Tuesday, February 03, 2009

Β' διαλογής



Πόσο θα θελα να βγω απόψε στη σκηνή και να ουρλιάξω ένα τραγούδι! Έτσι κακότεχνα, όπως μπορώ, ας γδάρω το λαιμό μου εν ανάγκη, κανένας έτσι κι αλλιώς δε θα παρασταθεί -έστω μια halls με vaporaction που μαλακώνουν και γλυκαίνουν, ρε παίδες, το λαιμό- κι εξάλλου δε βλέπω να ωφέλησε και πουθενά η τεχνική στις συνθήκες ευρέσεως εργασίας...

Ναι, Χριστέ μου, μ' αρέσει όταν γίνομαι μελό και drama queen όταν γίνομαι μ' αρέσει, αλλά, δε βαριέσαι, το μελό είναι ένα πάθος εντελώς ακίνδυνο, καταγέλαστο εντέλει. Μεθάμε στη σκηνή η Νίνα του Τσέχωφ κι εγώ κι εσύ από κάτω στα κατ' ιδίαν show πάντα χειροκροτάς και διασκεδάζεις. Τόσες χαμένες σου' κανα προσευχές, δεν εξηγείται αλλιώς, σου αρέσουν κι εσένα προτάσεις επιφωνηματικές επάνω στο σταυρό, αυτό είναι όλο...

Επιφωνηματικές εκφράσεις: Μαρτυρούν ευχάριστη έκπληξη όταν είμαστε μικρά παιδιά και μας παίρνουν επιτέλους ο μπαμπας κι η μαμά το αγαπημένο μας δωράκι ή κάποιες άλλες απροχώρητες στιγμές όταν όλα έχουν φτάσει σε εκείνο που δεν έχει παραπέρα και γινόμαστε μεγάλοι. Παιδιά τα μεν, αποπαίδια τα δε. Τετέλεσται κι ακολουθεί θαυμαστικό εν πάσει περιπτώσει.

Έχω μείνει δίχως λέξεις τον τελευταίο καιρό κι αυτές που βρίσκω όλο κάπου και πάσχουν, αρνιά αλαφιασμένα τρέχουνε δεξιά αριστερά φιλότιμος ποιμένας εγώ μα κάπου όλο χάνω τ' αρνιά μου
Ακούω μόνο πότε πότε στα δειλά; στα κουφά; στα βουβά; -τύμπανο το σώμα έγινε ή μπορεί να έχω πνιγεί και να μην καταλαβαίνω- μια φωνή
σε κάτι απολήξεις νεύρων στα χείλια θυμίζει τη φωνή τη δικιά μου
άλλαξα μάρκα κι ωστόσο καπνίζω τώρα πιό βαριά τσιγάρα

η πόρτα τρίζει αλλά είναι απλά που γεμίζει το φόβο στο στόμα μου συνέχεια σιγά σιγά
τα βράδια ο καπνισμένος αέρας
ο Βοριάς που τ' αρνάκια παγώνει λοιπόν
όλο λέξεις πατάει εδώ κι εκεί κι ακούω στις σάρκες μου ένα ρήμα σαν πιάνω,
ανοίκειες επιφωνηματικές προτάσεις για κάποιο πράσινο λιβάδι
όλο και πιό κεί κι όλο και πιό κει. Ως εδώ και μη παρέκει!
Κλείνω τα χέρια μου στα πλήκτρα. Και, χριστέ μου, πόσο πονάω!


Ο πόνος είναι από μόνος του πρόταση επιφωνηματική, απρόσκλητη κι αιφνιδιάζει. Χωρίς καλολογικά στοιχεία, χωρίς κάν ουσιαστικό, χωρίς ρήματα, υποκείμενο αγνώστων λοιπών στοιχείων χτυπιέται και σφαδάζει. Και αυτός ο ήχος ποτέ δεν καταλαβαίνεις από που πάει και βγαίνει ακριβώς, από ποιό υπόλλειμα της αρνίσιας, της σφαγμένης σου ψυχής έγινε πάλι απόψε χαλκός και ηχεί, κύμβαλο κι αλαλλάζει.

Sunday, February 01, 2009

Ωδή κορασίδος εις καιρόν Φλεβάρην


Ο πρώτος μήνας κύλησε νερό. Αυλάκι κρύο κύλησε το νερό, νότισε το Φλεβάρη. Γειά σου, μήνα. Δεύτερε. Γιατί σε λένε μήνα? Γιατί δε σε λένε λεύτερε? Γιατί δε σε λένε τουλάχιστον Βλεφάρη, θα είχε αν μη τι άλλο μιαν χάρην γούστου ετούτη η προσωνυμία... Είσαι σταθμός όλο διακόσμηση μπαρόκ, μένω ξωπίσω μπουκάλα εγώ, τύπου τρώω κοτσίδες πως λέμε... Κι έπειτα σε λένε και Φλεβάρη... Είναι όνομα αυτό για μήνα ολοκληρωμένο? Τι κάνεις δηλαδή, φλεβίζεις? Γεμίζεις αίμα τις αμυγδαλιές και, θαρρείς, ξεγελάς, ερωτύλε. Τι πασέ! Πρώτη φορά το τολμώ για τις ορμές ενός μήνα ακόλαστη εγώ έτσι όπως μιλάω. Ακαρδε χρόνε, χρόνε σκληρέ, εσύ μόνο μπορείς και κυλάς με μια δύναμη αλλοπρόσαλλη, διαρκώς μου φωνάζει "φτάνω". Αχ, εσύ ξεγελάς κι ανθίζω ανάπηρη εγώ. Πάντα ύστερα δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι. Και θα μαραθώ. Τα πέταλα θα τινάξω. Ω, πόσο ρομαντικό φινάλε, ω τι φινάλε δραματικό! Ταιριάζει ομολογουμένως γεναιόδωρα σε μένα και σε σε. Κουτσοφλέβαρο φινάλε. Και θα γελούν μαζί μας οι περαστικοί από δω. Οι ίδιοι που χάρηκαν ότι πέρασε καιρός και ο χειμώνας μαζί σου. Δε βαριέσαι, συνηθισμένα τα χιόνια στο βουνό, συνηθισμένη κι εγώ στην χωλή δούλεψή σου. Καλώς ήρθες, πρόλαβες ακόμα τα μαγαζιά ανοιχτά, ξεπουλάμε εκπτώσεις.

Thursday, January 29, 2009

Ανακλαστήρας



Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης

Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης
Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης
Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης
Μόνο μιά λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες Ο. Ελύτης

- Και τί είπαμε ότι είναι αυτό, Αντώνη; Πάνω στο δρόμο, μες το σκοτάδι; που λάμπει;...

- Ανακλαστήρας, θείε "Δρακουμέλ".... ανακλαστήρας....

Ο αγαπημένος σου μαέστρος απόψε για σένανε μόνο παίζει... άκους;....

Wednesday, January 21, 2009

Σφραγισμένα χείλη



Η πληγή σαν περάσει καιρός θα μείνει μόνο σημάδι. Τίποτα, τίποτα περισσότερο δε μένει από τον πόνο που νιώσαμε κάποτε, ούτε ίχνος καν απ' το άφθονο αίμα. Κι όπως άλλοτε αυτό το σημείο έτρεχε κόκκινο αχνιστό σε μια ανησυχητική αιμορραγία, τώρα το αίμα έγινε νερό. Σχεδόν αλλουνού ήτανε, όχι δικό μας. Κι όλα αυτά εν θερμώ ξένου τώρα ως προς εκείνο το πάθος, ξένο σώμα όλες οι πληγές, μόνο εκεί κατά τόπους σημάδια κόκκινα, φουσκωτά λιγάκι πιό πολύ απ΄ το κανονικό το δέρμα. Τί μένει στ' αλήθεια από τη ζωή; Τί καταφέρνουμε; Ζήσαμε ποτέ μόνοι ή δυό μας; Τί πονάει περισσότερο, ο πόνος που νιώσαμε εν βρασμώ του σφριγηλού ερωτικού σώματος και της αχόρταγης ψυχής ή η ανάμνηση του σιτεμένου πόνου που ζεματάει ακόμα και τώρα μέσα σ' ένα μοναχικό και γερασμένο κεφάλι; Γευτείτε, χείλη, όπως θα 'λεγε σε κάποιο ποίημα του ο Καβάφης. Ο πόνος που προκαλέσαμε, ο πόνος που δεχτήκαμε, ο πόνος που αφεθήκαμε να προκαλέσουμε, ο πόνος που αφήσαμε να μας προκαλέσουν. Λάθη ανθρώπινα που κάναμε και δεν συγχωρούνται, αδυναμίες που δεν τολμήσαμε ποτέ δημοσίως να ομολογήσουμε, στιγμές που σαν άνθρωποι βρήκαμε θάρρος να χαμογελάσουμε στους εραστές και αργότερα στα παιδιά μας -κι οι άλλες φορές που απλά γυρίσαμε την πλάτη και φύγαμε-, δευτερόλεπτα που δε δείξαμε την ελάχιστη δέουσα ψυχραιμία για μια μεγάλη απόφαση, εκ των υστέρων αποτιμημένη, ο θάνατος σ' ένα χαμένο δευτερόλεπτο τη ματαιοδοξία καραδοκεί, μια παράμετρος που δεν προλάβαμε να προσμετρήσουμε στα ελαφρυντικά μας από την κανονική ζωή και κοστολογήθηκε εις βάρος μας όχι μόνο στη δίκη μας, αλλά και στην μεγάλη Ιστορία...

Όλα αυτά τα ερωτηματικά αισθάνθηκα ότι διατυπώνει η νέα ταινία του Στήβεν Ντάλντρι. Και όπως τα διατυπώνει έτσι και παραμένουν. Ερωτηματικά. Χωρίς απαντήσεις. Απαισιόδοξα και μέσα από τη λογική του χάους. Που δεν έχει συναίσθημα, μόνο μιά λογική που απλά τη σέβεσαι ή συνεχίζεις να μην την καταλαβαίνεις. Ούτε κι εγώ ταυτίστηκα ακριβώς, αλλά δε γίνεται να ταυτιστείς ποτέ με την Ιστορία. Γιατί αυτό ένιωσα: ότι η πρωταγωνίστρια γίνεται ώρες ώρες η ίδια η Ιστορία... ένα έπος από ανθρώπινες, καθημερινές, μικρές, ανεπαίσθητες σχεδόν πράξεις που στο πλήρωμα του χρόνου αξιολογούνται -και έγκλημα μπορεί να περιλαμβάνει αυτό...

Υ. Γ. Δεν τρελλάθηκα με την Κέητ Γουίνσλετ - όχι ότι την υποκριτική της μπορώ να τη φτάσω στο μικρό μου δαχτυλάκι.

Sunday, January 18, 2009

Εμού του ιδίου


Δεν ξέρω με τί να με παρομοιάσω, πόσους ρόλους έπαιξα σήμερα -αλήθεια, έχετε ποτέ αναρωτηθεί τους ρόλους που παίζουμε κάθε μέρα που περνάει, με μεγάλη ή μικρή επιτυχία, δεν έχει σημασία αυτό. Ένας αυτοσχεδιασμός είναι πάντα αυτοσχεδιασμός, αυτό σημαίνει εξ ορισμού δεν θα χει ποτέ εκατό τοις εκατό επιτυχία. Τα λέω, μη νομίζεις, για να τ' ακούω πιό πολύ εγώ...

Περπατάμε στο δρόμο, φερ' ειπείν. Ώσπου να φτάσουμε από το Σύνταγμα στην πλατεία Ομονοίας έχουμε αλλάξει δεν ξέρω πόσες διαθέσεις, έχουμε βάλει τα δυνατά μας για πόσες μέσα μας φωνές, έχουμε κλάψει και γελάσει μέσα κιόλας στο ίδιο λεπτό τόσες και τόσες φορές κι όλα αυτά έχουν ζωγραφιστεί σε έναν αλάνθαστο καθρέπτη που πάντοτε μπροστά μας προσωπίδα επικρέμαται κι ωστόσο ελάχιστες φορές μπροστά στα μάτια μας την βλέπουμε να αιωρείται. Είναι τα μάτια μας, δε γίνεται να τα δούμε. Δεν είναι η προσαρμογή στο ορατό, είναι η αντίσταση στο υπ- άρχον. Τουτέστιν το άρχον.

Απόδειξη: Κοιτάζω τον ουρανό, έχει συννεφιά απόψε, ωστόσο ο καθρέπτης είναι ο μόνος που δείχνει την αλήθεια κατάφατσα, επομένως ο ουρανός είναι μα την πίστη μου ανέφελος απόψε. Κι ας μην είναι μπροστά μου ο καθρέπτης εκκρεμής. Εκεί μέσα, στον αόρατο καθρέπτη, ο μέγας Αντώνιος κάποιες αδιόρατες στιγμές συναντάει τον μικρό Αντώνη. Ουρανός με ξαστεριά. Χωρίς να δίνει λύσεις στα ερωτηματικά, απλά με τη βαθιά κατανόηση του ζωγράφου στην αλήθεια.

Είναι σάπιο το μήλο, το κάνεις σάπιο. Είναι κόκκινο το μήλο, το βάφεις σφριγηλό. Το ευτύχημα είναι πως κάτι τέτοιες στιγμές επ' ουδενί στο συγκεκριμένο μήλο δε χωράει κανένα σκουλίκι.

{Αλήθεια, πώς παίζεται ένας τρελός του Σαίξπηρ;}

Sunday, January 11, 2009

Σειρήνες


Να είσαι ειλικρινής και να πεις κάτι για μένα. Υπάρχει κάτι αδιόρατα σαφές στην ατμόσφαιρα. Σταγονίδια κυκλοθυμίας. Έλα, πες κάτι για μένα. Θες πάλι να μιλήσω για σενα. Χάιδεψε. Χαστούκισε. Πες πες με κατάφερες, σου λέω. Πάρε δώσε, τί θες, εμένα για σένανε λες, θα σου κλείσω τα μάτια, θα βάλω μιά άλλη συνθήκη να σε φανταστώ εδώ τώρα μα κάπως άλλοτε κι αλλιώς, έχω ανάγκη το ταξίδι γιατί έχεις ανάγκη εσύ το ταξίδι, με πας και με φέρνεις εκεί που έρχεσαι και πηγαίνεις, εγώ δεν ταξίδεψα ποτέ, δεν είδα τα πολλά κι ο νους μου δεν κατεβάζει, είμαι κλεισμένος χρόνια πολλά σε ένα δωμάτιο, χαραμάδα δεν περισσεύει καμιά και θες να μιλήσω για σένα εγώ αταξίδευτος κι αποκλεισμένος. Αυτό που είμαι αποκλεισμένος λες με κάνει ταξιδιάρη, έτσι θα γίνεις ταξιδιάρης κι εσύ, το πιστεύεις, φλυαρώ σωπαίνεις, φλυαρείς σωπαίνω, φλυαρούμε και σωπαίνουμε ταυτόχρονα κι οι δυό, κανένας δε θα νικήσει, να το μόνο ταξίδι που πάω κι έρχομαι κι εσύ μαρτύριο και προορισμός κι αν μιλήσω για σένα εσύ είναι για μένα που μιλάς, σε σώμα έχουν κλειστεί όλες οι φωνές, κι οι δικές σου φωνές χώρεσαν εδώ μέσα, δεν μπορούν να φωνάξουν, μουγγανίζω για να νιώθω έστω μουγγός, νιώθω κουτσός, νιώθω κουφός, κουλός και όλα τ' άλλα, με γλώσσα κοφτή ξυρισμένος άτσαλα στο κεφάλι, πώς κουρευεις τα φαντάρια σα γίδια για να ξεμπερδεύεις, η αφή δεν πιάνει τίποτα, και σόμπα να πιάσει κάστανο δεν καταλαβαίνει από την πυρά, κι η γεύση δε γεύεται, μόνο μιλάει μιλάει μιλάει, κυλά από τη γλώσσα βαθιά κάτι καμμένο σα μέλι, έχει μαλλιάσει να κυλά, ό,τι λέει είναι μια μαλακία μελάτη, η μύτη μυρίζει καυτά τ' απαυτά, έγινα σκύλα, τα αυτιά δικά μου είναι αυτά, πεσμένα άχρηστα, πιστά, σπάω ξυλάκια μέσα στα τύμπανα, ακούω ασύλληπτες τυμπανοκρουσίες στο λαβύρινθο των αυτιών μου, δεν θέλω ν' ακούω άλλο πιά, έχεις κλείσει μέχρι κι εσύ τα αυτιά σου για να αντέξεις, είναι όλα τόσο συρριστικά, δε βλέπω είναι κλειστή σου λέω η πόρτα, δε βλέπεις λες γιατί μου 'χουνε δέσει τα μάτια

Wednesday, January 07, 2009

Καρδερίνες



Υπάρχουν ανεξίτηλες στιγμές. Παιδικές. Μεγαλωμένες στην Αθήνα. Μια Αθήνα πεντάμορφη δε τη λες, ωστόσο παραμυθένια. Τέρας μαζί και κούκλα. Κάτι μίζερες γειτονιές που περίσσευε για τη διάπλαση των παίδων και μια αλάνα απλόχερη πότε πότε, εκεί κάπου στην άκρη.

