Sunday, August 23, 2009

Χαχανούλης



Δεν υπάρχει τρόπος να περιγράψω αυτά που νιώθω όσο και να το θέλω. Χάνονται κάπου ανάμεσα... όλα ανάμεσα, στοιβαγμένα στριμωγμένα εδώ μέσα, δεν ξέρω πώς λέγεται, σε τι. Υπάρχει μόνο κάτι που μοιάζει με ένα ολόκληρο εργοστάσιο παιχνιδιών και δίνει διαρκώς στην πρέσα μου εντολές, καλουπώνει κι άλλα καινούργια κομμάτια, πακετάρει φευγαλέες σκέψεις και τρομοκρατικές, τις κάνει γιγαντοκιβώτια πάντα αόριστα ενός άγνωστου παραλήπτη. Σε μένα φτάνουν όμως μόνο από το εργοστάσιο όλα τα παρατημένα μωρά. Ολοένα και πιό άγνωστος ο παραλήπτης δηλαδή. Συνέχεια. Τα σα εκ των σων και στην επιταγή εμού του ιδίου. Από την παραγωγή στην κατανάλωση. Και παραλαμβάνω με αποκλειστικότητα την ευθύνη -δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς κανείς άλλος. Ανοίγω όπως έρχονται τα τεράστια κουτιά και πετάγονται από μέσα γελωτοποιοί και νάνοι, το πρόσωπο μου χίλια χρώματα και κομμάτια. Με βλέπω αποσβολωμένα και τα παιδία ανεξάντλητα συνεχίζει να χαχανίζει.

Επεξήγηση: Έφαγα ό,τι τρώνε τα μικρά παιδιά, καραμέλες, τσίχλες, σοκολάτες, πατάτες τηγανητές, καρπούζι, παγωτό, γαριδάκια... Έπαιξα όλα τα παιδικά παιχνίδια, λέγκο, μικρή Ελένη, λάστιχο, ποδόσφαιρο, κρυφτό, αγάλματα, πόλεμο, κυνηγητό. Καμιά διαφυγή από την πραγματικότητα. Κανένα παραμύθι. Και βράδυασε, γαμώτο μου. Και τώρα πρέπει και να κοιμηθώ. Μέσα στις φλόγες.

Sunday, August 16, 2009

On board



Στην Ευτέρπη

Θα με πάρεις μια βόλτα με το ποδήλατο; Θα αφήσω στη σέλα σου όλα τα όνειρά μου. Δεν είναι βαριά τα όνειρα, δε θα σε βαρύνω, μη φοβάσαι, κάτσε μόνο να τ' ανεβάσω λιγάκι στη σέλα σου, ν ανέβω κι εγώ, μην πάθω καμιά κράμπα. Μην τρέχεις, είναι άδεια η πόλη τον Αύγουστο, δε θέλω ο αέρας να με κάνει καλοκαιριάτικα να δακρύσω, ξέρω να δακρύζω κι αλλιώς, θα σου δείξω τον τρόπο να το κάνεις άμα θέλεις κι εσύ. Μη στρίβεις απότομα, θα μας πετάξεις κάτω και είμαστε να πάμε αλλού, αρκεί να μου λες πώς νιώθεις κι εσύ, τι αισθάνεσαι, εσύ να οδηγείς, αλλά μη νιώθεις ανασφάλεια, μη νιώθεις ευθύνη, εγώ είμαι εδώ, δε φοβάμαι, κρατιέμαι πάνω σου... έλα, πάμε... θα είναι σα να χορεύεις, ξέρω πόσο σ' αρέσει, εν δυο τρι, εν δυο τρι, οι ρόδες γυρνάνε, το τέλος της διαδρομής είναι για τους δυό μας μαζί η άκρη της άδειας πόλης που μένω

Saturday, August 15, 2009

Εύρηκα



Σήμερα είναι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Κι εγώ για έναν -αν θέλετε, πείτε τον και αλλόκοτο- λόγο βρήκα αυτό το βιντεάκι από τις "Ευτυχισμένες ημέρες" του Σάμιουελ Μπέκετ και νομίζω ότι το εύρημα μου είναι για την ημέρα το πλέον ίσως σχετικό. Κι έχω πατήσει κι ακούω στο σιντι την ηχογραφημένη παράσταση με τη Βάσω Μανωλίδου στο ρόλο της Ουίνι. Ακούω μεταξύ άλλων κι αυτό:

"Να μη σ' άφηνα να κοιμάσαι.. α, ναι... αν μπορούσα τουλάχιστον να υποφέρω να είμαι μόνη, θέλω να πω να υπάρχω μέσα απ' τη φλυαρία μου, χωρίς γύρω ψυχή ζωντανή να μ΄ακούει... Όχι, όχι πως έχω ψευδαισθήσεις... δεν ακούω σπουδαία πράγματα, Γουίλι. Μάρτυς μου ο Θεός! Ίσως μέρες που δεν ακούς τίποτα, άλλες πάλι που απαντάς... ναι, έτσι που μπορώ να πω στον εαυτό μου την κάθε στιγμή, ακόμα κι όταν δεν απαντάς ή δεν ακούς ίσως τίποτα: Ουίνι, είναι στιγμές που κάποιος σε ακούει, δε μιλάς ολότελα μόνη, δηλαδή μέσα στην ερημιά, πράγμα που ποτέ δεν μπόρεσα να υποφέρω, για πολύ... αυτό είναι που μου επιτρέπει να συνεχίζω να μιλώ...

Ενώ αν πέθαινες; Για να μιλήσω με το παλιό στυλ, αν με εγκατέλειπες, τι θα' κανα τότε; Τι θα μπορούσα άλλο να κάνω, όλη την ημέρα; Θέλω να πω απ΄τη στιγμή που θα σημάνει για το ξύπνημα ως τη στιγμή που θα σημάνει για τον ύπνο; Να κοιτάζω μόνο ίσια μπροστά μου με τα χείλια σφιγμένα; Ούτε μια λέξη, ούτ' ενας λόγος ως τον τελευταίο στεναγμό, τίποτα πια που να σπάζει τη σιωπή αυτού του τόπου... που και που ένας στεναγμός μέσα στον καθρέπτη ή ένα μικρό ξέσπασμα γέλιου όταν τυχαίνει να βρω ξανά πάλι την παλιά ευθυμία... "

Θα μπορούσα να το παραθέσω ολόκληρο, από την αρχή μέχρι το τέλος, αν με άφηναν ελεύθερο. Αλλά θα φλυαρούσα, κι ίσως τότε να ξυπνούσα κάποιους ή την ωραία κοιμωμένη ή -ποιός ξέρει- μπορεί ακόμα και την ίδια την Παναγιά.

