Friday, December 04, 2009

Λάθος



Το λάθος είναι η αρχή της προσπάθειας που θα στεφθεί με αποτυχία. Το λάθος είναι επάνοδος σε παράδεισο χαμένο. Χρέος νιώθεις ανεπαίσθητο, ανάγκη ξαφνική για ένα ακόμα παράλογο ταξίδι. Σε ένα τοπίο τόσο γνώριμο, ωστόσο χωρίς την παραμικρή νοσταλγία. Το λάθος είναι η μη Οδύσσεια, εσύ όμως μικρός όμηρος πάλι και πάλι. Με ορμή και λαχτάρα ανίερη για το αντίθετο ίσα - ίσα, την ευτυχία. Το λάθος μένει, επικρέμαται, εκκρεμεί με τρόπο ανεξιχνίαστο πάνω από κάθε κεφάλι. Το λάθος είναι ανεξιχνίαστη περιοχή. Κάπως κάπου αλλού άλλοτε, πριν κι από τα πιό παλιά χρόνια, γνώριμη, στιγμιαία περιοχή μα χώρα λησμονημένη. Κατά λάθος. Και λάθος είναι εδώ και τώρα τούτη η καταγραφή. Η αποθήκευση. Ο ανεξερεύνητος δρόμος, ο δρόμος που λες σε κάθε λαχανιασμένο σταθμό "ο περισσότερες φορές ταξιδεμένος". Όσο βαθύτερα μέσα μπαίνεις θα χάνεσαι: Το ίδιο και το ίδιο λάθος. Μέχρι ο θάνατος στιγμές στιγμές να ξεγελιέται, ξανακερδισμένος καιρός η ροπή για νερό και χιλιάδες τότε ομόκεντροι κύκλοι, λάθη χωρίς μοιρολατρεία καμιά, πολλά μικρά και απλά γεγονότα, αυτό που δεν κατάφερε να συμβεί σε συνάρτηση με αυτό που κατάφερε και συνέβη, πράξη πριν από την πράξη, τελικά όλα απόπειρες για ζωή πάλι και πάλι. Ταράζεις πότε πότε με την ίδια πέτρα τα νερά, ράθυμα και επαναληπτικά στέκεσαι με όλη τη σαστιμάρα και πετάς την πέτρα από την άκρη σου στο κέντρο της λίμνης.

Wednesday, December 02, 2009

Antoine



Lady of Spain, I adore you
right from the night I first saw you
my heart has been yearning for you
what else could any heart do?

Lady of Spain, I' m appealing
why should my lips be concealing
all that my eyes are revealing?
Lady of Spain, I love you

Αυτά δεν είναι λόγια από μια ακόμα διασκευή για την κυρία της Ισπανίας. Αυτά είναι τα τελευταία λόγια που σιγομουρμουρίζει ο μαθητευόμενος σερβιτόρος Antoine μέσα στο μπιστρό "Το μεγάλο βόδι". Παίζει πάντα το ίδιο μονότονο ακκορντεόν πάνω στη σκηνή. Απόψε για μια τελευταία παράσταση. Και είναι η πρώτη ίσως φορά που τραγουδώντας ένας κεκές θα τραυλίζει.

Δύο βασικές μελωδικές γραμμές έμαθα να παίζω ως τώρα αδέξια στη ζωή μου. Τη μελωδία της ευτυχίας στο πιάνο και την κυρία της Ισπανίας στο ακκορντεόν.

Απόψε εκεί γύρω στα μεσάνυχτα μετά την παράσταση θα πάρω αγκαλιά τον μικρό μου Antoine να πάμε - χορεύοντας μαζί - λιγάκι παρακάτω...

Αν μας πετύχετε στη διαδρομή, δε σας ζητάμε τίποτα περισσότερο από ένα παλαμάκι.

Δε θα τανε σωστό να χάσουμε το ρυθμό μας μέσα στον κόσμο ;)

Tuesday, December 01, 2009

Αδάμ



Είναι προχωρημένη νύχτα. Περίμενα ώρα πολλή να μην έχει αντιστάσεις το κορμί, το χέρι ελεύθερα να καταγράφει ό,τι πρώτο έρχεται στο κεφάλι. Ενός λεπτού απόδραση, έκπτωση από παράδεισου ύλη. Όμως δε θέλω άλλες παρομοιώσεις απόψε, κενά, ξέφωτα, κήπους. Πότε είχαν νόημα τα σκηνικά μπροστά στην ανθρώπινη γύμνια; Πόσο θέλω, αχ, ναι, πόσο πολύ στ' αλήθεια θα ήθελα -συγγνώμη, για προσευχές γεννήθηκα, για πράξεις ακατανόμαστες όχι- έτσι ατιμώρητα να σταθώ μια στιγμή οπουδήποτε με σύντροφο μόνο την έντιμη αποκοτιά κι ολόκληρη την ανθρώπινη γύμνια, να ντύσω το λειψό πλευρό χωρίς άλλες προσθήκες ή παρομοιώσεις, να κερδίσω ζεστασιά με ένα τίποτα που φόρεσα πρώτη φορά ρούχο. Να μη χρειάζεται ασυδοσία άλλη, να μην κουράσω ανθρώπους ξανά, να μην άκουγες, θεέ μου, κι εσύ ένα ακόμα βλάσφημο στόμα, από όλα ετούτα την παραμικρή να μην άκουγες λέξη. Κι αν έφτανα ποτέ στην ανθρώπινη λαλιά, έτσι ξεκάθαρα για καλό και κακό να μιλήσω, απροστάτευτα, χωρίς σταματημό και λογοκρισία καμιά, χωρίς ψυχαναγκασμό ή απολογία, χωρίς μήλο του Αδάμ στο λαρύγγι, να έλεγα ότι ανθρώπινο δεν είναι η μοναξιά. Πιό βαθύ ανθρώπινο κι απ' τη μοναξιά είναι η ενοχή μέσα σε τούτη την προχωρημένη νύχτα.

