα χόρτα
κι άφησα μέρες λεκέδες
να ρθει στιγμή εντελώς θυμωμένα στα σκουπίδια
να παραχώσω
δε θα δείξω έλεος κανένα δε θα λυπηθώ
τα λουλούδια να ρίξω στα σκουπίδια
τα λουλούδια να ανακατέψω με σκουπίδια
διόλου δε θα λυπηθώ
δε θα με νοιάξει που θ' ακούσω καν τρίξιμο ξερό
λυτρωμένος
να πετάξω και
καθόλου δε θα με πειράξει
αν σπάσουν σκελετωμένα στα δυό
κάποτε όταν γίνει αυτό όταν δε θα με νοιάζει
η αναφορά που έχω στις αναμνήσεις
πώς απέκτησα αυτό το μάτσο λουλούδια
πώς το μετέφερα ένα βράδυ εδώ
πώς το συντήρησα
πώς αποξηράνθηκε
πώς έζησε μαζί μου σκοτωμένο εδώ
πώς το κοιτούσα ακόμα κι όταν δεν κοίταζα
πόσο θυμόμουν ακόμα κι όταν δεν κοιτούσα

κόπηκα

Y.Γ. Η φώτο τραβήχτηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών

Friday, November 26, 2010

Μικρές λέξεις V - Αγκαλιά


Το βράδυ έρχεται η ώρα και σβήνω το φως
όπως πέφτει σιωπή χαμογελάω κρυφά, λίγο
χαίρομαι, τουλάχιστον αυτό μπορώ να στο
ανταποδώσω.

Thursday, November 18, 2010

Γι - γαντόκουκλες



Ούτε που ξέρω γιατί, μην το ψάχνω και πολύ, απλώς θέλω να ξεκινήσω και να γράφω, να γράφω, να γράφω, να μιλάω, να μιλάω, να μιλάω, να παίζω στα χέρια μου τις σκιές, να γελάω και να λένε τι χαζό και βλαμμένο παιδί, τι χαζό και ρομαντικό και ηλίθιο παιδί και παράλογο, ν' αλλάζω φωνές και ροζ τρυφερές αποχρώσεις να θέλω να κάνω πράξη και να έχω καθαρά συναισθήματα, όλα τα όμορφα και τα λιγότερο ωραία που νιώθω, τα άσπρα τα ψυχρά και τα θερμά και τα κόκκινα να γίνουν όλα ροζ κουφετί και γαλάζια όπως παραμυθένια παιδικά δωμάτια, όπως τα κουκλίστικά δωμάτια που δε βρήκαμε να παίξουμε ποτέ, να πετάω λόγια κι ίσως να μην έχω κάτι σημαντικό να πω στα γοργοφτέρουγα λόγια ετούτων των παραδρομών που είναι άσπρα και λίγο γκρίζα ίσως και λίγο μωβ γιατί δε θέλω να αποκαλύψω τίποτα από αυτό που με τρώει, γιατί δε με φτάνουν τα στενάχωρα δωμάτια να τα γεμίσω με αποχρώσεις.

Δε βγάζει κανένας νόημα, δε με νοιάζει, επιμένω, έχω το μαράζι να θέλω να φτιάξω ένα παραμύθι απλωτό να σε κάνω να ησυχάσεις κι εσένα μέσα σε αυτό, πάνω σ' αυτό, ένα παραμύθι πολύχρωμο πάπλωμα, τετραγωνάκια τεράγωνα που δε βγάζουν νόημα γιατί ούτε το άλλα που μας είπανε βγάζουν, να φύγουμε για αλλού να φύγουμε μαζί και να πούμε πάλι για τα σύννεφα και για όλα τα όμορφα και χρωματιστά πράγματα που είναι υγροποιημένες μορφές συνταρακτικών και συθέμελων αναστεναγμών και σουβλερών ως τα κατάβαθα κόκκαλα πόνων, το καταλαβαίνεις αυτό μόνο όταν παίρνει να βραδιάζει ή ξημερώνει, στις κλειδώσεις, αρκεί να έχει συννεφιά η ανατολή και λίγη παραπάνω το βασίλεμα δύση γιατί δε βγαίνει κάθε μέρα σε ουδέτερο χρώμα μπλε, προκατασκευή που πάει κάπου να βάψει και να ξεβάψει το μαύρο αλλά

