Monday, April 20, 2009

3:14



Σαν παιδί κι εγώ που ήθελα να γίνω ηθοποιός είχα τους δικούς μου μύθους. Δεν την καταλόγισα ποτέ μέσα σε αυτούς. Ώσπου στο τέλος των πτυχιακών εξετάσεων στο Υπόγειο με πλησίασε - μόνο εμένα από όλους τους συμμαθητές-, με αγκάλιασε και με δάκρυα στα μάτια μου είπε ένα από τα θερμότερα συγχαρητήρια που έχω ακούσει στη ζωή μου -και κάτι ακόμα ψιθυριστά παραλειπόμενα που θα μου επιτρέψετε να μείνουν για πάντα μεταξύ μας. Και είναι τόσο όμορφες κάτι τέτοιες στιγμές που σε αποδέχεται ένα σινάφι που με τη μεγαλύτερη ευκολία διαρκώς απορρίπτει και γίνονται μέρος μιας προσωπικής σου μυθολογίας γιατί είναι οι ώρες που σα μικρούλη παιδί κι εσύ κατορθώνεις και τρυπώνεις για μια φευγαλέα στιγμή στο αγαπημένο σου παραμύθι.

Διανομή:
Τραγούδι: Σοφία Βέμπο
Κάπου στο πλήθος: Μπεάτα Ασημακοπούλου

Wednesday, April 15, 2009

Το φυλαχτό



Έχω ένα μικρό χριστό φυλαγμένο στην τσέπη. Κάθε τέτοιες ημέρες του δίνω το ελεύθερο να αναπνεύσει πάνω στο μικρό του σταυρό έξω από το μικρό μου τσεπάκι: το παιχνίδι αυτό το λέμε ανάσταση.

Δεν είναι θεός, ούτε υπεράνθρωπος, είναι ένας μικρός άνθρωπος, μινιατούρα, ωστόσο κυκλοφορεί στους δρόμους, δίνει ελεημοσύνη στους περαστικούς, πιάνει κουβέντα με κάτι φίλες πόρνες στην Καποδιστρίου, στενάζει στη μυρωδία μιας και μόνο φρεσκοκομμένης βιολέττας -γι' αυτό δεν θέλει να πατάει επουδενί τέτοιες μέρες σε εκκλησία το πόδι του, χειρότερα κι από τη θάλασσα τη φοβάται-.

Σφίγγει με παιδική ανασφάλεια το χέρι μου μέσα στον κόσμο σαν κάτι να θυμάται, αμέσως τραβιέται, ίσως πονάει -το σταυρωμένο χέρι του μου χει γίνει δεύτερη χούφτα (άστον, καθένας στην ώρα του, θέλει δυό βδομάδες ο δύσπιστος Θωμάς, θα καταλάβει).

Στο άλλο χέρι κρατά φαναράκι κινέζικο, φως άπλετο σε όλα τα σκοτάδια, περιμένει καρτερικά να γίνει και το φανάρι του δρόμου πράσινο σαν αυτό που κρατά στο χέρι για να πάει μαζί μου ένα μεγάλο ταξίδι, όχι μακρινό, μια περιφορά το πολύ πολύ στα δρομάκια του κέντρου.

Κάτι σα τζίνι απλά δεν καταδέχεται ευχές, ιπτάμενα χαλιά και μπακιρένια λυχνάρια.

Δεν ξέρω αν είναι ορθόδοξη η σχέση που έχουμε, αν θα φτάσουμε μαζί μ' αυτή την πίστη κάπως κάπου κάποτε, ας πούμε οι δυό μας στη Βηρυττό ένα βράδυ, αλλά δε βαριέσαι, τι να σου κάνει κι η Βηρυττός η άφταστη όταν έχεις καταφέρει και περπατάς τόσα χρόνια χέρι χέρι μαζί με έναν ανθρώπινο χριστό ολόκληρη την Αθήνα...

Sunday, April 12, 2009

Αυλαία



Έκανα κουίζ στο facebook από εκείνα τα βλαμμένα. Ένα με μεγάλες ηθοποιούς. Έφτιαξα μια πεντάδα και δε σε έβαλα μέσα εκ παραδρομής. Λες και περισσέυουνε ποτέ και πουθενά πέντε μονάχα θέσεις για τα αγαπημένα. Κι έτσι σε έκανα πρωταγωνίστρια ημέρας. Σήμερα που τα θέατρα τα ψεύτικα ρίχνουν τη βελούδινη, ξεφτισμένη τους αυλαία, είναι όμορφο να βρίσκεις κάτι μπροστά σου τόσο αυθεντικό.

Tuesday, April 07, 2009

Ιχνηλασία


Κάθησα να γράψω και ζωγράφισα το σκίτσο που συνήθως κάναμε στο νηπιαγωγείο ή πρώτες τάξεις στο δημοτικό.