Thursday, November 26, 2009

Μικρές εικόνες ΙΙΙ



O Λυκαβηττός είναι το αναμμένο κεφάλι στο ξαπλωμένο σώμα της Αθήνας
εγώ κοιτάω έξω από το παράθυρο με ξαγρυπνισμένο μάτι μια ακόμη καλή νύχτα
μια ακόμα ευχή όμως πάει χαμένη

Wednesday, November 25, 2009

Μικρές εικόνες ΙΙ



Ξεκίνησα για να περάσω απέναντι
στη μέση δρόμος και αυτοκίνητα περαστικά, τρεχούμενο τόσο νερό
φθινοπωριάζει εντελώς όταν ένα κόκκινο ανθρωπάκι πάει να γίνει πράσινο
ένα αργό φανάρι πεισμώνει να βουρκώνει στα μάτια
βραδυάζει σιγά σιγά όσο φτάνεις στο ύψος της Κοράη και
άμαθος σε ετούτη τη νέα θα μπορούσε κανείς να πει εποχή
τυλίγεσαι πάλι το άγνωστο γνώριμο παλτό
καλοδεχούμενη συνήθεια στο ξαφνιασμένο κορμί
σαν ξανακερδισμένο βήμα ενώ προχωράς τώρα πάλι την ίδια πάνω - κάτω Σταδίου.
Απέναντι.

Monday, November 23, 2009

Μικρές εικόνες Ι



Περιστέρι μωβ γκρι τσαλαβουτάει στο δρόμο
το πόδι γλιστράει, άσπρο μάρμαρο
ανάμεσα στα βιαστικά πόδια περαστικών
τόσο περίεργο περιστέρι
δεν αποφεύγει τα πόδια δεν τρελαίνεται
δε ζητάει τον ουρανό πίσω πάλι.
Περιστέρι, τι θα γίνει με τα φτερά σου;

Friday, November 20, 2009

Εν αγνοία


Ξεκινάω να γράφω. Δειλά. Δεν θέλω να πω πολλά, τελευταία θέλω να λέω όσα λιγότερο γίνεται, δε με νοιάζει πιά, ούτε εγώ δεν τα πολύκαταλαβαίνω, ίσως και να συνήθισα, δεν ξέρω, μπορεί, δε θέλω να περιγράφω το δωμάτιο που βρίσκομαι, μόνο θα πω πέφτει στ' αριστερά λίγο φως, τη βρισκω κάπως (από δειλία κάργα, μετριάζω με επίρρηματα τη λέξη) ασφυκτικά, πόσο συνοπτικά πρέπει να γράψω, να μιλήσω, να πω και τι τρόπος είναι αυτός που πέφτει πάνω μου απόψε στα ξαφνικά ετούτο το φως. Φλας φωτογράφου, γράφω στιγμιαία, θέλω να βγάλω πέρα ολόκληρη τούτη την αχόρταγη σκιά. Θέλω να πω πεντακάθαρα την απλωμένη της προοπτική. Φοβάμαι, είναι νύχτα. Σιωπή, μια αίσθηση είναι, πρέπει να πέσω να κοιμηθώ. Μια πόζα είναι, δεν πρέπει να φοβαμαι. Αύριο μόνο πρέπει να σηκωθώ πρωί. Αυτό που θέλω όμως πάντα τώρα τελευταία να σηκωθώ και να ναι αύριο το πιό πρώτο πρωί, μπορείς να μου πεις πώς το λένε; Τσιμουδιά: Λέξη δε βρίσκω οπότε δε βγάζω μιλιά. Σκάσε, πώς το λένε, σκάσε.

Monday, November 16, 2009

Τρελός



Ο τρελός δεν κοιμάται ποτέ ο τρελός στέκεται στη γωνία με πολύχρωμα ξέφτια για την ώρα που θα τον έχω πάλι ανάγκη στέκεται εκεί σιωπηλός και φυλαγμένος στο σκοτάδι δεν πίνει κρασί, δεν κάνει ούτε άλλες καταχρήσεις, δε χαμογελάει κυρίως μόνος και χάσκει άψυχη κούκλα δίχως τα χέρια του βασιλιά μέσα του ο τρελός στην άκρη της σκηνής. Καληνύχτα, καλέ μου τρελέ, όσο θέλω καλη σου νύχτα. Κάνε παιχνίδι τώρα με τ' αλλα παιχνίδια. Για να κοιμηθώ.

Sunday, November 01, 2009

On/off


"Ρε, τι τραβάω η πουτάνα!", μια γυναίκα προσπαθούσε να κάνει με τον εαυτό της ένα αστείο, την άκουσα. Ένας εργάτης σ' ένα μπαλκόνι στον τρίτο πάνω σε μια σκάλα μετέωρος κάτι διόρθωνε, τον κοίταξα. Ένα πατζούρι κατέβαινε τρίζοντας φως απέξω, άκουσα και είδα. Σήμερα δεν ήθελα να βγω από το σπίτι.

Ήθελα μια μέρα εμένα. Πολύς καιρός, πολλή κούραση, πολλοί άνθρωποι. Έφυγαν, έμειναν, δε στέκονται, δεν έρχονται, με κάθε τρόπο πάση θυσία ο ένας τον άλλο προσπερνάμε. Κι όλα αυτά δε μου αρέσει έτσι που τα λέω γιατί μπορεί να μπερδευτείς και να νομίσεις ότι τα λέω κι από απλή μοναξιά. Κι εμένα αυτό λιγάκι ξέρεις θα με πλήγωνε, γιατί σήμερα να σου πω μονάχα την καθαρή αλήθεια μου άρεσε που περπάτησα στο χτισμένο κόσμο και μόνος.

