Tuesday, March 03, 2009

Αρνητικό φωτογραφίας από την άνοιξη


Σταμάτα να μιλάς, πώς μπορείς έτσι αυθαίρετα να ξεστομίζεις λέξεις δικές σου στο μαύρο χαρτί, εδώ δεν κατάφερες καλά καλά να πεις δυό τρεις κουβέντες άλλων πάνω σε σανίδι, βρήκες το θράσος δικό σου λόγο τώρα κι αρθρώνεις. Ο Μάρτης ευτυχώς κρατά ακόμα γερά μέσα του χειμώνα τον καιρό, αλλιώς θα κινδύνευες να κατηγορηθείς: πρώιμη μυγδαλιά μέσα στην καταιγίδα. Τόσο φως άπλετο το σκοτάδι. Στα παρασκήνια κατέφτασε αντανάκλαση: ανθίζουν δειλά δειλά κι οι πέτρες ή τάχα επιβεβαιώνουν: η άνοιξη ένα απεγνωσμένο πείραμα είναι. Mε το θάνατο. Η ανάσταση άρχισε να θυμώνει. Κι η μέρα μεγαλώνει. Από τους κόπους μας. Μεγάλη η Τεσσαρακοστή.

Saturday, February 28, 2009

Happening


Σημασία δεν έχει πώς και τι. Σημασία έχει ό,τι γίνεται. Όπως συμβαίνουν όλα ανά πάσα στιγμή. Με μια δόση ανθρώπινη προαίρεση και με μπόλικη ή ελάχιστη πρέζα υπερκόσμια τύχη. Και δεν έχει νόημα τώρα να περιγράφει κανείς ακριβώς ένα και μόνο συγκεκριμένο γεγονός. Πώς ήταν η διαρρύθμιση στο δωμάτιο, πώς έχωσε το βλέμμα του την ώρα εκείνη ακόμα και ο ήλιος, ότι ήταν μεσημέρι Κυριακής και ήμασταν μαζεμένοι τριγύρω. Ωστόσο, ξέρω. Τα έζησα με λεπτομέρειες, τις θυμάμαι επακριβώς. Μπορεί να θέλω όλη αυτή την περισπούδαστη, τυραννική ακρίβεια κατά βάθος να ξεχάσω. Καρέ - καρέ. Δεν έχει σημασία. Αυτό που προσπαθώ να ζω είναι για τα μικρά λεπτά και τον τρόπο που ο χρόνος άλλοτε γενναιόδωρος και άλλοτε βασανιστικός χαρίζεται και στερείται. Πάντως συμβαίνει. Ο μήνας Φεβρουάριος από κατασκευής υπολείπεται, ο φετινός πέρα από μέρες βγάζει πολύ λιγότερους απ' τους δικούς μου στη σούμα, πάτησε γκάζι να τελειώνει και φεύγει από δω. Πάντως, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς και το γεγονός ότι απόψε για τον ίδιο Φλεβάρη είναι το τελευταίο βράδυ μιας τρελής αποκριάς φουλαρισμένης στο κέφι...

Thursday, February 19, 2009

Αρχιτεκτονική ονείρου στην πόλη των Αθηνών


Μας επιβάλλονται τα κτήρια σε διάταξη ορθοπεδική
τo τσιμέντο στα μάτια και κάψιμο απ' τον ήλιο στα μάγουλα
ανάμεσά μας τόσο φως σε παρενδυσία

Αλκυονίδες ημέρες
τσικνοπέμπτη
οικόπεδο κέντρο Αθήνα

Οι καλύτερες Αποκριές φοράνε τα ίδια τα ρούχα μας
όλες αυτές οι σκάλες από κάπου έρχονται και
κάπου εξαφανίζονται ντύνονται καπνός και είναι κάφτρα μας
πάντως ανεβαίνουμε - κατεβαίνουμε όλο αυτό δε το λες
περπατάμε ωστόσο, σε αυτή την τόσο πραγματική πόλη εμείς απλά
κι ανισόπεδα
περπατάμε

Tuesday, February 17, 2009

Άνευ προς το παρόν


Σιγά σιγά γέρνω. Hμέρα στη δύση κι ώρες οχτώ καθυστέρηση. Πάντα η καθυστέρηση είναι γεγονός ατόφιο, οι οχτώ ώρες θα πειράξουν; Το μόνο που θέλω είναι να παραδοθώ άνευ όρων, μωρό μου, σ' εναν ύπνο συθέμελο κι εκεί μέσα στις ασπρόμαυρες σκιές και τις ώρες να κοιτάξω επιτέλους ξεκάθαρα τα περιγράμματα των πραγμάτων έτσι ώστε όταν ξημερώσει με το καλό ο θεός την πολύφωτη ημέρα να μπορώ να ξέρω και να διαλέγω αυτό που με κόπο θ' αντέχει μετά από χρόνια ακόμα. Κι αυτό δεν είναι μοιρολατρεία, ούτε θεοφάνεια. Είναι ο πόθος για τη σωστή επιλογή. Που εγώ την έχω κάνει...

Friday, February 13, 2009

Μεταφορά



Εχω δανείσει τόσο πολύ το σώμα μου. Κάθε βράδυ κοιμάμαι με άλλο. Μ’ αρέσει αυτή την ώρα ειδικά να απογράφω τα κατορθώματα της μέρας που πέρασε. Γιατί τώρα ακριβώς είναι η ώρα που δεν ελέγχω τη μέρα. Και το σώμα μου. Λίγο πριν κοιμηθεί. Που γίνεται κάτι άλλο. Κανείς ωστόσο μην κατηγορήσει ποτέ για έλλειψη αληθοφάνειας το σώμα ετούτες τις στιγμές μας. Με νάρκες απόψε κοιμάμαι. Μπορεί ποτέ κανείς να κατηγορήσει έναν στρατιώτη που διαμελίστηκε επειδή χύμηξε για το καθήκον και την τιμή του σε ναρκοπέδιο -ακόμα και παιχνίδι να ναι; Σε ναρκοπέδια όλοι, σοφοί κι ηλίθιοι, εν αγνοία κοιμόμαστε.

Πρώτος εγώ σήμερα στο λεωφορείο. Ο δρόμος ανοιχτός, τα σκυλιά δεμένα και νιώθω το λεωφορείο να τρέχει αύτανδρο πλην εσού ξαφνικά, όχι παράλογα, όχι επικίνδυνα, όχι σαν τρελλό αλλά με έναν ρυθμό πιό γρήγορο από κείνο τον οποίο εγώ με το σώμα μου μπορούσα την ώρα εκείνη να αφομοιώσω. Μεταφέρομαι. Επί κιλίβαντος τροχοφόρου όπλου: το λεωφορείο με τρέχει. Μαζί του κι εγώ. Στη θέση που εξασφάλισα να κάθομαι. Το θέαμα τούτο σαν όνειρο και ρεμβάζω: Όλα, οι χειρολαβές, οι θέσεις, οι άνθρωποι που κάθονται, οι άνθρωποι που στέκονται όρθιοι, ο οδηγός ισορροπούν και τρέμουν. Τα τζάμια τρίζουνε, νομίζω πως θα σπάσουν. Οι μηχανές δεν ξέρω τι κάνουνε, άλογα με πηγαίνουν. Μεταφέρομαι. Με λακούβες. Και το μόνο πράγμα που σκέφτομαι είναι ότι κάθε λεωφορείο το κινεί δυναμικά αυτή η αστάθεια όσο κι εμένα αδιέξοδα αυτής της μετακίνησης τότε και του ύπνου τώρα εντός ολίγου η ακινησία.