Το πρώτο γράμμα πλαγιαστό παραλληλόγραμμο δήλωσε θέλω να μαι στέγη. Υπάκουσα και κάτω από τα κεραμίδια έριξα με μελάνι τα μπετά και στην εξοχή έγινε τότε σπίτι. Με πόρτα ξύλινη, ένα παράθυρο φωταγωγό, μια μπαλκονόπορτα να βλέπει ακάλυπτο κήπο. Ένας φράχτης πίσω ορίζοντας, ένα μόνο πουλί να πετά για τη μοναξιά μας, ένα γαϊδούρι να βόσκει κάπου τα σανά. Βότσαλα από τη θάλασσα για το δρόμο και στο παρτέρι ένα δέντρο μεγαλωμένο - μια υποψία λεύκας, αλλά κάπως ακόμα κοντόχοντρη.

Ένα δέντρο τελοσπάντων λιγάκι αφύσικο σε σχέση με το σπίτι -απέδωσα στην προοπτική την αδυναμία-, όμορφα πέτυχα ωστόσο τα κλαδιά, σχεδόν νευρικά υποστηρίζουν τα φύλλα και τa φύλλα πέφτουν αχλή πάνω από τα υποστυλώματα, τα κλαριά, υπενθυμίζουν τα βότσαλα και τη θάλασσα στη ρίζα γύρω απ' το παρτέρι. Είναι γενικώς ένα δέντρο περίεργο, θέλω να πω μοιάζει και λίγο φυτρωμένο στη θάλασσα.

Η πρόχειρη ματιά όλα θα τα διάβαζε παιδική φωτογραφία. Ίσως το ευτύχημα που λέει δε μεγάλωσα. Είναι όμως κι αυτός ο ήλιος. Κύκλος φωτίζει μελανός βελονιές της αράχνης πάνω από το σπίτι, το πουλί, το φράχτη, το δέντρο, τα μπετά, το σανό, το γαϊδούρι, τη στέγη, την εξοχή, το παιδί, τη θάλασσα, το ίδιο το φύλλο post it που με απαράμιλλη μαθητική επιμέλεια τώρα ζωγραφίζω.

Wednesday, April 01, 2009

Fool for April



Ολίβια: (απευθυνόμενη στο Φέστα) - Έλα, έλα, είσαι κρύος τρελός, δε σε θέλω πιά. Κι άρχισες κιόλα να γίνεσαι και παλιάνθρωπος. Δωδέκατη νύχτα, πράξη Α', σκηνή 5. Μετάφραση Βασίλης Ρώτας

Καλά θα ήταν τώρα που με διώχνεις να μπορούσα να γράφω κιόλας, βασιλιά μου. Έστω ένα ψέμα μέσα σε δυό γραμμές. Λόγω της ημέρας. Πώς έλεγα κάποτε τα χωρατά κι εσύ γελούσες; Κοντολογίς κάπως έτσι. Μάλλον όμως συνήθισα να παραμιλώ και ξέχασα πως είμ' αγράμματος και δεν μπορώ να γράφω.

Καταπιεσμένα και ταυτόχρονα ξεθυμασμένα, όλα τα έχω στοιβάξει μέσα μου - αυτά τα δύο μόνον εγώ, ο τρελός, μπορώ να τα συνδυάζω, κανείς λογικός μην επιχειρήσει το πείραμά μου-. Οπότε και οι λέξεις, ακόμα κι οι προφορικές, κι οι γραμμένες κι οι άγραφες, υποχθόνια όλες οι λέξεις τώρα σα ν' αντιστέκονται, μα εμένα το ίδιο μου κάνει -ή μάλλον μου κάνει και το αντίθετο ακριβώς, αυτά τα άγραφα που ποτέ δεν κατάφερα να σου πω, είναι μια τυραννία ανώτερη κι απ' τη δικιά σου, άρχοντά μου! Όχι τόσο για να τα πω σε σένα αλλά για να τα πω στον κόσμο και να λυτρωθώ, να μπορέσω επιτέλους να χαρίσω πέντε ψιλοπράγματα από τη μικρότητά μου, για μια στιγμή μονάχα να καταλάβει, μόνο για μια στιγμή και ύστερα πάλι ελεύθερα η πάσα μεγαλειότης ας με αμφισβητήσει με τη μεγαλειώδη της αμφιβολία και τη δύναμη που ποθεί, με την πιό βαθιά χαρακιά ένα σκήπτρο όλες αυτές τις λέξεις να τις σπάσει -πόσο άστοχες παρομοιώσεις κάνω, πόσα αστεία άκυρα, πόσο είμαι μελό, πόσο γκρινιάρης, πόσο, πόσο, πόσο, άχρηστο τρελό με μια λέξη -ούτε καν διαταγή- να με βγάλει.

