Το ενδιαφέρον με τους Βατράχους του Αριστοφάνη είναι ότι αποτελεί μια κωμωδία με θέμα την κατάβαση στον Άδη. Την κατάβαση ενός θεού στον Άδη. Του θεού της δραματικής ποίησης. Της καλλιτεχνικής έκφρασης. Σε μιά εποχή που τα πάντα έχουν ξεμείνει δίχως ποίηση. Ο Διόνυσος κατέρχεται στον Άδη για να φέρει πίσω στη ζωή: Τον ποιητή. Τον τελευταίο μεγάλο ποιητή. Τον Ευριπίδη. Με τούτο το αίτημα καταβυθίζεται στα λιμνάζοντα νερά της Αχερουσίας. Να βρει αυτόν που θα τον εκπροσωπήσει. Μέσα στους πομφολυγοπαφλασμούς των Βατράχων. Κάνει ένα ολόκληρο ταξίδι μέσα και πίσω. Ο Διόνυσος. Ο θεός που πεθαίνει. Και ξαναζεί. Στις απαρχές του ποιητικού είδους. Που μάχεται για την εν θεάτρω ζωή. Που τελεί υπό εξαφάνιση. Ο άχρονος χρόνος της δημιουργίας. Μοιάζει λιγάκι με θάνατο. Της πρώτης έμπνευσης. Κάπως σα να σβησε ο πετροπαιχνιδιάτορας ήλιος. Ο ήλιος ο πρώτος σα να σβησε. Και ο θεός σώζει τελικά τον Αισχύλο. Φέρνει πίσω στη ζωή τον πρώτο του δράματος ποιητή. Ανάσταση!
Όχι από στόμφο, όχι από έπαρση, όχι από πατριδολατρεία, όχι από προγονοπληξία, όχι από εθνικισμό, όχι από συντηρητισμό. Από ανάγκη. Να ξαναγεννηθεί η πρώτη σπίθα η δημιουργική. Η έμπνευση. Που θα γίνει φωτιά. Και θα δώσει στον άνθρωπο δικαίωμα στην ιστορία. Γιατί η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μιά λέξη πάνω στο χαρτί. Μιά κωμωδία. Αριστοφανική. Πόσο περισσότερο χάος μπορεί να κρύβει μια δημιουργία; Α, και μην ξεχνιόμαστε, το έργο, εργάκι, αττική κωμωδία... Αριστοφάνης λέει, μπαλαφάρα... Δε μας αφορά... Ψάξτε να βρείτε με το σήμερα καμιά αναλογία... Λέει... Λέει... Λέει... Πομφολυγοπαφλασμοί... ΒάτραΧ... Παρατράγουδα, επιτρέψτε μου, με τη σειρά μου να μιλήσω. Όλα στο μεταίχμιο. Όλα έξω, πάνω και μέσα στο νερό. Ο ίδιος ο θεός ανάμεσα στους πεθαμένους. Οι Βάτραχοι είναι το πρώτο αμφίβιο έργο. Το πρώτο έργο που ψάχνει απεγνωσμένα να ζήσει μέσα κι έξω από τη λίμνη, μέσα κι έξω από το βούρκο, μέσα κι έξω από το τέλμα και το έλος με το λιμνάζον ύδωρ. Και στον αγώνα αυτό το Χ δεν είναι της διαγραφής αλλά το 01 της δημιουργίας.
Στο Μουσείο Μπενάκη ξεκίνησε η έκθεση - αφιέρωμα στον Κάρολο Κουν. Εκατό χρόνια από τη γέννηση. "Εκατό χρόνια από τη γέννηση του ιδρυτή του Θεάτρου Τέχνης και ανανεωτή της ελληνικής θεατρικής σκηνής" τα δελτία τύπου λένε... δεν τα λέω εγώ... Την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη συνοδεύουν πολλές παράλληλες εκδηλώσεις. Δευτέρα βράδυ στις 20:30 αποσπάσματα από τους Βατράχους του Αριστοφάνη. Ολόκληροι και με οι. Σκηνοθεσία: Κάρολος Κουν Μουσική: Γιάννης Χρήστου Να είστε εκεί... όσοι θέλετε και μπορείτε... θα είμαι κάπου ανάμεσα στους Μύστες... επί σκηνής αυτή τη φορά και σε χορό αρχαίου δράματος επιτέλους... Και τί χορό...
Είναι πολλές φορές που δίνονται αφορμές και ανακαλώ την αίσθηση. Σα να πηγαίνω πρώτη μέρα στο σχολείο. Και καλά, εν δυνάμει θα μπορούσα να γίνω της Αννούλας εμπορικότατο σουξέ, το ξέρω, αλλά δεν πρόκειται γι' αυτό ακριβώς. Κοίτα όμως πώς έρχονται και συμβαίνουν τα πράγματα...
Κι όπως συμβαίνουνε τον τελευταίο καιρό, η σκέψη και η αίσθηση πηγαίνει κατευθείαν εκεί. Πάλι. Η πρώτη εντύπωση. Στην αυλή από ένα δημοτικό σχολείο. Δεν είναι τυχαίο. Αλλά πάλι ούτε και κανένα σύμπαν έχει συνωμοτήσει για να συμβεί. Αναφέρομαι στα γεγονότα.