Thursday, August 13, 2009

Οδός Απόλλωνος


Στους Δελφούς τελικά φτάνεις σε αυτή την κατάσταση της απουσίας ερωτηματικών διαθέσεων. Άμα τη αφίξει μια διάθεση άλλη, μάντισσα πλανευτική, κυριεύει την καρδιά και το νου, μοιάζει να σε βγαλε εδώ ένας άλλος από το γνώριμο δρόμος της ζωής και της σκέψης. Παρατηρείς ολομόναχος ή σχεδόν... ποιός, γιατί είσαι, μέσα από τις πλανεμένες αισθήσεις σου που δεν τις ελέγχεις κι αυτές τώρα ακριβώς, για τη στιγμή αυτή παύεις να διατηρείς και τη διαύγεια της λογικής που σου χει χρόνια τώρα εμπιστευτεί ο υπερφίαλος μέσα στο κεφάλι αυτοέλεγχός σου.

Διατελείς υπό το κράτος μιας διάθεσης που είναι ελάχιστα προπετής να δώσει απαντήσεις στα ερωτηματικά σου, τα ίδια βασανιστικά ερωτηματικά που μέχρι πριν λίγο, μόλις πριν φτάσεις εδώ, στην Αράχωβα κιόλας, επέμενες πεισματικά να απαντήσεις. Τώρα που έφτασες εδώ, σχεδόν απαγορευτικά, δε βρίσκεις το κουράγιο καν να τα διατυπώνεις. Αισθάνεσαι μόνο και ψελλίζεις στον χαμένο εαυτό σου εμπιστευτικά: "γι' αυτό έφτασες φαίνεται ως εδώ, γιατί εξάντλησες τα περιθώρια στα ερωτηματικά σου, οπότε ίσως να μην έχουν σημασία ούτε οι απαντήσεις τελικά -κι αυτό το τελευταίο ειδικά είναι κάτι που στο βάθος του μυαλού σου κάποιος, άγνωστος πρόγονος κι αυτός, σου λέει στο έλεγα από πάντα".

Ένα άλλο γίνεσαι, τόσο γνώριμο εσύ, ένα εσύ τόσο στον εαυτό σου ταγμένο, δε γίνεται στιγμή από αυτό να αφεθείς κι ωστόσο χάθηκες σ' αυτή τη συγκεκριμένη διαδρομή, σε μια κατάσταση για το μυαλό και το κορμί όχι ακριβώς αλλόφρονα ούτε ξεκάθαρα μαγική, γίνεσαι αυτός που ξέχασε ότι βρίσκεται τώρα, ακριβώς εδώ, και μόνο ανάμεσα, κάπου αόριστα κι από τις λέξεις ακόμα, πιστεύεις πως υπάρχεις. Ανάμεσα να θυμηθείς αυτό που ξέχασες ότι υπάρχει. Και υπάρχεις ο ίδιος αλλά όχι εγώ, είσαι εσύ.

Δεν εννοώ τίποτα μεγαλεπίβολο, το μόνο που σημαίνω είναι κάτι απλούστατα πραγματικό. Μόνο πρωτογενή συναισθήματα χωράει αυτός εδώ ο τόπος, καμιά μεγάλη συνείδηση, κι ίσως αυτά μόνο να είναι ότι πιό κοντινό μπορούμε να βρούμε στα ψήγματα που μας χαρίζεται η αλήθεια. Καταλαβαίνεις τί εννοώ; Λέω νιώσε το σπάσιμο στην πέτρα, μη γίνεσαι υπεράνθρωπος, λέω μονάχα σκίσε στα δυο, γίνε υποκοριστικά και κομμάτια. Γιατί ο τόπος εδώ δεν είναι ένα ακόμα κομμάτι από γη, εδώ εσύ τελικά μπορεί να είσαι κι ο τόπος. Όσο η διαδικασία αυτή διαρκεί, ένα ανίδεο κομμάτι πέτρα απ' τη γη έλα, γίνε.

Απόδειξη δεν υπάρχει καμιά, μόνη απόδειξη είναι αυτός ο ναός από τις στοιβαγμένες πέτρες που τόσο σου μοιάζουν. Κάποιοι αρχαίοι πρόγονοι, άγνωστοι πιά κατ' όνομα κι αυτοί, αλλά κι αυτό τι σημασία τώρα πιά μπορεί να έχει, καθένας την πέτρα αυτή πάνω σε κείνη την πέτρα έστησαν. Έσπασε ο καθένας την πέτρα κι έσκισε ο καθένας την πέτρα του και στήριξε καθένας την πέτρα του πάνω στην πέτρα του άλλου, σκισμένη, σπασμένη, υποστήλωμα πέρα και πάνω από όλα -κι ας μου συγχωρεθεί το βλάσφημον, αν διαπράττω λάθος-, πέρα και πάνω κι από τον ίδιο το θεό, η πέτρα αυτή. Απόλλωνας που σημαίνει το φως... ό,τι μένει δηλαδή από την ανθρωπόμορφη προσπάθεια που χάνεται στο σκοτάδι.

Saturday, August 08, 2009

Τρωάδες


Ταλθύβιος: Έλα, μικρέ... τραβήξου από την αγκαλιά της μαύρης σου της μάνας, πιάσε άκρη - άκρη των πύργων τις κορφές, εκεί σου κλήρωσε την ψυχούλα σου να αφήσεις. Πιάστε τον!... Χάθηκε έναν άλλο να έβρισκαν για τέτοιες αποστολές; Ν' αντέχει... να μη λυπάται, ντροπή να μην έχει όπως εγώ για τέτοιες αποφάσεις...

Εκάβη: Αγόρι μου, του παιδιού μου παιδί του αδικοχαμένου, άδικα τη ζωή σου μας παίρνουν από τη μάνα σου κι εμένα. Τι άλλο θα πάθω; Τι για εσένα, καημενάκι μου, να κάνω; Αυτά έχω να σου δώσω: το κεφάλι που βαρώ, το στήθος που χτυπάω... αυτά όλα κι όλα ορίζω. Αλίμονο η πόλη μου! Εσύ αλίμονό μου! Τι έμεινε ακόμα να πάθουμε και τι' ν' αυτό που μας τραβά σε τόσο τίποτα με φούρια να κινάμε;

Ευριπίδης, Τρωάδες, στίχοι 782 - 798

Έχει Επίδαυρο απόψε...