Στο δρόμο τα κτήρια όπως πάντα, ίδια, σχεδόν τσιμεντένια, ψηλά, αλλά μαζί κι από ένα άλλο υλικό, μια αλλιώτικη λάμψη, κοίταζα τις λαμπερές κορυφές απόγευμα πιά όταν τα φώτιζε ο προτελευταίος φθινοπωρινός ήλιος. Και είπα πάλι "ανεξάντλητη και τρελή γοητεία αυτής της άσχημης πόλης".

Το κρύο τσουχτερό όμως τόσο οικείο, κατέληγε να γίνεται ό,τι πιο φιλικό ένιωθα μέσα στα κόκκαλά εκείνη την ώρα, περπάτησα όλο το δρόμο από κάτω προς τα πάνω ή κι αντίστροφα, στο δρόμο του αρχαίου νομοθέτη είπα τυχαία λες να ναι η αρίθμηση τούτη που την προοπτική της τώρα την έχω εντελώς χάσει κι ως πού θα με βγάλει τούτος ο νόμος που μέχρι κόκκαλο όλα τα έχει σκάψει. Δεν κατανοώ πιά πότε διέπραξα την ύβρη, δεν είμαι καλός σήμερα στις συνδέσεις για να την δικαιολογήσω.

Προχώρησα, περπάτησα, πάτησα. Απόψε που έμεινε μόνο το κρύο στο κόκκαλο μπορείς να με βγάλεις πάλι στον αναμμένο δρόμο;

Saturday, October 31, 2009

Τάνια + Γεράσιμος + Θέμης



[Όσο αλλάζω/ χρόνο χάνω]

Το cd αποκτήθηκε
Το play θα λιώσει
Εγώ επίσης

Thursday, October 29, 2009

Κοίτα με


Ετούτη η μάσκα η αγνή είναι κατάστικτη από σημάδια
δε σε αφήνω να τα δεις
πρεπει να είμαι ωραίος
πρέπει να είμαι αγαπητός
κι εύκολα επιρρεπής να ενδίδω
λες και με τα μάτια σου μπορώ να κάνω κάτι άλλο
προσεύχομαι
να σε λάβω
να σε κρατώ
ετούτη τη δική μου αγκαλιά εκμεταλλεύεσαι
τώρα που δεν κοιτάζεις
και περιπαθώς άθλιο με ξεκάνεις

Saturday, October 17, 2009

Η λέξη φθινόπωρο



Στην αρχή ήταν εποχή. Κι εγώ περπάταγα σε δρόμους που θα τους πω (πρόχειρα εντελώς) αόριστους γιατί τώρα αδυνατώ - ή μπορεί και να μη νιώθω καν την ανάγκη- να βρω περισσότερα επίθετα κατάλληλα να τους προσδιορίσω. Υγρός, βρεγμένος, γλιστερός, δε λένε τίποτα, τίποτα δε λένε από μόνες τους, είναι στεγνές μες τον παράδεισο οι λέξεις.

Τέλοσπάντων, ήταν σήμερα. Αν δοκιμάσατε να περπατήσετε σήμερα τον ίδιο δρόμο, θα καταλαβαίνετε τι είν' αυτό που θέλω και δεν ξέρω πώς να το πω -σίγουρα πάντως δεν ήταν σαν σήμερα, αυτή τη λέξη με σαν δε θέλω να την ακούω.

Κι ήταν σχεδόν απαγορευμένη μέσα μου η ανάγκη να εκφράσω με όσο το δυνατόν λιγότερα ένα σκέτο φαινόμενο, αυτή καθαυτή την ίδια τη συνθήκη που λένε βροχή, βροχή καθαρή και πρώτη. Κυρίως χωρίς συναισθήματα, μέσα στη σιωπή -επειδή και τα πιό βαθιά συναισθήματα τελικά δεν τα περιγράφουν ούτε κι οι λέξεις. Δεν είναι δυνατό να ορίσω τη διαφάνεια της σταγόνας σα λέξη.

Ύστερα φευγαλέα -όπως πάντα φευγαλέα, έτσι κι αλλιώς από παντού- περπάταγα τους ίδιους πάλι δρόμους κι είπα το ίδιο συμβαίνει πάντα, κάθε φορά όταν αλλάζω εποχή. Προσδοκώ ένα καλοκαίρι δροσερό κι ένα χειμώνα κάποτε λιγότερο κρύο.

Κι αγόρασα σοκολάτα. Κι έφαγα μισή. Κι η θερμοκρασία πιά κατέβηκε και η σοκολάτα έτσι όπως αλλάζει η εποχή σταμάτησε σιγά σιγά να λιώνει. Και πρέπει πάλι ν' αρχίσω να χώνω στην τσέπη την άλλη μισή. Για να 'χει να ζεσταίνει το άδειο το χέρι.

Τελικά άφησα τους δρόμους και μπήκα σπίτι. Στην κατάψυξη είχε μείνει ελάχιστο καϊμάκι παγωτό. Το άφησα να λιώσει κι έτσι θλιμμένο το έφαγα λαίμαργα όλο.

Κι έτσι κάπως κατάλαβα φέτος το προπατορικό αμάρτημα, την έκπτωση και τη φυγή κατάκαρδα μές στο φθινόπωρο σα να 'ταν η πρώτη απλή μα απαγορευμένη λέξη.

Wednesday, October 07, 2009

Ένα άδειο πιάτο στο Μπιστρο "Το μεγάλο βόδι"


ΕΝΑ ΑΔΕΙΟ ΠΙΑΤΟ ΣΤΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΒΟΔΙ
(An Empty Plate in the Cafe du Grand Boeuf)
του Michael Hollinger

Ένα παριζιανικό μπιστρό στήνεται στη σκηνή του 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης, με αναφορές στον Χέμινγουεϊ, τις ταυρομαχίες & την υψηλή γαστρονομία. Κλείστε τραπέζι στη νέα θεατρική παραγωγή της ομάδας ‘Οι Χρυσοθήρες’ από την Τρίτη 6 Οκτωβρίου.