Κρίθηκε ακατάλληλο στο σεισμό του '99.
Κατεδαφίστηκε πριν δυό χρόνια.
Στο ίδιο κτήριο πήγε σχολείο και ο πατέρας του παιδί.
Έφυγε καλοκαιρινές διακοπές.
Γύρισε.
Το σχολείο δεν ήταν εκεί.
Στη γειτονιά λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Λείπει το κτήριο, χάθηκε ο πατέρας του -όχι και τόσο φυσικά βέβαια-, εκείνος είναι πιά ένας άνεργος ηθοποιίσκος...
Κρίνεται ακατάλληλος...
Εντάξει, γεγονότα...
Όμως ακαθόριστα ώρες ώρες επιστρέφει ακόμα και τώρα η αίσθηση αυτή, η πρώτη εντύπωση από την αυλή εκείνη. Που έμοιαζε ακόμα τότε και λιγάκι με κόσμος... Νομίζω. Ολόκληρος. Ανακαλώ την αίσθηση. Μέσα στο πλήθος. Το χέρι αφήνω της μάνας μου ή του πατέρα; Δε θυμάμαι... Χαμογελώ. Το θυμάμαι. Μακάρι και τώρα να μπορούσα να χαμογελάω έτσι. Τρέχω. Είδα έναν παλιό συμμαθητή. Από το Νηπιαγωγείο -άλλη αυλή εκείνη, τα λέμε την επόμενη φορά που θα το φέρει η κουβέντα-. Φοβάμαι. Λίγο. Πού άφησα από το χέρι μου τους γονείς; Μήπως συμβαίνει κάτι που δεν το θέλω; Αυτό μήπως σημαίνει σχολείο; Τώρα πιά τις ίδιες ερωτήσεις θα τολμούσα να τις κάνω στη ζωή.
Δεν καταλαβαίνω. Συνεχίζω να τρέχω. Έχω την αίσθηση ότι τρέχω με το ίδιο μου ολόκληρο το μικρό κορμάκι. Προς τον αγαπημένο μου συμμαθητή. Ο ήλιος μπαίνει από τα μάτια μου. Ο αέρας από τη μύτη μου. Η μικρή μου ανάσα ανεβοκατεβαίνει στο στέρνο. Και ενώ φοβάμαι -λίγο-, τρέχω. Του χαμογελάω. Και ίσως κάπου, κάποτε να σταματήσω να φοβάμαι... Σε μια τάξη ίσως καθισμένος στο θρανίο δίπλα δίπλα με τον αγαπημένο μου σύμμαθητή... να χαμογελάμε. Τέλεια σκηνοθεσία, θα ειρωνευτείτε, τί το κάναμε εδώ, Χτυποκάρδια στο θρανίο; Αλλά, σκεφτείτε, παρακαλώ, αυτό που ζητάμε στην πραγματικότητα δεν είναι μια τάξη; Η τάξη μέσα μας...
Έτσι κάπως μπήκα στο σχολείο μου. Και υπήρξα αριστούχος -τρομάρα μου- μαθητής. Τουλάχιστον στου σχολείου την τάξη. Καλόμαθα φαίνεται το σπασικλάκι... Το θέατρο δεν δέχεται όμως τερτίπια σχολικής αιθούσης... Τις τελευταίες μέρες έχω διάθεση αρνητική. Εδώ μόνο προσπάθησα να αποτυπώσω τον χρόνο από μιαν ανάμνηση μάλλον ευχάριστη. Από το σχολείο. Που ξεκινάει σήμερα. Και μοιάζει λιγάκι μικρή ζωή. Και δεν πρέπει να κλαίγομαι. Μάθημα πρώτον!
Έτσι θέλω να ξορκίσω την κακή μου διάθεση. Επειδή κανονικά το τελευταίο διάστημα είχα κανονίσει να είμαι σε πρόβες. Και ακυρώθηκαν. Γιατί εκείνο που με πειράζει δεν είναι οι αντιξοότητες, μια παράσταση που ακυρώθηκε, το συμβάν το αντίθετο από το καλό που θα θέλαμε στην πραγματικότητα να συμβεί. Εκείνο που με πειράζει είναι όλα αυτά τα αγνά περιστατικά, τα γεγονότα τα σκέτα και αυτή η αίσθηση του χρόνου που επιδρά πάνω και μέσα μας με τις μικρές εναλλαγές τις οποίες κάποτε, όταν ήμασταν ακόμη παιδιά και πηγαίναμε στο σχολείο, είχαμε τον τρόπο ή μάλλον τη διάθεση να μην τις παίρνουμε τόσο κατάκαρδα και να μην τις βιώνουμε τότε ακόμα τουλάχιστον ως ραγδαίες εξελίξεις. Καλή σχολική χρονιά να έχετε, παιδιά... Εμένα ο χειμώνας μου προβλέπεται βαρύς...
Υ.Γ: Αλίκη, ακόμα δεν τα κατάφερα να αποκρυπτογραφήσω το μυστικό... Άλλοι πάλι το κάνουνε και σήριαλ...