Καληνύχτα.

Η επιλογή του βίντεο σήμερα έχει να κάνει μάλλον με το τι έγινε μετά. Για κείνον που μπήκε μ' ενα σάλτο μες το λεωφορείο. Λίγο πριν από εσένα που έμεινες να κοιτάζεις πίσω. Σε άλλη οδό, αλλά στ' αλήθεια πόση σημασία έχει το ναρκοπέδιο αφού δεν κοιμάσαι στο κρεβάτι μου απόψε;

Tuesday, February 10, 2009

Νεφελοκοκκυγία


Χτες βράδυ μύρισα ξαφνικά μέσα μου κοτέτσι...

Στάθηκα εδώ και δεν έφτασα παρακάτω γιατί διακινδύνευσα στην ερώτηση πού πηγαίνω και ήξερα τί ήθελα μόνο που να με εμπιστευτώ δεν μπορούσα και τρόμαζα μέσα στα όνειρα από το χάος που θα είχε μια πτώση στο κυνήγι των ονείρων. Έχω υψοφοβία, τί είναι κυνήγι; Να πηδήξω από τα σύννεφα δεν θα ταν συντριβή στο έδαφος, θα ταν καταβύθιση στη θάλασσα κι όσο ψηλότερα σταθείς τόσο βαθύτερα βυθίζεσαι λένε. Δεν έχω υψοφοβία τελικά. Είμαι απλά προκατασκευασμένος κότα.

Sunday, February 08, 2009

Bitter way



Maybe I' m a dancer...

Άντε καληνύχτα τώρα χωρίς πολλά πολλά.
Μόνο το reflections του Χατζιδάκι άσε με να πάρω μαζί μου.

Tuesday, February 03, 2009

Β' διαλογής



Πόσο θα θελα να βγω απόψε στη σκηνή και να ουρλιάξω ένα τραγούδι! Έτσι κακότεχνα, όπως μπορώ, ας γδάρω το λαιμό μου εν ανάγκη, κανένας έτσι κι αλλιώς δε θα παρασταθεί -έστω μια halls με vaporaction που μαλακώνουν και γλυκαίνουν, ρε παίδες, το λαιμό- κι εξάλλου δε βλέπω να ωφέλησε και πουθενά η τεχνική στις συνθήκες ευρέσεως εργασίας...

Ναι, Χριστέ μου, μ' αρέσει όταν γίνομαι μελό και drama queen όταν γίνομαι μ' αρέσει, αλλά, δε βαριέσαι, το μελό είναι ένα πάθος εντελώς ακίνδυνο, καταγέλαστο εντέλει. Μεθάμε στη σκηνή η Νίνα του Τσέχωφ κι εγώ κι εσύ από κάτω στα κατ' ιδίαν show πάντα χειροκροτάς και διασκεδάζεις. Τόσες χαμένες σου' κανα προσευχές, δεν εξηγείται αλλιώς, σου αρέσουν κι εσένα προτάσεις επιφωνηματικές επάνω στο σταυρό, αυτό είναι όλο...

Επιφωνηματικές εκφράσεις: Μαρτυρούν ευχάριστη έκπληξη όταν είμαστε μικρά παιδιά και μας παίρνουν επιτέλους ο μπαμπας κι η μαμά το αγαπημένο μας δωράκι ή κάποιες άλλες απροχώρητες στιγμές όταν όλα έχουν φτάσει σε εκείνο που δεν έχει παραπέρα και γινόμαστε μεγάλοι. Παιδιά τα μεν, αποπαίδια τα δε. Τετέλεσται κι ακολουθεί θαυμαστικό εν πάσει περιπτώσει.

Έχω μείνει δίχως λέξεις τον τελευταίο καιρό κι αυτές που βρίσκω όλο κάπου και πάσχουν, αρνιά αλαφιασμένα τρέχουνε δεξιά αριστερά φιλότιμος ποιμένας εγώ μα κάπου όλο χάνω τ' αρνιά μου
Ακούω μόνο πότε πότε στα δειλά; στα κουφά; στα βουβά; -τύμπανο το σώμα έγινε ή μπορεί να έχω πνιγεί και να μην καταλαβαίνω- μια φωνή
σε κάτι απολήξεις νεύρων στα χείλια θυμίζει τη φωνή τη δικιά μου
άλλαξα μάρκα κι ωστόσο καπνίζω τώρα πιό βαριά τσιγάρα

η πόρτα τρίζει αλλά είναι απλά που γεμίζει το φόβο στο στόμα μου συνέχεια σιγά σιγά
τα βράδια ο καπνισμένος αέρας
ο Βοριάς που τ' αρνάκια παγώνει λοιπόν
όλο λέξεις πατάει εδώ κι εκεί κι ακούω στις σάρκες μου ένα ρήμα σαν πιάνω,
ανοίκειες επιφωνηματικές προτάσεις για κάποιο πράσινο λιβάδι
όλο και πιό κεί κι όλο και πιό κει. Ως εδώ και μη παρέκει!
Κλείνω τα χέρια μου στα πλήκτρα. Και, χριστέ μου, πόσο πονάω!


Ο πόνος είναι από μόνος του πρόταση επιφωνηματική, απρόσκλητη κι αιφνιδιάζει. Χωρίς καλολογικά στοιχεία, χωρίς κάν ουσιαστικό, χωρίς ρήματα, υποκείμενο αγνώστων λοιπών στοιχείων χτυπιέται και σφαδάζει. Και αυτός ο ήχος ποτέ δεν καταλαβαίνεις από που πάει και βγαίνει ακριβώς, από ποιό υπόλλειμα της αρνίσιας, της σφαγμένης σου ψυχής έγινε πάλι απόψε χαλκός και ηχεί, κύμβαλο κι αλαλλάζει.

Sunday, February 01, 2009

Ωδή κορασίδος εις καιρόν Φλεβάρην


Ο πρώτος μήνας κύλησε νερό. Αυλάκι κρύο κύλησε το νερό, νότισε το Φλεβάρη. Γειά σου, μήνα. Δεύτερε. Γιατί σε λένε μήνα? Γιατί δε σε λένε λεύτερε? Γιατί δε σε λένε τουλάχιστον Βλεφάρη, θα είχε αν μη τι άλλο μιαν χάρην γούστου ετούτη η προσωνυμία... Είσαι σταθμός όλο διακόσμηση μπαρόκ, μένω ξωπίσω μπουκάλα εγώ, τύπου τρώω κοτσίδες πως λέμε... Κι έπειτα σε λένε και Φλεβάρη... Είναι όνομα αυτό για μήνα ολοκληρωμένο? Τι κάνεις δηλαδή, φλεβίζεις? Γεμίζεις αίμα τις αμυγδαλιές και, θαρρείς, ξεγελάς, ερωτύλε. Τι πασέ! Πρώτη φορά το τολμώ για τις ορμές ενός μήνα ακόλαστη εγώ έτσι όπως μιλάω. Ακαρδε χρόνε, χρόνε σκληρέ, εσύ μόνο μπορείς και κυλάς με μια δύναμη αλλοπρόσαλλη, διαρκώς μου φωνάζει "φτάνω". Αχ, εσύ ξεγελάς κι ανθίζω ανάπηρη εγώ. Πάντα ύστερα δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι. Και θα μαραθώ. Τα πέταλα θα τινάξω. Ω, πόσο ρομαντικό φινάλε, ω τι φινάλε δραματικό! Ταιριάζει ομολογουμένως γεναιόδωρα σε μένα και σε σε. Κουτσοφλέβαρο φινάλε. Και θα γελούν μαζί μας οι περαστικοί από δω. Οι ίδιοι που χάρηκαν ότι πέρασε καιρός και ο χειμώνας μαζί σου. Δε βαριέσαι, συνηθισμένα τα χιόνια στο βουνό, συνηθισμένη κι εγώ στην χωλή δούλεψή σου. Καλώς ήρθες, πρόλαβες ακόμα τα μαγαζιά ανοιχτά, ξεπουλάμε εκπτώσεις.