Η θεατρική ομάδα 'ΟΙ ΧΡΥΣΟΘΗΡΕΣ' παρουσιάζουν το έργο του αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Michael Hollinger, 'Ένα Άδειο Πιάτο στο Μπιστρό Το Μεγάλο Βόδι', στο 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των Εκδόσεων Καστανιώτη για λίγες μόνο παραστάσεις, από την Τρίτη 6 Οκτωβρίου έως και την Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009.

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1994 στη Φιλαδέλφεια (Pennsylvania, USA) από το Arden Theatre Company, ενώ στην Ελλάδα ανεβαίνει για πρώτη φορά, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Φραγκιόγλου.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια ζεστή νύχτα του Ιουλίου του 1961, στο Μπιστρό Το Μεγάλο Βόδι στο Παρίσι, λίγες μέρες μετά την αυτοκτονία του Χέμινγουεϊ, ο μετρ Κλωντ, ο σεφ Γκαστόν, η σερβιτόρα Μιμή και ο μαθητευόμενος σερβιτόρος Αντουάν, περιμένουν από στιγμή σε στιγμή την άφιξη του Monsieur Βίκτωρ. Ο Βίκτωρ, ένας εκπατρισμένος Αμερικανός μεγιστάνας, θαυμαστής του Χέμινγουεϊ, είναι ιδιοκτήτης του Μπιστρό καθώς και αποκλειστικός πελάτης του. Όμως, όταν επιστρέφει από τη Μαδρίτη όπου είχε πάει για να δει τις ταυρομαχίες και να τιμήσει το ίνδαλμά του, είναι ατημέλητος, κακοδιάθετος και σε βαθιά κατάθλιψη για τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Mademoiselle Μπερζέρ. Ένα μόνο πράγμα επιθυμεί: να πεθάνει της πείνας στο τραπέζι του. Το προσωπικό πανικοβάλλεται, αφού η ζωή τους εξαρτάται από τις γαστριμαργικές διαθέσεις του 'Monsieur', και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον πείσει να αλλάξει γνώμη, αλλά εκείνος παραμένει ανένδοτος. Το προσωπικό σε απόγνωση του ζητά μία τελευταία χάρη: να τους επιτρέψει να του ετοιμάσουν ένα τελευταίο δείπνο -ένα πλήρες μενού 7 πιάτων, από τη σούπα μέχρι τον καφέ- με την υπόσχεση ότι τα φαγητά θα παραμείνουν στην κουζίνα. Θα του περιγράψουν τα πιάτα ένα ένα, μπροστά σε μια σειρά από άδειες πιατέλες, χωρίς ποτέ να του τα σερβίρουν. Ο Βίκτωρ συμφωνεί κι ένα δείπνο επιθέτων, επιρρημάτων και τραγελαφικών καταστάσεων ξεκινά...

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Πρόκειται για μια ιλαροτραγωδία που κινείται μεταξύ ρεαλισμού, θεάτρου του παραλόγου και κωμικής όπερας. Ο Hollinger ερευνά τρία βασικά θέματα: τον ανεκπλήρωτο πόθο, την ταύτιση με τον ήρωα/πρότυπο, και την αιώνια προσπάθεια του ανθρώπου να ελέγξει το περιβάλλον του και να επιβληθεί σ'αυτό. Ο συγγραφέας, απεικονίζοντας και μεγεθύνοντας τον μικρόκοσμο του μπιστρό, ρίχνει μια διεισδυτική ματιά στην "ανθρώπινη φύση'.

Ο Βίκτωρ, η κωμικοτραγική φιγούρα που κινεί το έργο, είναι ένας ζάμπλουτος διανοούμενος που προσπαθεί να γεμίσει το υπαρξιακό του κενό δειπνώντας, ταξιδεύοντας και παρακολουθώντας ταυρομαχίες. Θέλει να μοιάσει στον Χέμινγουεϊ, τον "απόλυτο άνδρα" της αμερικανικής λογοτεχνίας, γι'αυτό επιζητά απεγνωσμένα τη συναλλαγή με τον κίνδυνο και το θάνατο, χρωματίζοντας τον κόσμο εντελώς υποκειμενικά και εγωιστικά. Ζει χωρίς να ζει. Αντιθέτως, το προσωπικό του μπιστρό, που δεν έχει αυτή την πολυτέλεια, παρά τα όποια προβλήματά τους (οικονομική ανασφάλεια, έριδες, έρωτες, πάθη κλπ), είναι αναγκασμένο να επιβιώσει και επιβιώνει.

Ο Michael Hollinger στήνει με μεγάλη μαεστρία μια «οπερατική τρέλα» (The New York Times), ένα «μενού πλήρες για σκέψη και για γέλιο» (Curtain Up), μια θεατρική μουσική σύνθεση, ένα παιχνίδι σκέψης παραγεμισμένο με λογοτεχνικές και ιστορικο-κοινωνικές αναφορές, με κοινό παρονομαστή τον ανθρώπινο ψυχισμό.

ΣΤΟΧΟΣ της παράστασης να αναδείξει τα υφολογικά στοιχεία του έργου, τα οποία φλερτάρουν ανάμεσα στο δράμα και τη φάρσα, τη σωματική κωμωδία του βωβού κινηματογράφου μέχρι την κωμική όπερα. Επίσης, φιλοδοξεί να αναπαραστήσει την ατμόσφαιρα των παριζιάνικων μπιστρό που ήταν 'στέκια' των διανοούμενων στις αρχές της δεκαετίας του '60. Και τέλος να σκιαγραφήσει την επιρροή του Χέμινγουεϊ που με τα γραπτά και τη ζωή του συντέλεσε, διαμόρφωσε και καθρέφτισε τις αξίες μιας εποχής.