Αιώνιο καλοκαίρι ακόμη τότε. Με παράθυρα ανοιχτά το στενάχωρον διαμέρισμα το κάνεις, Τασία μου, και καταργείται, όπως συνήθιζε την ώρα του καφέ θυμόσοφα να λέει στη θεία μου η κυρά - Ντίνα απέναντι (θεός σχωρέστην). Πριν τρέξω στην αλάνα εγώ. Κοιτάζω όχι πολύ μακριά, μέσα από παράθυρα ανοιχτά, τα άλλα παιδία παίζει. Τ΄αγόρια ποδόσφαιρο, λάστιχο τα κορίτσια. Συμπούρμπουλοι κρυφτό.

Παράθυρα ανοιχτά. Εκεί έξω. Τα παιδία φωνάζει. Να κατέβω στην αλάνα κι εγώ. Να πω την αλήθεια ξεκάθαρη, πάντα λιγάκι βαριέμαι αυτό που πρεπει εκεί κάτω να κατεβαίνω (τώρα ευτυχώς έγινε η αλάνα απλόχερο σούπερ μάρκετ. Εγώ πάντως βαριέμαι ακόμα και τώρα εκεί κάτω να κατεβαίνει). Το καναρίνι μέσα στο κλουβί κελαηδά. Εκεί έξω κι αυτό, μαζί με τα παιδία. Ωστόσο, όχι στην αλάνα, στο μπαλκόνι. Στο καρφί. Ώρες ώρες τούτο το καναρίνι ακόμα και σήμερα θα ήθελα να γινόταν να' μαι γω. Από μικρός το ζήλεψα αυτό το καναρίνι.

Εδώ μέσα. Κάτι περίεργες γυναίκες μου 'χουνε πάρει τη φωνή. Κάνουνε λέει δουλειές για το σπίτι. Στην πραγματικότητα έχουνε φέρει ολόκληρο το σπίτι άνω κάτω. Τηλεφωνούν η μιά στην άλλη, μαθαίνουνε τα μυστικά της γειτόνισσας, μια συνταγή, τις δουλειές που κάνουν τις λένε συνηθισμένες. Το καναρίνι κελαηδά (θα ψοφήσει από τσίμπημα σφίκας στο μάτι λίγες μέρες μετά). Εγώ κοιτάει.

Τα παιδία παίζει. Έξω. Τα γύναια μαγειρεύει. Μέσα. Άλλες εποχές. Δώσε σύνταξη στην Αττική που χει χρεωκοπήσει. Λιχουδιές που έκτοτε δεν ξανάφαγα στη ζωή μου. Μυρωδιές που δεν μύρισα στη ζωή μου ξανά. Οι ίδιες περίεργες γυναίκες μαγείρεψαν από τότε τόσες και τόσες φορές. Τις ίδιες πεντανόστιμες λιχουδιές πάλι και πάλι. Συνηθισμένες...

Ξέχασα το βασικότερο. Το ραδιόφωνο παίζει. Κι άλλες περίεργες φωνές. Κάτι περίεργα τραγούδια. Απέξω; Απομέσα; Καρδερίνες...

Thursday, January 01, 2009

Traces


Δεν είσαι συ γι' αυτά, τί σε φορτώνω;
Εσύ την ησυχία σου, το βλέμμα σου στα υπογραμμισμένα
να μη χαθεί εκατοστό
παρ' ολ' αυτά
παρ' όλ' αυτά
σ' ευχαριστώ
δεν είσαι για μεγάλες περιπέτειες, το σέβομαι
ένα περίπατο στο κέντρο το πολύ
καμιά φορά στη θάλασσα
ως εκεί
παρ'ολ'αυτά
παρ' όλ' αυτά
μου είν' αρκετό
προσπάθησες να είσαι κάτι άλλο κι ας μην πέτυχε
εγώ είναι σα να γύρισα τον κόσμο
κι ας μη σε κούνησα όσο θέλω απ' τη βολή σου
κι αν δε σε κούνησα όσο θέλω απ' τη βολή σου
με τα καράβια που με πήγαινες να δω
με τα καράβια που με πήγαινες να δω ταξίδευα...
ταξίδευα...
ταξίδευα...
Κι ας είδα τη ζωή στην τηλεόραση
κι ας διάβασα τα πάντα στα βιβλία
κι ας ήμουν και δεν ήμουνα στο πλάϊ σου
κι ας ήμουν και δεν ήμουνα στο πλάϊ σου ταξίδευα...
ταξίδευα...
ταξίδευα...


Νομίζω το τραγούδι αυτό βγήκε απευθείας από το 2008 και έχει βάλει πρόσω ολοταχώς κατά το 2009 που μόλις από χτες σε 364 πιά επαναλήψεις από σήμερα για τί σκαρί πρόκειται θα ΄χει το τράτο να αποδείξει. Για έναν περίεργο λόγο τα πολλά μικρά λογάκια που έχει μέσα του το καινούργιο τραγούδι του Γεράσιμου, της Νατάσσας και του Θέμη μου φαίνονται πιό ευθύβολα από ποτέ. "Κι ας μη σε κούνησα όσο θέλω απ΄τη βολή σου με τα καράβια που με πήγαινες να δω ταξίδευα" Όχι μόνο στη δική μου ζωή. Αλλά και στις ζωές μας. Που έφτασαν χτες ως εδώ και από σήμερα έβαλαν ρότα για παραπέρα. Οι ταξιδιάρες...

Προσπαθήστε να δείτε λιγάκι πέρα από το φαινόμενο εγώ και το φαινόμενο εσένα. Υπάρχει όντως σε αυτούς τους στίχους μια μικρή διαφορά. Προσπαθήστε να δείτε πέρα από τις λέξεις. Σε μια άλλη προοπτική. Την απέραντη θάλασσα. Ένα διάλογο του εγώ με το εσένα, ένα διάλογο του 9 με το 8 που δεν τα κατάφερε και παρήλθε. Κυρίως όμως έναν αφοπλιστικό διάλογο και ειλικρινή του εγώ, πάνω και πέρα από όλα αυτά, με το εμένα.

Προσπαθείστε, θα δείτε. Οι μόνοι πραγματικοί διάλογοι, όσα πρόσωπα κι αν παίξουν κάποια στιγμή στο εργάκι, τη ζωή μας, θα είναι στην ουσία φωνές εξαίσιες μα πάντα δανεικές από ένα και μονο αφοπλιστικό εσωτερικό μονολογάκι που εξαιρετικά λίγες φορές τολμάμε και επιτρέπουμε οι ίδιοι στην ψυχή μας να συντελείται.

Σε συνέχειες. Με ακατανοήτες επαναλήψεις η ζωή. Κάθε χρόνο. Τέτοια ημέρα. Ανανέωση και καθαρμός. Στη θάλασσα. Ως εκεί. Το ένα εκατοστό ώρες ώρες λιγάκι πιό πέρα που ποτέ δεν θα φτάσεις. Παρόλαυτά. Οι στιγμές που είμαστε και νιώθουμε το πλάϊ μας μαζί. Μόνο τότε μπορούμε να γίνουμε κι οι άλλες...

Ξεκάθαρο προσπαθώ να αποδώσω το συναίσθημα της φετινής Πρωτοχρονιάς. Την ώρα που άλλαξε πραγματικά σαν πρώτη φορά μέσα μου ο χρόνος. Το ένιωσα. Γιατί άκουσα αυτό το τραγούδι. Και αποτραβήχτηκα διακριτικά απ' την παρέα. Και δάκρυσα. Tρελλαμένα. Από μια σύγκορμη συγκίνηση. Γιατί ήμουν εκεί και ήμουνα λιγάκι και πλάϊ μου. Και ας μην ήσουνα στο πλάϊ μου πιά εσύ. Γέρε χρόνε, φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά, δειλά σου ψιθύρισα. Παρολαυτά. Με τραύματα, με σημάδια υπήρχες.

Καλή χρονιά, καλή χρονιά, χαρούμενη, χρυσή Πρωτοχρονιά, είπα λίγο πιό θαρρετά. Παρολαυτά. Τότε αποφάσισα να διώξω απ' την Πρωτοχρονιά αυτή όλα τα περιττά στολίδια. Και ξαναδάκρυσα. Λυτρωμένα. Και έγραψα κι αυτά εδώ σήμερα τα περιττά για να πω και λιγάκι πως εκείνη την ώρα στο πλάϊ μου έγινε και ήρθες. Κι ας είχες φύγει μόλις λίγα λεπτά πριν... Κι αυτό εδώ είναι το ευχαριστώ που μ΄όλη τη επίγνώση της ήττας μου μπορώ ακόμα να τραγουδάω με τη φωνή καθαρή ότι μέσα σου και μέσα μου ταξιδεύω...

Monday, December 29, 2008

2008: Τελευταία έξοδος



Θα ήθελα πάρα πολύ μια που έφτασα τις εννιά να γίνουν οι αναρτήσεις μου δέκα. Έτσι μπας και τελείωσει κάπως άριστα, όπως όπως άριστα δηλαδή κι ετούτο το χρονάκι. Διακατέχομαι προφανέστατα από το σύνδρομο του καλού μαθητή ωρύεται ο μάρτυρας κατηγορίας. Τρεις τρεις εννιά, σύνολο ολοκληρωμένο ο δικηγόρος υπεράσπισης στωικά από την άλλη υποστηρίζει, φτάνουν για φέτος οι αναρτήσεις σας, αγαπητέ, σταματήστε. Για την ακρίβεια τα πάντα φτάνουν ήδη από πέρυσι λέω κατηγορούμενος με τη σειρά μου κι εγώ. Είναι πρό των πυλών το εννιά. Αντιστροφή αντίστροφης μέτρησης κάνω από το εφτά και θα εγκληματίσω φέτος όπως και δήποτε, αν φτάσω έτσι συγκαμμένος όπως πηγαίνω τώρα από δω κι ως το δέκα. Ομολόγησα. Κι έτσι ορίστηκε η δικάσιμος απόψε.

Ποιός θα σου δώσει εσένα στο κάτω κάτω σημασία επιμένει γνωστός άγνωστος δικολάβος. Δεν είναι και ακριβώς εντός της αιθούσης αυτός, πανταχού παρών ωστόσο την κοινή μου γνώμη διχάζει. Ένα χ ανάμεσα σε μένα, τον υπερασπιστή και τον επικριτή μου. Ορατά τα πάντα, κυρίως τα αόρατα: ευχή μου το 2009 να τα πιστέψω.

Ένα ακόμα σκαλί στην κακοτράχαλη σκάλα μιας αδυσώπητης μοίρας. Χαίρε βάθος αμέτρητον ανθρωπίνοις λογισμοίς, χαίρε ύψος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς... Τί έγινε, αρχίσαμε από τώρα τους χαιρετισμούς στο 2009, πικρόχολε γνωστέ μου;;; Ώρες ώρες έτσι που τα λέγεις δραματικά κι εγώ ο κερατάς κάθομαι και τη γραφικότητα σου ετούτη στ αλήθεια κάνω κέφι. Δηλαδή έτσι που τα γράφεις θα πρέπει να φαίνομαι αφάνταστα γραφικός ώρες ώρες εκεί έξω -πείτε μου, θα το εκτιμούσα. Παλιάτσος, γελοίος, ουτιδανός! Το blogging απόψε δεν είναι καν αφορμή, η δέκατη ανάρτηση ούτε. Πόσο λίγη σημασία έχει κι αν γίνει κι α δε γίνει. Ηρεμήστε όμως, παλιάτσος εδώ, που σημαίνει μόνο αφελής ανεπανόρθωτα κι αθώα.

Πάντα με τη μαθηματική λογική το θεματάκι μου ιδεολογικά το είχα. Ευστροφία μηδέν ο αφελής. Όχι τόσο με τα νούμερα αυτά καθ' αυτά ούτε με τους αριθμούς - να, το 19,6 στο απολυτήριο κάπου θαμμένο τώρα παράφωνα καγχάζει: και τέλειωσα με άριστα αλλά δεν έχω ευχάριστα, μαμά, το 8 με τις καμπύλες του με έχει κατατρομάξει- . Αλλά επί του πρακτέου και επί του πιεστηρίου θαρρώ, δεν κατάλαβα ποτέ χριστουλάκι από τη συμφωνία που δίνουν χέρι χέρι δύο τυπικές χρονικές μονάδες που πρέπει να κατακτηθούν σε σειρά και οι οποίες κατά διαβολική σύμπτωση αποτελούν και ποσοτικά μεγέθη που αξιολογούν την επίδοση του κατακτητή τους συνάμα. Για να το κάνω και λιανά -σπούδασα και δάσκαλος εξάλλου -8,7 εκεί και άριστα πάλι το δέκα: Έχω χάσει τη μπάλα στο λογαριασμό πώς από το οχτώ το σκαλοπατάκι που ακολουθώ ευθύς αμέσως μας κάνει φέτος εννιά κι από εκεί σκαλοπατάκι παραπάνω και όπα ωσπού να πάρεις χαμπαράκι να σου το δέκα. Σε όλα αυτά φόντο μια πρόοδος γεωμετρική. Που μάλλον για να είναι γεωμετρική θα αξιολογεί σε τρεις διαστάσεις τους συντελεστές μιας κάποιας επιτυχίας. Ίδου το έγκλημά μου: ανεπιτυχής παρακολούθηση της γεωμετρικής προόδου αυτής. Και παλιατσική το επάγγελμά και οι κινήσεις μου στο χόρο. Αξιολόγηση: 8,3. Λίαν καλώς.