Thursday, January 29, 2009

Ανακλαστήρας



Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης

Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης
Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης
Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης
Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης

- Και τί είπαμε ότι είναι αυτό, Αντώνη; Πάνω στο δρόμο, μες το σκοτάδι; που λάμπει;...

- Ανακλαστήρας, θείε "Δρακουμέλ".... ανακλαστήρας....

Ο αγαπημένος σου μαέστρος απόψε για σένανε μόνο παίζει... άκους;....

Wednesday, January 21, 2009

Σφραγισμένα χείλη



Η πληγή σαν περάσει καιρός θα μείνει μόνο σημάδι. Τίποτα, τίποτα περισσότερο δε μένει από τον πόνο που νιώσαμε κάποτε, ούτε ίχνος καν απ' το άφθονο αίμα. Κι όπως άλλοτε αυτό το σημείο έτρεχε κόκκινο αχνιστό σε μια ανησυχητική αιμορραγία, τώρα το αίμα έγινε νερό. Σχεδόν αλλουνού ήτανε, όχι δικό μας. Κι όλα αυτά εν θερμώ ξένου τώρα ως προς εκείνο το πάθος, ξένο σώμα όλες οι πληγές, μόνο εκεί κατά τόπους σημάδια κόκκινα, φουσκωτά λιγάκι πιό πολύ απ΄ το κανονικό το δέρμα. Τί μένει στ' αλήθεια από τη ζωή; Τί καταφέρνουμε; Ζήσαμε ποτέ μόνοι ή δυό μας; Τί πονάει περισσότερο, ο πόνος που νιώσαμε εν βρασμώ του σφριγηλού ερωτικού σώματος και της αχόρταγης ψυχής ή η ανάμνηση του σιτεμένου πόνου που ζεματάει ακόμα και τώρα μέσα σ' ένα μοναχικό και γερασμένο κεφάλι; Γευτείτε, χείλη, όπως θα 'λεγε σε κάποιο ποίημα του ο Καβάφης. Ο πόνος που προκαλέσαμε, ο πόνος που δεχτήκαμε, ο πόνος που αφεθήκαμε να προκαλέσουμε, ο πόνος που αφήσαμε να μας προκαλέσουν. Λάθη ανθρώπινα που κάναμε και δεν συγχωρούνται, αδυναμίες που δεν τολμήσαμε ποτέ δημοσίως να ομολογήσουμε, στιγμές που σαν άνθρωποι βρήκαμε θάρρος να χαμογελάσουμε στους εραστές και αργότερα στα παιδιά μας -κι οι άλλες φορές που απλά γυρίσαμε την πλάτη και φύγαμε-, δευτερόλεπτα που δε δείξαμε την ελάχιστη δέουσα ψυχραιμία για μια μεγάλη απόφαση, εκ των υστέρων αποτιμημένη, ο θάνατος σ' ένα χαμένο δευτερόλεπτο τη ματαιοδοξία καραδοκεί, μια παράμετρος που δεν προλάβαμε να προσμετρήσουμε στα ελαφρυντικά μας από την κανονική ζωή και κοστολογήθηκε εις βάρος μας όχι μόνο στη δίκη μας, αλλά και στην μεγάλη Ιστορία...

Όλα αυτά τα ερωτηματικά αισθάνθηκα ότι διατυπώνει η νέα ταινία του Στήβεν Ντάλντρι. Και όπως τα διατυπώνει έτσι και παραμένουν. Ερωτηματικά. Χωρίς απαντήσεις. Απαισιόδοξα και μέσα από τη λογική του χάους. Που δεν έχει συναίσθημα, μόνο μιά λογική που απλά τη σέβεσαι ή συνεχίζεις να μην την καταλαβαίνεις. Ούτε κι εγώ ταυτίστηκα ακριβώς, αλλά δε γίνεται να ταυτιστείς ποτέ με την Ιστορία. Γιατί αυτό ένιωσα: ότι η πρωταγωνίστρια γίνεται ώρες ώρες η ίδια η Ιστορία... ένα έπος από ανθρώπινες, καθημερινές, μικρές, ανεπαίσθητες σχεδόν πράξεις που στο πλήρωμα του χρόνου αξιολογούνται -και έγκλημα μπορεί να περιλαμβάνει αυτό...

Υ. Γ. Δεν τρελλάθηκα με την Κέητ Γουίνσλετ - όχι ότι την υποκριτική της μπορώ να τη φτάσω στο μικρό μου δαχτυλάκι.

Sunday, January 18, 2009

Εμού του ιδίου


Δεν ξέρω με τί να με παρομοιάσω, πόσους ρόλους έπαιξα σήμερα -αλήθεια, έχετε ποτέ αναρωτηθεί τους ρόλους που παίζουμε κάθε μέρα που περνάει, με μεγάλη ή μικρή επιτυχία, δεν έχει σημασία αυτό. Ένας αυτοσχεδιασμός είναι πάντα αυτοσχεδιασμός, αυτό σημαίνει εξ ορισμού δεν θα χει ποτέ εκατό τοις εκατό επιτυχία. Τα λέω, μη νομίζεις, για να τ' ακούω πιό πολύ εγώ...

Περπατάμε στο δρόμο, φερ' ειπείν. Ώσπου να φτάσουμε από το Σύνταγμα στην πλατεία Ομονοίας έχουμε αλλάξει δεν ξέρω πόσες διαθέσεις, έχουμε βάλει τα δυνατά μας για πόσες μέσα μας φωνές, έχουμε κλάψει και γελάσει μέσα κιόλας στο ίδιο λεπτό τόσες και τόσες φορές κι όλα αυτά έχουν ζωγραφιστεί σε έναν αλάνθαστο καθρέπτη που πάντοτε μπροστά μας προσωπίδα επικρέμαται κι ωστόσο ελάχιστες φορές μπροστά στα μάτια μας την βλέπουμε να αιωρείται. Είναι τα μάτια μας, δε γίνεται να τα δούμε. Δεν είναι η προσαρμογή στο ορατό, είναι η αντίσταση στο υπ- άρχον. Τουτέστιν το άρχον.