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση: Χριστίνα Παπαδάκη – Δημήτρης Φραγκιόγλου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Φραγκιόγλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Κέλλυ Βρεττού
Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης
Χορογραφία–Επιμέλεια Κίνησης: Ζωή Χατζηαντωνίου
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Φωτογραφίες: Γιώργος Δρακόπουλος

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά):
Ευγενία Αποστόλου, Αντώνης Γκρίτσης, Χριστίνα Παπαδάκη,
Πέτρος Σταθακόπουλος, Χριστόδουλος Στυλιανού, Χάρης Φλέουρας

104 ΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ
των Εκδόσεων Καστανιώτη

(Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια - Τ: 210 3826185)

Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: Κυριακή, 19:30 / Δευτέρα-Τρίτη-Τετάρτη, 21:30
Τιμές εισιτηρίων: 20 € (κανονικό) – 15 € (φοιτητικό)
Διάρκεια: 90’

Monday, October 05, 2009

Απόψε: όσο κρατάω μια σιωπή



Και έρχεται η ώρα της ημέρας που γίνομαι αδύναμος. Περνάνε της ημέρας όλα τα λεπτά έτσι, δεν τα καταλαβαίνω καλά καλά μόνο σαν έρχεται πάντα νύχτα βαθιά ξεμένω ανήμπορος εδώ απέναντι να χαζεύω. Δεν έχω πολυτέλεια να αντισταθώ. Ο χρόνος γίνεται ξαφνικά ένα ανεπαίσθητο παραμύθι, εγώ ακούω μυστικά και σωπαίνω, συναντάω μια βασιλοπούλα ντυμένη ακριβά και δεν μπορώ με τόσα κουρέλια να την ξεγελάσω. Και είναι τόσο αργά και δε θα μεταμορφωθεί ποτέ σε μικρή σταχτομπούτα η πριγκίπισσα που με άφησε με το γοβάκι στο χέρι.

Θα ήθελα πολύ να γράψω κάποια στιγμή μια ιστορία μεγάλη. Όχι μεγάλη γενικώς δηλαδή, μεγάλη επειδή θα μου τη λες εσύ, θα μου εμπιστεύεσαι και την παραμικρή λέξη. Εγώ καθισμένος στο ίδιο μπαλκόνι, χωμένος στα χαρτιά θα σημειώνω και θα σημειώνω αχόρταγα και άπληστα όλα εκείνα που δεν έχουν ειρμό, μα είναι τόσο δικά σου, λέξεις ακάλεστες, ακατάληπτες, αλάνθαστες, όλες εσύ κι εγώ ακριβώς να μην καταλαβαίνω, χρώματα πανέμορφα κι ολόλευκα από αυτά που θα γίνουν οι πιό ακριβές αναμνήσεις, αντιδράσεις και εκφράσεις που παίρνεις στο πρόσωπο καθώς με κοιτάς χαμογελαστά με τα θλιμμένα σου μάτια και μου εμπιστεύεσαι σιγανά και κρυφά τη σιωπή μέσα σε αυτή την ευκίνητη παραζάλη.

Θα έρχονται σιγά σιγά μια μια οι μορφές, θα αγκαλιάσουν τη μνήμη, ήσυχη η πιο δικιά σου φωνή θα έχει αγκαλιάσει εμένα και θα σε αφήνω να μιλάς συνέχεια σε αυτές τις πιό χαμηλές και παιχνιδιάρικες εντάσεις, είναι ικανές να προσφέρουν τόση ηδονή και ας φυσά τώρα ήρεμος ο σκοτεινός αέρας σε ετούτο το μπαλκόνι, να μη σωπάσεις ποτέ πιά, να μην το επιτρέπεις εσύ σε εσένα κι ούτε εγώ να σου το επιτρέπω, να είμαι εκεί για να μιλάς κι εγώ να ακούω με τα αυτιά μου και με τα μάτια αχόρταγα κάθε σου αναστεναγμό και κάθε μικρή σου λέξη.

Και να λες ένα παραμύθι που θα είναι δύσκολο το καλό απ' το κακό να ξεχωρίσει, το παραμύθι που συμβαίνει στ' αλήθεια κάθε στιγμή κάθε λεπτό εκεί μπροστά στο μπαλκόνι αρκεί να υπάρχει κάτι να κυλά τρεχούμενο ανάμεσά μας και να μην έχει σημασία που δεν είναι το παραμύθι το δικό μας η ιστορία της ωραίας κοιμωμένης, η μοίρα της σταχτομπούτας, το σπίτι το γερό από τα τρία γουρουνάκια. Σε όλα τα παραμύθια που άκουγα παιδί επέλεγα να αφήνω πάντα κάτι ανεξήγητο από μαγεία για τέλος. Απόψε μάλλον πρόδωσα. Εσένα και το μονάκριβο παιδί μου.

Wednesday, September 30, 2009

αιαιεωααουει



Προσπάθησα να γράψω πέντε γράμματα. Θάλασσα πλατια σ' αγαπώ γιατί... είναι ώρες ώρες τόσο αδύνατο. Κάθε άλλο. Έχει κολλήσει το κεντρικό σύστημα επικοινωνίας της άχαρης εκφραστικότητάς μου. Κάνω αδέξιες κι άλλοτε πάλι εξαντλημένες κινήσεις με το σώμα μου, εκφέρω ακατάληπτα φωνήεντα, σε αποκομμένα σύμφωνα μπερδεύω τη μιλιά μου, δεν καταφέρνω τελικά ούτε να μιλώ, κάνω τούμπες για να σηκώνομαι και σηκώνομαι για να πέφτω, κάνω πρόβα το σώμα μου ολόκληρο και σύσσωμη τη φωνή μου. Μόνο τέσσερεις λέξεις μετά κόπων και βασάνων καταφέρνω να πω: Γέμισε ο κόσμος ανθρώπους. Παιδότοπος.