Φαντάσου... να διασχίζεις τον ωκεανό. Για βδομάδες ολόκληρες κοιτάζεις μόνο θάλασσα. Τεράστια και μεγάλη. Ζεις στα νύχια του φόβου. Φόβος για καταιγίδα. Φόβος για αρρώστια. Ο φόβος για το άπειρο. Σπρώχνεις βαθιά μέσα το φόβο σου. Μελετάς χάρτες, κοιτάς την πυξίδα, προσεύχεσαι για άνεμο ούριο, ελπίζεις. Αγνή. Γυμνή. Εύθραυστη ελπίδα. Στην αρχή μόνο θολούρα. Κοιτάζεις τον ορίζοντα. Κοιτάζεις... μια μελανιά, μια σκιά μέσα στο νερό το απέραντο. Την πρώτη μέρα. Και την επόμενη. Όλος ο ορίζοντας σιγά σιγά απλώνει. Παίρνει σχήμα. Την τρίτη μέρα πιστεύεις. Κι αποτολμάς να πεις τη λέξη: στεριά. Στεριά. Ζωή. Ανάσταση. Αληθινή περιπέτεια. Από το άγνωστο το αχανές, από την απεραντοσύνη βγαίνεις έξω, στη νέα ζωή. Αυτό, μεγαλειότατη, είναι ένας νέος κόσμος.
Και πάνω που δεν έβρισκα θέμα, με προ(σ)κάλεσαν -ή και με κυρίεψαν μπορώ να πω- δαιμόνια εφτά για να αποσπάσουν τρεις ευχές μου. Αισθανόμενος τουλάχιστον λοιπόν ωσάν την Κασσάνδρα -κοινώς οι κάτωθι ευχές είναι και ολίγον προβλέψεις- Στον εαυτό μου εύχομαι να εξασκεί το επιτήδευμα που επέλεξε έως βαθυτάτου γήρατος και με επιτυχία φρεναπάτης φυσικά (τουτέστιν βραβεία Χορν, Όσκαρ, χρυσές σφαίρες, έστω, βρε αδελφέ, βατόμουρα χρυσά) Στο φίλο themi εύχομαι πέρα από μερίδιο της δικής μου περίλαμπρης επιτυχίας να κατακλυστεί το ιστολόγιο του από σχόλια αναγνωστών που δεν έχουν google account αλλά απολαμβάνουν ωστόσο τις σπαραξικάρδιες αναρτήσεις του Συνέβη στην Αθήνα και last but not at all least Στους αγαπημένους εώς και λατρεμένους μου εχθρούς να φάνε τις σκατούλες μου εύχομαι κουραδίτσα κουραδίτσα και κάποια στιγμή μετά από καιρό να καταλάβουν την αδιαφιλονίκητη αξία, γοητεία, ευφυΐα του ανθρώπου που ζήλεψαν, μίσησαν ή απλούστατα από λάθος ή και μαλακία τους δεν εκτίμησαν την κατάλληλη ώρα και την πρέπουσα στιγμή. Την παρακαταθήκη για τη συνέχεια του παιχνιδιού την παίρνει όποιος θέλει. Ευχαριστώ. Υ.Γ: Ότι έπαιξα το παιχνίδι των τριών ευχών στις τρεις του παρόντος μπορεί να είναι και σημαδιακό. Θα δείξει...
Δεν έχω λόγια πολλά. Είμαι φωτογραφία. Βέβαια λένε πως φωτογραφία μιά πότε - πότε φλυαρεί λέξεις χίλιες.
Μόλις περιλήφθηκα στο προσωπικό αρχείο κάποιου μαζί με δυό τραγούδια που έπαιξε απανωτά το κασσετόφωνο στο αυτοκίνητο τη στιγμή που εκείνος αντίκρυσε φέτος τη λεγόμενη πανσέληνο του Αυγούστου.
Δεν ξέρω αν όντως το φεγγάρι έχει τη δύναμη, μα λένε πως έχει τον τρόπο να επηρεάζει τα υγρά μας. Και είναι γεγονός ότι φωτογραφία αληθινή μόνο μέσα στο νερό εμφανίζεται. Όπως κι ο άνθρωπος μέσα σε νερό. Άρα, δεν ξέρω, μπορεί και να μην είμαι μιά φωτογραφία τελικά. Μπορεί να 'μαι και άνθρωπος.
Ο άνθρωπος που τράβηξε τη φωτογραφία. Ο άνθρωπος που είδε με τα μάτια του φέτος το αυγουστιάτικο φεγγάρι έτσι μέσα στη θάλασσα. Ο άνθρωπος που άκουσε με τα ίδια του τα αυτιά τα συγκεκριμένα δύο τραγούδια. Ο άνθρωπος που σιγοψιθύρισε με τη γλώσσα του μερικές λέξεις από εκείνα τα τραγούδια. Τέλος, μπορεί να'μαι κι ο άνθρωπος που κατάλαβε και τη φωτογραφία που έβγαλε και τα τραγούδια που άκουσε. Σε μια γλώσσα άλλη όμως. Τη γλώσσα τη δικιά του. Που κάτι του εμπιστεύτηκε: Οι καλύτερες φωτογραφίες είναι αυτές που βγάζουν τα μάτια μας. Τα μάτια μας είναι ο φωτογράφος.