Όλα αυτά είμαι εγώ, τόσο εντελώς και απροκάλυπτα εγώ και όλα τα επίθετα που θα βάλεις, δέσποτά μου, δικά σου. Βγήκα στο δρόμο, στέκομαι σ' ένα φανάρι να ανάψει το πράσινο, όλο κάποιος θα περάσει κι απο δώ, μονίμως χάνω το πράσινο επειδή παρακολουθώ εμένα σε σχέση με αυτόν τον τρίτο που θα περάσει, αυτόν τον άγνωστο απέναντι, κι όλο κάποιο κατόρθωμα θα μου θυμίσει το βασιλικό πέρασμα του, αυτός ο άλλος θα καταφέρει κάτι κι εγώ προς ώρας έχω τόσο ξεχαστεί -νομίζω δεν έχω ξεχαστεί περισσότερο στη ζωή μου- και στέκομαι έτσι χάνος, ούτε καν όπως άλλοτε δίπλα σου ευπροσήγορος και κοιτώ και θέλω να σταματήσω αυτόν της ώρας τον ολόφρεσκο που θα περάσει βασιλιά να του πω μονάχα μια λέξη κι εκείνος να καταλάβει ότι τουλάχιστον αυτή τη φορά εγώ ο τρελός δεν λέω για χωρατό ούτε ένα ψέμα κρύο.

Sunday, March 29, 2009

Ακόμα ένας θεατρινισμός



Το θέμα είναι ότι εσύ βλέπεις αυτό. Εγώ όμως παίζω αυτό που ακούγεται, όχι τη σαχλαμπούχλα που βλέπεις. Λοιπόν...

Κοίτα εγω, αν μου επιτρεπεις
Δεν ειμαι μονο αυτο που βλεπεις.
Κι ειναι φορες που αναρωτιεμαι
Πώς καταφερνω και κρατιεμαι...


Του το κραταω αυτου του κοσμου
Που δε μου ανηκει ο εαυτος μου
Γι’αυτο τα διχτυα που του ριχνω
Ειναι οσα θελω εγω να δειχνω.

Κοιτα εγω, αν θες να ξερεις
Ειμαι ολα αυτα που αναφερεις
Μονο που καπου, κατα βαθος
Οποιος με ξερει κανει λαθος...


Για λογαριασμό μου μίλησε (άλλη μια φορά): Γεράσιμος Ευαγγελάτος. Α, κι ο Ρόμπερτ Ντενιρο (σε πρώτη παγκόσμια αποκλειστικότητα).

Και τώρα εγώ μπορώ να ξαναβγάλω φυσικά το σκασμό
Σουσάμι, κλείσε!

Thursday, March 26, 2009

Muteny



Ωραία, τώρα μπορώ να ξαναβγάλω το σκασμό.
Αλλά αν κατάλαβες καλά λέξη δε σταύρωσα από το τραγουδάκι.

Sunday, March 22, 2009

Λύκος


Να ταν αλλιώς, θα χα φωνή και θα έβρισκα την ευφράδεια που λένε οι άνθρωποι τα σύκα σύκα ή τον τρόπο να πλάθω άλλες εικόνες, έστω πλασματικές που γίνονται καμιά φορά και ολόκληρα συναρπαστικά παραμύθια ή ιστορίες που λένε γι' αγρίους. Εγώ πάντα χωλός. Νιώθω, όμως δεν αποκαλύπτω τίποτα κι ούτε κανένας συμμερίζεται τον οίκτο μου. Σε ένα στενό δωμάτιο κλεισμένος δεν θα βρω ποτέ το κουράγιο να αποδράσω. Όχι οι τοίχοι, αλλά το ίδιο το σώμα μου. Μπορεί και να μαι λύκος, ποτέ δε θα φανερωθώ. Ας πρόσεχα, μου πεσε βαριά η φόλα για δείπνο. Και τώρα αλυχτάω.