Απόδειξη: Κοιτάζω τον ουρανό, έχει συννεφιά απόψε, ωστόσο ο καθρέπτης είναι ο μόνος που δείχνει την αλήθεια κατάφατσα, επομένως ο ουρανός είναι μα την πίστη μου ανέφελος απόψε. Κι ας μην είναι μπροστά μου ο καθρέπτης εκκρεμής. Εκεί μέσα, στον αόρατο καθρέπτη, ο μέγας Αντώνιος κάποιες αδιόρατες στιγμές συναντάει τον μικρό Αντώνη. Ουρανός με ξαστεριά. Χωρίς να δίνει λύσεις στα ερωτηματικά, απλά με τη βαθιά κατανόηση του ζωγράφου στην αλήθεια.

Είναι σάπιο το μήλο, το κάνεις σάπιο. Είναι κόκκινο το μήλο, το βάφεις σφριγηλό. Το ευτύχημα είναι πως κάτι τέτοιες στιγμές επ' ουδενί στο συγκεκριμένο μήλο δε χωράει κανένα σκουλίκι.

{Αλήθεια, πώς παίζεται ένας τρελός του Σαίξπηρ;}

Sunday, January 11, 2009

Σειρήνες


Να είσαι ειλικρινής και να πεις κάτι για μένα. Υπάρχει κάτι αδιόρατα σαφές στην ατμόσφαιρα. Σταγονίδια κυκλοθυμίας. Έλα, πες κάτι για μένα. Θες πάλι να μιλήσω για σενα. Χάιδεψε. Χαστούκισε. Πες πες με κατάφερες, σου λέω. Πάρε δώσε, τί θες, εμένα για σένανε λες, θα σου κλείσω τα μάτια, θα βάλω μιά άλλη συνθήκη να σε φανταστώ εδώ τώρα μα κάπως άλλοτε κι αλλιώς, έχω ανάγκη το ταξίδι γιατί έχεις ανάγκη εσύ το ταξίδι, με πας και με φέρνεις εκεί που έρχεσαι και πηγαίνεις, εγώ δεν ταξίδεψα ποτέ, δεν είδα τα πολλά κι ο νους μου δεν κατεβάζει, είμαι κλεισμένος χρόνια πολλά σε ένα δωμάτιο, χαραμάδα δεν περισσεύει καμιά και θες να μιλήσω για σένα εγώ αταξίδευτος κι αποκλεισμένος. Αυτό που είμαι αποκλεισμένος λες με κάνει ταξιδιάρη, έτσι θα γίνεις ταξιδιάρης κι εσύ, το πιστεύεις, φλυαρώ σωπαίνεις, φλυαρείς σωπαίνω, φλυαρούμε και σωπαίνουμε ταυτόχρονα κι οι δυό, κανένας δε θα νικήσει, να το μόνο ταξίδι που πάω κι έρχομαι κι εσύ μαρτύριο και προορισμός κι αν μιλήσω για σένα εσύ είναι για μένα που μιλάς, σε σώμα έχουν κλειστεί όλες οι φωνές, κι οι δικές σου φωνές χώρεσαν εδώ μέσα, δεν μπορούν να φωνάξουν, μουγγανίζω για να νιώθω έστω μουγγός, νιώθω κουτσός, νιώθω κουφός, κουλός και όλα τ' άλλα, με γλώσσα κοφτή ξυρισμένος άτσαλα στο κεφάλι, πώς κουρευεις τα φαντάρια σα γίδια για να ξεμπερδεύεις, η αφή δεν πιάνει τίποτα, και σόμπα να πιάσει κάστανο δεν καταλαβαίνει από την πυρά, κι η γεύση δε γεύεται, μόνο μιλάει μιλάει μιλάει, κυλά από τη γλώσσα βαθιά κάτι καμμένο σα μέλι, έχει μαλλιάσει να κυλά, ό,τι λέει είναι μια μαλακία μελάτη, η μύτη μυρίζει καυτά τ' απαυτά, έγινα σκύλα, τα αυτιά δικά μου είναι αυτά, πεσμένα άχρηστα, πιστά, σπάω ξυλάκια μέσα στα τύμπανα, ακούω ασύλληπτες τυμπανοκρουσίες στο λαβύρινθο των αυτιών μου, δεν θέλω ν' ακούω άλλο πιά, έχεις κλείσει μέχρι κι εσύ τα αυτιά σου για να αντέξεις, είναι όλα τόσο συρριστικά, δε βλέπω είναι κλειστή σου λέω η πόρτα, δε βλέπεις λες γιατί μου 'χουνε δέσει τα μάτια

Wednesday, January 07, 2009

Καρδερίνες



Υπάρχουν ανεξίτηλες στιγμές. Παιδικές. Μεγαλωμένες στην Αθήνα. Μια Αθήνα πεντάμορφη δε τη λες, ωστόσο παραμυθένια. Τέρας μαζί και κούκλα. Κάτι μίζερες γειτονιές που περίσσευε για τη διάπλαση των παίδων και μια αλάνα απλόχερη πότε πότε, εκεί κάπου στην άκρη.

Αιώνιο καλοκαίρι ακόμη τότε. Με παράθυρα ανοιχτά το στενάχωρον διαμέρισμα το κάνεις, Τασία μου, και καταργείται, όπως συνήθιζε την ώρα του καφέ θυμόσοφα να λέει στη θεία μου η κυρά - Ντίνα απέναντι (θεός σχωρέστην). Πριν τρέξω στην αλάνα εγώ. Κοιτάζω όχι πολύ μακριά, μέσα από παράθυρα ανοιχτά, τα άλλα παιδία παίζει. Τ΄αγόρια ποδόσφαιρο, λάστιχο τα κορίτσια. Συμπούρμπουλοι κρυφτό.

Παράθυρα ανοιχτά. Εκεί έξω. Τα παιδία φωνάζει. Να κατέβω στην αλάνα κι εγώ. Να πω την αλήθεια ξεκάθαρη, πάντα λιγάκι βαριέμαι αυτό που πρεπει εκεί κάτω να κατεβαίνω (τώρα ευτυχώς έγινε η αλάνα απλόχερο σούπερ μάρκετ. Εγώ πάντως βαριέμαι ακόμα και τώρα εκεί κάτω να κατεβαίνει). Το καναρίνι μέσα στο κλουβί κελαηδά. Εκεί έξω κι αυτό, μαζί με τα παιδία. Ωστόσο, όχι στην αλάνα, στο μπαλκόνι. Στο καρφί. Ώρες ώρες τούτο το καναρίνι ακόμα και σήμερα θα ήθελα να γινόταν να' μαι γω. Από μικρός το ζήλεψα αυτό το καναρίνι.

Εδώ μέσα. Κάτι περίεργες γυναίκες μου 'χουνε πάρει τη φωνή. Κάνουνε λέει δουλειές για το σπίτι. Στην πραγματικότητα έχουνε φέρει ολόκληρο το σπίτι άνω κάτω. Τηλεφωνούν η μιά στην άλλη, μαθαίνουνε τα μυστικά της γειτόνισσας, μια συνταγή, τις δουλειές που κάνουν τις λένε συνηθισμένες. Το καναρίνι κελαηδά (θα ψοφήσει από τσίμπημα σφίκας στο μάτι λίγες μέρες μετά). Εγώ κοιτάει.

Τα παιδία παίζει. Έξω. Τα γύναια μαγειρεύει. Μέσα. Άλλες εποχές. Δώσε σύνταξη στην Αττική που χει χρεωκοπήσει. Λιχουδιές που έκτοτε δεν ξανάφαγα στη ζωή μου. Μυρωδιές που δεν μύρισα στη ζωή μου ξανά. Οι ίδιες περίεργες γυναίκες μαγείρεψαν από τότε τόσες και τόσες φορές. Τις ίδιες πεντανόστιμες λιχουδιές πάλι και πάλι. Συνηθισμένες...