Βλέπουμε με τα μάτια μας. Ακούμε με τα αυτιά μας. Γευόμαστε με το στόμα. Φιλάμε με τη γλώσσα μας. Ακολουθούμε φυσικές διαδικασίες. Φλυαρούμε πότε - πότε για τις διαδικασίες αυτές. Στη γλώσσα μας όμως. Κάτι. Κάτι που μέσα συγχωρεί μια δύναμη άλλη που εκεί μέσα ταυτόχρονα κι αυτή μοιάζει να μην αντέχει. Ποιός το καταλαβαίνει; Φορές - φορές ούτε κι εμείς οι ίδιοι. Και φταίει ποιός που κανείς δεν κατάλαβε; Ενδεχομένως ένας Κύκλωπας κανένας. Η σελήνη που κοιτάζει με ένα ορθάνοιχτο μάτι.
Εγώ λέω το ένα και νιώθω ο ίδιος πάλι εγώ και το αντίθετο από το ένα που είπα τώρα μόλις. Ίσως η σκέψη μου να πήγε από το ένα και στο μηδέν. Η άλλη όψη της ίδιας σελήνης. Σύστημα δυαδικό.
Με μία ορμή που κι εμένα ακόμα συναρπάζει. Και ζω για τη στιγμή που ο ρεαλισμός συμβαίνει, όπως θα πρέπει κανονικά να συμβεί. Με τη δύναμη την αλλιώτικη που βαθαίνει και το ίδιο το σύμπαν σε μιά πραγματικότητα εξώ - πραγματική, υπερ - ρεαλιστική, μετά - φυσική -πώς τη λένε δεν ξέρω- ώστε οι εικόνες να αποκαλύπτονται τότε και μόνο τότε ξεκάθαρες και σχεδόν από μόνες τους διαυγείς. Ολόκληρες. Δυό κομμάτια φεγγάρι σε κοινή, ει δυνατόν, αποκάλυψη.
Ξεκολλάνε από την πραγματικότητα ή την αλήθεια οι εικόνες -σκέψου στην κατάσταση αυτή νομίζω εγώ ο αθεράπευτα αδρανής πως ούτε καν ξέρω πώς λέγεται ακριβώς η κατάσταση η άλλη που τα πράγματα παραμένουν ήσυχα στη θέση τους- και γυρεύω το χρόνο που όλα αποκτούν το άλλο τους νόημα, την άλλη τους σημασία ή και την ουσία τους τελικά. Τότε, όταν όλα υπερίπτανται σε ένα τεράστιο πολύχρωμο κολάζ μπορεί να δώσεις κι εσύ τη δική σου τάξη στο σύμπαν. Τα δικά σου μετέωρα σου επιτρέπεται επιτέλους τότε πιά να συνθέσεις. Να γεννήσεις σα τη σελήνη την ανταύγεια της μέσα στης θάλασσας το νερό.
Πανσέληνος σημαίνει ο γεμάτος και ο ολόφωτος. Σκέφτομαι ότι παραμένει πάντοτε μια αθέατη πλευρά του φεγγαριού, όμως την ίδια στιγμή παρηγοριέμαι με το φεγγάρι που τώρα κοιτώ γιατί είναι η άλλη όψη ενός κατάδικού μου ήλιου. Κι έτσι στέκομαι μετέωρος στον ουρανό. Ίσως τελικά να είμαι το ίδιο το φεγγάρι. Σε αυγουστιάτικη πανσέληνο.
Έχω δει στο διάστημα της ζωής μου τους ανθρώπους όλους χωρίς καμιάν εξαίρεση, κακομοιριασμένους, να κάνουνε απειράριθμες και βλακώδεις πράξεις, να εξευτελίζουνε τους άλλους και να διαφθείρουνε την ψυχή τους με κάθε μέσο. Το κίνητρό τους ήταν πάντοτε ένα και το ίδιο: η δόξα. Το λοιπόν κι ελόγου μου βλέποντας τα καμώματά τους, θέλησα μια μέρα να γελάσω έτσι, όπως γελάει όλος ο κόσμος. Κι όμως, να πετύχω μια τόσο παράξενη άσκηση μου στάθηκε αδύνατον.
Πήρα έναν σουγιά που' χε λεπίδι κοφτερό και χάραξα τη σάρκα μου από το' να κι από τ' άλλο μέρος του προσώπου, εκεί που σμίγουνε ίσια - ίσια τα χείλη. Για μιά στιγμή, κάτι μου φάνηκε ότι κατάφερα. Μπα, είχα λάθος. Στην αρχή το αίμα που έτρεχε άφθονο από τις δύο πληγές, ούτε που μ' άφηνε να ξεχωρίσω αν είχα να κάνω πραγματικά μ' ένα γέλιο σαν των αλλονών. Ύστερα παρ' όλ' αυτά, έκανα για κάμποση ώρα τη σύγκριση και τότε πιά βεβαιώθηκα ότι το γέλιο μου δεν είχε τίποτε, μα τίποτε το ανθρώπινο. Που πάει να πει, δε γελούσα καθόλου.