Και τότε στη στιγμή αρχίζουν να περνοδιαβαίνουν οι ξένοι -ποτέ δεν κατάλαβα γιατί στα αρχαία ελληνικά η λέξη ξένος μπορεί να σημαίνει προσφιλής. Πλησιάζουν και υπενθυμίζουν είμαστε κι εμείς εδώ, όλοι εκείνοι που δεν τολμάς να γνωρίσεις, ακόμα κι οι περαστικοί που προσπερνούν και δε τους δίνεις ποτέ σημασία και χάνω συνεχώς τα λόγια μου και τα μάτια μου καθώς γυρίζω επίμονα να κοιτάξω και τον παραμικρό περαστικό γιατί ακόμα κι οι άγνωστοι περαστικοί φαίνονται τόσο προσφιλείς πότε πότε κι όλο αυτό εγώ δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται όμως συμβαίνει απαράλλαχτα σε αυτή την πόλη από τ' αρχαία όπως σας είπα χρόνια και έρχονται εντελώς ξαφνικά στα μάτια μου τόσο απατηλά και τόσο γνώριμα κι αργοσβήνουνε κύματα τελευταία ημέρα του φετινού Σεπτέμβρη στη θάλασσα ενώ κάπου στο βάθος μύριζει καλοκαίρι και φωνή από αγαπημένη μου φιλενάδα.

Με απατά η μνήμη ή έχω εμπλακεί εκ νέου στη διαδικασία του προσφιλούς ονειρικού μου; Μετανιώνω τις περισσότερες φορές για κάθε πρόχειρη έκφραση και δεν ξέρω ποιος μ' ακούει όταν εξομολογούμαι. Μα γίνεται για μεγάλα διαστήματα σχεδόν παραισθητικό το αισθητό και με πιάνουν έντονα τόσες υπεύθυνες ενοχές γιατί κινούνται όλα τόσο προσοδοφόρα και ντουγρού κατά την αχανή τους θλίψη. Αλλά αυτή που περιγράφω η πραγματικότητα γίνεται τόσο ανεξήγητη ώρες ώρες. Κι εγώ απομένω να την παρακολουθώ τόσο ανίσχυρος και αποσβολωμένος ωστέ εξομολογούμαι άτσαλα μέσα στη γυάλα μου φωνές στον αποπνικτικό αέρα, ανάσες και ήχοι.

Όμως όχι, πρέπει να είμαι χαμογελαστός, να διατυπώνω ωραία τις εκφράσεις γιατί κάπως έτσι μπορώ να μην κλείνομαι στον εαυτό μου. Άλλο τρόπο δεν έχει να σε καταλάβουν οι άνθρωποι. Και μεταξύ μας δεν ξέρω αν έχουν κι άδικο που δε σου δίνουν συνέχεια χρόνο, δίκιο κι αέρα. Μόνο που συμβαίνει καμιά φορά ο κόσμος εδώ στο υπογάστριο κι άδειαζει τελείως από ανθρώπους, γέλιο, τελικά αέρα.

Αλλά όχι, έξω γίνεται μια προεκλογική συγκέντρωση. Έξω ο κόσμος τρώει, πανηγυρίζει, καπνίζει, δε λυπάται. Έξω ηχούν βεγγαλικά. Όλα μόνο στο σώμα το δικό μου και τη φωνή. βρέθηκε να σκοντάφτουν. Η λύση είναι εκεί έξω. Αορίστως πως αλλά με παραδείγματα και συμβάντα. Ο αδελφός μου είδε στον ύπνο του μια ροδιά και με ρωτούσε σήμερα στο τηλέφωνο αν ξέρω τι σημαίνει. Χαμογέλασα. Στο μπαλκόνι πρασίνισε το γιασεμί που νόμισα ξεραμένο. Χαμογέλασα.

Προσπάθησα να γράψω αυτά τα πέντε πράγματα. Τίποτα δε συντηρεί την ανάγκη. Τίποτα δεν καλύπτει επίσης την ανάγκη αυτή. Δε θα τα καταφέρω ποτέ: ορίστε πέντε λέξεις, πάρε να έχεις για τις δύσκολες ώρες ορθοφωνία και άρθρωση. Μη με κατηγορείς ότι ποτέ δε βρήκα τρόπο ν' αποκτήσουνε αυτά που έλεγα ειρμό. Και χαμόγελο. Κι ότι ήταν λόγια του λίγου μου αέρα.

Monday, September 21, 2009



Άνοιξα την τηλεόραση. Όλοι προετοιμάζονται για μια μονομαχία. Και εγώ σκέφτομαι άλλη μια φορά τις εκλογές που διεξάγονται στη μικρή μου οθόνη. Πουθενά αλλού. Όλα αναβαφτίζονται μέσα σε εκείνη τη μικρή εικόνα. Στη μικρή εικόνα που σου αφήνει ελεύθερο το περιθώριο να ανασκευάζεις. Ακόμα και τις κατηγορίες καμιά φορά, την ανεπάρκεια πιό πολύ από όλα. Ξεχασμένα όλα τα περασμένα, τα ανυπόστατα που τέθηκαν σε εφαρμογή, δοκιμάστηκαν και έγιναν μια πολλοστή αδιέξοδη πράξη, εκείνα που ξεκίνησαν στραβά, λύγισαν και κατέληξαν στραβωμένα. Ανθρώπινες προσπάθειες που ανέλαβαν την ευθύνη και δεν ευόδωσαν, άνθρωποι είμαστε, βρε αδελφέ, τελικά. Εκλογές είναι η φανταιζί γιορτή της δημοκρατίας. Και ας παν στην ευχή (κατ' ανέμου που λέμε στρατηγού) τα παλιά...