Monday, March 16, 2009

Willkommen, slumdog


Θα' ρθουνε στιγμές δάκρυα γεμάτες... μόνη σου θα κλαις σβήσανε θα λες της ζωής οι στράτες..
Ένιγουέη, ραδιόφωνή μου, σκάσε!... Η αλήθεια είναι ότι έρχονται στιγμές που οι άλλοι άνθρωποι ζητούν από εσένα μια υπέρβαση. Ναι, ακόμα και οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι που ξέρεις πως όταν θα έρθει η δική σου σειρά να ζητήσεις τη δικιά τους υπέρβαση δε θα σου τη χαρίσουν. Προφανώς επειδή απλά και μόνο είναι οι άνθρωποι -σε μερικά πράγματα δε χωράει καμία περαιτέρω δικαιολογία και δεν πρέπει τίποτα περισσότερο να προσάπτεις σε ένα σκέτο γεγονός. Αnd so the story goes... Ένα παζάρι γενναιοδωρίας ίσως και να λέγεται καθημερινότητα σε κάποια γλώσσα υποθέτω. Ο μεγαλύτερος πόνος δεν είναι το κουρασμένο σώμα, το κάψιμο στα πόδια κάθε βράδυ τέτοια ώρα που βγάζω τις κάλτσες και βλέπω τα πόδια της χήνας, ούτε το στραμπούληγμα, σβώλους σβώλους ολόκληρη η πλάτη τόπους τόπους απλωμένη στο κρεβάτι, ούτε καν το στομάχι στριμμένο από τον καφέ και την αφαγία ούτε καν το πρόβλημα ότι συμβιβάζεται κανείς άνευ λόγου και ουσιαστικής αιτίας, ούτε κι η μέρα που μοιράζεται σε κουτσουρεμένα οχτάωρα, ένα για τον ύπνο, ένα για το χαμαλίκι κι ένα τελευταίο πιό επώδυνο για το τίποτα που δεν προλαβαίνεις να κάνεις. 700 ευρώ πάνω κάτω: τόση γενναιοδωρία δε σου φτάνει; To πρόβλημα είναι το κεφάλι που αντιστέκεται. Και η μόνη παρηγοριά ότι ίσως κάπου μακριά σε έναν άλλο κόσμο στον οποίο μπορεί να γίνηκε κάποτε στ' αλήθεια και εκείνη του Σαχτούρη η άλλη αποκριά μπορεί ένας παλιάτσος να εκτελέσει κάποια στιγμή έστω φάλτσα -επειδή τραγουδάει μέσα στα σκατά- ένα τραγούδι από την όπερα των ζητιάνων.

Thursday, March 12, 2009



Il y a longtemps que je t'aime
Jamais je ne t'oublierai

Friday, March 06, 2009

Clock in


Το παράδοξον σου της φωνής δυσπαράδεκτόν μου τη ψυχή φαίνεται.
Α' χαιρετισμοί


Έχεις αναρωτηθεί τι κάνω τα πρωινά μου; Εσύ κοιμάσαι. Ξυπνάω νωρίτερα απ' ό,τι πρέπει το πρωί. Από το άγχος μήπως έχει χτυπήσει το ξυπνητήρι, εγώ ατάραχος μέσα στον ύπνο δεν το έχω ακούσει ή το έχω ακούσει, το έχω κλείσει και έχω ξανά κοιμηθεί. Φοβάμαι. Μην καθυστερήσω.

Σχεδόν μια ώρα νωρίτερα: Ξαφνιάζω μες τον ύπνο, πιστεύω αδικαιολόγητα ότι κοιμήθηκα πολύ -άσχετο που και χτες βράδυ πήγε τρεις για να κλείσω μάτι και σήμερα ήταν 7 και κάτι το πρωί όταν άνοιξα το μάτι που έκλεισα χτες βράδυ, τέσσερις ώρες είναι λέω πολύ με έναν πρώτο πρόχειρο υπολογισμό μέσα στο αγουροξυπνημένο μυαλό μου-. Ευτυχώς ακόμα είναι εφτά και κάτι. Έχω ακόμα μια ώρα ύπνο. Είναι λύτρωση αυτό το περιθώριο που μου παρέχει αυτή η ώρα. Μόνο αυτή την ώρα ο ύπνος είναι πραγματικά η λύτρωση. Γιατί πολύ απλά αποκτά η στιγμή την προοπτική για μια ώρα ακόμα. Το ξυπνητήρι χτυπάει. Τόσο κρατά η λύτρωση.

Έχω υπολογίσει την ώρα της διαδρομής και κατά συνέπεια την ώρα που το ξυπνητήρι χτυπάει, μισή ώρα νωρίτερα απ' το χρόνο που αντικειμενικά χρειάζομαι για να φτάσω στη δουλειά. Δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη στα τρένα και τα λεωφορεία. Φτάνω τελικά μισή ώρα νωρίτερα. Τα τρένα έγιναν πιό συνεπή -μπορεί κι ο ψυχαναγκασμός μου. Θα κάνω τετράγωνα τριγύρω απ' τη δουλειά μέχρι να φτάσει η ώρα να χτυπήσω στο μηχάνημα την κάρτα.