Ξέχασα το βασικότερο. Το ραδιόφωνο παίζει. Κι άλλες περίεργες φωνές. Κάτι περίεργα τραγούδια. Απέξω; Απομέσα; Καρδερίνες...

Thursday, January 01, 2009

Traces


Δεν είσαι συ γι' αυτά, τί σε φορτώνω;
Εσύ την ησυχία σου, το βλέμμα σου στα υπογραμμισμένα
να μη χαθεί εκατοστό
παρ' ολ' αυτά
παρ' όλ' αυτά
σ' ευχαριστώ
δεν είσαι για μεγάλες περιπέτειες, το σέβομαι
ένα περίπατο στο κέντρο το πολύ
καμιά φορά στη θάλασσα
ως εκεί
παρ'ολ'αυτά
παρ' όλ' αυτά
μου είν' αρκετό
προσπάθησες να είσαι κάτι άλλο κι ας μην πέτυχε
εγώ είναι σα να γύρισα τον κόσμο
κι ας μη σε κούνησα όσο θέλω απ' τη βολή σου
κι αν δε σε κούνησα όσο θέλω απ' τη βολή σου
με τα καράβια που με πήγαινες να δω
με τα καράβια που με πήγαινες να δω ταξίδευα...
ταξίδευα...
ταξίδευα...
Κι ας είδα τη ζωή στην τηλεόραση
κι ας διάβασα τα πάντα στα βιβλία
κι ας ήμουν και δεν ήμουνα στο πλάϊ σου
κι ας ήμουν και δεν ήμουνα στο πλάϊ σου ταξίδευα...
ταξίδευα...
ταξίδευα...


Νομίζω το τραγούδι αυτό βγήκε απευθείας από το 2008 και έχει βάλει πρόσω ολοταχώς κατά το 2009 που μόλις από χτες σε 364 πιά επαναλήψεις από σήμερα για τί σκαρί πρόκειται θα ΄χει το τράτο να αποδείξει. Για έναν περίεργο λόγο τα πολλά μικρά λογάκια που έχει μέσα του το καινούργιο τραγούδι του Γεράσιμου, της Νατάσσας και του Θέμη μου φαίνονται πιό ευθύβολα από ποτέ. "Κι ας μη σε κούνησα όσο θέλω απ΄τη βολή σου με τα καράβια που με πήγαινες να δω ταξίδευα" Όχι μόνο στη δική μου ζωή. Αλλά και στις ζωές μας. Που έφτασαν χτες ως εδώ και από σήμερα έβαλαν ρότα για παραπέρα. Οι ταξιδιάρες...

Προσπαθήστε να δείτε λιγάκι πέρα από το φαινόμενο εγώ και το φαινόμενο εσένα. Υπάρχει όντως σε αυτούς τους στίχους μια μικρή διαφορά. Προσπαθήστε να δείτε πέρα από τις λέξεις. Σε μια άλλη προοπτική. Την απέραντη θάλασσα. Ένα διάλογο του εγώ με το εσένα, ένα διάλογο του 9 με το 8 που δεν τα κατάφερε και παρήλθε. Κυρίως όμως έναν αφοπλιστικό διάλογο και ειλικρινή του εγώ, πάνω και πέρα από όλα αυτά, με το εμένα.

Προσπαθείστε, θα δείτε. Οι μόνοι πραγματικοί διάλογοι, όσα πρόσωπα κι αν παίξουν κάποια στιγμή στο εργάκι, τη ζωή μας, θα είναι στην ουσία φωνές εξαίσιες μα πάντα δανεικές από ένα και μονο αφοπλιστικό εσωτερικό μονολογάκι που εξαιρετικά λίγες φορές τολμάμε και επιτρέπουμε οι ίδιοι στην ψυχή μας να συντελείται.

Σε συνέχειες. Με ακατανοήτες επαναλήψεις η ζωή. Κάθε χρόνο. Τέτοια ημέρα. Ανανέωση και καθαρμός. Στη θάλασσα. Ως εκεί. Το ένα εκατοστό ώρες ώρες λιγάκι πιό πέρα που ποτέ δεν θα φτάσεις. Παρόλαυτά. Οι στιγμές που είμαστε και νιώθουμε το πλάϊ μας μαζί. Μόνο τότε μπορούμε να γίνουμε κι οι άλλες...

Ξεκάθαρο προσπαθώ να αποδώσω το συναίσθημα της φετινής Πρωτοχρονιάς. Την ώρα που άλλαξε πραγματικά σαν πρώτη φορά μέσα μου ο χρόνος. Το ένιωσα. Γιατί άκουσα αυτό το τραγούδι. Και αποτραβήχτηκα διακριτικά απ' την παρέα. Και δάκρυσα. Tρελλαμένα. Από μια σύγκορμη συγκίνηση. Γιατί ήμουν εκεί και ήμουνα λιγάκι και πλάϊ μου. Και ας μην ήσουνα στο πλάϊ μου πιά εσύ. Γέρε χρόνε, φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά, δειλά σου ψιθύρισα. Παρολαυτά. Με τραύματα, με σημάδια υπήρχες.

Καλή χρονιά, καλή χρονιά, χαρούμενη, χρυσή Πρωτοχρονιά, είπα λίγο πιό θαρρετά. Παρολαυτά. Τότε αποφάσισα να διώξω απ' την Πρωτοχρονιά αυτή όλα τα περιττά στολίδια. Και ξαναδάκρυσα. Λυτρωμένα. Και έγραψα κι αυτά εδώ σήμερα τα περιττά για να πω και λιγάκι πως εκείνη την ώρα στο πλάϊ μου έγινε και ήρθες. Κι ας είχες φύγει μόλις λίγα λεπτά πριν... Κι αυτό εδώ είναι το ευχαριστώ που μ΄όλη τη επίγνώση της ήττας μου μπορώ ακόμα να τραγουδάω με τη φωνή καθαρή ότι μέσα σου και μέσα μου ταξιδεύω...

Monday, December 29, 2008

2008: Τελευταία έξοδος



Θα ήθελα πάρα πολύ μια που έφτασα τις εννιά να γίνουν οι αναρτήσεις μου δέκα. Έτσι μπας και τελείωσει κάπως άριστα, όπως όπως άριστα δηλαδή κι ετούτο το χρονάκι. Διακατέχομαι προφανέστατα από το σύνδρομο του καλού μαθητή ωρύεται ο μάρτυρας κατηγορίας. Τρεις τρεις εννιά, σύνολο ολοκληρωμένο ο δικηγόρος υπεράσπισης στωικά από την άλλη υποστηρίζει, φτάνουν για φέτος οι αναρτήσεις σας, αγαπητέ, σταματήστε. Για την ακρίβεια τα πάντα φτάνουν ήδη από πέρυσι λέω κατηγορούμενος με τη σειρά μου κι εγώ. Είναι πρό των πυλών το εννιά. Αντιστροφή αντίστροφης μέτρησης κάνω από το εφτά και θα εγκληματίσω φέτος όπως και δήποτε, αν φτάσω έτσι συγκαμμένος όπως πηγαίνω τώρα από δω κι ως το δέκα. Ομολόγησα. Κι έτσι ορίστηκε η δικάσιμος απόψε.