Comte De Lautreamont, Τα άσματα του Μαλντορόρ - δεύτερη γραφή Οδυσσέας Ελύτης
Τούτο το απαισιόδοξο το έγραψα το απόγευμα. Στο τρόλλεϋ. Στο κινητό. Έπεφτε έξω η βροχή και εγώ αποθήκευα σε μηνύματα την πιό βαριά συννεφία του κόσμου. Καθώς έγραφα το ποστ είπα να βάλω και το βιντεάκι με την άλλη Καρέζη, την έγχρωμη, την κωμική, με το χασαποσέρβικο από το "Τζένη - Τζένη"... λίγο πριν την αγαπημένη μου σκηνή, την καλημέρα στα σατέν σεντόνια μετά τη μεθυσμένη βραδιά με το παραστρατημένο Μπάρκουλη... Η πιό ερωτική μου Καρέζη... Έτσι για αντίβαρο στο από πάνω βίντεο, δηλαδή στην ασπρόμαυρη Καρέζη. Κι όλα αυτά για να ξορκίσω τη βροχή που χώρισε στα δυό σήμερα το απόγευμα εμένα και το καλοκαίρι.
Νομίζω τη σημερινή ημέρα δεν την έζησα ποτέ. Σας παραθέτω το κεντρικό μοτίβο όπως συνέβη ακριβώς λίγο πριν μπω στο σπίτι. Συνοψίζει το πώς είχαν αποφασίσει τα πράγματα να κυλίσουν σήμερα από το πρωί. Με τη δική μου συγκατάθεση πάντα, αλλά σχεδόν εντελώς από μόνα τους στο φινάλε.
Απόψε γυρίζοντας σπίτι λοιπόν πεζός, βλέπω ένα στύλο και προσπαθώντας πολύ συνειδητά να τον αποφύγω, πέφτω επάνω του με όλη τη δύναμη απ' τον αριστερό μου ώμο. Κοιτάζω ευθεία μπροστά πεντακάθαρα το στύλο. Δεν υπάρχει καμία άλλη σκέψη εκείνη τη στιγμή στο κουρασμένο μου μυαλό, παρά μονάχα "μην πέσεις πάνω, μην πέσεις τουλάχιστον και σε αυτόν σήμερα πάνω" λέω. Έχει άπλετο χώρο ώστε να κάνω δεξιά και να τον αποφύγω. Έχω τη δύναμη και την ευθυκρισία να κάνω δεξιά και να τον αποφύγω. Δε νυστάζω. Δεν έχω πιεί παρά μία Σουρωτή και μια Coca Cola light. Δε συμβαίνει τίποτα γύρω τριγύρω που να αποσπάει τη στιγμή εκείνη την προσοχή και να αφαιρεθώ, πες, από τον στόχο. Λέω μέσα μου αν το πετύχω να μην τον πετύχω έστω αυτόν, θα αφήσω πίσω μου όλη την προηγούμενη ανάποδη και γαμημένη μέρα -είναι ωραίο ίσως τελικά κάποτε να μην πετύχω να πετύχω. Δεν υπάρχει εν ολίγοις καμία ένδειξη πιά εδώ σύμφωνα με το νόμο, αν θέλετε, και των πιθανοτήτων. Όλα συντείνουν ότι δεν θα πέσω πάνω και σε αυτόν σήμερα το στύλο. Δηλαδή εκ των πραγμάτων και ο ίδιος ο στύλος, μη σας πω, έχει αποφασίσει σχεδόν συνειδητά πιά κι εκείνος να μη μου κάτσει, κι όμως... εγώ εντελώς ασυνείδητα δεν κάνω δεξιά, μόνο κάνω ό,τι πιό ηλίθιο πασχίζω τόση ώρα να αποφύγω. Αλλοιθωρίζω, χάνω την τελευταία στιγμή την ξεκάθαρη οπτική επαφή και πέφτω με όλο μου τον αριστερό ώμο πάνω στο συγκεκριμένο στύλο που βρέθηκε για λίγα δευτερόλεπτα εκεί μπροστά, πέφτω πάνω στο στύλο που κι ο ίδιος προσπάθησε να με αποφύγει και εγώ ψυχαναγκαστικά σχεδόν πιά από το πρωί με καθοδηγώ τελικά να μην τον αποφεύγω.
Γιατί στύλοι υπάρχουν πολλοί -νουνού βέβαια ένα. Και εγώ απόψε είμαι επιρρεπής να πέφτω πάνω -δηλαδή κάτω-. Αισθάνομαι πάντα μικρό παιδί. Μικρό παιδί που δεν ξέρει πώς λέγεται αυτό που όλη μέρα σήμερα του συμβαίνει. Η αλήθεια έχει αλλάξει πολλές φορές μορφή ο στύλος από το πρωί. Ίσως αμάρτησα και εγώ που ειρωνεύτηκα τη σωτήρια μεταμόρφωση αμέσως μία ανάρτηση πιό κάτω. Αλλά με το καλημέρα σας σήμερα το πρωί ο στύλος στάθηκε εκεί αγέρωχος, αποφασισμένος, ευθυτενής, ένας μικρός θεός που εκδικείται αλλάζοντας τις μορφές του, κι εγώ στο μεταξύ έχω χάσει το λογαριασμό πόσες φορές και με πόσους τρόπους έχω επιτρέψει σήμερα στο κουράγιο μου από το πρωί τα μούτρα του να φάει-τώρα και τον ώμο-. Να στραπατσαριστεί. Ξανά και ξανά. Καταπάνω στο στύλο πάλι και πάλι.