Ψάχνω παγκάκι. Δε βρίσκω. Τελικά παίρνω απόφαση και κάθομαι στο παγκάκι μιας στάσης κάποιου λεωφορείου. Βγάζω το βιβλίο, αρχίζω να διαβάζω. Ραγδαία επιδείνωση του Θανάση Χειμωνά, τελευταίες σελίδες. Μια κυρία καθισμένη δίπλα μου γυρίζει και κοιτάει το βιβλίο. Προσπαθεί να διαβάσει τον τίτλο του μυθιστορήματος. Την βοηθώ να το δει χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Με ξανακοιτάζει. Νιώθω τα μάτια της στο πρόσωπο μου ετούτη τη φορά. Για τον ίδιο λόγο που είμαι ανασφαλής προσπαθώ να βρω τώρα μέσα στον κόσμο την ασφάλεια μου. "Δεν είναι περίεργος ο νεαρός, διαβάζει περιμένοντας απλά το επόμενο λεωφορείο", διαβάζω τη σκέψη της, όπως εκείνη το βιβλίο. Μόνο που εγώ έχω ήδη φτάσει. Πιο ραγδαία δε γίνεται. Βάζω μέσα το βιβλίο.

Σηκώνομαι, παίρνω δρόμο από τη στάση, από την κυρία που μου φάνηκε λίγο περίεργη -ίσως απλώς απ' την παραξενιά μου. Στο δρόμο συναντώ τυχαία τους ίδιους ανθρώπους που ήμασταν μαζί στον ηλεκτρικό, πηγαίνουν στη δουλειά τους, μπαίνουν σε διαδρόμους, μικρά γραφεία και στοές, οι ζωές μας γέμισαν και τακτοποιήθησαν σε κούτες. Να, κι εκείνη που μπαίνει στο φούρνο με κάτι λαχταριστές τυρόπιτες, μέσα στο τρένο την κάλεσαν στο κινητό, είπε "καλημέρα, ναι, είμαι καλά", μετά σταμάτησα ν' ακούω. Για μια στιγμή είδα τον Αχιλλέα από μακριά, πρώην γκόμενο μιας φίλης ηθοποιού -η Δανάη μακάρι να χε παράσταση χτες και τώρα να κοιμάται-, δε με είδε, δε μίλησα. Τώρα κοιτάζω μια άλλη γυναίκα, αυτή δεν ήταν στον ηλεκτρικό, είναι τώρα στο απέναντι πεζοδρόμιο, δεν προσέξε, βρήκε σε μια κολώνα, πώς τραντάχτηκε προς τα πίσω ολόκληρη. Και απλώς συνέχισε. Τη θαυμάζω. Γιατί λένε ότι γελάς με το πάθημα του άλλου; Γελάει με τραύματα όποιος δεν πληγώθηκε ποτέ, πρώην γκόμενος κι ο Ρωμαίος.

Η μισή ώρα πέρασε. Κρατάω ήδη την κάρτα και κατευθύνομαι στο μηχάνημα. Σκέφτομαι την ερώτηση "έχεις αναρωτηθεί τι κάνω τα πρωινά μου;" και την κατάφαση "εσύ κοιμάσαι". Αναρωτιέμαι πού απευθύνομαι. Απαντώ: "εγώ στον εαυτό μου". Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν τα κατάφερνα πριν τις 11 το πρωί. Τέτοιες ώρες είμαι εγώ, είμαι και ένας άλλος. Ευτυχώς πάντως υπάρχουν ξυπνητήρια και κάρτες να επιβεβαιώνουν τουλάχιστον την έγκαιρη προσέλευση μας στο χώρο.

Tuesday, March 03, 2009

Αρνητικό φωτογραφίας από την άνοιξη


Σταμάτα να μιλάς, πώς μπορείς έτσι αυθαίρετα να ξεστομίζεις λέξεις δικές σου στο μαύρο χαρτί, εδώ δεν κατάφερες καλά καλά να πεις δυό τρεις κουβέντες άλλων πάνω σε σανίδι, βρήκες το θράσος δικό σου λόγο τώρα κι αρθρώνεις. Ο Μάρτης ευτυχώς κρατά ακόμα γερά μέσα του χειμώνα τον καιρό, αλλιώς θα κινδύνευες να κατηγορηθείς: πρώιμη μυγδαλιά μέσα στην καταιγίδα. Τόσο φως άπλετο το σκοτάδι. Στα παρασκήνια κατέφτασε αντανάκλαση: ανθίζουν δειλά δειλά κι οι πέτρες ή τάχα επιβεβαιώνουν: η άνοιξη ένα απεγνωσμένο πείραμα είναι. Mε το θάνατο. Η ανάσταση άρχισε να θυμώνει. Κι η μέρα μεγαλώνει. Από τους κόπους μας. Μεγάλη η Τεσσαρακοστή.