Ποιός θα σου δώσει εσένα στο κάτω κάτω σημασία επιμένει γνωστός άγνωστος δικολάβος. Δεν είναι και ακριβώς εντός της αιθούσης αυτός, πανταχού παρών ωστόσο την κοινή μου γνώμη διχάζει. Ένα χ ανάμεσα σε μένα, τον υπερασπιστή και τον επικριτή μου. Ορατά τα πάντα, κυρίως τα αόρατα: ευχή μου το 2009 να τα πιστέψω.

Ένα ακόμα σκαλί στην κακοτράχαλη σκάλα μιας αδυσώπητης μοίρας. Χαίρε βάθος αμέτρητον ανθρωπίνοις λογισμοίς, χαίρε ύψος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς... Τί έγινε, αρχίσαμε από τώρα τους χαιρετισμούς στο 2009, πικρόχολε γνωστέ μου;;; Ώρες ώρες έτσι που τα λέγεις δραματικά κι εγώ ο κερατάς κάθομαι και τη γραφικότητα σου ετούτη στ αλήθεια κάνω κέφι. Δηλαδή έτσι που τα γράφεις θα πρέπει να φαίνομαι αφάνταστα γραφικός ώρες ώρες εκεί έξω -πείτε μου, θα το εκτιμούσα. Παλιάτσος, γελοίος, ουτιδανός! Το blogging απόψε δεν είναι καν αφορμή, η δέκατη ανάρτηση ούτε. Πόσο λίγη σημασία έχει κι αν γίνει κι α δε γίνει. Ηρεμήστε όμως, παλιάτσος εδώ, που σημαίνει μόνο αφελής ανεπανόρθωτα κι αθώα.

Πάντα με τη μαθηματική λογική το θεματάκι μου ιδεολογικά το είχα. Ευστροφία μηδέν ο αφελής. Όχι τόσο με τα νούμερα αυτά καθ' αυτά ούτε με τους αριθμούς - να, το 19,6 στο απολυτήριο κάπου θαμμένο τώρα παράφωνα καγχάζει: και τέλειωσα με άριστα αλλά δεν έχω ευχάριστα, μαμά, το 8 με τις καμπύλες του με έχει κατατρομάξει- . Αλλά επί του πρακτέου και επί του πιεστηρίου θαρρώ, δεν κατάλαβα ποτέ χριστουλάκι από τη συμφωνία που δίνουν χέρι χέρι δύο τυπικές χρονικές μονάδες που πρέπει να κατακτηθούν σε σειρά και οι οποίες κατά διαβολική σύμπτωση αποτελούν και ποσοτικά μεγέθη που αξιολογούν την επίδοση του κατακτητή τους συνάμα. Για να το κάνω και λιανά -σπούδασα και δάσκαλος εξάλλου -8,7 εκεί και άριστα πάλι το δέκα: Έχω χάσει τη μπάλα στο λογαριασμό πώς από το οχτώ το σκαλοπατάκι που ακολουθώ ευθύς αμέσως μας κάνει φέτος εννιά κι από εκεί σκαλοπατάκι παραπάνω και όπα ωσπού να πάρεις χαμπαράκι να σου το δέκα. Σε όλα αυτά φόντο μια πρόοδος γεωμετρική. Που μάλλον για να είναι γεωμετρική θα αξιολογεί σε τρεις διαστάσεις τους συντελεστές μιας κάποιας επιτυχίας. Ίδου το έγκλημά μου: ανεπιτυχής παρακολούθηση της γεωμετρικής προόδου αυτής. Και παλιατσική το επάγγελμά και οι κινήσεις μου στο χόρο. Αξιολόγηση: 8,3. Λίαν καλώς.

Και καλά στις εξισώσεις με άγνωστους χ στην άλγεβρα και στα μαθηματικά πάντα στο τέλος κάτι αποκαλύπτεις. Μα στραβά, μα κουτσά καταλήγεις, ρε διάνοια, κάπου, έστω και στην τετραγωνική ρίζα του 4759823,67. Ή στη χειρότερη σε ένα επαίσχυντο 18 στο τέλος της τριμηνιαίας απανταχούσας. Με την περίπτωσή μου όμως, κύριε της δικαιοσύνης δικαστά, που ξαφνικά έχω ξεμείνει μετεξεταστέος και στα 4 τρίμηνα ετούτης της χρονιάς όλο γκάφες μπορείτε να μου πείτε τί θα γίνει; Πόση γεωμετρική πρόοδο φέτος πρέπει να τρέξω να καλύψω;

Α, και δύο ακόμα αγωνιώδη ερωτηματικά ως είθισται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες: Μπορείτε να μου εμπιστευτείτε ποιά είναι η τετραγωνική ρίζα του 2009 μπας και αποκαλύψω το άγνωστο νόημα του, το χ; Επίσης, αν όπως λένε η αστρολογία έχει να κάνει με τα μαθηματικά ένας μικρός και καταφρονεμένος λέοντας ποιά μυστική εξίσωση καλείται φέτος να επιλύσει για να ακούσει πόσο ευτυχής θα είναι η χρονιά του;

Σωπαίνετε, στ' αλήθεια;; Ασχοληθείτε με τις εξισώσεις σας, παρακαλώ. Δικάστε με, όσο θέλετε, μόνον μη με απασχολείτε. "Να πληρώσουμε, Νίκο μου, και να φύγουμε, Νίκο μου, να φύγουμε" που θα λεγε κι η Σωφερίνα. Εγώ για το 2009 ζητώ ευθαρσώς και ξανά μέσα μου την αποφυλάκιση της ελπίδας

Να έχουμε όλοι μια καλή χρονιά. Ξεχάστε τους απολογισμούς και τους υπολογισμούς σας. Θυμηθείτε μέσα σας την ελπίδα. Όχι τη φιλοδοξία. Την βαθιά σας κι ανομολόγητη ελπίδα μόνο θυμηθείτε :)

Thursday, December 25, 2008

The birthday party


"I made a terrible mistake when I was young, I think, from which I 've never really recovered. I wrote the word "pause" in my first play"
Harold Pinter, Interview, October 1989


Εδώ που τα λέμε και τα Χριστούγεννα ένα καλοστημένο Πάρτυ γενεθλίων είναι. Κάποια πράγματα όμως δεν πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε μόνο και απλά ως τυχαία. Ακόμα κι όταν δείχνουν κάπως έτσι, υπάρχει πάντα το κάπως αλλιώς που δεν υπολογίσαμε επακριβώς. Γιατί από την καθημερινότητα πιό γενναιόδωρη μεταφυσική δεν υπάρχει. Παραμονή Χριστουγέννων 2008 πέθανε ο Χάρολντ Πίντερ.- (Τελεία είναι μια παύση, ένα γεγονός. Παύλα όμως είναι το μικρό σημαδάκι που προηγείται πριν ένα ολοζώντανο πρόσωπο αποκτήσει ξανά τη φωνή του)

Monday, December 22, 2008

Μολυβένιο στρατιωτάκι



Άσε με, σου λέω, ήσυχο, ρε παιδάκι μου, δεν έχω διάθεση. Ναι, εγώ που λαμπάκι έβλεπα να αναβοσβήνει και σου χαμογελούσα για πάντα, φέτος δεν έχω διάθεση, δεν έχω κέφι, βρ' αδελφέ, δεν έχω χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Το δέντρο το αποφάσισα νωρίς, δεν θα στολίσουμε σπίτι φέτος. Στόλισα στου Θέμη και της Άννας.