Ήρθε πάλι η ώρα των αυτόκλητων αρχηγών: Μια ολοκαίνουργια πολυφορεμένη αφορμή για αρχή και πάλι. Αρχή που σημαίνει - ας μην ξεχνιόμαστε- ξεκίνημα και εξουσία. Χωρίς μπόλικη ομολογουμένως ελπίδα και στα δύο ξου ξου τώρα πια. Μια αλλοπρόσαλλη τελικά α(να)κολουθία. Ένα παιχνίδι στα πιό βαθιά και βαλτώδη γαλαζοπράσινα νερά, εντός κι εκτός θέματος καμιά φορά αλλά πάντα επί της οθόνης. Ειδήσεις, διαφημίσεις, σήριαλ, ταινίες, σενάρια, δημοσιογράφοι, υποκριτές, κακοί ηθοποιοί, τηλεμαρκετινγκ υποσχέσεις και λύσεις, πολιτικοί, πολίτες, πολιτικοποιημένοι. Μιλάνε, όλοι, κι όλο τα όμορφα λογάκια τους μαθημένα τα λένε.

Κι εγώ αυτό που κάνω τώρα δεν είναι ίσως τίποτα παραπάνω από αυτό, μια ακόμα μέσα στις πολλές απόπειρες πράξη εντυπωσιασμού, ένας φτηνός πολιτικάντης ακόμα δηλαδή, απλά αναρωτιέμαι πού διαδραματίζεται αυτή η ζωή πίσω από όλα αυτά; Σε ποιά πρωτογενή ανάγκη συντηρείται στην πραγματικότητα η ωραία κοιμωμένη του καθενός μας; Κι εγώ γιατί νομίζω ότι βρίσκομαι μονίμως και κατά πως φαίνεται νομίμως στο πουθενά; Σε ένα παγιωμένο χρόνια πιά διάλογο με τον αντίλαλο από το θυμό μου. Δεν ξέρω αν θα έβρισκα απαντήσεις στις ερωτήσεις αν οργάνωνα έστω και μόνος μου χωρίς αντίπαλο ένα κατάδικό μου debate. Δεν ξέρω πού θα μπορούσα να σταθώ, για πόση ώρα όρθιος κι αν θα μπορούσα να κοιτάξω κατάματα τη δική μου πρώτα από όλα ευθύνη πριν προσκυνήσω ό,τι εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα εν προκειμένω. Κι αν γίνω βάτραχος ύστερα απ' όλα αυτά;

Έκλεισα πολύ γρήγορα την οθόνη σα να έστρεψα το βλέμμα μου από το ψέμα. Είναι κι αυτό μια πρωτογενής πολιτική ανάγκη όσο κι αν κάποιοι πιστεύουν το αντίθετο. Υπάρχει μια ώρα ριψοκίνδυνη. Η ώρα της αυτενέργειας και της πράξης. Και δεν έχει σημασία πού διεξάγεται. Σημασία έχει μόνο η αλήθεια την ώρα που τη ζωή σου διαλέγεις να εκτελείς. Ακόμα και μέσα στο πιό τρομαχτικό παραμύθι. Αλλά πόσο ακόμα μπορεί κανείς τελικά να αντέχει;

Tuesday, September 15, 2009

Λατρεία



Κάπου στην άγνοια διεξάγεται ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι αμαρτωλό χωρίς επικές μάχες, πανηγυρικές νίκες ή ένδοξους σακατεμένους, ένα παιχνίδι αναμάρτητο τελικά, φέρω αποκλειστικά όλη την ευθύνη του εγώ όπως κι εσύ τη φέρεις κι ας μην καταλαβαίνουμε καλά καλά τίποτα εκ των προτέρων, ξέρω ότι θα μάθω κάποια στιγμή ως δια μαγείας όλες τις σωστές απαντήσεις, γιατί θα τις έχω κάνει όλες πρώτα λάθος και θα μαθαίνω πάντα εκ των υστέρων ποιό είναι το σωστό, γιατί έτσι πρέπει να παίζεται το αιμοβόρο παιχνίδι, και θα με θυμώνει να ακούω τους ανθρώπους τους άλλους αλλά κυρίως εσένα να λέτε ότι έχω κατάφωρα άδικο γιατί μέσα στο δικό του πείσμα κρυμμένος κανείς όπως εγώ όπως κι εσείς δεν καταλαβαίνουμε ότι το ίδιο παθαίνουν όλοι γιατί έτσι είναι, κάτι σα μοίρα κοινή αυτή η ιστορία κι αυτό που με παρηγορεί είναι ότι αυτό καθαυτό το συμβάν, το αιματηρό, το άδικο, ίσως και να σημαίνει μάλλον ότι δεν έχω κάνει πουθενά λάθος εγώ όπως ποτέ δεν έφταιξε και δεν έκανε λάθος και άλλος κανείς ούτε κι εσύ, κυρίως εσύ δεν έκανες ποτέ λάθος, όσες φορές κι αν σε κατηγόρησα για το αντίθετο κάποτε μεταξύ μας, ποτέ δε το εννοούσα και το ξέρεις, πέρα από τις στιγμές εκείνες της αδυναμίας, τις ώρες ώρες εκείνες που έτσι αναπαίσθητα προκύπτει ο αναμάρτητος αμαρτωλός και ενσκήπτει για συμφορά ο κοινός μας χρόνος όμως τίποτα δε συμφέρει, γινόμαστε απλώς μια ακόμα θνητή και χαμένη ευκαιρία και δε σταματάει το κάταγμα κανείς κανενός, ίσα ίσα... κανενός είδους δεκανίκι μόνο σπάνε τα κόκκαλα για να γίνει και εσωτερική η αιμορραγία και περνάει και παίρνει τα άχρηστα συμπράγκαλα ο καιρός. Έργα μιας άλλης ζωής. Της Αξιολάτρευτης και Λανθασμένης.