Friday, August 07, 2009

Παγάκι


Θα γράφω άσκοπα, μ' ακους; Κάθε μέρα λίγο λίγο ένα παγάκι στα χέρια μου όλο λεξούλες θα στάζει. Τελειώνει το καλοκαίρι κι οι σταγόνες σου στις σταγόνες μου από έναν ακήρυχτο πόλεμο μερκουροχρώμ διαλυτικά. Έχω πάρει το πρώτο παγάκι που βρήκα στο άδειο κατά τα άλλα ψυγείο μου, το έκανα πρίσμα στα γυάλινα μάτια να κοιτάξω απόψε του πυρωμένου Αύγουστου το μεγάλο φεγγάρι. Mας χωράει όλους απόψε το φεγγάρι, δεν είναι έτσι; Λιώνει στα χέρια μου και στα μάγουλα το παγάκι, εγώ κοιτάζω -λιγάκι ομολογουμένως θαμπά- από μέσα του, το φεγγάρι ολόκληρο γίνεται τότε μέσα στα μάτια μου χίλια σπασμένα κομμάτια κι εσύ με τον άλλον, μες την αλμύρα, όλη τη νύχτα, κάπου αλλού, κάπου όχι πολύ μακριά, σίγουρα κάπου πιο εύθυμα όμως απ' ό,τι εδώ απόψε, με ολόκληρη την καινούργια αγάπη σου και με σιγουριά, με το δικό σας -λιωμένο πια στην αφή και στην όραση και στη γεύση μου- παγάκι, ως το ξημέρωμα με χαράζεις

Thursday, August 06, 2009

Πυροτέχνημα



Άμα ξεκινήσω να γράφω είναι τόσο μπερδεμένα όλα μέσα μου που και πάλι δε θα βγάλει κανένας μας άκρη. Ούτε εσύ, ούτε εγώ. Ούτε το μελάνι δε γράφει στο χαρτί. Ο πιό ψυχρός παρατηρητής να έρθει να μπει μέσα μου να κοιτάξει ετούτη την ώρα ενδελεχώς και με όλη την επιστημοσύνη, δεν θα καταλάβει τίποτα από το ξεμπουρδέλεμα στα χαρτιά μου. Ο πιό ειδικός ψυχολόγος παύλα ψυχοθεραπευτής επίσης θα σηκώσει τα χέρια ψηλά μπροστά σε τόσο χαμένο, μαύρο μελάνι. Κι εγώ τώρα που κάθομαι και γράφω, που πάντα καθόμουνα να γράψω, γιατί σε αυτή τη διαδικασία ένιωθα ότι έβρισκα πιό εύκολα μια μερική τάξη στο σαλεμένο αίμα μου, τώρα δε βρίσκω διέξοδο με τίποτα να κάτσω να σκεφτώ, να γράψω, να σου μιλήσω. Προσπάθησα να στο πω και να στο ξαναπώ, μα όπως πάντα για μια ακόμα φορά δε τα καταφέρα να εξηγήσω. Γιατί μόνο όταν γράφω είναι σα να μιλώ πιο πραγματικά μα όταν μιλάω να γράψω ποτέ δεν τα καταφέρνω. Κι αν δεν καταλαβαίνεις, αυτό που εννοώ είναι ότι απλώς μερικά πράγματα δε λέγονται ή δεν γράφονται εν πάσει περιπτώσει πιο λογικά, κράτα αυτό τώρα πίσω από τούτη την κλεμμένη σιωπή, ανάμεσα στις πολλές, φλύαρες, τις λερωμένες μου λέξεις. Και αυτό που κάθομαι τώρα και σου μιλώ μπορεί να το βρίσκεις βέβαια και έλλειψη αλήθειας και ειλικρίνειας, μπορεί και να το θεωρήσεις ελεύθερα ένα κούφιο θεατρινισμό ακόμα, ένα προπέτασμα καπνού από την έκρηξη μιας ακόμα αναίτιας παραφοράς ενός επιδειξιομανούς ανθρώπου, ενός τυχάρπαστου και τσαρλατάνου υποκριτή που μιλάει για έναν επί της ουσιάς φτιαχτό και ψεύτικο πόνο -βάλτον και μέσα σε εισαγωγικά, αυτό που ζω, ό,τι κι αν κάνεις, δε θα πονέσει εμένα λιγότερο- νομίζοντας ότι έχει κάτι μέσα από όλα αυτά σε εσένα ειδικά να προσάψω. Ε, λοιπόν, μην έχεις καμιά ενοχή, δε φέρεις καμιά ευθύνη, το τραύμα είναι ακόμα πιό βαθύ και το προκάλεσα ο ίδιος στον εαυτό μου. Μόνος το διάλεξα να μην επικοινωνώ επιτυχώς με τους ανθρώπους, να μην βρίσκω πουθενά αυτή τη για άλλους φυσική αλληλουχία μιας υποτυπώδους χημικής ένωσης μεταξύ μας. Το γεγονός πάντως είναι ένα, για να μη φλυαρώ και τα βρίσκεις και όλα αυτά πολλά, κούφια, φαντασμαγορικά μα κυρίως χιλιοειπωμένα λόγια κι εμένα ένα καμποτίνο φαμφαρόνο. Εγώ σε αυτή ολόκληρη τη διαδικασία, έτσι όπως σε κοιτάζω κατάματα μέσα σε τόσο σκοτάδι, εξαντλώ τα περιθώρια για να σου πω ακόμα μια φορά πόσο σε έχω ανάγκη. Κι αυτή τη φράση μπορείς μεν να την αντιμετωπίσεις σαν πυροτέχνημα, αλλά, σε παρακαλώ, κοίταξε την έστω για μια στιγμή πριν χαθεί στο σκοτάδι.

Wednesday, August 05, 2009

Where do the children play?



- I should like to change into a sunflower most of all. They' re so tall and simple. What flower would you like to be?
- I dont know. One of these maybe.
- Why do you say that?
- Because they' re all alike.
- Oh, but they' re not! Look, see, some are smaller, some are fatter, some grow to the left, some to the right, some, even, have lost some petals. All kinds of observable differences. You see, Harold, I feel that much of the world's sorrow comes from people who are this yet, allow themselves to be treated as that.