Κι εντάξει, όταν συμβαίνει στη ζωή αυτό, εκείνο που σε πειράζει δεν είναι αυτός καθαυτός ο στύλος που διαπιστώνεις ότι δεν μπορείς να του αντισταθείς και πέφτεις τελικά επάνω. Είναι αυτή η ακατανόητη τελικά δύναμη της εξάρτησης που ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε κάνει να νιώθεις αδικαιολόγητα απλά και μόνο ένας αυτιστικός μαλακομαγνήτης στο φαινόμενο μιάς έλξης δυνατής που ξέρεις καλά ότι σου κάνει κακό και σε καταστρέφει. Της αυτοκαταστροφής.
Καληνύχτα. Ελπίζω το αύριο να είναι όντως μια άλλη ημέρα. Αποφορτισμένη από ηλεκτρισμό και φορτωμένη μαγεία. Και να με αγαπάει...
Κοίταζα μέσα στα μάτια να δω κατάματα λίγες ρυτίδες οι πιό βαθιές ρυτίδες στα μάτια σου γύρω γύρω συντροφεύουν πολλές πάνω στο πρόσωπό σου τότε μέσα από το βλέμμα το γαλατένιο των γέρικων, θαμπών ματιών αναδυόσουν με τα τόσα προβλήματα της δικής σου οράσεως έναν ξεκάθαρο κόσμο σαν ιστορία δείχνεις και βλέπω όχι τα παραμύθια, τις ιστορίες. Η μυθική μορφή κέρδισε τον τίτλο "ιστορική φυσιογνωμία" Στάσου εδώ. Είσαι κιόλα εκεί. Κι από παντού φεύγεις.
Χρόνια μου πολλά για άλλη μια χρονιά λοιπόν. Δύσκολος ο συμβιβασμός με ακόμα ένα χρόνο στην καμπούρα. Γι' αυτόν και για άλλους πολλούς λόγους που ψιλοχοντροβαριέμαι να αναλύσω τώρα μιας κι έπεσε βαριά απόψε η σαγκριά επιτρέψτε μου αυτή την αφιέρωση κι ελάτε, πιάστε μαζί μου το χορό... ελπίζω μόνο "μην είναι το καρνέ ντε μπαλ γεμάτο"...
Είναι απίστευτη η μανία της θάλασσας να καταφάει τα βράχια. Τρομάζει. Τώρα κάθομαι λίγο πιό μακριά, πολύ λίγο μακρύτερα σ' ένα περβάζι όμως δίπλα στο κύμα, κοιτάζω εκ του ασφαλούς που λένε λες και ξέρουν τη θάλασσα, μα δεν καταλαβαίνω. Κάποια μέρα θέλω να σταθώ αντάξιος προς τα κύματα, προς ένα κύμα μόνο αντάξιος να σταθώ, να μπορέσω, θέλω και να φωνάξω δυνατότερα, να τολμήσω περισσότερα, να καταπιώ τα πάντα. Τότε ίσως καταφέρω να γίνω στοιχειό, αλλά αναρωτιέμαι θα έχω τότε ακόμα ύλη; Κι αν πάλι όλα αυτά τα κύματα δεν είναι ηθοποιοί σε ετούτο εδώ το δράμα; Κι αν πάλι όλα αυτά τα κύματα είναι μονάχα -άκου, μονάχα- θεατές μου; Τί όνομα θα είχε αυτός ο ρόλος μου; Ποιές θα' ταν οι αρχές μου; Και ποιά ηθική o ξεγελασμένος εγώ από το φαινόμενο της παλίρροιας στης σκηνής πιά το περβάζι θα είχα; Είμαι αυτός εδώ ο μικρούλης αχινός κολλημένος πάνω στο βράχο σκεπασμένος από θεόρατα κύματα. Ο μικρός αυτός κάβουρας που δεν ξέρει καταπού πάει και περπατάει ανώφελα πελαγωμένος στην ουσία, πάντα ανάποδα για να χάνει το δρόμο. Δεν ξεκόβεις εύκολα από την ύλη ακόμα και όταν είσαι η ύλη έστω για τα όνειρα. Τη θάλασσα αμφισβητώ, το χαμό όμως από το κύμα τον νιώθω. Ορίστε πώς έγινα ο κάβουρας και να και το ζουμί μου. Δεν αλλάζω ποτέ. Φιλοκτήτης όμως δεν θα καταφέρω να γίνω και ήρωας. Και τί σημαίνει Φιλοκτήτης και πού κολλάει ο Φιλοκτήτης εδώ. Φιλοκτήτης σημαίνει ανένδοτος, καταλαβαίνετε λοιπόν πού κολλάει. Κι όμως δε ζήτησα αυτό. Ήθελα του Πρόσπερο να' μαι μονάχα παλιάτσος. Άριελ ή έστω ο Γκονζάλο.