Thursday, September 10, 2009

Τριαντάφυλλο

Σε ένα μικρό αστέρι διάλεξες να πας, να ζήσεις μακριά για να βρεις ψάχνοντας απελπισμένα το πραγματικό σου σπίτι. Μια κόκκινη, η πιό κόκκινη, συντροφιά έμεινε για το τέλος απ'το μακρύ ταξίδι στους ξέφραγους ροδώνες. Επιμένεις πεισματικά να φυλάς εκείνο το τριαντάφυλλο στο χέρι σα να τανε γιατί. Πες για την προσπάθεια που δεν κρύβει τη νίκη, λέγε για τον κόπο που δεν έχει σταματημό, μίλα για την πηγή, πως δεν αποξηραίνεται ποτέ στο πρώτο σώμα σου, το άμαθο, το ανθισμένο αίμα. Κι όλο ανθίζει. Όσοι το βάφτισαν ξεπερασμένο παραμύθι, όσοι πολυφορεμένο λουλούδι είπαν που έπεσε, μαράθηκε στη σιωπή, τραγούδι χιλιοειπωμένο έσβησε, τόσο πρόλαβε και κοντοστάθηκε πάνω στα χέρια και στα χείλια η αλμυρή σου λύπη, αδικαιολόγητο είπαν τούτο το παράπονο και κάρφωναν, μικρά οι κατηγορίες αυτές κατάστικτα σημάδια, δεν ξέρω πιά να ξεχωρίσω τα καυτά δάκρυα απ' τις δροσοσταλίδες, μόνο λέω αρκεί μονάχα να μην κεντήθηκαν αγιάτρευτα τουλάχιστον μερικοί από κάτι ξαφνικά αγκάθια νύχτα μέσα στα πιό ήσυχα βλέφαρά τους.

Thursday, September 03, 2009

Λυκαβηττός


Φέτος το καλοκαίρι τελειώνει στο μπαλκόνι, στον έκτο, σε απόσταση από το δρόμο. Απέναντι πρώτη φορά τόσο κοντά ο τόσο συχνά ακριβοθώρητος Λυκαβηττός, περιμένει όπως πάντα πως και πως τα χριστούγεννα σε φωτάκια.
- Είναι μια ελπίδα κι αυτό, μη νομίζεις
- Τα ίδια έλεγες κι όταν ξεκίνησε το καλοκαίρι
- Κυρίως μην απογοητεύεσαι...
- Κοίτα ποιός μιλάει.
Ευτυχώς φέτος θα είναι μικρή η σεζόν, μπορεί και να μην είναι τίποτα περισσότερο από ένας μικρούλης, κατ' ιδίαν σύντομος διάλογος. Δε θα προλάβω να ξαναγίνω παιδί, πότε να ξαναπρολάβω, οι λέξεις ολοένα πριν αρχίσουν τελειώνουν, οι λέξεις όπως λιγοστεύει κάθε μέρα το φως, φτιαγμένες από χρόνο ακόμα και οι λέξεις.
Άγνωστος ακόμα, ένας καινούργιος γείτονας, στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται από το πρώτο κιόλας λεπτό ένας προαιώνια γνωστός, δεν μπορώ να καταλάβω εξαρχής ποιός θα θελα να είναι, κάποιος πιθανότατα πολύ φίλος που μ' έχει καιρό τώρα ξεχάσει εικάζω, μου απευθύνει την ανοίκεια ερώτηση ποτέ πρόλαβα να ξεγίνω, εννοείται παιδί, αφοπλιστικό ερώτημα κι αυτό στο οποίο συχνά πυκνά δεν ξέρω τι ν' απαντήσω, όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά κυρίως γιατί δε θέλω να ρωτώ ακόμα κι ένα ξένο "γιατί με έχεις ξεχάσει;". Τελειώνουν οι λέξεις και υπόκωφος ο θόρυβος της σιωπής ακυρώνει όπως φαίνεται κάθε στιγμή κάθε απόπειρα μεταξύ μας για ένα καινούργιο διάλογο, μια συνομιλία:
- Συχνά πυκνά συμβαίνει αυτό ανάμεσα στους ανθρώπους.
- Μη μου μιλάς γι' αγάπη...
Είναι ένα σύνδρομο αυτό, ξέρεις πολύ καλά πώς ένα κάρο γνωστικοί το λένε έτσι αλλά εσύ ψάχνεις την αφορμή για να χεις εφαλτήριο τουλάχιστον μια λέξη. Πώς να επικοινωνήσεις με τους ανθρώπους αφού δεν το χεις να επικοινωνείς.
Πάνω στο μπαλκόνι στέκεσαι. Τεντώνεις τα χέρια να φτάσεις την πανσέληνο -πόσο είσαι παιδί. Ακόμα. Ως φαίνεται κι απόψε πάλι στα βουβά το φως, όχι το σκοτάδι, το φως σε κάνει ό,τι θέλει. Μα δεν μπορείς να απευθύνεσαι εκεί, γιατί δεν είναι γείτονας η σελήνη.
- .....
- .
Όταν θα προσάπτουν κατηγορίες περί ανωριμότητας και αυτισμού και επιτήδευσης όλοι εκείνοι οι κακόβουλοι γείτονες, εσύ να αντιστέκεσαι με αφοπλιστική απλότητα -το ξέρω καλά ότι καταλαβαίνεις ότι δεν είναι άθλος- σε όλα αυτά, με τα πόδια γυμνά γερά στηριγμένος στο μπαλκόνι να παίζεις όσο γίνεται καλύτερα ένα ξεχασμένο κουτσό γιατί είσαι ο πρώτος λύκος που περπάτησε κι έδωσε όνομα στο Λυκαβηττό και να βγάζεις ολοένα μηχανικά κι αυθάδικά τη γλώσσα στο ορθάνοιχτο μάτι της πιό φωτεινής σελήνης που σε κοιτάζει κι απόψε ολόκληρη, θεόβουβη και μαγεμένη.

Monday, August 31, 2009