Χωρίς λόγια εδώ και καιρό. Και τι σημασία θα είχε αν μπορούσα να μιλήσω. Μπορεί αυτή η σιωπή να σημαίνει κιόλας ότι κατάφερα να γίνω λουλούδι. Μακάρι... η σιωπή τότε δε θα σήμαινε ότι έχω καταπιεί τη γλώσσα μου. Θα σήμαινε ίσως ότι έχω καταπιεί όλο το πορτοκαλί του κοσμου.

Sunday, July 26, 2009

Ένας ακόμα μαρκαδόρος δραπέτης



Είμαι σε παύση. Δεν παρακολουθώ τη ζωή πιά, τώρα τη ζω ενδεχομένως, έγινα πρόσωπο, δεν είμαι πλέον θεατής -για να πιστέψετε αυτά που λέω θα σβήσω και φέτος κεράκια και θα γελάσω. Δεν υπάρχουν περιθώρια για σταθμούς, απόψε φεύγει ένας ακόμα μαρκαδόρος δραπέτης. Είμαι σε παύση, σταμάτησα να σκέφτομαι. Δεν έχω άλλο κουράγιο για σκέψη. Τώρα ζωή, μόνο ζωή, και περιπέτεια, και φόβος, αλλά κυρίως ζωή με όλο το πάθος της άγνοιας και της περιπέτειας το φόβο. Ζω, φοβάμαι, δε σκέφτομαι. Είναι σε καταστολή η λογική κι όλες οι νεκρογόνες μου αισθήσεις. Όλος ο εγκέφαλος κατέρρευσε, μόνο η καρδιά χτυπάει, η καρδιά που αν για ένα δευτερόλεπτο της πείτε να σκεφτεί μπορεί αυτή η μια μονάχα σκέψη να την καταλύσει. Θέλω απόψε που συμπληρώνονται 30 χρόνια ακριβώς να γίνω ένα καινούργιο υβρίδιο, να γίνω για πρώτη φορά ένα μπασταρδάκι, το αλητάκι που δεν υπήρξα ποτέ, να μην έχω άλλο χρόνο στο χρυσό μου κλουβί για περισσότερη σκέψη.

Θέλω να ξαναγίνω εκείνο το παιδί πριν απ' τα τέσσερα. Τότε, όταν άρχισα να θυμάμαι όλα αυτά που μέχρι σήμερα προσπαθώ να ξεχάσω. Όλα τα "σκέφτομαι", όλα τα "θυμάμαι", όλα τα "φοβάμαι περισσότερο". Θέλω να ξαναβρεθώ στα τέσσερα εκείνα πρώτα χρόνια της ζωής τετ α τετ με τις σκόρπιες εικόνες και τις σπασμένες αναμνήσεις και να ρωτήσω μία μία που έχουν χαθεί, πες μου που πηγαίνουν άραγε εκείνες οι πρώτες αναμνήσεις. Γιατί γίνονται όλες εκείνα τα δάκρυα που πέφτεις κάτω και αμέσως μετά παιδί γύρω στα τέσσερα δε συμβαίνει μέσα σου τίποτα -αρκεί βέβαια με ένα "έπεσες" να μη σε τρομάξουν- και απλώς ξανασηκώνεσαι και δε σε εμποδίζει τότε ακόμα τίποτα στη συνείδηση να ξαναπροσπαθήσεις.

Δε με ένοιαζε που όλο έχανα τότε τους μαρκαδόρους μου, έλεγα μέσα μου "πάει! χάθηκε!" κι αυτό ήταν, τελείωσε εκεί το δράαμα και τίποτα δεν επεξηγούσα. Στο χέρι κρατούσα μια ακόμα πολύχρωμη κι αλλόκοτη ζωγραφιά, μέσα στο κεφάλι την ευφάνταστη δικαιολογία ότι τους κατάπινε μια μυστική καταπακτή, πάντα αόρατη, ανάμεσα κάπου στο σοβαντεπί και στο κρύο μωσαϊκό κάτω από της γιαγιάς το ντιβάνι. Δεν την ανακάλυψα ποτέ. Ωστόσο αυτό, ό,τι κι αν έκανα, όσο κι αν κρύωνα ριγμένος στα μωσαϊκά για έναν ακόμα χαμένο μαρκαδόρο, δε με πείραζε, δε με τρόμαζε που δεν έβρισκα τίποτα στη σκιά κάτω από το ντιβάνι, συνέχιζα, ζωγράφιζα, δεν είχε καν σημασία που αργά ή γρήγορα θα έριχνα με μαθηματική ακρίβεια και τον επόμενο μαρκαδόρο κάτω. Στην κρυμμένη καταπακτή. Που τουλάχιστον για απόψε δεν πρέπει να τη σκέφτομαι, δεν πρέπει να με φοβίζει έστω κι αν μου καταπίνει 30 χρόνια τώρα τις καλύτερες μπογιές μου.

Thursday, July 09, 2009

Σκισμένα χαρτιά, μουτζουρωμένα



Σήμερα κάνω αποδελτίωση.

Κρατάω πρώτη τη δήλωση του κ. Σταμπολίδη, διευθυντή του μουσείου κυκλαδικής τέχνης -παλαιότερα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης κι ας μην τον είχα παρακολουθήσει ούτε μια φορά ο αγράμματος- για την έκθεση που θα αρχίσει το Νοέμβρη του 2009 και θα κρατήσει ως τον Απρίλη του 2010 -φτάσαμε λοιπόν στο έτος της οδύσσειας του διαστήματος κρατάω υποσημείωση, με εξυπνακίστικα τσιτάτα λερώνω απλώς την πρώτη σκισμένη σελίδα. Λοιπόν είπε στην ερώτηση γιατί αυτή η έκθεση ο κ. Σταμπολίδης: "...δεν βλέπουμε τον έρωτα μέσα από την κλειδαρότρυπα. Θέλουμε να προσφέρουμε στον επισκέπτη τη δυνατότητα να κάνει την αντιπαραβολή με ό,τι συμβαίνει σήμερα. Να διαπιστώσει πως εκείνη η θαυμαστή ισορροπία, που υπήρχε στη στάση ζωής και τη φιλοσοφία των αρχαίων, δεν υπάρχει πια. Το σώμα σήμερα είναι εμπορεύσιμο, δεν έχει την ερωτική και ηθική υπόσταση του τότε."