Νιώθω κούφια την ανάγκη μέσα μου. Γιατί ανάγκη μέσα στην ψυχή μου είναι τέτοιες ημέρες η κάθε χρονιά, το ξέρεις και το σεβόσουν όταν παρανοϊκά σχεδόν τις άλλες, τις περασμένες χρονιές, σου έλεγα έλα να πάρουμε μια μπαλίτσα ακόμα, και τούτο εδώ τον αρκούδο, κοίτα τί όμορφος που είναι, και τα φωτάκια δεν είναι ποτέ αρκετά, ποτέ δε με φτάνουν τα φωτάκια κι εσύ έλεγες με τη μεγάλη σου φωνή πότε θα μεγαλώσεις, Χριστέ μου, μα τα Χριστούγεννα μόνο μικραίνεις απαντούσα με παιδική φωνή εγώ, άσε με ήσυχο να βγω παραέξω, να βγω πάνω από όλ' αυτά, αυτό είναι μια πρωτογενής ανάγκη, όχι πολυτέλεια, δεν το καταλαβαίνεις; Χρυσόσκονη ψεύτικη να τα σκεπάσεις όλα. Μ' ένα έλκηθρο μαγικό χωρίς βαρύτητα να περάσεις νιφάδα, δεν το νιωσες ποτέ σου; Κόκκινος κόκκινος από το κρύο. Με το σκούφο και με τα κασκόλ. Πάνω απ' τη μικρή ζωή μας, ζωούλα μου, να περάσεις. Χαμογελούσες. Χαμογελούσα κι εγώ. Τα βρίσκαμε.

Γυάλινες μπάλες για το δέντρο. Άνοιξα φέτος τα ντουλάπια στο σαλόνι. Κάθησα και κοίταζα. Φυλαγμένες, πολύχρωμες, σχεδόν μαγικές. Προσεχτικά τις έχω διαλέξει μία μία μέσα στα χρόνια. Τα χρόνια μου είναι μέσα σε αυτά τα κουτιά, μέσα σ' αυτές τις μπάλες τα έχω φυλάξει. Πιό πολύ κι από γενέθλια τα φυλάω αυτά τα κουτιά. Έχω στολίδια για το δέντρο μου από τότε που ήμουνα πέντε χρονών, ίσως και πιό παλιά. Αν κάποτε με παρασημοφορήσουν για κάτι, με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια μου να τους πεις να το κάνουν. Κάθε χρόνο κι ένα ολοκαίνουργιο. Ακόμα και τη χρονιά που πέθανε ο πατέρας στόλισα δέντρο μικρό. Στο παιδικό δωμάτιο, όχι στο σαλόνι βέβαια, τί σημασία έχει, είπαμε τα Χριστούγεννα δεν είναι χλιδή, είναι ανάγκη. Έτσι για το καλό. Φέτος όμως όχι. Φέτος ούτε στολίδι.

Απρόσεχτα, βιαστικά έκλεισα πίσω μου τα ντουλάπια, οι γυάλινες μπάλες και τα παιχνίδια έμειναν εκεί αζήτητα, μυστικά, κρυμμένα, τα αιχμαλώτισα, λες να σπασα, Χριστέ μου, καμιά; Τί σημασία έχει, μολυβένιο στρατιωτάκι, κάπου θα την έβαζα. Φοβάμαι μόνο μην έσπασαν όλα μαζί. Κάτσε, ευκαιρίας δοθείσης, θα πάω να ξανακοιτάξω...
.........................................................................................................................

Όλες αρτιμελείς... Τί έλεγα; Αρτιμελής... Α, ναι... Ποιός; Εγώ... Που τις κρέμαγα στο δέντρο και τους άλλαζα θέση κάθε τρεις και λίγο γιατί δεν άντεχα να μείνει καμιά παραπονεμένη. Λιγότερο προβεβλημένη. Προσβεβλημένη. Οι σταρ των ημερών καταχωνιασμένες εκεί μέσα στα ντουλάπια. Οι απαστράπτουσες αποσυρμένες.

Ποιός; Εγώ... που για δεκαπέντε μέρες έστω τις είχα (σαν) κόρες των οφθαλμών μου...

Friday, December 19, 2008

Τον έφαγα


Σιγή στον ουρανό, σιγή στη γη στα δέντρα
φύλλο δεν κουνιόταν, δεν άκουγες τίποτα, τα θηρία είχαν βουβαθεί

Ευριπίδης, Βάκχες 1084 -5


Ξεκίνησα να γράφω. Ήταν παράπονο. Τα έσβησα όλα. Είναι παράπονο. Ακόμα. "Είναι πάντα εκεί, ήταν πάντα εκεί και δεν μπορείς ν' απαρνηθείς τη ζωή που νιώθεις". Παίζουμε πάντα πάνω σε μιά σκηνή μια ιστορία που δεν θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια της ολοκληρωμένη.

Με πιάνει αυτό που θέλω να τραγουδήσω ξαφνικά ωδή της φύγης από εκείνες που κάπου κάπου φυτρώνουν αριστοτεχνικά στα έργα κυρίως του Ευριπίδη. Στα χορικά αυτά οι γυναίκες θέλουν να πάρουνε δρόμο και δρομάκι και πηδούν το ποταμάκι για να φύγουν μακριά. Εκείνη που βρίσκονται, το νιώθουν, η γη δεν τις χωράει και να πάνε σαν άλλοτε πρόσωπα του μύθου εύχονται σε μέρη απίθανα, μαινάδες καβάλα σε κυπαρισσόδεντρα να φάνε τον Πενθέα. Ντύθηκε λοιπόν κι εκείνος γυναίκα. Μαινάδα. Καβάλα πάει στων γυναικών την εκκλησιά, καβάλα προσκυνάει. Βολοδέρνει στις πλαγιές των βουνών, πάνω απ' της θάλασσας το κύμα, με άλλες, μη συνάδουσες του κόσμιου μορφές. Συνάδουσες... Πολύ τραγούδι έπεσε, μανούλα μου, απόψε.

Πρόσωπο ίδιο. Προσωπείο άλλο. Τον Πενθέα -κακά τα ψέμματα, ο μύθος είναι μύθος- τον έφαγε Πενθέας. Πήρε απλά όνομα πιό δραματικό: κάτι σαν Ινώ, κάτι σαν Αγαύη, κυρία Βέναμπλ ίσως. Είναι πάντα Πενθέας. Ήταν πάντα Πενθέας. Και δεν μπορεί ν' απαρνηθεί το ρόλο που παίζει.

Μέσα στο έργο η κατάσταση στο απροχώρητο έχει φτάσει. Οι εξελίξεις τρέχουν δραματικά, τα πράματα χειροτερεύουν. Μέσα στο έργο. Ίσως καμιά φορά και έξω από αυτό. Δεν ξέρω. Παίζω πάνω σε μια σκηνή μια ιστορία που δε θα μάθω ποτέ την αλήθεια μέχρι το τέλος. Λοιπόν συνάδουν οι ωδές -διαπράττω αμάρτημα τρίτη φορά, είναι ορκίζομαι η τελευταία.