Saturday, February 28, 2009

Happening


Σημασία δεν έχει πώς και τι. Σημασία έχει ό,τι γίνεται. Όπως συμβαίνουν όλα ανά πάσα στιγμή. Με μια δόση ανθρώπινη προαίρεση και με μπόλικη ή ελάχιστη πρέζα υπερκόσμια τύχη. Και δεν έχει νόημα τώρα να περιγράφει κανείς ακριβώς ένα και μόνο συγκεκριμένο γεγονός. Πώς ήταν η διαρρύθμιση στο δωμάτιο, πώς έχωσε το βλέμμα του την ώρα εκείνη ακόμα και ο ήλιος, ότι ήταν μεσημέρι Κυριακής και ήμασταν μαζεμένοι τριγύρω. Ωστόσο, ξέρω. Τα έζησα με λεπτομέρειες, τις θυμάμαι επακριβώς. Μπορεί να θέλω όλη αυτή την περισπούδαστη, τυραννική ακρίβεια κατά βάθος να ξεχάσω. Καρέ - καρέ. Δεν έχει σημασία. Αυτό που προσπαθώ να ζω είναι για τα μικρά λεπτά και τον τρόπο που ο χρόνος άλλοτε γενναιόδωρος και άλλοτε βασανιστικός χαρίζεται και στερείται. Πάντως συμβαίνει. Ο μήνας Φεβρουάριος από κατασκευής υπολείπεται, ο φετινός πέρα από μέρες βγάζει πολύ λιγότερους απ' τους δικούς μου στη σούμα, πάτησε γκάζι να τελειώνει και φεύγει από δω. Πάντως, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς και το γεγονός ότι απόψε για τον ίδιο Φλεβάρη είναι το τελευταίο βράδυ μιας τρελής αποκριάς φουλαρισμένης στο κέφι...

Thursday, February 19, 2009

Αρχιτεκτονική ονείρου στην πόλη των Αθηνών


Μας επιβάλλονται τα κτήρια σε διάταξη ορθοπεδική
τo τσιμέντο στα μάτια και κάψιμο απ' τον ήλιο στα μάγουλα
ανάμεσά μας τόσο φως σε παρενδυσία

Αλκυονίδες ημέρες
τσικνοπέμπτη
οικόπεδο κέντρο Αθήνα

Οι καλύτερες Αποκριές φοράνε τα ίδια τα ρούχα μας
όλες αυτές οι σκάλες από κάπου έρχονται και
κάπου εξαφανίζονται ντύνονται καπνός και είναι κάφτρα μας
πάντως ανεβαίνουμε - κατεβαίνουμε όλο αυτό δε το λες
περπατάμε ωστόσο, σε αυτή την τόσο πραγματική πόλη εμείς απλά
κι ανισόπεδα
περπατάμε

Tuesday, February 17, 2009

Άνευ προς το παρόν


Σιγά σιγά γέρνω. Hμέρα στη δύση κι ώρες οχτώ καθυστέρηση. Πάντα η καθυστέρηση είναι γεγονός ατόφιο, οι οχτώ ώρες θα πειράξουν; Το μόνο που θέλω είναι να παραδοθώ άνευ όρων, μωρό μου, σ' εναν ύπνο συθέμελο κι εκεί μέσα στις ασπρόμαυρες σκιές και τις ώρες να κοιτάξω επιτέλους ξεκάθαρα τα περιγράμματα των πραγμάτων έτσι ώστε όταν ξημερώσει με το καλό ο θεός την πολύφωτη ημέρα να μπορώ να ξέρω και να διαλέγω αυτό που με κόπο θ' αντέχει μετά από χρόνια ακόμα. Κι αυτό δεν είναι μοιρολατρεία, ούτε θεοφάνεια. Είναι ο πόθος για τη σωστή επιλογή. Που εγώ την έχω κάνει...

Friday, February 13, 2009

Μεταφορά



Εχω δανείσει τόσο πολύ το σώμα μου. Κάθε βράδυ κοιμάμαι με άλλο. Μ’ αρέσει αυτή την ώρα ειδικά να απογράφω τα κατορθώματα της μέρας που πέρασε. Γιατί τώρα ακριβώς είναι η ώρα που δεν ελέγχω τη μέρα. Και το σώμα μου. Λίγο πριν κοιμηθεί. Που γίνεται κάτι άλλο. Κανείς ωστόσο μην κατηγορήσει ποτέ για έλλειψη αληθοφάνειας το σώμα ετούτες τις στιγμές μας. Με νάρκες απόψε κοιμάμαι. Μπορεί ποτέ κανείς να κατηγορήσει έναν στρατιώτη που διαμελίστηκε επειδή χύμηξε για το καθήκον και την τιμή του σε ναρκοπέδιο -ακόμα και παιχνίδι να ναι; Σε ναρκοπέδια όλοι, σοφοί κι ηλίθιοι, εν αγνοία κοιμόμαστε.