Σκέφτομαι την ατάκα που ακούω συχνά: "πρέπει να εφεύρουμε έναν νέο τρόπο για τον έρωτα". Κρατάω υποσημείωση, πρέπει να εφεύρουμε το δικό μας τρόπο για τα πάντα. Βάζω στην άκρη την πρώτη μουτζουρωμένη σκισμένη σελίδα. Αμέσως μετά στα χέρια μου πέφτει ένα βιβλίο. Αλφαβητάρι για μικρά και μεγάλα παιδιά. Οι ζωγραφιές που περιέχει ανήκουν στον Εγγονόπουλο. Κοιτάω τους πίνακες και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Και ευτυχώς δε θέλω κιόλας να καταλάβω. Η ζωγραφική είναι ευτυχώς ακόμα μια τέχνη με την οποία είμαι ελάχιστα εξοικειωμένος. Αυτό σημαίνει ότι ελάχιστα την κατανοώ, άρα μπορώ απέναντι σε έναν πίνακα του Εγγονόπουλου να νιώθω ακόμα εραστής ή παρ' ελπίδα ερωμένος. Παρηγοριέμαι, λέω "να, ίσως ένας τρόπος καινούργιος για τον έρωτα" κι έτσι μέσα σ' αυτή την άγνοια απέναντι σε ένα πίνακα επιλέγω να παρηγοριέμαι.

Χτες συναντήθηκα με παιδικούς φίλους. Η αίσθηση ήταν αυτή:
Είναι ωραίο να βρίσκεσαι με φίλους. Φίλους παιδικούς, της μικρής καρδιάς, της καρδιάς σου σε μέγεθος παιδάκι. Φίλους που οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν πιά να μοιραζόμαστε το ίδιο θρανίο. Που οι ζωές μας έχουν αλλάξει ριζικά. Που τίποτα κοινό δε μας συνδέει πιά ενδεχομένως πέρα από εκείνες τις άλλοτε έντονες και άλλοτε σύθαμπες εφηβικές μνήμες. Κι όπως το βλέπω κι όπως φαίνεται καμιά φορά ακόμα συμβαίνει να είμαστε στο ίδιο έργο θεατές, στην ίδια παράδοση συμμαθητές, εξεταζόμενοι στο ίδιο απαράλλαχτο θρανίο. Δεν έχει σημασία η διδακτέα ύλη. Ποτέ μα εντελώς ποτέ δεν είχε σημασία η διδακτέα ύλη. Πάντοτε μα εντελώς πάντοτε είναι διαφορετική για τον καθένα η διδακτέα ύλη. Κι η γνώση η αληθινή θρανίο και δε μοιράζεται -με κανένα, ακόμα και με το μεγάλο... έρωτα δεν υπάρχουν σκονάκια να ψιθυρίσεις, πρέπει απλώς να διαγωνιστείς. Κι όμως υπάρχει κάτι και σε κάνει και χαμογελάς τρανταχτά όσο το νερό στην πηγή κι όσο εσύ μέσα στην ψυχή σου, με ανεμελιά, με ευχαρίστηση και λαχτάρα, με ξεκούραση, μια αβίαστη αίσθηση κάτι τέτοιες ώρες ότι δε βγήκε στο τζάμπα αυτό το φτηνό κομμάτι κόντρα πλακέ. Κι ίσως αυτό να εξηγεί γιατί είναι ώρες ώρες τόσο καλό το ξύλο που βγήκε απ' τον παράδεισο.

Έγραψα το κείμενο για ποστ. Το αποθήκευσα στην επεξεργασία, δε θα θελα να το δημοσιεύσω ποτέ. Μου φαίνεται τόσο άχαρο. Τόσο νοσταλγικό. Σα να βρέθηκα με παλιούς συμμαθητές και μου επιβλήθηκε να γράψω κάτι γλυκανάλατο στης τελευταίας τάξης την επετηρίδα. Δεν το ανέχομαι. Θέλω να κάνω το αντίθετο μα το δημοσιεύω. Είναι χάλια και το δημοσιεύω. Κάνω αποδελτίωση λένε το πρόσχημα σήμερα, αυτή είναι η άχαρη δικαιολογία σήμερα για τα λάθη. Έχω μαζέψει τόσα χαρτιά που σχεδόν δε με νοιάζει και να τα χάσω. Θέλω να μαζέψω κι άλλα χαρτιά αλλά θέλω να έχω ανάγκη να μη τα χάσω. Να κάνω αποδελτίωση όχι για σκότωμα αλλά από ανάγκη. Να μην κάνω αποδελτίωση.

Τελευταίο. Κράτησα σήμερα μια σημείωση από μια συνέντευξη της Αρλέτας στην Athens Voice της περασμένης βδομάδας. Τόση βαρεμάρα στη δουλειά. Δε μου αρέσει να διαβάζω free press, μου πιπιλάει το κεφάλι -ειδικά όταν έχει το βαρύγδουπο τίτλο της Αθήνας φωνή και ζωή(lifo) και όλο αυτό το "κεφάτο" περιεχόμενο που βρίσκει κανείς σε αυτές τις ντεμέκ "μεγαλοαστικές, μετα - μοντέρνες, αποψάτες" φυλλάδες. Λοιπόν δεν θα την παραθέσω τη δήλωση, είναι μεγάλη, δεν πρέπει να σας κουράσω άλλο -εγώ βέβαια τσέπωσα το σκισμένο χαρτί στα δύσκολα για σκονάκι. Θα βάλω μόνο την ατάκα που αντέγραψα status στο facebook κι εδώ το μικρομέγαλο θεματάκι μου για σήμερα το κλείνω: "'Εχω καρδιά καφενείο, που λέει κι ένας φίλος. Θέλεις άλλη μια μπύρα;"

Υ. Γ. Αύριο βράδυ φεύγω για τα Κύθηρα. Νομίζω -όπως μάλλον κι εσείς ύστερα από όλα αυτά-ότι το έχω ανάγκη. Υποσημείωση: Πότε θα καταφέρω να κόψω το τσιγάρο;

Saturday, July 04, 2009

Ιούλιος 09



Κάποτε θα έπρεπε να γράψω κάτι αισιόδοξο όμως εγώ σκέφτομαι πώς θα γίνει ο άθλος αυτός γιατί αισιόδοξος αισιόδοξος υπάρχω μόνο σε στιγμές. Απαισιόδοξο απαισιόδοξο πάλι επιμένεις να μη με λες. Άρα το πρόβλημά μου μεγάλο γιατί μόνο αβεβαιότητα μου προσφέρει να στέκω εδώ, στη μέση του δρόμου. (Αυτό αλήθεια τι είναι; Απαισιόδοξο, αισιόδοξο, πες μου ειλικρινά, τι το λες;)

Τέλοσπάντων, όλα αυτά τα γράφω σήμερα: κάνει ζέστη, είναι καλοκαίρι, Ιούλιος -τι τύχη του κληρώθηκε; Κι αυτός ο μήνας πάντα στη μέση- έχει υγρασία, έχει ήλιο, βρέχει γιατί έχει συννεφιά. Και όλα είναι ένα. Ταυτόχρονα, αχταρμάς, λαμπερά, υγρά και συννεφιασμένα.