κανένας δε το βλέπει έτσι κι όλοι τα λένε βαμβάκια απαλά αυτά που μας συμβαίνουν και τους καημούς μας αλαφροπάτητους και εμάς τους ίδιους αιθεροβάμονες και δεν ξέρουν, δεν καταλαβαίνουν πόση πίκρα μπορεί να σε έχει φέρει να θέλεις να βρεθείς μακριά από εδώ, να σε έχει γονατίσει που όλα μας κρατάνε αιχμάλωτους με βαριές αλυσίδες στους αστράγαλους και στα γόνατα των ποδιών μας και αίματα κόκκινα, βαθιά κόκκινα, και πιό βαθιά κόκκινα και από δεσμώτες ελεύθεροι να μην ξεφύγουμε ποτέ, να συμμεριστεί κάποιος την ανάγκη αυτή, να μη μας καταλογίσει ευθύνη ότι δεν καταλαβαίνουμε χριστό από αυτό που πραγματικά συμβαίνει, να μας πει απολιτίκ και εαυτούληδες και εφησυχασμένους γιατί η δική μας πορειά για τα σύννεφα είναι και γίνεται από μια βαθιά αγανάκτηση γιατί ακριβώς επειδή συμβαίνει αυτό εμείς θέλουμε να πετάμε τα βάρη και κάποιος να το σέβεται αυτό και να μας λέει πέτα και κάνε κουράγιο και όχι βάστα και κάνε κράτη.

Saturday, November 13, 2010

Αναμέτρηση


Δεν έχω τη φωνή που θα 'θελα να έχω
μια άλλη φωνή κρυμμένη με διώκει
το κρυφό γίνεται κυνηγητό
κι όσο εγώ ψάχνω τη φωνή να βρώ
το κυνηγητό γίνεται κρυφό πάλι
μη και παραβγούμε όταν συναντηθούμε

Thursday, November 11, 2010

Μικρές εικόνες ΧΙΙ - Η εντύπωση


Περαστικός απ' το μαγαζί με τις στάμπες στη γωνία
είδα μια μαύρη μπλούζα στη βιτρίνα
ένας άνθρωπος άσπρος στηριζόταν εκεί
ή είχε κρεμαστεί από κάτι κόκκινα μπαλόνια
κι είναι νομίζω ο άνθρωπος
με τα σφαγμένα μπαλόνια
εδώ, στη μαύρη μου μπλούζα

Tuesday, November 09, 2010

Αλήθεια


H αλήθεια μπορεί να είναι και να μην είναι ανάμνηση. Είναι μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή από πριν ή για μετά εγκλωβισμένη σε μια αυθεντικότητα χωρίς προηγούμενο που δεν μπορεί να ανακληθεί, είτε να επανέλθει. Η αλήθεια δεν έχει μέλλον εξουσίας, μήτε παρελθόν υποταγής. Τράβα μπρος, γύρισε πίσω. Δεν είναι επιταγή χρόνου. Είναι μόνον βασίλισσα τώρα και είναι το γεγονός. Συμβαίνει πάνω σου, έξω και μέσα σου και δε μπορείς να το αμφισβητήσεις και δε μπορείς να το αποφύγεις και δε μπορείς να αντισταθείς γιατί δεν έχεις δικαίωμα να το κάνεις γιατί θα τη χάσεις και το ξέρεις πως αν τη χάσεις θα χαθείς. Την επόμενη κιόλας στιγμή θα χαθείς γιατί θα χαθεί σαν τούτο εδώ το τελικό σίγμα. Όλη η αλήθεια. Όσο - όσο. Κοίτα. Πάτα το κουμπί. Ξεπουλιούνται όλες σου οι στιγμές.

Ακόμα κι όταν υπάρχει μια προγενέστερη αναφορά μέσα στο χρόνο για αυτό που ζεις σε σχέση με αυτό που μόλις πριν λίγο προηγήθηκε και δε γίνεται παρά να είναι έτσι κι όχι -με καμία γαμημένη δύναμη και τρυφερό τρόπο, δεν καλοπιάνεται η αλήθεια- αλλιώς γιατί συμβαίνει μπροστά στα μάτια σου και όλες οι ανθρώπινές σου αισθήσεις το επιβεβαιώνουν κατάκαρδα και εγκεφαλικά με μια διαύγεια στο σώμα σου και το πνέυμα πρωτόγνωρη.