Και καλά στις εξισώσεις με άγνωστους χ στην άλγεβρα και στα μαθηματικά πάντα στο τέλος κάτι αποκαλύπτεις. Μα στραβά, μα κουτσά καταλήγεις, ρε διάνοια, κάπου, έστω και στην τετραγωνική ρίζα του 4759823,67. Ή στη χειρότερη σε ένα επαίσχυντο 18 στο τέλος της τριμηνιαίας απανταχούσας. Με την περίπτωσή μου όμως, κύριε της δικαιοσύνης δικαστά, που ξαφνικά έχω ξεμείνει μετεξεταστέος και στα 4 τρίμηνα ετούτης της χρονιάς όλο γκάφες μπορείτε να μου πείτε τί θα γίνει; Πόση γεωμετρική πρόοδο φέτος πρέπει να τρέξω να καλύψω;

Α, και δύο ακόμα αγωνιώδη ερωτηματικά ως είθισται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες: Μπορείτε να μου εμπιστευτείτε ποιά είναι η τετραγωνική ρίζα του 2009 μπας και αποκαλύψω το άγνωστο νόημα του, το χ; Επίσης, αν όπως λένε η αστρολογία έχει να κάνει με τα μαθηματικά ένας μικρός και καταφρονεμένος λέοντας ποιά μυστική εξίσωση καλείται φέτος να επιλύσει για να ακούσει πόσο ευτυχής θα είναι η χρονιά του;

Σωπαίνετε, στ' αλήθεια;; Ασχοληθείτε με τις εξισώσεις σας, παρακαλώ. Δικάστε με, όσο θέλετε, μόνον μη με απασχολείτε. "Να πληρώσουμε, Νίκο μου, και να φύγουμε, Νίκο μου, να φύγουμε" που θα λεγε κι η Σωφερίνα. Εγώ για το 2009 ζητώ ευθαρσώς και ξανά μέσα μου την αποφυλάκιση της ελπίδας

Να έχουμε όλοι μια καλή χρονιά. Ξεχάστε τους απολογισμούς και τους υπολογισμούς σας. Θυμηθείτε μέσα σας την ελπίδα. Όχι τη φιλοδοξία. Την βαθιά σας κι ανομολόγητη ελπίδα μόνο θυμηθείτε :)

Thursday, December 25, 2008

The birthday party


"I made a terrible mistake when I was young, I think, from which I 've never really recovered. I wrote the word "pause" in my first play"
Harold Pinter, Interview, October 1989


Εδώ που τα λέμε και τα Χριστούγεννα ένα καλοστημένο Πάρτυ γενεθλίων είναι. Κάποια πράγματα όμως δεν πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε μόνο και απλά ως τυχαία. Ακόμα κι όταν δείχνουν κάπως έτσι, υπάρχει πάντα το κάπως αλλιώς που δεν υπολογίσαμε επακριβώς. Γιατί από την καθημερινότητα πιό γενναιόδωρη μεταφυσική δεν υπάρχει. Παραμονή Χριστουγέννων 2008 πέθανε ο Χάρολντ Πίντερ.- (Τελεία είναι μια παύση, ένα γεγονός. Παύλα όμως είναι το μικρό σημαδάκι που προηγείται πριν ένα ολοζώντανο πρόσωπο αποκτήσει ξανά τη φωνή του)

Monday, December 22, 2008

Μολυβένιο στρατιωτάκι



Άσε με, σου λέω, ήσυχο, ρε παιδάκι μου, δεν έχω διάθεση. Ναι, εγώ που λαμπάκι έβλεπα να αναβοσβήνει και σου χαμογελούσα για πάντα, φέτος δεν έχω διάθεση, δεν έχω κέφι, βρ' αδελφέ, δεν έχω χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Το δέντρο το αποφάσισα νωρίς, δεν θα στολίσουμε σπίτι φέτος. Στόλισα στου Θέμη και της Άννας.

Νιώθω κούφια την ανάγκη μέσα μου. Γιατί ανάγκη μέσα στην ψυχή μου είναι τέτοιες ημέρες η κάθε χρονιά, το ξέρεις και το σεβόσουν όταν παρανοϊκά σχεδόν τις άλλες, τις περασμένες χρονιές, σου έλεγα έλα να πάρουμε μια μπαλίτσα ακόμα, και τούτο εδώ τον αρκούδο, κοίτα τί όμορφος που είναι, και τα φωτάκια δεν είναι ποτέ αρκετά, ποτέ δε με φτάνουν τα φωτάκια κι εσύ έλεγες με τη μεγάλη σου φωνή πότε θα μεγαλώσεις, Χριστέ μου, μα τα Χριστούγεννα μόνο μικραίνεις απαντούσα με παιδική φωνή εγώ, άσε με ήσυχο να βγω παραέξω, να βγω πάνω από όλ' αυτά, αυτό είναι μια πρωτογενής ανάγκη, όχι πολυτέλεια, δεν το καταλαβαίνεις; Χρυσόσκονη ψεύτικη να τα σκεπάσεις όλα. Μ' ένα έλκηθρο μαγικό χωρίς βαρύτητα να περάσεις νιφάδα, δεν το νιωσες ποτέ σου; Κόκκινος κόκκινος από το κρύο. Με το σκούφο και με τα κασκόλ. Πάνω απ' τη μικρή ζωή μας, ζωούλα μου, να περάσεις. Χαμογελούσες. Χαμογελούσα κι εγώ. Τα βρίσκαμε.

Γυάλινες μπάλες για το δέντρο. Άνοιξα φέτος τα ντουλάπια στο σαλόνι. Κάθησα και κοίταζα. Φυλαγμένες, πολύχρωμες, σχεδόν μαγικές. Προσεχτικά τις έχω διαλέξει μία μία μέσα στα χρόνια. Τα χρόνια μου είναι μέσα σε αυτά τα κουτιά, μέσα σ' αυτές τις μπάλες τα έχω φυλάξει. Πιό πολύ κι από γενέθλια τα φυλάω αυτά τα κουτιά. Έχω στολίδια για το δέντρο μου από τότε που ήμουνα πέντε χρονών, ίσως και πιό παλιά. Αν κάποτε με παρασημοφορήσουν για κάτι, με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια μου να τους πεις να το κάνουν. Κάθε χρόνο κι ένα ολοκαίνουργιο. Ακόμα και τη χρονιά που πέθανε ο πατέρας στόλισα δέντρο μικρό. Στο παιδικό δωμάτιο, όχι στο σαλόνι βέβαια, τί σημασία έχει, είπαμε τα Χριστούγεννα δεν είναι χλιδή, είναι ανάγκη. Έτσι για το καλό. Φέτος όμως όχι. Φέτος ούτε στολίδι.

Απρόσεχτα, βιαστικά έκλεισα πίσω μου τα ντουλάπια, οι γυάλινες μπάλες και τα παιχνίδια έμειναν εκεί αζήτητα, μυστικά, κρυμμένα, τα αιχμαλώτισα, λες να σπασα, Χριστέ μου, καμιά; Τί σημασία έχει, μολυβένιο στρατιωτάκι, κάπου θα την έβαζα. Φοβάμαι μόνο μην έσπασαν όλα μαζί. Κάτσε, ευκαιρίας δοθείσης, θα πάω να ξανακοιτάξω...
.........................................................................................................................

Όλες αρτιμελείς... Τί έλεγα; Αρτιμελής... Α, ναι... Ποιός; Εγώ... Που τις κρέμαγα στο δέντρο και τους άλλαζα θέση κάθε τρεις και λίγο γιατί δεν άντεχα να μείνει καμιά παραπονεμένη. Λιγότερο προβεβλημένη. Προσβεβλημένη. Οι σταρ των ημερών καταχωνιασμένες εκεί μέσα στα ντουλάπια. Οι απαστράπτουσες αποσυρμένες.

Ποιός; Εγώ... που για δεκαπέντε μέρες έστω τις είχα (σαν) κόρες των οφθαλμών μου...

Friday, December 19, 2008

Τον έφαγα


Σιγή στον ουρανό, σιγή στη γη στα δέντρα
φύλλο δεν κουνιόταν, δεν άκουγες τίποτα, τα θηρία είχαν βουβαθεί

Ευριπίδης, Βάκχες 1084 -5


Ξεκίνησα να γράφω. Ήταν παράπονο. Τα έσβησα όλα. Είναι παράπονο. Ακόμα. "Είναι πάντα εκεί, ήταν πάντα εκεί και δεν μπορείς ν' απαρνηθείς τη ζωή που νιώθεις". Παίζουμε πάντα πάνω σε μιά σκηνή μια ιστορία που δεν θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια της ολοκληρωμένη.

Με πιάνει αυτό που θέλω να τραγουδήσω ξαφνικά ωδή της φύγης από εκείνες που κάπου κάπου φυτρώνουν αριστοτεχνικά στα έργα κυρίως του Ευριπίδη. Στα χορικά αυτά οι γυναίκες θέλουν να πάρουνε δρόμο και δρομάκι και πηδούν το ποταμάκι για να φύγουν μακριά. Εκείνη που βρίσκονται, το νιώθουν, η γη δεν τις χωράει και να πάνε σαν άλλοτε πρόσωπα του μύθου εύχονται σε μέρη απίθανα, μαινάδες καβάλα σε κυπαρισσόδεντρα να φάνε τον Πενθέα. Ντύθηκε λοιπόν κι εκείνος γυναίκα. Μαινάδα. Καβάλα πάει στων γυναικών την εκκλησιά, καβάλα προσκυνάει. Βολοδέρνει στις πλαγιές των βουνών, πάνω απ' της θάλασσας το κύμα, με άλλες, μη συνάδουσες του κόσμιου μορφές. Συνάδουσες... Πολύ τραγούδι έπεσε, μανούλα μου, απόψε.

Πρόσωπο ίδιο. Προσωπείο άλλο. Τον Πενθέα -κακά τα ψέμματα, ο μύθος είναι μύθος- τον έφαγε Πενθέας. Πήρε απλά όνομα πιό δραματικό: κάτι σαν Ινώ, κάτι σαν Αγαύη, κυρία Βέναμπλ ίσως. Είναι πάντα Πενθέας. Ήταν πάντα Πενθέας. Και δεν μπορεί ν' απαρνηθεί το ρόλο που παίζει.

Μέσα στο έργο η κατάσταση στο απροχώρητο έχει φτάσει. Οι εξελίξεις τρέχουν δραματικά, τα πράματα χειροτερεύουν. Μέσα στο έργο. Ίσως καμιά φορά και έξω από αυτό. Δεν ξέρω. Παίζω πάνω σε μια σκηνή μια ιστορία που δε θα μάθω ποτέ την αλήθεια μέχρι το τέλος. Λοιπόν συνάδουν οι ωδές -διαπράττω αμάρτημα τρίτη φορά, είναι ορκίζομαι η τελευταία.

Πού καιρός μέσα σε όλα αυτά για ωδές της φυγής και ευρεσιτεχνίες καλλιτέχνη. Ωστόσο:
- Εδώ, κάτσε να φας.
- Είμαι παράφωνος στο τραγούδι, ξέρεις.
- Από τις δαγκωνιές θα ' ναι. Γι' αυτό: Σβήστα όλα. Κι όχι ευχαριστώ.
- Είμαι εγώ. Θα με φάω απόψε.

για τον Κώστα Ταχτσή

Sunday, December 14, 2008

Άνδρα μοι έννεπε...



Με αφορμή το "Ιδού εγώ... Ιδού... Εγώ... Εγώ... Here I am an old woman in a dry month... Εγώ...." από τον Ουρανό κατακόκκινο της Λούλας Αναγνωστάκη
. Εικόνισμα η Βέρα Ζαβιτσιάνου γι' απόψε.

Πέντε λέξεις προσπαθώ να πω, δεν είναι εύκολο το προοίμιο απόψε, ακολουθώ δύσκολα το τραινάκι των συνειρμών και σε τέτοιες άμουσες εποχές που να πετύχεις και Μούσα να σου καθήσει, τα ασυντόνιστα και τα δικά σου η δόλια από το χάος στο κάπως αλλιώς να τα συντονίσει.

Αναρωτιέμαι ωστόσο πώς γράφονται τα έπη, πώς γίνονται οι ήρωες και οι μεγάλες ιστορίες κι οι εποχές, εμένα πάντα η δραματική ποιήση περισσότερο με συγκινούσε, οι μάσκες με τις παγωμένες κεφαλές που δεν έχουν συγκεκριμένο χρόνο κι είναι δια παντός, τρόμος και χαρά αντάμα, και μια καρδιά χαίνουσα από μέσα ζωντανόν, λάβρον ύδωρ. Νίψον ανομήματα μη μονάν όψιν. Το μετερίζι το δικό μου. Ιδρώτας κι αίμα, ύδωρ ανάμεικτο επάνω σε σκηνή που ενίοτε και σχοινί εκ παραδρομής ορθογραφείται. Και δεν βρήκα άλλο τρόπο να μιλώ, παρεκτός πιό συχνά λέξεις που χάσκουν επάνω σε χαρτί, κι άλλοτε πάλι, σπανιότερα, μυαλό και καρδιά, το σώμα μου το άτσαλο επάνω σε σκηνή το ορίζω. Κι όχι πως βρήκα και τρόπο να καταλαβαίνω δηλαδή πώς να τα κάνω όλα αυτά πράξη επακριβώς, απλά πότε πότε το τίποτα μου παραχωρείται. Ούτε και μεθοδολογία. Ρόλος και ήρωας και κάθε φορά ένας καινούργιος απροσπέλαστος κλοιός. Καινούργια κόλλα άγραφο χαρτί. Πολυταξιδεμένος κι αειπάρθενος χάρτης η άδεια σκηνή μου. Ξενιτιά και πατρίδα.

Όμως το σκέφτομαι πιό ξεκάθαρα ίσως τώρα. Και οι ήρωες ανεξαρτήτως είδους, μορφών και λογικής απλοί άνθρωποι ξεκινήσαν, καθημερινοί, τυχαίοι που δεν είπαν τώρα θα γίνω ήρωας κι αμέσως μεταμορφώθηκαν σε προτομές και χρυσό της ιστορίας χαρτάκι. Ήταν εκείνοι που ήταν κι ήταν στην ώρα που έπρεπε εκεί. Γι αυτό και έγιναν οι επονομαζόμενοι ωραίοι. Γιατί εξέφρασαν βαθύτατα μια εποχή. Για την ακρίβεια την εποχή τους έσπρωξαν να τους ακολουθήσει.

Θαρρώ ποτέ τους δεν απέκτησαν συγκεκριμένη ιδεολογία με την έννοια τη σχηματική. Νομίζω δεν προσπάθησαν καν ν' αποκτήσουν πράγμα αποτέτοιο, περίγραμμα στην ουσία κι ο κορμός να' ναι κούφιος. Τί να την κάνεις θα μου πεις και την ιδεολογία όταν τη μεθοδολογία του ρήματος ζω σε ενδιαφέρει μονάχα και διαρκώς να σπουδάζεις σ΄όλους τους χρόνους και τις πιθανές εγκλίσεις; Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι και του ήρωος η υπέρτατη λογική. Αυτό το μόνο και το απλούστατο συστατικό της όποιας επιτυχίας. Κι οι Μήδειες κι οι Χριστοί κι οι Αντιγόνες κι οι Καραΐσκοι κι οι Κανάρηδες κι οι Κουν κι οι Καβάφηδες κι οι Γιάννηδες Σεβαστιανοί και Μπάχ και όσοι ακόμη έμειναν άγνωστοι κι ανώνυμοι στην ανάρτηση αυτή, αυτό μονάχα όλοι αυτοί απέκτησαν: τη δικιά τους ζωή. Ακόμα και οι ήρωες οι χάρτινοι στα βιβλία, ακόμα κι εκείνοι που έζησαν με πραγματικό ιδρώτα και αίμα στο φθαρτό κορμί τους, είχαν τη θέρμη της καρδιάς τους ζεστή και την ευθυκρισία του μυαλού τους τεταμένη ανά πάσα στιγμή τη ζωή που τους κλήρωσε να τη ζήσουν. Χωρίς έλεος και χωρίς σταματημό. Πέρα από αυτό που γενικόλογα ορίζει η λέξη πάθος. Κι έτσι κατόρθωσαν τη μούσα με το μέρος τους να πάρουν. Χωρίς διαδηλώσεις μιας αξίας που αδικήθηκε πέρα από την μόνη γενναία δήλωση της αξίας τους καθαυτής. Μέσα από τις πράξεις. Και κόντρα στις όποιες τριγύρω εποχές κι αν εζήσαν. Και κόντρα στις αντίξοες συνθήκες.