Οι σταγόνες της βροχής ξεκινούσαν σήμερα από τα σύννεφα πριν πέσουνε όμως χάμω εντελώς, ο ήλιος τις κεντάγε και σπίθιζαν ελάχιστα. Κοιτούσα μέσα από το λεωφορείο πάλι αυτό το στιγμιότυπο, το φαινόμενο, δεν ξέρω πώς να το ονομάσω.

Ύστερα βγήκα, κατέβηκα στη στάση και περπάτησα. Δεν είχα προνοήσει, φορούσα σαγιονάρες. Και ευτυχώς ετούτη τη φορά στη μέση του δρόμου βράχηκα. Aπ' τον ήλιο.

Tuesday, June 30, 2009

Το μήνυμα


Κάθομαι εδώ δίπλα σε θάλασσα με τα πόδια κιόλας βουτηγμένα μέσα λέω δροσίζομαι μα είναι βαθιά να πέσω να μην πέσω κοιτάζω κι όλο δεν πέφτω σα το παιδί που δεν πρέπει να χαραμίσει για τους επισκέπτες που θα έρθουν σταλιά απ το βάζο που χει το γλυκό όμως οι επισκέπτες είναι κύματα κι έχει μια θάλασσα για να την πιείς στο ποτήρι κι έρχονται και φεύγουν έρχονται και φεύγουν με τον ίδιο τόσα χρόνια αγνό και αθόρυβο μηχανισμό παίρνουν λιγάκι από την άμμο που σε κάθε επανάληψη τα πόδια μας σχεδόν χαριτωμένα και λικνιστικά απλώς σκεπάζει, ξεσκεπάζει. Τι να σημαίνει άραγε το μήνυμα στέκομαι, το βρήκα τυλιγμένο σ' αυτό το γυάλινο μπουκάλι που ξέβρασε η ακτή. Ένα μήνυμα μακρινό ίσως, κάπου άλλου κάποιος άλλος, όμοιος ομοίω αει πελάζει, αλλά, τι λέω, τι γλώσσα είναι αυτή, μάλλον: Προσοχή, προσοχή... όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές, για να μπορούμε όλοι μαζί να χαιρόμαστε την καθαρή θάλασσα κι αυτό το καλοκαίρι, όπως έλεγε κάποτε εκείνη η αρχαία διαφήμιση με τον πελεκάνο.

Saturday, June 27, 2009

Φυσική



Όσο πληθαίνει το σκοτάδι στην Ελλάδα, εμένα με απασχολεί το φως. Το σκοτάδι και το φως είναι μια σύγκριση που διατρέχει τους πολιτισμούς και τις θρησκείες. Το κακό είναι πως στη Φυσική τα όρια δεν είναι σκοτάδι ή φως. Ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι υπάρχει λίγο φως. Αυτό αντανακλά την πραγματικότητα. Ποτέ δεν είναι κάτι τελείως μαύρο και ποτέ δεν είναι κάτι τελείως φωτεινό. Νομίζω ότι η φωτεινή πλευρά της ζωής, της τέχνης, της επιστήμης είναι αυτή που καταξιώνει την πορεία του ανθρώπου σε έναν τελείως ασήμαντο πλανήτη.


Ασχολούμαι τα τελευταία δέκα χρόνια με το φως. Η ερώτηση τι είναι το φως στην ουσία δεν έχει απαντηθεί ακόμη. Ξέρουμε πώς επιδρά, ξέρουμε τις εξισώσεις του, ξέρουμε ότι είναι ηλεκτρομαγνητικό κύμα, αλλά το φωτόνιο, που είναι η μονάδα του φωτός, στην ουσία δεν το καταλαβαίνουμε. Πίστευα για πολύ καιρό ότι το φως το βλέπουμε. Η αλήθεια είναι ότι δε βλέπουμε ποτέ το φως, βλέπουμε μόνο τις συνέπειες του. Κανείς δεν το χει δει και ούτε θα το δει. Είναι τόσο αυτονόητο και απαραίτητο, αλλά αυτό που διδάσκει η επιστήμη είναι πως σε τελευταία ανάλυση, δεν ξέρρουμε τι ακριβώς είναι το φως. Κι αυτό είναι το συναρπαστικό.

Αυτά τα είπε στο τρέχον φύλλο της Lifo ο Γιώργος Γραμματικάκης. Κι εγώ διαπιστώνω ότι αλωνίσαμε τις σκηνές, φέραμε άνω κάτω προβολείς και ψεύτικα φώτα, ξεμανταλιάσαμε στην υπογράμμιση τσιτάτα και βιβλία και η ποίηση δεν είναι τελικά παρά η φυσική μας αυτοπροσώπως.

Thursday, June 25, 2009

Τσιγγάνα



Και η ζωή όμορφη, άσεμνη, αναίσχυντη, διαρκής αλλά χωρίς συμπεράσματα περιμένει σε μια κρυμμένη γωνία…. Πιέζομαι όσο πιέζονται τα μοσχάρια στης ανάγκης το ζυγό, δεν στα λέω αυτά για γλυκόλογα, μια ακόμα έκφραση κάποιας παρήγορης παραμυθικής αλληγορίας. Φοβάμαι την ελπίδα, γι αυτό στα λέω αυτά. Έμαθα να τη φοβάμαι, να μη της δίνω σημασία, να την προβλέπω στα χαρτιά, στο χέρι σου καλή ώρα να τη διαβάζω και βρέθηκα να κάθομαι σε ένα μονόδρομο που δεν έστριβε ποτέ, πουθενά, σε καμιά γωνία. Μιλάω με την απόγνωση του εξαπατημένου από επιλογή και στα παρουσιάζω όλα τόσο ρόδινα μπας και νιώσω μαζί σου, έστω λίγο, ψάρι έξω απ΄ τα νερά μου. Να θυμηθώ όσο για να ξεχάσω. Γι’ αυτό κοίτα εσύ έστω να μη φοβηθείς. Συνέχισε. Πες ότι συνάντησες κάποιαν που απλά δεν ήξερε τί ακριβώς ήθελε να πει, πώς ακριβώς να σου μιλήσει. Ξέχνα με, σου λέω... Πες πως μ' αντάμωσες μια νύχτα σ' ένα όνειρο...