Πρώτος εγώ σήμερα στο λεωφορείο. Ο δρόμος ανοιχτός, τα σκυλιά δεμένα και νιώθω το λεωφορείο να τρέχει αύτανδρο πλην εσού ξαφνικά, όχι παράλογα, όχι επικίνδυνα, όχι σαν τρελλό αλλά με έναν ρυθμό πιό γρήγορο από κείνο τον οποίο εγώ με το σώμα μου μπορούσα την ώρα εκείνη να αφομοιώσω. Μεταφέρομαι. Επί κιλίβαντος τροχοφόρου όπλου: το λεωφορείο με τρέχει. Μαζί του κι εγώ. Στη θέση που εξασφάλισα να κάθομαι. Το θέαμα τούτο σαν όνειρο και ρεμβάζω: Όλα, οι χειρολαβές, οι θέσεις, οι άνθρωποι που κάθονται, οι άνθρωποι που στέκονται όρθιοι, ο οδηγός ισορροπούν και τρέμουν. Τα τζάμια τρίζουνε, νομίζω πως θα σπάσουν. Οι μηχανές δεν ξέρω τι κάνουνε, άλογα με πηγαίνουν. Μεταφέρομαι. Με λακούβες. Και το μόνο πράγμα που σκέφτομαι είναι ότι κάθε λεωφορείο το κινεί δυναμικά αυτή η αστάθεια όσο κι εμένα αδιέξοδα αυτής της μετακίνησης τότε και του ύπνου τώρα εντός ολίγου η ακινησία.

Καληνύχτα.

Η επιλογή του βίντεο σήμερα έχει να κάνει μάλλον με το τι έγινε μετά. Για κείνον που μπήκε μ' ενα σάλτο μες το λεωφορείο. Λίγο πριν από εσένα που έμεινες να κοιτάζεις πίσω. Σε άλλη οδό, αλλά στ' αλήθεια πόση σημασία έχει το ναρκοπέδιο αφού δεν κοιμάσαι στο κρεβάτι μου απόψε;

Tuesday, February 10, 2009

Νεφελοκοκκυγία


Χτες βράδυ μύρισα ξαφνικά μέσα μου κοτέτσι...

Στάθηκα εδώ και δεν έφτασα παρακάτω γιατί διακινδύνευσα στην ερώτηση πού πηγαίνω και ήξερα τί ήθελα μόνο που να με εμπιστευτώ δεν μπορούσα και τρόμαζα μέσα στα όνειρα από το χάος που θα είχε μια πτώση στο κυνήγι των ονείρων. Έχω υψοφοβία, τί είναι κυνήγι; Να πηδήξω από τα σύννεφα δεν θα ταν συντριβή στο έδαφος, θα ταν καταβύθιση στη θάλασσα κι όσο ψηλότερα σταθείς τόσο βαθύτερα βυθίζεσαι λένε. Δεν έχω υψοφοβία τελικά. Είμαι απλά προκατασκευασμένος κότα.

Sunday, February 08, 2009

Bitter way



Maybe I' m a dancer...

Άντε καληνύχτα τώρα χωρίς πολλά πολλά.
Μόνο το reflections του Χατζιδάκι άσε με να πάρω μαζί μου.

Tuesday, February 03, 2009

Β' διαλογής



Πόσο θα θελα να βγω απόψε στη σκηνή και να ουρλιάξω ένα τραγούδι! Έτσι κακότεχνα, όπως μπορώ, ας γδάρω το λαιμό μου εν ανάγκη, κανένας έτσι κι αλλιώς δε θα παρασταθεί -έστω μια halls με vaporaction που μαλακώνουν και γλυκαίνουν, ρε παίδες, το λαιμό- κι εξάλλου δε βλέπω να ωφέλησε και πουθενά η τεχνική στις συνθήκες ευρέσεως εργασίας...

Ναι, Χριστέ μου, μ' αρέσει όταν γίνομαι μελό και drama queen όταν γίνομαι μ' αρέσει, αλλά, δε βαριέσαι, το μελό είναι ένα πάθος εντελώς ακίνδυνο, καταγέλαστο εντέλει. Μεθάμε στη σκηνή η Νίνα του Τσέχωφ κι εγώ κι εσύ από κάτω στα κατ' ιδίαν show πάντα χειροκροτάς και διασκεδάζεις. Τόσες χαμένες σου' κανα προσευχές, δεν εξηγείται αλλιώς, σου αρέσουν κι εσένα προτάσεις επιφωνηματικές επάνω στο σταυρό, αυτό είναι όλο...

Επιφωνηματικές εκφράσεις: Μαρτυρούν ευχάριστη έκπληξη όταν είμαστε μικρά παιδιά και μας παίρνουν επιτέλους ο μπαμπας κι η μαμά το αγαπημένο μας δωράκι ή κάποιες άλλες απροχώρητες στιγμές όταν όλα έχουν φτάσει σε εκείνο που δεν έχει παραπέρα και γινόμαστε μεγάλοι. Παιδιά τα μεν, αποπαίδια τα δε. Τετέλεσται κι ακολουθεί θαυμαστικό εν πάσει περιπτώσει.