Στα Χανιά από χτες. Στο παλιό λιμάνι. Πρότελευταία στάση στην καριέρα της Νάνας Μούσχουρη. Υπάρχει μέσα μου τουλάχιστον μιά τρεμάμενη φωνή που ψάχνει κάπου την αγάπη. Περίεργο, δεν είχα ποτέ παραπάνω πάρε δώσε με αυτή τη φωνή ή μάλλον, έτσι όπως το είδα να το γράφω τώρα, ίσως και προηγούμενα είχα και επόμενα έχω. Το "Μίλησε μου, μιλησέ μου" το έχω άχτι να το ακούσω κάποια στιγμή live. Και την "Ενδεκάτη εντολή" που ξέρουν μόνο οι τρελλοί κι όλης της γης οι σκλάβοι. Πληρώ κατά το ήμισυ τουλάχιστον τις προϋποθέσεις, αν μη τι άλλο... Αφήστε που με τον περονόσπορο που έπεσε με τα εισιτήρια της Μαντάνα εμένα μου έχει βγει όλη η άρνηση του κόσμου να δω το παπ είδωλο in concert. Σκεφτομαι όμως ότι είδα την αμέσως επικρατέστερη εναλλακτική που έχει πουλήσει και περισσότερο από την καλόχαρη των 27 του Σεπτέμβρη, αν θέλετε να ξέρετε. Α, και για να σκυλιάσετε ακόμα πιό πολύ μερικοί - μερικοί, η συναυλία της Νάνας ήταν τζάμπα... Και μπορεί να κόπηκε και τρεις φορές το ρεύμα και εκεί να την εγκατέλειψα άδοξα γιατί ήμουν κομμάτια από την υπόλοιπη μέρα, και μπορεί να μην πρόλαβα να ακούσω το "Μίλησε μου, μίλησε μου" live πάλι, αλλά από χτες το βράδυ τραγουδάω "ταμ - ταμ" και "άιντε το μαλώνω το μαλώνω, άιντε κι ύστερα το μετανιώνω, άιντε το μαλώνω και το βρίζω, άιντε την καρδούλα του ραγίζω". Κι επειδή είμαι και φίλαυτος... το τελευταίο ΜΟΥ το αφιερώνω! Viva, Nana!
Χωρίς πολλά σχόλια.. καιρός να απενοχοποιήσουμε τη χαρά μας. Και να σας πω και το άλλο; Εντάξει, τί έγινε που η ταινία δεν είναι τόσο καλή; Άμα το' χεις μέσα σου δεν θέλεις και την τέλεια σκηνοθεσία για να γίνεις και Dancing Queen άμα λάχει. Εμένα voulez vouz να μου χαρίσετε αυτό το καλοκαίρι στη Σκόπελο; Take your chance with me σας λέω και Gimme Gimme Gimme (even your loving sometimes) κι εγώ how can I resist you? Συγγνώμη, αλλά πέρσυ που γυριζόταν η ταινία εγώ βάραγα ανεξάντλητες σκοπιές και το μόνο που με κρατούσε από την παράνοια -εκτός από κάτι "ανθυποεργάρια" του Ντοστογιέφσκι, γιατί είναι και κουλτουριάρης ο σωστός ποπάκιας- ήταν η μουσική των Abba, κάτι ολίγον από Ραφαέλα Καρά, τα παλιά της Άννας Βίσση και μια ελπίδα για ένα επόμενο καλοκαίρι που με περιμένει κάπου σε μια παραλία στη Σκόπελο να σιγοψιθυρίζω βροντοφώνως όπως μόνο εγώ ξέρω The winner takes it all. Όπως αντιλαμβάνεστε, τρικυμία εν κρανίω... δε βαριέσαι, αυτό ήμουν πάντα κι ένα click ήθελα και χόρευα... Παρεπιπτόντως, μόλις διαπίστωσα ότι στον 902 παίζω ως Πεταλουδόσαυρος... Πάω να με δω :) Α, και επαναλαμβάνω: HOW CAN I RESIST YOU!!!! Άντε, γιατί τελευταία σας είχα ζαλίσει στις μυξοπαρθενιές...
Αυτή η σελίδα. Γράφει πολλά. Πάρα πολλά γράφει. Για χρόνια πάρα πολλά. Δεν είναι κατ' ανάγκη τα όμορφα. Δεν είναι όλα πάντοτε μαύρα. Το σίγουρο είναι όλα στις αποχρώσεις ενός περήφανου μπλε. Από τον ουρανό και τη θάλασσα. Κι είναι γραμμένα μ' ένα μολύβι ξυσμένο κατάβαθα επάνω στο χαρτί. Κατάσαρκα επάνω στο χαρτί που μου κάνει ώρες ώρες και σάρκα. Η μήπως μοιάζει κιόλας με γη; Ένα μολύβι που έμεινε μικρό από της ξύστρας τα γυρίσματα και έμαθε να σκαλίζει κρατήρες. Ένα μολύβι μπλε. Τα ταξίδια της ζωής και τις πλάνες. Δύνη κάνω τώρα τη ξύστρα. Δεν έχουμε καιρό για να έχουμε και ηλικία. Ούτε ελπίδα έχουμε. Ούτε στην ουσία καημό. Έχουμε μόνο κάτι που ώρες ώρες μοιάζει λύπη κι άλλοτε λήθη λέγεται. Γυρίζω κι άλλο το μολύβι στην ξύστρα. Ένα κενό που δεν ξέρω αν κάποτε τέλειωσε, εδώ, σε αυτήν επάνω τη σελίδα βρήκε το έδαφος τα κέφια και το παιχνίδι του να ξεκινήσει. Εδώ. Για πολλά χρόνια εδώ. Και γύρω τριγύρω τα φώτα. Μέσα στο σκοτάδι η νύχτα κάνει το καλοκαίρι λαμπερό. Ανάψτε τα φώτα. Εγώ είμαι που γράφω με ένα μολύβι στον κόσμο. Δεν υπάρχει η σελίδα. Δεν υπάρχει το μολύβι. Δεν υπάρχει κόσμος γαλανός. Στη σκηνή να με δείτε. Ανάψτε σας λέω τα φώτα.