Και εκείνος ευτυχώς προσπέρασε και συνέχισε να προχωράει

Sunday, June 21, 2009

Στάση Ακρόπολη

"Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια / που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω που να τ' ακουμπήσω." Γ. Σεφέρης

Δεν ξέρω, έτσι, λόγω της ημέρας των πανηγυρισμών σήμερα σε ανάρτηση μια φωτογραφία που έβγαλα πριν λίγο καιρό. Για όλες εκείνες τις στιγμές που νιώθω ότι σα λαός τίποτα παραπάνω δεν είμαστε από ένα μεγαλείο που μας προσπερνάει. Κι αυτό που έχουμε διαρκώς ανάγκη τα προπύργια, τους μεγάλους έλληνες, ένα υπερσύγχρονο μετρό και κάμποσες νέες θερμοπύλες για να λέμε με τη σειρά μας ένα εύκολο και περισπούδαστο τάχα μ δήθεν "μολών λαβέ" σε κάθε καινούργιο οικονομικό μετανάστη, καταφανώς επειδή τα καταφέραμε να ξεχνάμε παντελώς ακόμα κι αναμετάξυ μας το "Έλληνες καλούνται οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες" εκείνου του αρχαίου κυριούλη που λέγανε Ισοκράτη. Γιατί δεν είναι δόξα αυτή, δεν είναι καν λεφτά, ούτε ένας τίτλος και αναφαίρετο δικαίωμα που αρκεί για να μας φέρει πίσω όλα τα τιμαλφή και τα απολεσθέντα. Όχι, δεν είμαι ο γκρινιάρης της υπόθεσης κι ούτε μελαγχολώ μέρα που είναι, φυσικά και έχω χαρεί, φυσικά και θέλω τώρα κιόλας να μπω στο καινούργιο μουσείο -κι όταν λέω τώρα, εννοώ τώρα ακριβώς, μες το σκοτάδι της θερινής νύχτος να βλέπω την κατάφωτη Ακρόπολη εκεί έξω απέναντι και εδώ μέσα να λάμπουν όλα τα μαρμάρινα κομμάτια του Σεφέρη, τα χέρια μου να μην έχουν εξαντληθεί στους αγκώνες και να ξέρω ότι όλα αυτά τα κεφάλια ένα ένα βρήκα επιτέλους μέρος και θέση να τα ακουμπήσω. Εννοώ φυσικά και θέλω πίσω τα μάρμαρα όπως όλοι μας, αλλά θέλω πίσω και τη Μελίνα και θέλω, το κυριότερο, να κοιτάζουμε όλοι μας κατά κει στα βορειοδυτικά με αυτή τη λάμψη και τη γυαλάδα, μ' εκείνο το καθαρό πρόσωπο και το πιό τρανταχτό και αφοπλιστικό επιχείρημα, το γέλιο της Μελίνας και το μειδίαμα των αγαλμάτων. Όχι σαν την κυρία από κάτω κατά τη ρότα την αντίθετη, τη βουβή, τη μουντή, σας παρακαλώ, άλλο όχι... Γιατί ακρόπολη ας μη ξεχνιόμαστε σημαίνει να ξεχωρίζεις, αλλά, επιτρέψτε μου, το πώς και το γιατί είναι ακόμα του νεοελληνισμού μας μείζον θέμα...

Monday, June 15, 2009

Που, που, που...



Λένε πως όσο πιό πολύ απομακρύνεσαι από ένα γεγονός μπορείς με μεγαλύτερη ψυχραιμία να το δεις, να το κοιτάξεις. Υπάρχουν νομίζω όμως κι εκείνες οι σπάνιες φορές και των περιπτώσεων οι εξαιρέσεις που η απομάκρυνση από το μοιραίο ταμείο δεν ξεχρεώνει με τίποτα τη σούμα κι απομένεις μονίμως έτσι αγράμματος, άμουσος και αδαής να ψάχνεις και να καταμετράς τελικά πράγματα να λείπουν παραπάνω από χίλια. 1.101.101.10 και βάλε.

Στέκομαι λοιπόν σήμερα εδώ καθισμένος σε ένα παγκάκι αδειανό στην οδό των δικών μου ονείρων ένα βαλσάκι σχεδόν αθώο παίζει κάπου μακριά βράδυ Ιουνίου 15 με μια ψύχρα ομολογουμένως για πρώιμο καλοκαίρι. Θυμάμαι ότι πάνε κιόλας χρόνια 15 κι αυτά ακριβώς από τότε που ο Μάνος Χατζιδάκις αποφάσισε να συνεχίσει την πορεία του σε ένα άλλο, ίσως κατάδικό του, πάντως λίγο πιό μακρυνό αστέρι -η ίδια η γη βλέπεις είναι κι αυτή εκεί στο βάθος το πιό μοναχικό αστέρι, κι ας έχουμε την τάση να το ξεχνάμε- και υπάρχουν τελικά οι περιπτώσεις εκείνες που η απομάκρυνση από το συγκεκριμένο γεγονός δεν λειτουργεί τελικά και ποτέ συμφιλιωτικά με την πάροδο του χρόνου αλλά αντιθέτως επενεργεί αντιστρόφως ανάλογα τελικά στις προσδοκώμενες, τις τακτοποιημένες, τις κοιμωμένες μας αισθήσεις.