Κι ούτε που νοιάστηκαν -βάζω και στοίχημα- ποτέ για το τί έγινε μετά. Ακόμα κι όταν η υστεροφημία ήρθε, εκείνοι απλώς είχαν περάσει τα πάνδεινα και είτε εδώ είτε πιά και σε μια άλλη διάσταση, ακόμα κι εκεί, μπορούσαν να παρακολουθήσουν έναν και σε εκείνους άγνωστο άθλο που όμως αυτοί από μόνοι τους τον είχαν πετύχει, κι ό,τι και αν πούμε εμείς εδώ και τώρα, οι κατοπινοί, θα παρουσιάσουμε πάντα το μύθο το δικό τους τοσοδούλικο εργάκι. Σαν να μην έζησαν και ακριβώς εδώ την οργή τους τούτοι οι Αχιλλείς. Σα να μην έζησαν και ακριβώς ανάμεσα μας την αυτοθυσία τους οι Πάτροκλοι. Αν τους ρωτήσεις το πιθανότερο να σου πουν: "Δεν έκανα τίποτα για σας. Όλα τα έκανα για μένα. Μόνο για μένα." Όμως ήδη θα καταλάβατε πόσο μεγάλη γενναιοδωρία στάθηκε ο συγκεκριμένος εγωισμός τους.

Tuesday, December 09, 2008

Επιτρέψτε μου μια ειρηνική διαδήλωση


Απόψε σχολιάζοντας με μιά αγαπημένη φίλη μου την κατάσταση, είπα μεταξύ άλλων: "Απόψε ο τραμπουκισμός του αστυνομικού συνάντησε τον τραμπουκισμό του αναρχικού και όλοι - μα όλοι- όσοι υψηλά, δεξιόστροφα κι αριστερόστροφα, ιστάμενοι τόσα χρόνια απογοήτευσαν τον κοσμάκη, αγάπη μου, σπέρνοντας ανέμους, θερίζουν τώρα θύελλες. Το ζήτημα είναι τί φταίνε όλοι οι υπόλοιποι που τους σκοτώνουν από τα όνειρα μέχρι και τα παιδιά τους... "

Δεν με ενδιαφέρει η μικροπολιτική. Δεν κάνω γι' αυτό το λόγο αυτή την ανάρτηση. Κι ούτε είναι αυτός ο σκοπός του ιστολόγιου ετούτου -εσείς που με ακούτε, θα έχετε ενδεχομένως καταλάβει. Δεν θέλω να είμαι καν δεξιός, αριστερός ή κεντρώος. Δεν τρέφω καν την ελπίδα να γίνω τίποτα από όλα αυτά. Ειδικά αυτό το κεντρώος. Αλήθεια, πιστεύευτε, αυτό το τελευταίο υπάρχει στη σύγχρονη πολιτική σκηνή; Γιατί όλοι αυτή τη περιλάλητη μετριοπάθεια και τη χρυσή τομή έχουν λυσσάξει (;) και ψάχνουν. Προσπαθώ να απαλλαγώ ακόμα ακόμα και από την ηθική, ακόμα κι από κάθε επίκτητη ταμπέλα που σου κολλάει μια ταυτότητα σα ρετσινιά ελλειπής για να 'χεις, βρ'αδερφέ, να πορεύεσαι μέσα στην κενωνία που όλοι έρχονται και τα σπάνε γιατί στανικά κάθε τρείς και λίγο αυτή η κενωνία σου φωνάζει: "Δεν είσαι παρά ένα ανθρωπάριο μετρίου αναστήματος από τον τάδε πατέρα και τη δείνα μητέρα που συμπράξανε και γεννήθηκες εσύ, ατυχή, εκείνη την ημέρα στην καμμένη και λεηλατημένη σήμερα Αθήνα της Αττικής θρησκεύματος χριστιανικού και ορθόδοξου πότε πότε."

Ε, λοιπόν κι εγώ νιώθω ότι με καλουπώνουν θανάσιμα όλα τα ημίμετρα αυτά. Κι ο τρόπος ο δικός τους έτσι που φασιστικά και ο κατέχων την αρχή και ο αναρχικός απ' την άλλη προσπαθεί απόψε πάλι να μου τα φορέσει. Κέρατα. Της μικρής μας οθόνης κεραίες. Δε χωράω λοιπόν πουθενά. Κυρίως στης φτωχής λογικής τα δύφορα κερατάκια, Ελληνάρες. Οι κεραίες είναι μονάχα πάνω απ' το σπίτι μου. Μέσα όμως στο σπίτι μου εγώ, μέσα στο κεφάλι μου, μέσα στην καρδιά και την ψυχή που με τα σιδεράκια σας τρείς μέρες τώρα και σημαδεύετε και πυρπολείτε, εκείνο που προσπαθώ εγώ να είμαι και να παραμένω, είναι ένας αιωνίως και τυμπανίως νεάζων άνθρωπος, Έλληνας -καθαρά για τον τρόπο σκέψης πέντε δέκα ανθρώπων που από το συρφετό του Ελλαδιστάν μας έχω να εκτιμάω (όρα για παράδειγμα και Ελύτης, Λαμπέτη, Χατζιδάκις, Σολωμός) και το μόνο που στ' αλήθεια πασχίζω κατάπως με 'μαθαν ετούτοι οι δάσκαλοί είναι να προσπαθώ ελεύθερα να στοχάζομαι μέσα σε ένα κόσμο και μια πατρίδα που έτσι που όπως τα καταντήσατε, μια σκέψη ελεύθερη είναι το πιό δύσκολο ο απλός συμπατριώτης σας να την τολμάει. Γιατί αυτή η σκέψη είναι, κατά την αφελέστατη ενδεχομένως δική μου βούληση, και η μόνη ουσιαστικά πολιτική σκέψη.

Αυτό το πλιατσικολογείν σας όμως με τα δικά μου όνειρα, λεβέντες, αντάρτες, τραμπούκοι, δε σας το συγχωράω. Απόψε πάλι τα καταφέρατε και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κι όσο για τον ύπνο, ούτε που με νοιάζει, χέστηκα. Τα όνειρά που με περιμένουν σα νέο παιδί κι εμένα όμως είναι που λυπάμαι. Εσείς φυσικά τώρα λουφάξατε, ανέμελα κοιμάστε... Δεν πειράζει, όνειρα γλυκά... Κάποια μέρα το rest in peace ίσως αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι... Κοιμηθείτε εσείς τώρα λοιπόν την πλάνη σας, την παραχορτασμένη ερωμένη, ένας τη ρεμούλα του, ο άλλος τη μολότωφ. Όσο για μένα ο Παράδεισος που δεν έζησα κάπου περιμένει... εδώ κοντά... Επιβίβαση: πεζόδρομος Τζαβέλλα... Να το θυμάστε...

Η ανάρτηση αυτή αφιερώνεται στη μνήμη του δεκαπεντάχρονου Αλέξη στην συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του οποίου στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών φοβήθηκα απόψε να πάω.

Sunday, December 07, 2008

Live your (tragic) myth in Greece (of course)


Απόψε επί μιά ώρα και μισή πίστεψα ότι μπορεί επιτέλους να τα κατάφερα και να ζω σε μια άλλη πατρίδα. Μια χώρα κατάμεστη, έστω με κρεπαρισμένο μαλλί και κραγιοναρισμένα χείλια, που ψάχνει, ενδιαφέρεται και νοιάζεται να βρει τί σημαίνει ταυτόχρονα παγκόσμιο και Ελλάδα. Με τη διαύγεια που κατάφερνε κάποτε, άλλοτε, χωρίς μεγαλοστομία, μέσα από κάτι μύθους ξεπερασμένους, ξεχασμένους πιά, που στάζουν όμως ακόμα αίμα στ' αλήθεια. Σε θέατρο της Παλλάδος που κυβερνά με του Απόλλωνα το φως συγκυβερνήτη. Τόσα εγκλήματα κι ένας νεκρός δεν βρέθηκε ποτέ στου κόσμου τη σκηνή ετούτη. Στην αυλαία κι όλοι στη σειρά. Χειροκρότημα. Μία στάλα θεία δικαιοσύνη...

Κι όμως, μια ώρα και μισή μόλις μετά στην οθόνη εντελώς φυσικά η είδηση: ένα μόλις δεκαπεντάχρονο αγόρι σκοτωμένο. Στο ψαχνό και στη μέση του δρόμου. Εξαρχεία. Αθήνα μιλάμε. Πρωτεύουσα ευρωπαϊκή. Κούνια που μας κούναγε, νεκροκρέβατο που μας κουνάει. Κι έτσι απότομα κατάλαβα ο ονειρικός, ο αφελής ότι δε ζω παρά στην ίδια πεντάμορφη που μπορεί να γίνει και τέρας πατρίδα που λίγο πριν η παράσταση η υπέροχη με έκανε την τερατώδικη φύση της να έχω ξεχάσει.

Προβάλλει τελικά το ίδιο κακοπαιγμένο εργάκι, το φρικαλέο, ο σινεμάς απόψε. Ξέφραγοι μπάτσοι μέσα στην πόλη κυνηγάνε ένα παιδί, τα κατάφεραν, εν ψυχρώ το σκότωσαν και η κυβέρνηση δεν μπορεί ούτε ένα δεκαπεντάχρονο να υπερασπίσει. Η όποια κυβέρνηση. Βλέπεις, σε αυτή την πατρίδα δεν υπάρχουν και πολλές, φρουρούν οι μεν τους δε και σκοτώνουν αθώα παιδάκια... Και δεν έχει καν θάρρος σύσσωμη μιά τέτοια κυβέρνηση να παραιτηθεί. Σε πόση αφέλεια κατάντησε η πόλη σου, Παλλάδα...

Σκοτείνιασε. Πού πήγε και του Απόλλωνα το φως; Απόλλωνας: θεός έφηβος σε μια χώρα υπέργηρη που χάσκει. Άλλος ένας άγιος κι άλλη μια ανάληψη λοιπόν... Του αγοριού που στάθηκε απέναντι στον γνωστό άγνωστο μπάτσο... Πάρε μια γεύση κι από ανθρώπινη δικαιοσύνη... Νεοελλήνων βεβαίως βεβαίως....

Α, και κάτι ακόμα, συμπέρασμα πες απόψε από την περιδιάβαση σ' αυτή τη μικρούλα, θρασύδειλη, κουτοπόνηρη Ελλαδίτσα... Μεταξύ μας -μην ακουστώ και παραέξω και "εξοστρακιστεί" καμιά φιλόστοργη σφαίρα και κατά δώ μεριά- η Μήδεια είναι πιό ακίνδυνη τελικά μητέρα... Κι εγώ θα ήθελα, αν γινόταν έστω για απόψε, έστω για μια φορά, να κατάγομαι απ' την Κολχίδα.

Friday, December 05, 2008

Παρένθεση


Και θα τελειώσουν όλα ξαφνικά
όσο ξαφνικά έχουνε ξεκινήσει
κι ανάμεσά τους το κενό
και τα όνειρα
και η ελπίδα
κι οι σκέψεις
κι η θλίψη
και τα δάκρυα
κι η αντιπάθεια
κι ο καυγάς
και ο θυμός
και το μίσος
και το χαμόγελο
και το γέλιο
κι οι φίλοι
και τα φιλιά
και το γλέντι
κι ο έρωτας
κι η αγάπη
κι ο φόβος
κι ο καημός
και το κρασί
κι η θάλασσα γιατί δεν μπορείς ποτέ να την εξαντλήσεις
κι οι Λαιστρυγόνες
και οι Κύκλωπες
ακόμα και οι Ιθάκες
και όσα κουβάλησες και κουβανείς μες το μυαλό την καρδιά και την ψυχή σου
γιατί η παρένθεση είναι ο προορισμός
προσοχή λοιπόν στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας

Wednesday, December 03, 2008

Unbreakable


Άλλη μια μέρα κοιτάζω πώς θα κοιτάξω πραγματικά και φεύγω ταξίδι από την πραγματικότητα μακρυά γιατί αλήθεια δεν έχουν τα πράγματα εδώ αλλά τα πράγματα αυτά που από εδώ θα μπορέσουν να έρθουν εκεί μαζί μου, οι στιγμές, τ' απομεινάρια μιας μέρας που επιτέλους θ' αλλάξει χρήση μέσα από τα μάτια μου και θα γίνει στ' αλήθεια όπως μπορεί να γίνει. Γιατί η αλήθεια υπάρχει μόνο πέρα από την αλήθεια μας. Ναι, εντάξει, η πραγματικότητα είναι όντως αντικειμενική. Το ζήτημα είναι τί κάνεις άπαξ και το αντικειμενικά πραγματικό το καταλάβεις.

Θέλω να πω, για να γίνω πιό ξεκάθαρος, μια πέτρα δεν είναι μόνο μια πέτρα ή δε με ενδιαφέρει τέλοσπάντων να είναι μια πέτρα μοναχά. Μια πέτρα με ενδιαφέρει γιατί είναι ένα βότσαλο, ένα βότσαλο που θυμίζει την πρώτη μου αγάπη, την αλμυρή, ένα καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα, το κύμα που ήσουν πλάι μου και δε μ' ένοιαξε που η θάλασσα φούσκωσε και πήρε μέσα της όλα τα υπάρχοντά μας γιατί εγώ κρατούσα την πέτρα σου και γελούσα που σε έβλεπα να τσαλαβουτάς για να περισώσεις πέντε χρήσιμα μεν, άχρηστα δε πράγματα και δε με νοιάζει που σ' έχασα κι εσένα μετά και δε με νοιάζει που έγινες θάλασσα μετά κι εσύ και πήρες μέσα σου όλα τα πραγματά μου γιατί εγώ κράτησα το βότσαλο και δε με νοιάζει που τώρα το βότσαλο έγινε πέτρα, μολύβι, ψαλίδι, χαρτί ή ό,τι άλλο μπορεί πιά και να' σαι. Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογυαλιά, αν με πίστευες λιγάκι, όνειρο δε θα 'ταν πια...

Όπως όμως με την πέτρα, έτσι και με τα φαινόμενα, έτσι και με τα γεγονότα τα αντικειμενικώς πραγματικά, γυρεύω μια υποκειμενική ερμηνεία, τί τα προκάλεσε και πού και πώς θα πάω μαζί τους παρακάτω. Δεν είναι τόσο εύκολη η διαδικασία αυτή, καλού κακού κρατάω μικρό καλάθι: κάθε μέρα λέω να κάνω καινούργια αρχή κι όλο στη μέση κι όλο στη γαμημένη μέση το φτάνω -τυχαία η παρήχηση του μι, δε νομίζω. "ΜΜΜΜ, ωραία φέτα" μμμμου 'ρχεται η ατάκα στο μυαλό. Και δε με πειράζει τίποτα πιό πολύ όσο αυτός ο εθισμός και η ακινησία στο καθημερινό και στο μεσαίο τελευταία. Στο μέτριο. Που να ήταν γυάλινο με μια πέτρα να το σπάσω.

Να σημειωθεί ότι το πρώτο δέντρο για φέτος στολίστηκε. Στο σαλόνι βαθύτατα φιλικού σπιτιού. Και παρ'ολ' αυτά, τζίφος... Ψηλά στο βουνό μουσικές χαμένες...