Ο Ιούλιος ή Ιούλης είναι ο έβδομος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό Ημερολόγιο και έχει 31 ημέρες.
Ας είμαστε σοβαροί. Κανένας μήνας δεν έχει αύξοντα αριθμό. Κανένας μήνας δεν κρατάει 31 ημέρες ή λιγότερο. Τέλος κάθε μήνας δεν είναι παρά προσωπικό μας ημερολόγιο. Και δεν έχουμε όλοι το όνομα του γρήγορου Γρηγόρη. Εδώ και πέντε μέρες το φανάρι κόλλησε. Σταμάτης. Θα μου πεις εδώ και πέντε μέρες μόνο;;; Η κίνηση στη λεωφόρο συνεχίζεται. Ανενόχλητη. Μακάρια. Νηφάλια... Δεν μπορεί, υπάρχει τρόπος να περνάς απέναντι, μόνο που εγώ δεν έχω διάθεση για ούζο Τσάνταλη.
Νομίζω ο Χατζιδάκις μας είπε ψέματα, αγάπη μου. Από εκείνα τα ψέματα του θεάτρου, ξέρεις, τα αληθινά. Των ονείρων που θέλουμε να γίνουμε η αλήθεια. Τα ζωτικά ψέματα που λέμε. Τα ψέματα που ζούμε δηλαδή. Τα ψέματα που δεν θέλουμε απλά να ζήσουμε. Τα όνειρα που έχουμε ανάγκη να ζήσουμε. Αρκεί το σώμα ενός θεατρίνου που θα υποδύεται στο δράμα μας τον ταχυδρόμο εν προκειμένω. Και η ανάσα ενός μονάχα έστω θεατή. Ένα παιδί που υποτίθεται πεθαίνει στα δεκαεφτά του χρόνια πάνω στη σκηνή. Όσο υπάρχει ένας προσκυνητής για να δώσει το τελευταίο φιλί στα χείλια του από κάτω, το αγόρι δεν θα χάσει ποτέ τη δροσερή πνοή του. "Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι, βλέπεις, εσύ κι εγώ"... Έτσι σου δείχνω την αγάπη, αγάπη μου, που είναι του ονείρου ο δρόμος γιατί δεν πέθανε ποτέ κανείς, ούτε κι ο ταχυδρόμος...
Απόψε ήμουν από κάτω κι εγώ ένας πολύ μικρός και θλιβερός ηθοποιός και τα 'ζησα όλα όπως τα είπα και τα λέω.
Και η ώρα έχει πάει τόσο αργά που θα ήμουν ευτυχισμένος αν συνέχιζα. Μα δεν μπορώ. Αντέχω τα πάντα. Μόνο τη μέρα που τελειώνει δεν αντέχω. Και περνά αγύριστη κι αδάνειστη, γυναικεία, όσο και να την πληρώσεις. Θα γυρίσεις πάντα πίσω να της πεις δώσε μου κι άλλα. Με αυτή την ωραία απληστία που δεν θέλεις τίποτα να τελειώσει. Εκείνη όμως γυρνάει το πλευρό κι ενδίδει στον επόμενο ήλιο. Γιατί αν τελειώνει κάτι σημαίνει κιόλας στο λεπτό ότι χάθηκε. Και δεν μπορείς να συγκρατήσεις τους μικρούς σπαραξικάρδιους ενθουσιασμούς από την καρδιά ενός λεπτού που περνάει. Κι όμως αυτή η υποδιαίρεση κιόλας της ώρας χωράει τόσους πολλαπλασιασμούς. Φοβάμαι όταν ακούω μια φράση καραμέλα. Ζήσε το τώρα λένε, ζήσε το τώρα πιπιλίζουν. Δεν το αντέχω. Κι ίσως αυτό να σημαίνει αντοχή: που δεν αντέχω. Δεν ξέρω. Γυρίζω πάντα και σαν παιδί κοιτώ τους εραστές όταν γυρίζουν πλευρό και κοιμούνται. Και θέλω να ανοίξω το παράθυρο να κοιτάξουν τη θάλασσα που κανένας δεν μπορεί να την εξαντλήσει. Και θέλω να ανοίξω τη μπαλκονόπορτα και να είναι απέξω μια θάλασσα έτοιμη να ξεπλύνουν και το αποψινό ξενύχτι στα νερά της, στα γαλάζια ήρεμα κύματα που το ένα φέρνει πάντα το άλλο. Ανεξάντλητα. Ατελείωτα. Το ένα πάνω στο άλλο. Ερωτικά. Και μόνο αυτή την ώρα μου αρέσει και η ημέρα και η θάλασσα. Ενώ έχει ξημερώσει. Ωστόσο λίγο πριν βγει με τις ακτίνες του ο ήλιος. Και έχει η ώρα τη δροσιά από ένα ποτήρι νερό κρύο.