Δεν είναι λύπη, δεν είναι άλλο ένα μνημόσυνο αυτό εδώ, είναι ζωή, δεν είναι μνήμη, είναι μέσα σε κάθε νότα και χτυπάει, εγώ δεν είμαι βέβαια κανένας ειδικός να μιλήσω για το Μάνο Χατζιδάκι, προσπαθώ ωστόσο ένα προσωπικό μου βίωμα από τη μουσική του να αποτυπώσω, ό,τι καταφέρνω κι όσο αισθάνομαι, κι ας ξέρω ότι μάλλον πρόκειται για φαλτσέτο, εγώ συνεχίζω, χωρίς να έχει καμία ιδιαίτερη σημασία συνεχίζω γιατί δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ όσο ακόμα ακούω το βαλς των χαμένων ονείρων και βουρκώνω, εξακολουθώ να πιστεύω παραδόξως -και μάλιστα έως και ακράδαντα εκείνες τις στιγμές- ότι έχω υποχρέωση να ελπίζω. Καληνύχτα, Κεμαλ, και δε βαριέσαι αυτός ο κόσμος δε πα και να μην αλλάξει ποτέ; Εσύ ό,τι είχες να κάνεις, το έχεις ήδη κάνει... Καληνύχτα...

Thursday, June 11, 2009



Και πάλι καλημέρα σας...

Δάκρυ



Άντε, καληνύχτα...
εκτονωθήκαμε πάλι σήμερα...

Sunday, June 07, 2009

Αποχή (?)



"Μη φοβηθείτε, μη δειλιάσετε, μη σαστίσετε που έτσι άγριμι έγινα, μόνο σπλαχνιστείτε με έτσι δυστυχισμένο, μόνο κι έρημο που στενάζω δίχως φίλο εδώ κι αν είστε φίλοι μου μιλήστε, πείτε κάτι"
Σοφοκλή, Φιλοκτήτης, στίχοι 225-230

Και το να μην πας σκέφτομαι είναι εκλογή. Μην αρχίσετε να βαράτε, δεν είναι προτροπή, δεν είναι παρότρυνση, δε αφαιρώ κανένα δικό σας δικαίωμα, δεν το προτείνω καν ως λύση. Αυτό που εκφράζω εδώ είναι μια απόλυτα δική μου προσωπική θέση, μπορεί σωστή, μπορεί και λαθεμένη, διατυπωμένη ευθαρσώς με βαθύτατο και πολιτικότατο κατά την ταπεινότατη μου γνώμη προβληματισμό.

Πάντως αν το καλοσκεφτείτε, αναφαίρετο το δικαίωμα στο λάθος, χρόνια τώρα αυτό επιβεβαιώνει στο χάος η τόση μας αντοχή. Δεν καταλαβαίνω λοιπόν εγώ γιατί πρέπει κάθε τόσο να ψηφίζω. Γιατί πρέπει εγώ απλά και μόνο με μία ψήφο και καλά να επιβεβαιωθώ μέσα σε ένα ολόκληρο σύστημα που το φτιάξαμε τόσο ασφαλώς ώστε να παραπαίει.

Απλά όλο αυτό το ζήτημα περί της άλλης λεξούλας, της κακιάς, της αποχής από τις εκλογές σας λέω -και εδώ που τα λέμε από εδώ και πέρα της αποχής από τις εκλογές γενικώς-, αυτό το αναφαίρετο και καλά δικαίωμα του ευρώ- πολίτη (όπου ευρώ το νόμισμα και όχι η ήπειρος η γηραιά, αυτή γέρασε αρκετά μάλλον για να αυτοεξυπηρετείται και κουράρισμα πρέπει μόνο να πληρώνει) μου πιπιλίζει τα αυτιά και φαίνεται τόσο στην οθόνη -εκεί δηλαδή που όλοι μα όλοι έχετε μεταθέσει το παιχνίδι- ακόμα μια διαφημιστική καραμέλα παχιά, βουτύρου σα να λέμε ή μάλλον τσιχλόφουσκα big bubble, ναι, με την extra δόση ζάχαρη για να χρυσώνει εν ολίγοις το χάπι και να εκποιεί το ίδιο το αναφαίρετο δικαίωμα μου τελικά ως πολίτη.

Και γενικώς αυτή η τρομολαγνεία του ρήματος "απέχω" που θέλει να κάνει τη συνείδηση μου ακόμα ένα τηλεοπτικό προϊόν που ευχαριστώ αλλά δεν θέλω να το πάρω. Από ξένους η μαμά κι ο μπαμπάς είπαν να μην παίρνω τσίχλες, καραμέλες και τα συναφή οπότε εγώ δε θα πάω αυτούς τους άγνωστους να τους ψηφίσω κιόλας τσίχλα ξαναμασημένη. Άσε που όταν είμαι όχι δυσαρεστημένος απλώς, όταν είμαι βαθιά απογοητευμένος και θλιμένος, εγώ έμαθα να απέχω, να κοιτάζω μέσα μου να δω τι συμβαίνει και φταίει κι όχι να το κάνω προεκλογική καμπάνια. Να αποχωρώ. Σεμνά και ταπεινά μόνο αυτό στα ελληνικά πρέπει να σημαίνει.

Τέλοσπάντων, η αλήθεια είναι ότι έχω νομίζω προβλήματα και χαρίσματα αρκετά για να βάψω όπως όπως τη σκέψη μου ιδιαίτερα όταν τα χρώματα είναι τόσο θαμπά έως, κύριοι πράσινοι, κόκκινοι, βένετοι, έτσι που τα κάνατε σα τα μούτρα σας, συσκατένια. Δε θα κάνετε λοιπόν ιππόδρομο το δικό μου μαγαζάκι, παιδιά, όσο και να αποπατήσετε με τις παχηλές σας φοράδες εδώ μέσα. Όσο να πεις οιστρήλατος ξέρω τι σημαίνει.

Κάνω την τρέλα να μην ψηφίσω λοιπόν εγώ, αλλά έχετε κάνει κι εσείς μια τοσοδούλα μικρή τρέλα: η πραγματική κρίση δεν είναι οικονομική, η πραγματική κρίση είναι στα κεφάλια μας μέσα. Όταν αλλάξετε μυαλά δώστε πίσω την κάλπη για να ψηφίσω.

Wednesday, June 03, 2009

Μέχρι τη φλούδα

Χρώματα. Γεύσεις. Φρούτα. Πέντε σανίδια παραγεμισμένα. Μπορεί να είναι ακριβώς αυτό το φετινό καλοκαιρι; Μόλις έφαγα το πρώτο κομμάτι καρπούζι. Πήρα το μαχαίρι έπειτα και άρχισα να καθαρίζω ό,τι είχε απομείνει στη φλούδα. Στο καρπούζι το λιγότερο που μου αρέσει είναι η καρδιά. Η φλούδα με τρελαίνει. Λοιπόν: μέχρι τη φλούδα, παίδες, μέχρι τη φλούδα.