Monday, December 01, 2008

I' m dreaming of...


Ξεκινάω να γράφω, πού θα βγάλει απόψε η νύχτα, ως πού θα πεταχτώ. Στα όνειρα. Ως εκεί που έχω αναφαίρετο δικαίωμα για ταξίδι. Χωρίς τρομοκράτες, χωρίς αεροπειρατές. Με άγνοια κινδύνου, ελεύθερες πτώσεις ακίνδυνες. Δεν πετάω στα σύννεφα. Έχω πάρει αγγελικό διαβατήριο για έκπτωση στο κρεβάτι το δικό μου απόψε.

Τα όνειρα είναι ρωγμές. Οι πληγές είναι όνειρα. Απόψε δεν είμαι εδώ, σε αυτή την πραγματικότητα, σε αυτή την αναπηρική καρέκλα, σε αυτή την καρέκλα την ηλεκτρική που μου χει ψήσει σαν το ψάρι τα χείλη και το κεφάλι σαν αυγό. Είμαι εκεί που πηγαίνουν τα όνειρα. Είμαι εκεί που φέρνουν οι λέξεις.

Και γράφω και διεκδικώ, και γράφω κι αδιαφορώ, και γράφω και ονειρεύομαι από εδώ και τώρα, από εδώ και μπρος, χωρίς να ξέρω που βγάζει αυτός ο λαβύρινθος, χωρίς να γνωρίζω τα όνειρα πώς ξυπνάνε. Αφήνομαι χωρίς σταματημό, δεν ελέγχω ούτε καν τύψεις, κατουριέμαι ελεύθερα από ταχύτητα και από φόβο -είναι το μόνο δικαίωμα που στο φόβο μου παραχωρώ, ακόμα κι όταν ονειρεύεσαι, φοβάσαι, δε σταματάει ποτέ ο φόβος-.

Και δεν ελέγχω καν τη διαδρομή, τί σημασία εξάλλου έχει να κοιτάζεις το δρόμο όταν οδηγείς πάντα κουτουρού, είναι σα να σημαδεύεις κάτι που δεν υπάρχει και είμαι απρόσεχτος οδηγός, δεν είμαι ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ, σημασία έχει μόνο που θέλεις να φτάσεις, σημασία δεν έχει καν μήπως δε φτάσεις εκεί σώος κι αβλαβής, σημασία έχει να φτάσεις εκεί με όλου του κόσμου τα σημάδια, στα όνειρα τρακάρεις πάντα πιό πολύ, στα όνειρα τραυματίζεσαι πιό θανάσιμα κι απ' όταν πεθαίνεις, κι όταν πεθαίνεις μόνο για τα όνειρα πεθαίνεις, τα όνειρα που θέλεις να βρεις σε άλλη πίστα. Αυτό είναι οι αρρώστιες οι αγιάτρευτες. Τα όνειρα που δε βρήκες.

Οι λέξεις που δε βρήκες έπειτα, καλύτερα για να πεις αυτό που σου συνέβη, αυτό που διεκδικείς να πάρεις, αυτό που είδες ότι παίρνεις στα όνειρα και τώρα το χάνεις, μια άλλη κτητικότητα που μόλις ξυπνήσεις τη χάνεις και τα χάνεις εντελώς.

Γι' αυτό κι εγώ έτσι όπως ξάφνιασα μέσα στη νύχτα και μέσα στα όνειρα αφέθηκα γλυκά στην εισροή των συνειρμών κι ας γράφω τώρα ένα κείμενο αλλοπρόσαλλο κι ας μη βγαίνει ουσία όταν θα διαβάσεις εσύ τί σόι είναι τα όνειρα τα δικά μου. Ξύπνησαν απόψε πιό φοβισμένα, κράτα αυτό. Δεν μπορώ να στο κανω πιό λιανά, το καταλαβαίνεις;

Σιγά μη χέστηκες, σιγά μη σε νοιάζει, σιγά μην παραφούσκωσες από την ευμάρεια των δικών μου ονείρων, σιγά μη σε τσαντίσε η ανέχεια των ονείρων που έχασα απόψε εγώ, σιγά μη σκοτίστηκες που ξύπνησα πάλι και τίποτα δε βρίσκω απ' τα όνειρα που έκανα.

Πρέπει να πολεμήσω για τα όνειρα γιατί είναι το τελευταίο προπύργιο της λίγης μου ανεξαρτησίας.

Λοιπόν, με συγχωρείτε, πρέπει να ονειρευτώ. Και πάλι καλή σας νύχτα.

Thursday, November 27, 2008

(Πρόωρο) Γράμμα στον Αη - Βασίλη


Αγαπημένε Άγιε,

Εντάξει... καλά, καλά... ωραία... έχεις δουλειές με φούντες αυτό τον καιρό, ξέρω. Όμως αυτό δεν είναι ακόμα ένα γράμμα μιας παρορμητικής διάθεσης για διέξοδο από την οικονομική παγκόσμια κρίση. Περιγράφει ένα άλλο καθεστώς, την κρίση στην καρδιά μας. Είμαι ένας δουλοπάροικος στο ακατόρθωτο... (ΨΨΨΨΨΨΨΨΨΨΨ) Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις έτσι στομφώδικα που έμαθα, γαμώτο μου -με όλο το θάρρος- να μιλάω. Κάπου όμως πρέπει να πηγαίνει κι αυτό το έκληθρο που φαίνεται να μη βγάζει πουθενά ενδεχομένως.

Προς το παρόν μόνο θυμός. Υπήρξα φέτος το παραδέχομαι πολύ αστόχαστο παιδάκι. Το πρόβλημα; Η στένωση της καρδιάς μας. Η κεντρική αρτηρία βουλωμένη από τη θλίψη. Μπούκωσαν όλα. Μπούκωσε κι η καρδιά. Το μυαλό προ πολλού σΥ- χαμένο. Μπούχτισε κι αυτό. Ένα μυαλό χειμώνα - καλοκαίρι είναι, τί να σου κάνει; Δεν αποδίδει την προσήκουσα σημασία πιά στα γεγονότα. Ούτε όμως και την καρδιά χορταίνει στα όνειρα να της απαντούν μονίμως και μονάχα με σκέψεις... Θέλει και την απτή πραγματικότητα των ονείρων η καρδιά πότε - πότε.

Και είναι αναρχία η σκέψη των ονείρων μας, άγιε. Κι απέναντι η διάθεση μας μονίμως συγκεντρωτικό καθεστώς. Στη μέση εγώ θυμωμένος μπάτσος απέναντι στον εαυτό μου επαναστάτη. Κουράστηκα... Η καρδιά αν μπορούσε να σκεφτεί θα σταματούσε, ανεπιτυχώς προσπαθεί να με πείσει ο Πεσσόα, τον ξέρεις;... Εκεί πάνω δεξιά σε αυτήν εδώ τη σελίδα, βλέπεις; Το 'κανα για να μη μου ξεφύγει και προμετωπίδα. Όμως μάταια... Νομίζω ότι σου γράφω για την καρδιά, και πάλι, όπως βλέπεις, σκέφτομαι. Μάταια...

Έτσι μάταια και το 2008 λίγο ακόμα γέρικα αργοσβήνει. Το κοιτάζω. Ασθενοφόρο για πάρτη του κάλεσα και προσπέρασε. Η σειρήνα στα μάτια μου λίγο ακόμα αναβοσβήνει. Απομακρύνεται το ασθενοφόρο, κλείνω τα μάτια μου, τα ξανανοίγω και είναι ακόμα 2008. Θέλω να φύγει πρόωρα. Γι' αυτό και πρόωρα σου γράφω αυτό το γράμμα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή αδιέξοδο. Σε σκοπιά με βρήκε. Κι ορίστε, ούτε ασθενοφόρο για πάρτη του δε σταμάτησε.

Είμαι τώρα, το ξέρω, αγιάτρευτα τραγελαγραφικός. Ένας "βαθυστόχαστος" ΕΜΟ. Μπροστά στα μάτια σου. Σε παρακαλώ μόνο αυτό: φέτος το έλκηθρο που θα περάσει σε ένα μήνα αν είναι εύκολο ας κοντοσταθεί κάπου που θα ζητήσω όχι μόνο για μενα αλλά για όλους μας.

Μικρά φωτάκια άρχισαν ν' ανάβουν δειλά δειλά δεξιά, αριστερά, τριγύρω. Μπροστά στα μάτια μου. Μάταια τα μάτια μου τα κοιτάζουν. Κάποτε, ξέρεις, άγιε, έβρισκα μια παρηγοριά μέσα σε όλα αυτά. Κάποτε το "έρχονται και Χριστούγεννα" γινόταν η εποχιακή προμετωπίδα. Κάποτε έψαχνα κόκκινες μπάλες για το δέντρο μου. Και πίστευα. Ποτέ δε σταμάτησα να πιστεύω σε Σένα. Ήταν σα να πίστευα και μέσα Μου. Και πέρσι στη σκοπιά την ώρα που άλλαζε ο χρόνος πίστεψα σε πολύ όμορφα πράγματα, άγιε, χάρη σε σένα... Μα έγιναν αλλιώς, δεν πειράζει... έχουμε καιρό...

Τώρα το μόνο που ζητάω είναι μια ζεστή κόκκινη αχνιστή καρδιά μέσα στο κρύο -κι αυτό ακόμα δύσκολα μας παραχωρείται φέτος. Μπας και σταματήσει η προβολή αυτού του άχαρου έργου που παρακολουθούμε όλοι μας σε βουβό και ασπρόμαυρο κινηματογράφο. Να το πω και χριστιανικά μήπως γίνω και πιό σαφής από τί πάσχω... Καρδίαν καθαράν κτίσον εν ημιν ο θεός και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις ημων...

Με την βέβαιη πίστη ότι υπάρχεις,

Αντώνης

Υ. Γ Ελπίζω τα δικά σου έλκηθρα τουλάχιστον να μην πέσουν φέτος έξω...

Saturday, November 22, 2008

Δευτερόλεπτα



Κάπου βραδιάζει. Και το αξημέρωτο κοιτάζω ρολόι. Δε γνωρίζω ωροδείκτες ή λεπτοδείκτες. Μετρονόμους. Δείχνουν πάντα αδιέξοδο. Κάθε ώρα εκεί μέσα η στιγμή τα καταφέρνει. Περνάει. Τί σημασία έχει να δειξουν αυτά τα κέρατα τί ώρα επακριβώς θα αποπειραθεί μια τελευταία έξοδος κινδύνου απόψε; Πάω πάντα κόντρα σε επιδειξιομανείς με τέτοιες αξιώσεις. Περισσότερο από όλους εκείνα τα νευρόσπαστα: οι πιό ευκίνητες μαριονέττες, όπως καταμετρούν τα δευτερόλεπτα, βγάζουν άσκοπα, σκάρτα τα άνευρα μέλη του σώματος καθώς ξαπλώνει. Ποιό ρεύμα οδηγεί; Σε ποιόν ύπνο παραδίδεις κι απόψε το πνεύμα; Ένας περίεργος μηχανισμός ρολογιού. Πώς λειτουργεί η νύχτα. Κι ο ύπνος. Καμιά ώρα θα τη βγάλω αυτή τη μπαταρία. Να γίνει κάποτε η νύχτα πραγματικά δικιά μου. Κι ο ύπνος. Ξεφεύγω πάντα από την ημέρα, αλλά τη νύχτα... Είμαι πάντα εδώ. Θ' αρπάξει κι απόψε ό,τι προλάβει. Το κέλυφος. Το καβούκι. Επί φυλακής και προστασίας. Μέσα εδώ όλα ένα γίνονται. Ράσο. Δεσμά. Έχω κλείσει την πόρτα στο δωμάτιο. Έχω κλείσει και το φως. Είμαι μέσα σε ακυβέρνητο σκοτάδι. Στο δωμάτιο. Ξαπλωμένος στο χειμαζόμενο κρεβάτι. Ντυμένος το φουσκωμένο πάπλωμα. Κοιτάζω πουθενά. Στο δωμάτιο. Μόνο αυτό εδώ το φωσφορούχο ρολόι αντέχει ακόμα στην πλευρά που πλαγιάζω. Το κόκκινο μικρό φωτάκι της τηλεόρασης στο power απενεργοποιημένο. Περιμένω. Στο δωμάτιο. Τον κλέφτη. Την ώρα.

Monday, November 17, 2008

Εκ του ανεσπέρου φωτός



Διαβάζω σήμερα ξημερώματα παρασκευής για μια βροχή μεγάλη απολέλυσαι της ασθενείας σου. Ποίημα γραμμένο μες το φθινόπωρο του 1953 του Νίκου Καρούζου. Μια προσευχή. Και σκέφτομαι αυτό είναι η ζωή που ζούμε ή μήπως η χώρα που ονειρευόμαστε να φτάσουμε κάποτε. Ποιό απ΄τα δυο, επίμονα κι εσύ με ρωτάς. Το ακαθόριστο ανάμεσα στα δυο είναι η απάντηση σου λέω...

Τί χρώμα έχει εκείνη εκεί η θάλασσα; Τα σύννεφα; Θα αγγίξουνε κάποτε επιτέλους και πού τα νερά τον ορίζοντα; Πώς θα' ναι τα στερεώματα; Πετρώματα; Και με τα ξημερώματα τί σχέση αλήθεια θα έχουν; Ο αέρας θα χάσει την υφή του αν τον γεμίσουνε τ' αστέρια;

Ένα ταξίδι χωρίς προπαρασκευή ιδιαίτερη, προσήλωση κι αρματωσιά για τον πλανήτη των διαστημοπλοίων αρχίζει μες το τρένο. Κι ωστόσο, ούτε καν ανάσταση για το μικρό το δαχτυλάκι απ' τη σελίδα με το ποίημα. Είμαι στοιβασμένος μέσα στο πλήθος σε ένα βαγόνι και χωμένο έχω το κεφάλι μου στο βιβλίο που διαβάζω.

Ωστόσο, μια έγερση πατά γερά στην πραγματικότητα αυτή κι αυτοσυστήνεται ως μόνη λογική μου τρέλα και πλάνη. Ο μικρός πρίγκιπας -καλώ και ένα πρόσωπο ενός άλλου συρμού, απ' το μύθο-, ο μονογενής ομογενής -για να τον απομυθοποιήσω- κυνήγησε ζωή για να φτάσει το δικό μου μικρό κόσμο. Έναν κομήτη. Με δίχτυ. Έπιασε. Κι ύστερα πάλι πίσω. Για ένα και μόνο τριαντάφυλλο. Η σκέψη μου.

Κι ένας παράλληλος ταυτόχρονα στοχασμός, αυθαίρετος και πάλι: απόηχος σήμερα μιάς άλλης εξέγερσης. Όχι η σκέψη μου. Το Πολυτεχνείο. Και να το σύνθημα: "σας μιλά ο σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων¨. Και να ο "ανέσπερος Έλληνας" - στο βιβλίο πάλι μέσα κοιτάζω ένα στίχο του ποιητή για τον πεζογράφο. Τον ακέραιο κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Κλείνει η παρένθεση. Υποσημείωση: στόχος δεν είναι το ελληνικό. Στόχος είναι το ανέσπερον. Καταχώρηση: θέσφατον της ημέρας. Θέσφατον εν γένει.