Πού καιρός μέσα σε όλα αυτά για ωδές της φυγής και ευρεσιτεχνίες καλλιτέχνη. Ωστόσο:
- Εδώ, κάτσε να φας.
- Είμαι παράφωνος στο τραγούδι, ξέρεις.
- Από τις δαγκωνιές θα ' ναι. Γι' αυτό: Σβήστα όλα. Κι όχι ευχαριστώ.
- Είμαι εγώ. Θα με φάω απόψε.

για τον Κώστα Ταχτσή

Sunday, December 14, 2008

Άνδρα μοι έννεπε...



Με αφορμή το "Ιδού εγώ... Ιδού... Εγώ... Εγώ... Here I am an old woman in a dry month... Εγώ...." από τον Ουρανό κατακόκκινο της Λούλας Αναγνωστάκη
. Εικόνισμα η Βέρα Ζαβιτσιάνου γι' απόψε.

Πέντε λέξεις προσπαθώ να πω, δεν είναι εύκολο το προοίμιο απόψε, ακολουθώ δύσκολα το τραινάκι των συνειρμών και σε τέτοιες άμουσες εποχές που να πετύχεις και Μούσα να σου καθήσει, τα ασυντόνιστα και τα δικά σου η δόλια από το χάος στο κάπως αλλιώς να τα συντονίσει.

Αναρωτιέμαι ωστόσο πώς γράφονται τα έπη, πώς γίνονται οι ήρωες και οι μεγάλες ιστορίες κι οι εποχές, εμένα πάντα η δραματική ποιήση περισσότερο με συγκινούσε, οι μάσκες με τις παγωμένες κεφαλές που δεν έχουν συγκεκριμένο χρόνο κι είναι δια παντός, τρόμος και χαρά αντάμα, και μια καρδιά χαίνουσα από μέσα ζωντανόν, λάβρον ύδωρ. Νίψον ανομήματα μη μονάν όψιν. Το μετερίζι το δικό μου. Ιδρώτας κι αίμα, ύδωρ ανάμεικτο επάνω σε σκηνή που ενίοτε και σχοινί εκ παραδρομής ορθογραφείται. Και δεν βρήκα άλλο τρόπο να μιλώ, παρεκτός πιό συχνά λέξεις που χάσκουν επάνω σε χαρτί, κι άλλοτε πάλι, σπανιότερα, μυαλό και καρδιά, το σώμα μου το άτσαλο επάνω σε σκηνή το ορίζω. Κι όχι πως βρήκα και τρόπο να καταλαβαίνω δηλαδή πώς να τα κάνω όλα αυτά πράξη επακριβώς, απλά πότε πότε το τίποτα μου παραχωρείται. Ούτε και μεθοδολογία. Ρόλος και ήρωας και κάθε φορά ένας καινούργιος απροσπέλαστος κλοιός. Καινούργια κόλλα άγραφο χαρτί. Πολυταξιδεμένος κι αειπάρθενος χάρτης η άδεια σκηνή μου. Ξενιτιά και πατρίδα.

Όμως το σκέφτομαι πιό ξεκάθαρα ίσως τώρα. Και οι ήρωες ανεξαρτήτως είδους, μορφών και λογικής απλοί άνθρωποι ξεκινήσαν, καθημερινοί, τυχαίοι που δεν είπαν τώρα θα γίνω ήρωας κι αμέσως μεταμορφώθηκαν σε προτομές και χρυσό της ιστορίας χαρτάκι. Ήταν εκείνοι που ήταν κι ήταν στην ώρα που έπρεπε εκεί. Γι αυτό και έγιναν οι επονομαζόμενοι ωραίοι. Γιατί εξέφρασαν βαθύτατα μια εποχή. Για την ακρίβεια την εποχή τους έσπρωξαν να τους ακολουθήσει.

Θαρρώ ποτέ τους δεν απέκτησαν συγκεκριμένη ιδεολογία με την έννοια τη σχηματική. Νομίζω δεν προσπάθησαν καν ν' αποκτήσουν πράγμα αποτέτοιο, περίγραμμα στην ουσία κι ο κορμός να' ναι κούφιος. Τί να την κάνεις θα μου πεις και την ιδεολογία όταν τη μεθοδολογία του ρήματος ζω σε ενδιαφέρει μονάχα και διαρκώς να σπουδάζεις σ΄όλους τους χρόνους και τις πιθανές εγκλίσεις; Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι και του ήρωος η υπέρτατη λογική. Αυτό το μόνο και το απλούστατο συστατικό της όποιας επιτυχίας. Κι οι Μήδειες κι οι Χριστοί κι οι Αντιγόνες κι οι Καραΐσκοι κι οι Κανάρηδες κι οι Κουν κι οι Καβάφηδες κι οι Γιάννηδες Σεβαστιανοί και Μπάχ και όσοι ακόμη έμειναν άγνωστοι κι ανώνυμοι στην ανάρτηση αυτή, αυτό μονάχα όλοι αυτοί απέκτησαν: τη δικιά τους ζωή. Ακόμα και οι ήρωες οι χάρτινοι στα βιβλία, ακόμα κι εκείνοι που έζησαν με πραγματικό ιδρώτα και αίμα στο φθαρτό κορμί τους, είχαν τη θέρμη της καρδιάς τους ζεστή και την ευθυκρισία του μυαλού τους τεταμένη ανά πάσα στιγμή τη ζωή που τους κλήρωσε να τη ζήσουν. Χωρίς έλεος και χωρίς σταματημό. Πέρα από αυτό που γενικόλογα ορίζει η λέξη πάθος. Κι έτσι κατόρθωσαν τη μούσα με το μέρος τους να πάρουν. Χωρίς διαδηλώσεις μιας αξίας που αδικήθηκε πέρα από την μόνη γενναία δήλωση της αξίας τους καθαυτής. Μέσα από τις πράξεις. Και κόντρα στις όποιες τριγύρω εποχές κι αν εζήσαν. Και κόντρα στις αντίξοες συνθήκες.

Κι ούτε που νοιάστηκαν -βάζω και στοίχημα- ποτέ για το τί έγινε μετά. Ακόμα κι όταν η υστεροφημία ήρθε, εκείνοι απλώς είχαν περάσει τα πάνδεινα και είτε εδώ είτε πιά και σε μια άλλη διάσταση, ακόμα κι εκεί, μπορούσαν να παρακολουθήσουν έναν και σε εκείνους άγνωστο άθλο που όμως αυτοί από μόνοι τους τον είχαν πετύχει, κι ό,τι και αν πούμε εμείς εδώ και τώρα, οι κατοπινοί, θα παρουσιάσουμε πάντα το μύθο το δικό τους τοσοδούλικο εργάκι. Σαν να μην έζησαν και ακριβώς εδώ την οργή τους τούτοι οι Αχιλλείς. Σα να μην έζησαν και ακριβώς ανάμεσα μας την αυτοθυσία τους οι Πάτροκλοι. Αν τους ρωτήσεις το πιθανότερο να σου πουν: "Δεν έκανα τίποτα για σας. Όλα τα έκανα για μένα. Μόνο για μένα." Όμως ήδη θα καταλάβατε πόσο μεγάλη γενναιοδωρία στάθηκε ο συγκεκριμένος εγωισμός τους.