Έχω μείνει δίχως λέξεις τον τελευταίο καιρό κι αυτές που βρίσκω όλο κάπου και πάσχουν, αρνιά αλαφιασμένα τρέχουνε δεξιά αριστερά φιλότιμος ποιμένας εγώ μα κάπου όλο χάνω τ' αρνιά μου
Ακούω μόνο πότε πότε στα δειλά; στα κουφά; στα βουβά; -τύμπανο το σώμα έγινε ή μπορεί να έχω πνιγεί και να μην καταλαβαίνω- μια φωνή
σε κάτι απολήξεις νεύρων στα χείλια θυμίζει τη φωνή τη δικιά μου
άλλαξα μάρκα κι ωστόσο καπνίζω τώρα πιό βαριά τσιγάρα

η πόρτα τρίζει αλλά είναι απλά που γεμίζει το φόβο στο στόμα μου συνέχεια σιγά σιγά
τα βράδια ο καπνισμένος αέρας
ο Βοριάς που τ' αρνάκια παγώνει λοιπόν
όλο λέξεις πατάει εδώ κι εκεί κι ακούω στις σάρκες μου ένα ρήμα σαν πιάνω,
ανοίκειες επιφωνηματικές προτάσεις για κάποιο πράσινο λιβάδι
όλο και πιό κεί κι όλο και πιό κει. Ως εδώ και μη παρέκει!
Κλείνω τα χέρια μου στα πλήκτρα. Και, χριστέ μου, πόσο πονάω!


Ο πόνος είναι από μόνος του πρόταση επιφωνηματική, απρόσκλητη κι αιφνιδιάζει. Χωρίς καλολογικά στοιχεία, χωρίς κάν ουσιαστικό, χωρίς ρήματα, υποκείμενο αγνώστων λοιπών στοιχείων χτυπιέται και σφαδάζει. Και αυτός ο ήχος ποτέ δεν καταλαβαίνεις από που πάει και βγαίνει ακριβώς, από ποιό υπόλλειμα της αρνίσιας, της σφαγμένης σου ψυχής έγινε πάλι απόψε χαλκός και ηχεί, κύμβαλο κι αλαλλάζει.

Sunday, February 01, 2009

Ωδή κορασίδος εις καιρόν Φλεβάρην


Ο πρώτος μήνας κύλησε νερό. Αυλάκι κρύο κύλησε το νερό, νότισε το Φλεβάρη. Γειά σου, μήνα. Δεύτερε. Γιατί σε λένε μήνα? Γιατί δε σε λένε λεύτερε? Γιατί δε σε λένε τουλάχιστον Βλεφάρη, θα είχε αν μη τι άλλο μιαν χάρην γούστου ετούτη η προσωνυμία... Είσαι σταθμός όλο διακόσμηση μπαρόκ, μένω ξωπίσω μπουκάλα εγώ, τύπου τρώω κοτσίδες πως λέμε... Κι έπειτα σε λένε και Φλεβάρη... Είναι όνομα αυτό για μήνα ολοκληρωμένο? Τι κάνεις δηλαδή, φλεβίζεις? Γεμίζεις αίμα τις αμυγδαλιές και, θαρρείς, ξεγελάς, ερωτύλε. Τι πασέ! Πρώτη φορά το τολμώ για τις ορμές ενός μήνα ακόλαστη εγώ έτσι όπως μιλάω. Ακαρδε χρόνε, χρόνε σκληρέ, εσύ μόνο μπορείς και κυλάς με μια δύναμη αλλοπρόσαλλη, διαρκώς μου φωνάζει "φτάνω". Αχ, εσύ ξεγελάς κι ανθίζω ανάπηρη εγώ. Πάντα ύστερα δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι. Και θα μαραθώ. Τα πέταλα θα τινάξω. Ω, πόσο ρομαντικό φινάλε, ω τι φινάλε δραματικό! Ταιριάζει ομολογουμένως γεναιόδωρα σε μένα και σε σε. Κουτσοφλέβαρο φινάλε. Και θα γελούν μαζί μας οι περαστικοί από δω. Οι ίδιοι που χάρηκαν ότι πέρασε καιρός και ο χειμώνας μαζί σου. Δε βαριέσαι, συνηθισμένα τα χιόνια στο βουνό, συνηθισμένη κι εγώ στην χωλή δούλεψή σου. Καλώς ήρθες, πρόλαβες ακόμα τα μαγαζιά ανοιχτά, ξεπουλάμε εκπτώσεις.