Δεν μου αρέσουν οι νοσταλγίες μου. Ούτε τα ηθικοπλαστικά των επετείων. Διδακτισμός. Μόνο που να, καμιά φορά αυτό που μπερδεύω τις λέξεις με τα γεγονότα ίσως να είναι και η πραγματική μνήμη μου. Το κολάζ, το μοντάζ, το ντεκουπάζ μέσα στο μυαλό μου. Γνώση ατόφια. Απροετοίμαστη. Γιατί ο χρόνος είναι το νερό και τα συμβάντα πέτρες. Που αναταράζουνε τη λίμνη. Και την πραγματικότητα. Μέσα σε ένα τρένο. Γυρίζοντας σπίτι μου. Όμως, αλήθεια, πού μένω;

Νίκος Καρούζος, Η τελευταία συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Αν. Θεμελή, εκδόσεις ύψιλον

Wednesday, November 12, 2008

Πορνογραφία



Λοιπόν το πήρα απόφαση. Επειδή κάθομαι και διαβάζω και διαβάζω και διαβάζω και στο τέλος ούτε που θυμάμαι τίποτα, για κάθετι που θα διαβάζω από δω κι εμπρός ίσως είναι χρήσιμο να κάνω κι ένα μικρό ή και μεγάλο ποστάκι όπου θα εκθέτω -βαθυστόχαστα πάντα- μερικές πρόχειρες και άμεσες σκέψεις σε σχέση με αυτό που διάβασα μόλις προσφάτως. Θες πές το μικρή σοφία που απεκόμησα, θες πες το το μυαλό μου και μια λίρα.

Η μικρή μου πείρα με κάνει να πιστέυω ότι υπάρχουν δύο είδη άνθρωποι: αυτοί που καταλήγουν σε συμπεράσματα και απόψεις για τη ζωή επειδή ρίχνονται γενναία και πολύ πρακτικά στις εμπειρίες και το προσωπικό τους βίωμα οπότε παίρνουν ζεστές απαντήσεις στα καυτά ερωτήματα, και εκείνοι που παιδεύονται -ενδεχομένως και ολίγον χαϊδεύονται- να βρουν μια βαθύτερη -και καλά- αλήθεια που θεωρητικά δεν μπορεί να αποκαλύψει η καθημερινή πρακτική ζωή γιατί δεν δίνει τη μεγάλη απάντηση που κρύβεται στα βιβλία ή τελοσπάντων σε ειδικές περιστάσεις και συνθήκες που ευνοούν του κρυφού και κρυμμένου μυστικού την απρόσκοπτη επώαση. Ξαναζεσταμένο τουτέστιν πότε πότε φαγάκι.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξεύρω αν το περιγράφω πολύ καλά γιατί όπως είναι φυσικό -ή και έτσι πρόχειρα ειπωμένο- προσωπικά δεν ανήκω ούτε στη μία ούτε στην άλλη κατηγορία. Κοινώς δεν είμαι ούτε τόσο γενναίος, ούτε -θέλω να πιστεύω- τόσο δήθεν. Απλώς τις περισσότερες φορές κάθομαι και διαβάζω ο,τιδήποτε σπρωγμένος, πέρα από μια προδιάθεση αισθητική, και από μιάν ανάγκη να δω και μια άλλη οπτική που δεν έχω συνεξετάσει στην "πρακτική "-και στο burda, μη σου πω- της ζωής μου. Με βάση, γνώμονα, πυξίδα και οδηγό τη ζωή κάποιου τρίτου που περιγράφει ένα βιβλίο. Έτσι δηλαδή, μπας και μάθω πλέξιμο, γιατί από μπλέξιμο σε τούτη τη ζωή άλλο τίποτα.

Τις περισσότερες φορές πάντως μεγαλοπρεπέστατα και ηττοπαθέστατα καταλήγω να βγάζω το καπέλο σε αυτούς που απλά δοκίμασαν, έκαναν το σκατό τους παξιμαδάκι και πήραν το δισάκι τους στο δρόμο για το δρόμο για το δρόμο χωρίς τα δικά μου προσχήματα, τους ακκισμούς και τις λοβιτούρες. Σαν πραγματικοί ήρωες στο χαρτί και όχι σαν θρασύδειλοι αναγνώστες ηδονοβλεψίες των περιπετειών αληθινών ηρώων. Οπότε, τώρα που το ξανασκέφτομαι ίσως και να είμαι αρκούντως δήθεν τελικά, δεν ξέρω. Το σιγουράκι πάντως είναι ότι γενναίος δεν υπήρξα, δεν είμαι και μάλλον δε θα γίνω ποτέ. Στην καλύτερη θεωρώ ότι κάπου μέσα στο τσουβαλάκι μου συσσωρεύω δώρα που αποθηκεύονται και μαζεύονται για ένα βράδυ τρελής Πρωτοχρονιάς που επιτέλους εγώ θα γίνω το παιδί, εγώ κι ο Αη Βασίλης.

Είπα πιό πάνω τους αναγνώστες ηδονοβλεψίες και λέω ότι αυτός ο χαρακτηρισμός είναι άμεσα σχετικός με το βιβλίο που πρόσφατα διάβασα, για να έρθουμε και στο προκείμενο. Η Πορνογραφία του Βιτολντ Γκομπροβιτς. Χωρίς να πω πολλά πολλά -έχω ήδη φλυαρήσει, να δω ποιός θα διαβάζει- είναι έκδηλη από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου μια πρωτογενής -με την έννοια του πρωτόγονου- δύναμη που ψάχνει απεγνωσμένα για αλήθεια. Το πρωτότυπο είναι ότι αυτή η αναζήτηση δεν γίνεται ευτυχώς με όρους ψυχαναλυτικής ή έστω ηθικής τάξης. Οι ήρωες εδώ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αντί- ήρωες γιατί δεν εκδηλώνουν καθόλου συμπεριφορές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραδείγματα προς μίμησιν, αντιθέτως έχουν προμετωπίδα την άποψη ότι αν ο άνθρωπος είναι εκ γενετής κακός, οφείλει να ζήσει μέχρι το μεδούλι την κακότητα της φύσης του.

Το κίνητρο της φθοράς και της διαφθοράς εδώ προβάλλει να είναι μια αξία που η ηθική συνήθως δεν διαλέγει να προτάξει. Τα νιάτα και η ομορφιά. Όχι με την έννοια που έχει θεοποιήσει αυτά τα δυό ο σύγχρονος δυτικός "πλαστικοποημένος" πολιτισμός της διαφήμισης και του μπότοξ ωστόσο, αλλά με την έννοια της αδιόρατης -γιατί, όχι- και ¨παρθένας" έλξης που έχουν τη δύναμη να ασκούν τα ίδια τα ανθρώπινα κορμιά, ένας νέος σε μια νέα, η νέα με τη σειρά της στο νέο, αλλά και οι νέοι μαζί στο γεροντότερο με έναν τρόπο που μάλλον σήμερα έχουμε ξεχάσει (όρα και βίντεο άνωθεν για την επιβεβαίωση).

Έτσι αυτό που έχει σημασία τελικά είναι, πέρα από τα πρόσωπα και τις υποθέσεις, τις συνθήκες και τις πράξεις, να γίνει κατανοητός ο τρόπος που η νεότερη γενιά παραδίδεται συνειδητά στη γηραιότερη, ο τρόπος που η γηραιότερη γενιά θέλγεται από την ομορφιά της νεότερης και πώς η νεότερη κι ¨αθώα¨τελικά ενδίδει να πλανιέται και να πλανεύεται μέσα σε ένα κόσμο διαμορφωμένο από ¨αμαρτωλούς¨μεγάλους. Όλα αυτά, πιστέψτε με, χωρίς ούτε ένα άγγιγμα σχεδόν του χεριού σε ένα έργο με τίτλο Η Πορνογραφία και μια Πολωνία υπό Γερμανική κατοχή.

Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Η Πορνογραφία, μετ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδόσεις Νεφέλη

Sunday, November 09, 2008

Our time is running out



Ούτε τη σκέψη δεν μπορώ να συμμαζέψω να γράψω δυό γράμματα. Τα μάτια κλείνουν. Δεν κοιμάμαι. Μήπως είναι κι η μόνη προαίρεση που της πηγαίνω κόντρα;

Είπα κάτι να γράψω. Μεγαλεπίβολο, βαθυστόχαστο, από αυτά που συνηθίζω. Τα δήθεν βαρύνουσας σημασίας κι υπαρξιακού αδιεξόδου. Ύστερα, αφού χαμογέλασα με αυτό που μόλις τώρα και πιό πανω είπα ή έγραψα, τρομάρα μου, σκέφτηκα, ούτε η συνήθεια είναι που ενοχλεί ούτε το ασυνήθιστο που τη συνήθεια ιντριγκάρει. Αρκούντως βαρύγδουπο και δαύτο.

Τότε ακαθόριστα, όπως πάντοτε, ήρθε στο στόμα - όχι στο νου- μια φράση: "Κι όσο για μένα αυτά... ενεστώς διαρκείας. Ανέπαφος. Εδώ και τώρα". Δεν βούτηξα τη γλώσσα στο μυαλό, όπως πάντοτε, και μόλις κιόλας την ξεστομίζω. Αστόχαστα. Εδώ και τώρα. Μπορεί να μην πολυκαταλαβαίνεις. Δεν καταφέρνω κι εγώ καλά να επεξηγώ, μην το ψάχνεις.

Το θέμα είναι η σχέση του τώρα με το τώρα. Τα παράλληλα χρονικά επίπεδα. Και η σύγχρονη έννοια της ηρωνίας. Μια καινούργια λέξη εδώ και να, τώρα μπροστά σου ολοκαίνουργιος ήρω(ν)ας. Γιατί ίσως στις μέρες μας η αληθινή αρετή και το αληθινό ναρκωτικό είναι αυτή η υπερπροσπάθεια για επαφή με τον υπερπέραν πραγματικό χρόνο. Όνειρα να έχουμε μεν, πώς να τα υλοποιούμε παράλληλα όμως είναι το θέμα.

Γιατί ο χρόνος είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα που τρέχει ερήμην της βουλής, της απόφασής και της θελήσεως μας, όμως ο χρόνος την ίδια στιγμή είναι και μια άλλη πραγματικότητα που ζητάει παράλληλα και αόριστα και τη γενική κτητική και τη γενική, μη σου πω, υποκειμενική μας, μπας και σταματήσουμε επιτέλους κάποτε γενικά κι αόριστα να τρέχουμε ξοπίσω μερικά από την ογλήγορη άμαξα παρασητεμένα, αχρηστευμένα, λαχανιασμένα παιδαρέλια.

Το βασανιστήριο με τον άτυχο και καβάλα παν στην εκκλησία, καβάλα προσκυνάνε. Θα γυρίσει κι ο τροχός, θα γαμήσει και ο φτωχός. Αλητάκι, μπατηράκι μες τους δρόμους τριγυρνώ και πλείστες όσες κωμωδιογραφικαί της καταστάσεως εκφράσεις. Εδώ το άλογο, εδώ και το χαλινάρι, για να μιλήσω σε μια γλώσσα που φαίνεται πιό θέσφατη, αν εκούρασε η παροιμιώδης.

Κάποιοι λένε πώς είμαστε μια γενιά ανυπόμονη. Εγώ νομίζω ότι για τους περισσότερους εξ ημών είμεθα μια γενιά χαμένη. Βεβαίως βλέπω διάφορους ομήλικους και ομότεχνους να χουνε πιάσει το χρεμετίζον πουλάρι από τα γκέμια και να πηγαίνουνε κατά πως λέμε γαμιώντας. Μακάριοι. Μόνοι. Πρωταγωνιστές. Οι επιβραβευθέντες. Μαγκιά τους... Η μαγκιά - μεταπασοκική αντιμετώπιση του θέματος και εσχάτως και επιχρωματισμένη γαλάζια. Σε δυό τρία σήριαλ... σκανδαλοθηρικά. Σε δυό τρεις παραστάσεις... νίκης. Σε εθνικά θέατρα... σκιών τέως αγαπημένα...

Πάντως εδώ στα απομονωμένα, στα περασμένα - ξεχασμένα, στα αζήτητα και όρθρου βαθέως μετόπισθεν, διαβάζω για να παρηγορηθώ στου Σοφοκλή την Ηλέκτρα: "Ήλαυνε δ' έσχατος μεν, υστέρας έχων πώλους Ορέστης, τωι τελει πίστιν φέρων" και λίγο παρακάτω : "του δε πίπτοντος πέδωι πωλοι διεσπάρησαν ες μέσον δρόμον". Όλα αυτά σε πολυτονικό σύστημα με όλα τα πετσοκομμένα πνεύματα και του ρόγχου της σακατεμένης ελληνικής τις ασθμαίνουσες ανάσες. (Πείτε στους ηθοποιούς να φτύνετε τα λόγια σας...)

Κι ο λόγος του ψευδόμενου παιδαγωγού τελειώνει: "Αυτά που ακούς. Και μόνο που στα λέω πόνεσα. Για κείνους που τα ζουν, για μένα τον ίδιο, συμφορά πιό μεγάλη δεν είδα". Πάντως σκέφτομαι πάλι καλά που εσπούδασα για να χω εμπεριστατωμένη με λόγια τρίτου και μάλιστα Σοφόκλειου παιδαγωγού την παρηγοριά μου... Αρετή που συνεκτιμάται αναμφίβολα και στο όλον βιογραφικό μου τόσον καιρό που ψάχνω εργασίαν...

Υ.Γ. Για την μεταφορά από τα αρχαία ελληνικά ευθύνεται ένα ακόμα από τα άχρηστα ταλέντα...
Υ.Γ.2 Το τραγουδάκι εσχάτως πλην όμως εντόνως εισήλθε στην μόνη οικία που διατηρώ με τα κολλήματά μου...

Wednesday, November 05, 2008

Χτες ακόμα το' χα...



Θέλω να καθήσω να γράψω και να έρθουν τα λόγια μόνα τους. Θέλω να καθήσω να παίξω έναν ολόκληρο αυτοσχεδιασμό με λόγια δικά μου. Μια παρλάτα θέλω έστω θρασύδειλη. Να γεμίσω σελίδες από όλα τα λόγια και επιτέλους ασύστολα να μιλήσω. Να περιγράψω αισθήματα, σκέψεις, να λέω κάθε μικρή στιγμούλα αυτό κι εκείνο και το άλλο και το αποτέτοιο μου. Μόλις πέρασε το μυαλό και την αίσθηση και παρήλθε, μέσα μου θάφτηκε, χωρίς να γίνει φωνούλα -σιγά μη γίνει κραυγή μου.

Τα έχασα. Αυτή η σκέψη κιόλας δεν θα ξανάρθει ποτέ. Και εγώ δεν θα μπόρεσω πάλι να το εκφράσω. Όχι για να το πω. Τουλάχιστον με την τρέχουσα έννοια του όρου. Μιλάμε, αλλά δε μάθαμε ποτέ πώς να μιλάμε ή μάλλον κάποιοι μάθαμε πολύ καλά, πολύ ευγενικά, πολύ αθώα. Μόνο για να θυμάμαι θα ήθελα να εκφραστώ. Σαν τελευταίες ανάσες να γίνουν οι λέξεις κι η άθλια φωνή μου. Πάντα όμως το ξεχνώ.

Όχι δεν είναι ότι ξεχνώ. Είναι ότι είμαι ανέκφραστος πάντα. Πάντοτε λέω να πω κι αυτό κι εκείνο. Όμως δεν βρίσκω τον κατάλληλο τρόπο. Και έτσι δεν μιλάω. Κι όταν πάλι λέω θα μιλήσω, ώσπου να το βρω, το ξεχνάω. Η είναι κι οι φορές που είμαι κάπως θεατράλε και υπερβολικός. Αποτυχία κι αυτό, τρομάρα ψυχή μου. Στην καλύτερη για να λέμε και του μουγγού του δίκιο λέω πάλι τα ίδια και τα ίδια. Τα ανέκφραστα.