Αλλά ακριβώς ως τέτοια η στιγμή που το συνειδητοποιείς δεν είναι η στιγμή της αλήθειας. Γι' αυτό κάτι λιγότερο δε σου αρκεί και από την άλλη θυμώνεις που δεν καταφέρνεις να γίνεις συγκεκριμένος. Ποτέ δεν καταφέρνεις να την ορίσεις. Κι όλο ψάχνεις κι αναρωτιέσαι αν υπάρχει μία και μόνο αλήθεια συνέχης, ακαταπόνητη, άναρχη, με έλεος και σκοπό - γιατί δεν τα καταφέρνεις τις περισσότερες φορές επιτυχώς να την διευκρινίσεις αλλά αισθάνεσαι ότι πρέπει κάπου κάτι από όλο αυτό που βιάζεσαι ή αποφεύγεις να νιώσεις να υπάρχει. Σαν τους ανθρώπους που λαχταράς κι εκείνους που έχεις χάσει. Γιατί η αλήθεια δεν είναι ούτε η ευτυχία, αλλά κάτι περισσότερο κι από αυτό, κι ούτε η δυστυχία είναι αλλά κάτι χειρότερο κι από τούτο. Ανάλογο το περιθώριο που σου αφήνει και η προοπτική. Συμβαίνει αυτό και μπορείς να χαμογελάς, συμβαίνει ετούτο και πέφτεις να πεθάνεις.

Είναι μια ελάχιστη στιγμή μετά που επιβεβαιώνεις το αυθαίρετο σημείο που γατζώθηκες - γιατί μόνο δικαίωση μπορεί να σου προκαλέσει η αλήθεια ακόμα κι όταν θες αλλά δεν μπορείς να την αποφύγεις. Αλλά όλο αυτό που εντελώς πραγματικά και χειροπιαστά συμβαίνει έχει μια άϋλη ενέργεια, η συγκεκριμένη στιγμή και ουσία. Η αλήθεια είναι η επενέργεια και η παρενέργεια της αλήθειας αυτής της αυθεντικής στιγμής ένα δευτερόλεπτο μετά. Κι είναι αυτό ολόκληρο για όσο διαρκεί που αντιστέκεται στη λήθη. Αυτό που ξαναθυμήθηκες ότι έχεις ζήσει ή αυτό που ζεις τώρα πρώτη φορά και δεν έχεις κανένα περιθώριο να αμφισβητήσεις.

{Γιατί ολοένα περισσότερο έχω την αγχωμένη αίσθηση ότι ζούμε ζωές αληθοφανείς}

Sunday, November 07, 2010

Στην ευχή


Θέλω να αρχίσω απ' την αρχή
εκεί που δεν υπάρχει απογοήτευση ούτε ελπίδα
με λένε αισιόδοξο κι εγώ το αντίθετο
θυμώνω που δεν είμαι
θυμώνω και που δε μπορώ να διευκρινιστώ
περιγράφω μια κατάσταση ψυχική, εμβρυακή
που ούτε σκοτεινή ούτε φωτεινή είναι
είναι απόγευμα, αλλά μπορεί μια καταμέτρηση απόγευμα να ξεκινάει;
ακόμα κι όταν ξέρω τι περιγράφω δε νιώθω
κι είναι αυτό που φταίει
κάθε που λέω αύριο το πρωί, λέω ο επόμενος μήνας, λέω η έναρξη,
θα φτάσω να λέω πάλι μνημείο και μνήμα γιατί είπα και ξαναείπα δευτέρα
κάθε απόγευμα κυριακής κι έφτανε πάντα τρίτη η απόπειρα και προσγειωμένη
όλο έχανα μέτρα και αίσθηση, όλο δεν ήξερα ή ξεχνούσα
ίσως θαμπή όπως είναι ακόμα τώρα αυτή η αίσθηση
μπορεί να γίνει αίσθηση ατόφια, όχι αυταπάτη
και μπορεί να είναι σημαντικό να καταγράφει κανείς
την ιστορικότητα ενός συναισθήματος υπό διαμόρφωση
καθώς φαίνεται να πηγαίνει παράλληλα καμιά φορά
με την ιστορική συγκυρία, την αντικειμενική
ο δρόμος των συναισθημάτων
του ενστίκτου και του χρόνου.