Και θέλω έτσι να ξεδιπλώνονται όλα, να τα βγάζω όλα από μέσα μου, σαν την Κλεοπάτρα που ξετυλίγεται μέσα από το χαλί της έτσι να ξεδιπλώνεται η γλώσσα μου θέλω, κι αυτό το πράγμα να ξεκουράζει, να γίνεται πιό αντικειμενικό αυτό που με αφορά, να παίρνει τέλοσπάντων ένα σχήμα κι εγώ να μπορώ κάπως να ανατρέξω σε αυτό, να πω κοίτα, τί σκέφτηκα, κοίτα πώς το ξεστόμισα και να το αναγνωρίσω. Για να το αναγνωρίσει και ο τρίτος που δεν αρκείται στην ευγένεια και θέλει αποδείξεις ή κύρος. Για να πειστεί ότι δεν είμαι το γλυκανάλατο αγοράκι που νόμισε στην επιφυλακτική μου καλημέρα.

Όχι, δεν τα θέλω όλα αυτά για να πετύχω την έπαρση. Ζήτημα επιβίωσης είναι. Να μπορέσω να πάρω αμπάριζα τελικά να εφαρμόσω το ακατόρθωτο και να συμβεί το απίστευτο και όμως αληθινό να θέσω σε εφαρμογή την πολυπόθητη έκφρασή μου. Για να υπερασπιστώ το δίκιο μου. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται αφάνταστα περιττά ή εφηβικά ή ανόητα ή τρυφερά ή ρομαντικά ή εγωκεντρικά ή φίλαυτα ή δεν ξέρω τί στο διάλο άλλο, αλλά τα λέω γιατί κάπου το μπαλάκι μου το 'χασα... το σκέφτηκα... το νιώθω... το λέω... και κάπως πρέπει όλα αυτά να γίνουν η φωνή μου αφενός. Αφετέρου γιατί αισθάνομαι ότι αυτός είναι ο μονόδρομος που επιβάλλουν οι σύγχρονες απρόσωπες κοινωνικές σχέσεις.

Y. Γ. Λατρεύω αυτό το έργο, λατρέυω αυτή την ταινία, λατρεύω αυτούς τους ηθοποιούς, τις ερμηνείες, την εκφραστικότητά τους. Δεν θα τα καταφέρω ποτέ. Τα βλέπεις... ούτε την οργή μου δεν καταφέρνω να σου πω και να μιλήσω...

Monday, November 03, 2008

Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα



Σήριαλ που έβλεπα φανατικά. Λόγω της ημέρας. Περισσότερο θυμάμαι τον Ξενίδη από ένα παιδικό με παραμύθια της οικογένειας Σοφιανού. Δεν κατάφερα να βρω ωστόσο κάτι σχετικά. Αγαπημένη ατάκα από το συγκεκριμένο επεισόδιο:

Ρίκα Διαλυνά: Ε, και λοιπόν; Κορσέ στα γούστα μου θα σε βάλω;

Ζήτημα διαθέσεων


Δεν έχω πολλά να κάνω. Μπροστά στην οθόνη μου κάθομαι. Χάσκω. Το κενό με δυό λέξεις διαπερνώ. Διάτρητο κάνω το λευκό μπας και καταφέρω να δω πέρα απο άσφαιρες λέξεις. Πού είναι το ευθύβολο; Για να είμαι ειλικρινής ποτέ δεν βρήκα στόχο. Για να είμαι πιό ειλικρινής κάπου κάπου βρίσκω απόκριση, μα το' χω πάλι ξεχάσει. Κάθομαι, όλο και λιγότερο γράφω, όλο και λιγότερο παίζω, όλο περισσότερο μιλώ, όλο περισσότερο τραγουδώ, τραγουδώ μόνος στο δρόμο, παράφωνος, μου κόβουν το τραγούδι οι περαστικοί μου, τί κοιτάνε, παντού παραμιλώ, σκέφτομαι, "δε βαριέσαι", δε βαριέμαι απαντώ, μέσα μου, διαβάζω, ούτε καταλαβαίνω τί διαβάζω, σάμπως καταλαβαίνω τί τραγουδώ, γεμίζει η ζωή ενεργητικές και παθητικές διαθέσεις μου. Λένε ενεργώ και παθαίνω. Οι διαθέσεις μου. Κάποια στιγμή θα εξημερώσω τα τέρατα που περιγράφουν τις μακρυσμένες ενέργειες που παρακολουθούν τη ζωή μου.

Wednesday, October 29, 2008

Ingenuity



Όντως... μεγάλες προσδοκίες.

Όμως δεν είναι αυτό που πειράζει τελικά. Tην έλλειψη της ισορροπίας φοβάμαι. Την έλλειψη ευθυκρισίας τελικά στην οποία η όλη κατάσταση βαδίζει. Δεν ξέρω, δηλαδή ξέρω, αλλά δεν ξέρω επακριβώς, θέλω να πω νομίζω, ίσως και κάπως να μπορώ κάτι για κάτι συγκεκριμένο να πω, αλλά νομίζω τίποτα σημαντικό δε θα 'ναι. Να βάζει τα πράγματα και τη ζωή σε καινούργια θέση τέλοσπάντων κι όχι σε δρόμο χωρίς σκοπό. Συνεχίζω. Σ' ένα κόσμο από απόψεις ή στην καλύτερη σε έναν κόσμο από εμπεριστατωμένες θεωρίες. Τη δικιά σου. Τη δικιά μου. Και αυτουνού. Ωστόσο, κι αυτός ακόμα την είπε τη θεωρία του της σχετικότητας. Ποιός είναι η αυθεντία επομένως ανάμεταξύ μας;

Κάπου δε φτάνω. Όλο δρόμος. Μόνο συνεχίζω να προχωρώ. Βεβαιότητα είναι τελικά μόνο η απάτη. Άπαξ και κατέβηκες από την προσδοκία για τ' όνειρο το 'χασες το τραινάκι. Τρεχάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου, λέει ένας. Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, λέει άλλος. Όμως πού πας όταν πεθαίνουνε τα όνειρα? Τα όνειρα ή πραγματικότητα γίνονται ή πεθαίνουν. Να, τί χωρίζει ο δρόμος που μου δείχνεις να βαδίζω.

Θα σταματήσουμε κάποτε. Θα ήθελα κάποτε να σταματήσουμε. Να μιλάμε. Και μόνο θα νιώθουμε γιατί συμβαίνει αυτό κι εκείνο. Στη μέση οδό που οι σκέψεις κατέχουν την ψυχή. Και τα συναισθήματα τη σκέψη. Κι εκεί μόνο θα νιώσουμε και θα συνειδητοποιήσουμε. Δεν ξέρω με ποιά ακριβώς σειρά. Μπορεί δηλαδή και πρώτα να συνειδητοποιήσουμε και ύστερα να νιώθουμε. Για πάντα. Ή όσο κρατάει η στιγμή του πάντα. Πάντως νομίζω η λεπτή αυτή στιγμή κατά την οποία μέσα στον οργανισμό μας συμβαίνουν παράλληλα τούτα τα δύο πράγματα είναι η πιό ωραία στιγμή μας, η πιό ακριβή, η πιό σπάνια, η στιγμή που ζούμε. Το τώρα για το τώρα. Και για πάντα. Είναι απλό. Και δύσκολο. Κερδισμένο ούτε καν με ιδρώτα. Δεν ξέρω πώς. Το ένιωσα. Ακόμα κυνηγάω. Τη ζωή και τα όνειρα. Κι ως φαίνεται συνέχεια. Τη διαύγεια. Το γυαλί ντουνιά μου.

Υ.Γ: Μια μέρα μετά την επέτειο του "μεγάλου Όχι"...

Tuesday, October 21, 2008

Σφηνάκι από αδελφές Τατά



Το ανακάλυψα μόλις. Ναι, είναι η Μαρινέλλα και δίπλα η Βίκυ Μοσχολιού. Και στο τέλος προστίθεται και η Άννα Βίσση. Ααααααχ, πολύ το χάρηκα τώρα εγώ αυτό! Με αιφνιδίασε τόσο ευχάριστα!

Monday, October 20, 2008

There was a boy...



Κάπως έτσι... Ναι, ενδεχομένως πολύ δραματικά και θεατράλε και παραφορτωμένα και μπαρόκ και με όσες αλλες επιθετικές -δηλαδή προσδιοριστικές- κατηγορίες μπορείτε και θέλετε, αλλά τί να γίνει υπάρχει και αυτή η εκδοχή βιωμάτων, ξέρετε... Οι ορισμοί εξ... ορισμού περιορίζουν κι αυτές... οι υπερβολές, επιτρέψτε μου... έχουν μια απέραντη αλήθεια. Δυσνόητη ενδεχομένως αλλά αναλύεται μόνο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Σαν ορισμός και δαύτη. Αλλά ευρύστερνος. Δεν έψαξα ποτέ την πραγματική ζωή. Την κατάλαβα πολύ καλά πολύ νωρίς. Να ξεφύγω. Την αληθινή ζωή πόθησα. Τίποτα άλλο. When will I begin to live again? Ένα μονάχα σας παρακαλώ... μην πείτε "αιθεροβάμων"... θα ήταν το πιό εύκολο. Και το εύκολο, αν μη τι άλλο, δε μ' αρέσει... άσε που στην τελική δεν είναι και τόσο πραγματικό...

Saturday, October 11, 2008

Σ'εσάς που (αντέχετε να) με ακούτε

Ο χρόνος είναι μια τρισδιάστατη σιωπή. Διαβάζω Ορχάν Παμούκ. Η καινούργια ζωή.

Τί ωραίος της ζωής ορισμός και ετούτος. Τόσο γεωμετρικός. Θεώρημα. Σου χαρίζει αυθόρμητα ένα πεντάγραμμο και σου λέει γράψε τη μουσική σου. Εγώ δεν είμαι τίποτα, δεν υπάρχω, αν δε θέλεις να υπάρχω. Εάν φοβάσαι ότι υπάρχω. Εάν σε περιορίζω που υπάρχω. Υπάρχεις μόνο εσύ, το πεντάγραμμο που σου χάρισα, άντε το πολύ πολύ και διαστάσεις τρεις να κάτσεις να συνθέσεις. Διαστάσεις τρεις. Ολοκαίνουργιες. Η καινούργια ζωή. Χρόνος είναι η ανθρώπινη παρέμβαση σε πέντε ευθείες παράλληλες που δεν θα συναντηθούνε ενδεχόμένως πουθενά και ποτέ τους. Το τετράγωνο της υποτείνουσας ισούται με το άθροισμα των τετραγώνων των πέντε -και βάλε- παράλληλων ευθειών. Όπου υποτείνουσα σημείωσε μελωδία. Οι νότες. Η διακριτική ευχέρεια και η φαντασία. Υπάρχω μόνο στη φαντασία, αυτό σου λέει ο χρόνος. Χωρίς αρχή, μέση, τέλος. Χωρίς σταματημό. Πρώτη φορά μου φαίνεται έτσι γενναιόδωρος ο χρόνος. Σε αυτόν πρώτη φορά το συγγραφέα. Σύμφωνα με αυτό το θεώρημα.

Ζηλεύω τους συνθέτες, τους τραγουδιστές. Ζηλεύω αυτούς που λένε αυτά που θέλω να πω κι εγώ αλλά δεν τα καταφέρνω. Ίσως δεν τα νιώθω. Αλλά, πιστέψτε με, τα νιώθω. Η αλήθεια δεν ήμουν καλός στη γεωμετρία -ούτε το πυθαγόρειο θεώρημα δεν έμαθα όπως είδατε και πιό πάνω-, γι' αυτό ίσως λοιπόν να μην τα καταφέρνω. Ζηλεύω. Εκείνοι ξέρουν γραφή κι ανάγνωση. Ξέρουν να διαβάσουν ένα βιβλίο με τίτλο "η καινούργια ζωή" και το γράφουν. Το ζουν ενδεχομένως, μόνο το γράφουν; Όμως κυρίως ξέρουν σχέδιο αρχιτεκτονικό για να εκφράσουν τη σιωπή σε απτές διαστάσεις κι εγώ από αρχιτεκτονική ξέρω να παίζω μονάχα τουβλάκια lego.

Να το, πάλι παραμιλώ. Φοβάμαι τη σιωπή. Και τις διαστάσεις. Είμαι επιδειξιομανής. Φαφλατάς. Αλλοπρόσαλλος. Φαίνετ΄απ' τα γραπτά μου. Είναι κι αυτό όμως τόσο δύσκολο σκέφτομαι. Να είναι κανείς θεατρίνος. Ανά πάσα στιγμή σημαίνει πως εκχωρείς δικαίωμα στο παράφωνο. Ναι, ο ηθοποιός δεν είναι ακριβώς μελωδία. Ο ηθοποιός όμως είναι η κραυγή. Μέσα στην τρισδιάστατη σιωπή. Του χρόνου. Μια παύση. Την ακούσατε; Τώρα σωπαίνει...

Monday, October 06, 2008

DisConnEctiOn


Όπως ακριβώς το λέει η λέξη. Απο χτες το απόγευμα. Και η τεχνική υποστήριξη της Οtenet το κάτι άλλο... Εντάξει, μπορεί να είμαι ηλίθιος, αλλά μπορείτε, πρώτον, όταν την τεχνική υποστήριξή σας καλώ να μην με αφήνετε να περιμένω με τις ώρες, να μην με πασάρετε από τον ένα στον άλλο -και καλά- ειδικό αφού έχω ακούσει πρώτα και τις 4 εποχές του Vivaldi και δεν μπορώ να τον βρίσω, μπορείτε να κάνετε κάτι με το "σύστημα σας που ώωωωωωωωωωωωρες τώρα έχει πέσει" και δεν μπορώ να εξυπηρετηθώ, και μπορείτε -το κυριότερο- να μην λύνετε τα προβλήματα που προκύπτουν από το τηλέφωνο αλλά να στέλνετε άμεσα στο σπίτι κάποιον ειδικό -αν υπάρχει- για τα προβλήματα που προκύπτουν σε εμάς τους "ανειδίκευτους"????

Sunday, October 05, 2008

Το φόρεμα

Φαίδρα: "Κακούς δε θνητων εξέφην' όταν τύχηι προθείς κάτοπτρον ώστε παρθένωι νέαι χρόνος"
Ευριπίδη, Ιππόλυτος στιχ. 428 -30

Κρεμασμένο στο ένα φύλλο της ντουλάπας
δίπλα καθρέφτης
το κρεβάτι στρωμένο ανάκατα
ένα βιβλίο σελίδες κίτρινες ανοιχτό
φύλλα αδειανά σπρωγμένα από τον καθαρό αέρα στο τέλος
εκεί που μελάνι δεν έπιασε
ούτε αντίλαλο μέσα απ' τους τοίχους πρόλαβαν οι κραυγές
στο δωμάτιο βρήκε
βουβά
την παραμάνα της Οφηλίας
η είδηση
πως η κυρά της έσβησε
σε λάκκο με νερό
ενώ κοιτούσε τη βούρτσα απ' τα μαλλιά
αφημένη κι αυτή όπως χτενίστηκε εκείνο το πρωί
τρίχες κίτρινες κάτω από ένα βάζο γαλάζιους κρίνους

Y.Γ : Στην ώρα του φανερώνεται ο κακούργος σαν τον καθρέπτη που λέει στην κόρη μεγάλωσες (πρόχειρη μετάφραση από τον Ιππόλυτο ο υποφαινόμενος)

Wednesday, October 01, 2008

Πλατεία Ομονοίας


Λοιπόν σήμερα θα παραθέσω ένα γεγονός. Μου συνέβη επί της οδού Πειραιώς λίγο πιό κάτω από την περίφημη πλατεία Ομονοίας. Το συζητάω από προχτές και έχω ακούσει διάφορες απόψεις σε βαθμό να πιστεύω ότι πρόκειται μάλλον για θέμα διχονοίας.

Προχτές Σάββατο λοιπόν έχω μπει στο τρόλλεϊ. Περιμένω να ξεκινήσει. Ενώ διαβάζω παρατηρώ έναν μαύρο να τρέχει. Κατά πόδας τρέχουν αστυνομικοί. Παρακολουθώ. Συλλαμβάνουν τον μαύρο. Αρχίζουν να τον χτυπάνε με γκλοπ στην κοιλιά και στο σβέρκο. Του φωνάζουν. Και συνεχίζουν να τον χτυπάνε. Λιγότερο στο σβέρκο. Περισσότερο στην κοιλιά. Ίσως να παρατηρείται και έλλειψη από απλές χειροπέδες στην ελληνική αστυνομία. Πέντε μπρατσωμένοι αστυφύλακες. Έναν μπρατσωμένο μαύρο. Που δεν αντιδρά -και πώς να αντιδράσει θα μου πεις.

Βγαίνω από το τρόλλεϊ και φωνάζω: "Τί τον χτυπάτε, ρε, τον άνθρωπο;" Αμέσως κάποιοι ένστολοι και άστολοι μπάτσοι -που ξεφύτρωσαν από το πουθενά- αρχίζουν να με γαμοσταυρίζουν -και Παναγία και Χριστό συμπεριέλαβαν στο θεάρεστο έργο τους-, με είπαν φλώρο -φυσικά-, απείλησαν ότι θα με πάνε κι εμένα μέσα -μου ζήτησαν ταυτότητα, δεν έχω παράπονο, γαμοσταυρίδια με το γάντι- και μεταξύ άλλων ανέφεραν - και πολύ πιθανόν να πρέπει να το πιστέψουμε- ότι ο μαύρος κουβάλαγε -και μάλιστα πάνω του- ένα κιλό πρέζα.

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, εγώ πιά μόνο τους κοιτούσα -κυρίως στα δόντια, πλέον μου θύμιζαν λυσσάρικα σκυλιά-, δεν άκουγα πολύ καθαρά τί έλεγαν -νομίζω κάτι για ένα γιό που θα κάνω και θα πεθάνει από ναρκωτικά-, μόνο παρακολουθούσα βουβός και φοβισμένος τη δική μου πλέον ζωή να γίνεται η ζωή ενός αδύναμου ανθρώπου κι ενός ανίσχυρου πολίτη που τόλμησε κάτι αλλιώτικο να ψελλίσει στο κέντρο μιας πολιτείας θεωρητικά φύσει και θέσει δημοκρατικής.

Δεν έχω αντίρρηση ακόμα και το απλό βαποράκι ναρκωτικών να συλληφθεί, ούτε είμαι κανένας υπέρμαχος στον αγώνα ενάντια στη δίωξη των ναρκωτικών - αν υπάρχει κάτι τέτοιο και δε λέγεται οργανωμένο εμπόριο κάποιων κύριων υψηλά ισταμένων- αλλά δεν καταλαβαίνω επίσης με ποιό δικαίωμα εν έτει 2008 στην καρδιά μιας πολιτισμένης πρωτεύουσας πέντε άνθρωποι εφαρμόζουν ένα είδος δικαιοσύνη με βία σε έναν άλλο άνθρωπο ό,τι κι αν έχει κάνει κι όσο κι αν για να τον πιάσουν έχουν παιδευτεί -λες και δεν είναι δουλειά τους με κάθε κόπο η προστασία-, με ποιά ανοχή εκατοντάδες τριγύρω περαστικοί στέκονται αμέτοχοι σε ένα τραμπουκισμό τέτοιου είδους μπροστά στα μάτια τους και τέλος, γιατί ένας άλλος άνθρωπος -τυπικά πολίτης ελεύθερος- κινδυνεύει να προπηλακιστεί επειδή δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη νέα, ακατάληπτη, σύγχρονη μορφή(?) αστικής δικαιοσύνης.

Προς παραδειγματισμόν λοιπόν στην πλατεία Ομονοίας.

Saturday, September 27, 2008

Αριστοφάνη, Βάτραχοι


Το ενδιαφέρον με τους Βατράχους του Αριστοφάνη είναι ότι αποτελεί μια κωμωδία με θέμα την κατάβαση στον Άδη. Την κατάβαση ενός θεού στον Άδη. Του θεού της δραματικής ποίησης. Της καλλιτεχνικής έκφρασης. Σε μιά εποχή που τα πάντα έχουν ξεμείνει δίχως ποίηση. Ο Διόνυσος κατέρχεται στον Άδη για να φέρει πίσω στη ζωή: Τον ποιητή. Τον τελευταίο μεγάλο ποιητή. Τον Ευριπίδη. Με τούτο το αίτημα καταβυθίζεται στα λιμνάζοντα νερά της Αχερουσίας. Να βρει αυτόν που θα τον εκπροσωπήσει. Μέσα στους πομφολυγοπαφλασμούς των Βατράχων. Κάνει ένα ολόκληρο ταξίδι μέσα και πίσω. Ο Διόνυσος. Ο θεός που πεθαίνει. Και ξαναζεί. Στις απαρχές του ποιητικού είδους. Που μάχεται για την εν θεάτρω ζωή. Που τελεί υπό εξαφάνιση. Ο άχρονος χρόνος της δημιουργίας. Μοιάζει λιγάκι με θάνατο. Της πρώτης έμπνευσης. Κάπως σα να σβησε ο πετροπαιχνιδιάτορας ήλιος. Ο ήλιος ο πρώτος σα να σβησε. Και ο θεός σώζει τελικά τον Αισχύλο. Φέρνει πίσω στη ζωή τον πρώτο του δράματος ποιητή. Ανάσταση!

Όχι από στόμφο, όχι από έπαρση, όχι από πατριδολατρεία, όχι από προγονοπληξία, όχι από εθνικισμό, όχι από συντηρητισμό. Από ανάγκη. Να ξαναγεννηθεί η πρώτη σπίθα η δημιουργική. Η έμπνευση. Που θα γίνει φωτιά. Και θα δώσει στον άνθρωπο δικαίωμα στην ιστορία. Γιατί η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μιά λέξη πάνω στο χαρτί. Μιά κωμωδία. Αριστοφανική. Πόσο περισσότερο χάος μπορεί να κρύβει μια δημιουργία; Α, και μην ξεχνιόμαστε, το έργο, εργάκι, αττική κωμωδία... Αριστοφάνης λέει, μπαλαφάρα... Δε μας αφορά... Ψάξτε να βρείτε με το σήμερα καμιά αναλογία... Λέει... Λέει... Λέει... Πομφολυγοπαφλασμοί... ΒάτραΧ... Παρατράγουδα, επιτρέψτε μου, με τη σειρά μου να μιλήσω. Όλα στο μεταίχμιο. Όλα έξω, πάνω και μέσα στο νερό. Ο ίδιος ο θεός ανάμεσα στους πεθαμένους. Οι Βάτραχοι είναι το πρώτο αμφίβιο έργο. Το πρώτο έργο που ψάχνει απεγνωσμένα να ζήσει μέσα κι έξω από τη λίμνη, μέσα κι έξω από το βούρκο, μέσα κι έξω από το τέλμα και το έλος με το λιμνάζον ύδωρ. Και στον αγώνα αυτό το Χ δεν είναι της διαγραφής αλλά το 01 της δημιουργίας.

Στο Μουσείο Μπενάκη ξεκίνησε η έκθεση - αφιέρωμα στον Κάρολο Κουν. Εκατό χρόνια από τη γέννηση. "Εκατό χρόνια από τη γέννηση του ιδρυτή του Θεάτρου Τέχνης και ανανεωτή της ελληνικής θεατρικής σκηνής" τα δελτία τύπου λένε... δεν τα λέω εγώ... Την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη συνοδεύουν πολλές παράλληλες εκδηλώσεις. Δευτέρα βράδυ στις 20:30 αποσπάσματα από τους Βατράχους του Αριστοφάνη. Ολόκληροι και με οι. Σκηνοθεσία: Κάρολος Κουν Μουσική: Γιάννης Χρήστου Να είστε εκεί... όσοι θέλετε και μπορείτε... θα είμαι κάπου ανάμεσα στους Μύστες... επί σκηνής αυτή τη φορά και σε χορό αρχαίου δράματος επιτέλους... Και τί χορό...

Thursday, September 11, 2008

Μικρό παιδί στην πρώτη τάξη και το θυμάμαι σαν και τώρα...



Είναι πολλές φορές που δίνονται αφορμές και ανακαλώ την αίσθηση. Σα να πηγαίνω πρώτη μέρα στο σχολείο. Και καλά, εν δυνάμει θα μπορούσα να γίνω της Αννούλας εμπορικότατο σουξέ, το ξέρω, αλλά δεν πρόκειται γι' αυτό ακριβώς. Κοίτα όμως πώς έρχονται και συμβαίνουν τα πράγματα...

Κι όπως συμβαίνουνε τον τελευταίο καιρό, η σκέψη και η αίσθηση πηγαίνει κατευθείαν εκεί. Πάλι. Η πρώτη εντύπωση. Στην αυλή από ένα δημοτικό σχολείο. Δεν είναι τυχαίο. Αλλά πάλι ούτε και κανένα σύμπαν έχει συνωμοτήσει για να συμβεί. Αναφέρομαι στα γεγονότα.

Κρίθηκε ακατάλληλο στο σεισμό του '99.
Κατεδαφίστηκε πριν δυό χρόνια.
Στο ίδιο κτήριο πήγε σχολείο και ο πατέρας του παιδί.
Έφυγε καλοκαιρινές διακοπές.
Γύρισε.
Το σχολείο δεν ήταν εκεί.
Στη γειτονιά λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Λείπει το κτήριο, χάθηκε ο πατέρας του -όχι και τόσο φυσικά βέβαια-, εκείνος είναι πιά ένας άνεργος ηθοποιίσκος...
Κρίνεται ακατάλληλος...
Εντάξει, γεγονότα...

Όμως ακαθόριστα ώρες ώρες επιστρέφει ακόμα και τώρα η αίσθηση αυτή, η πρώτη εντύπωση από την αυλή εκείνη. Που έμοιαζε ακόμα τότε και λιγάκι με κόσμος... Νομίζω. Ολόκληρος. Ανακαλώ την αίσθηση. Μέσα στο πλήθος. Το χέρι αφήνω της μάνας μου ή του πατέρα; Δε θυμάμαι... Χαμογελώ. Το θυμάμαι. Μακάρι και τώρα να μπορούσα να χαμογελάω έτσι. Τρέχω. Είδα έναν παλιό συμμαθητή. Από το Νηπιαγωγείο -άλλη αυλή εκείνη, τα λέμε την επόμενη φορά που θα το φέρει η κουβέντα-. Φοβάμαι. Λίγο. Πού άφησα από το χέρι μου τους γονείς; Μήπως συμβαίνει κάτι που δεν το θέλω; Αυτό μήπως σημαίνει σχολείο; Τώρα πιά τις ίδιες ερωτήσεις θα τολμούσα να τις κάνω στη ζωή.

Δεν καταλαβαίνω. Συνεχίζω να τρέχω. Έχω την αίσθηση ότι τρέχω με το ίδιο μου ολόκληρο το μικρό κορμάκι. Προς τον αγαπημένο μου συμμαθητή. Ο ήλιος μπαίνει από τα μάτια μου. Ο αέρας από τη μύτη μου. Η μικρή μου ανάσα ανεβοκατεβαίνει στο στέρνο. Και ενώ φοβάμαι -λίγο-, τρέχω. Του χαμογελάω. Και ίσως κάπου, κάποτε να σταματήσω να φοβάμαι... Σε μια τάξη ίσως καθισμένος στο θρανίο δίπλα δίπλα με τον αγαπημένο μου σύμμαθητή... να χαμογελάμε. Τέλεια σκηνοθεσία, θα ειρωνευτείτε, τί το κάναμε εδώ, Χτυποκάρδια στο θρανίο; Αλλά, σκεφτείτε, παρακαλώ, αυτό που ζητάμε στην πραγματικότητα δεν είναι μια τάξη; Η τάξη μέσα μας...

Έτσι κάπως μπήκα στο σχολείο μου. Και υπήρξα αριστούχος -τρομάρα μου- μαθητής. Τουλάχιστον στου σχολείου την τάξη. Καλόμαθα φαίνεται το σπασικλάκι... Το θέατρο δεν δέχεται όμως τερτίπια σχολικής αιθούσης... Τις τελευταίες μέρες έχω διάθεση αρνητική. Εδώ μόνο προσπάθησα να αποτυπώσω τον χρόνο από μιαν ανάμνηση μάλλον ευχάριστη. Από το σχολείο. Που ξεκινάει σήμερα. Και μοιάζει λιγάκι μικρή ζωή. Και δεν πρέπει να κλαίγομαι. Μάθημα πρώτον!

Έτσι θέλω να ξορκίσω την κακή μου διάθεση. Επειδή κανονικά το τελευταίο διάστημα είχα κανονίσει να είμαι σε πρόβες. Και ακυρώθηκαν. Γιατί εκείνο που με πειράζει δεν είναι οι αντιξοότητες, μια παράσταση που ακυρώθηκε, το συμβάν το αντίθετο από το καλό που θα θέλαμε στην πραγματικότητα να συμβεί. Εκείνο που με πειράζει είναι όλα αυτά τα αγνά περιστατικά, τα γεγονότα τα σκέτα και αυτή η αίσθηση του χρόνου που επιδρά πάνω και μέσα μας με τις μικρές εναλλαγές τις οποίες κάποτε, όταν ήμασταν ακόμη παιδιά και πηγαίναμε στο σχολείο, είχαμε τον τρόπο ή μάλλον τη διάθεση να μην τις παίρνουμε τόσο κατάκαρδα και να μην τις βιώνουμε τότε ακόμα τουλάχιστον ως ραγδαίες εξελίξεις. Καλή σχολική χρονιά να έχετε, παιδιά... Εμένα ο χειμώνας μου προβλέπεται βαρύς...

Υ.Γ: Αλίκη, ακόμα δεν τα κατάφερα να αποκρυπτογραφήσω το μυστικό... Άλλοι πάλι το κάνουνε και σήριαλ...

Saturday, September 06, 2008

Ο εξερευνητής


Φαντάσου... να διασχίζεις τον ωκεανό. Για βδομάδες ολόκληρες κοιτάζεις μόνο θάλασσα. Τεράστια και μεγάλη. Ζεις στα νύχια του φόβου. Φόβος για καταιγίδα. Φόβος για αρρώστια. Ο φόβος για το άπειρο. Σπρώχνεις βαθιά μέσα το φόβο σου. Μελετάς χάρτες, κοιτάς την πυξίδα, προσεύχεσαι για άνεμο ούριο, ελπίζεις. Αγνή. Γυμνή. Εύθραυστη ελπίδα. Στην αρχή μόνο θολούρα. Κοιτάζεις τον ορίζοντα. Κοιτάζεις... μια μελανιά, μια σκιά μέσα στο νερό το απέραντο. Την πρώτη μέρα. Και την επόμενη. Όλος ο ορίζοντας σιγά σιγά απλώνει. Παίρνει σχήμα. Την τρίτη μέρα πιστεύεις. Κι αποτολμάς να πεις τη λέξη: στεριά. Στεριά. Ζωή. Ανάσταση. Αληθινή περιπέτεια. Από το άγνωστο το αχανές, από την απεραντοσύνη βγαίνεις έξω, στη νέα ζωή. Αυτό, μεγαλειότατη, είναι ένας νέος κόσμος.