Monday, December 29, 2008

2008: Τελευταία έξοδος



Θα ήθελα πάρα πολύ μια που έφτασα τις εννιά να γίνουν οι αναρτήσεις μου δέκα. Έτσι μπας και τελείωσει κάπως άριστα, όπως όπως άριστα δηλαδή κι ετούτο το χρονάκι. Διακατέχομαι προφανέστατα από το σύνδρομο του καλού μαθητή ωρύεται ο μάρτυρας κατηγορίας. Τρεις τρεις εννιά, σύνολο ολοκληρωμένο ο δικηγόρος υπεράσπισης στωικά από την άλλη υποστηρίζει, φτάνουν για φέτος οι αναρτήσεις σας, αγαπητέ, σταματήστε. Για την ακρίβεια τα πάντα φτάνουν ήδη από πέρυσι λέω κατηγορούμενος με τη σειρά μου κι εγώ. Είναι πρό των πυλών το εννιά. Αντιστροφή αντίστροφης μέτρησης κάνω από το εφτά και θα εγκληματίσω φέτος όπως και δήποτε, αν φτάσω έτσι συγκαμμένος όπως πηγαίνω τώρα από δω κι ως το δέκα. Ομολόγησα. Κι έτσι ορίστηκε η δικάσιμος απόψε.

Ποιός θα σου δώσει εσένα στο κάτω κάτω σημασία επιμένει γνωστός άγνωστος δικολάβος. Δεν είναι και ακριβώς εντός της αιθούσης αυτός, πανταχού παρών ωστόσο την κοινή μου γνώμη διχάζει. Ένα χ ανάμεσα σε μένα, τον υπερασπιστή και τον επικριτή μου. Ορατά τα πάντα, κυρίως τα αόρατα: ευχή μου το 2009 να τα πιστέψω.

Ένα ακόμα σκαλί στην κακοτράχαλη σκάλα μιας αδυσώπητης μοίρας. Χαίρε βάθος αμέτρητον ανθρωπίνοις λογισμοίς, χαίρε ύψος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς... Τί έγινε, αρχίσαμε από τώρα τους χαιρετισμούς στο 2009, πικρόχολε γνωστέ μου;;; Ώρες ώρες έτσι που τα λέγεις δραματικά κι εγώ ο κερατάς κάθομαι και τη γραφικότητα σου ετούτη στ αλήθεια κάνω κέφι. Δηλαδή έτσι που τα γράφεις θα πρέπει να φαίνομαι αφάνταστα γραφικός ώρες ώρες εκεί έξω -πείτε μου, θα το εκτιμούσα. Παλιάτσος, γελοίος, ουτιδανός! Το blogging απόψε δεν είναι καν αφορμή, η δέκατη ανάρτηση ούτε. Πόσο λίγη σημασία έχει κι αν γίνει κι α δε γίνει. Ηρεμήστε όμως, παλιάτσος εδώ, που σημαίνει μόνο αφελής ανεπανόρθωτα κι αθώα.

Πάντα με τη μαθηματική λογική το θεματάκι μου ιδεολογικά το είχα. Ευστροφία μηδέν ο αφελής. Όχι τόσο με τα νούμερα αυτά καθ' αυτά ούτε με τους αριθμούς - να, το 19,6 στο απολυτήριο κάπου θαμμένο τώρα παράφωνα καγχάζει: και τέλειωσα με άριστα αλλά δεν έχω ευχάριστα, μαμά, το 8 με τις καμπύλες του με έχει κατατρομάξει- . Αλλά επί του πρακτέου και επί του πιεστηρίου θαρρώ, δεν κατάλαβα ποτέ χριστουλάκι από τη συμφωνία που δίνουν χέρι χέρι δύο τυπικές χρονικές μονάδες που πρέπει να κατακτηθούν σε σειρά και οι οποίες κατά διαβολική σύμπτωση αποτελούν και ποσοτικά μεγέθη που αξιολογούν την επίδοση του κατακτητή τους συνάμα. Για να το κάνω και λιανά -σπούδασα και δάσκαλος εξάλλου -8,7 εκεί και άριστα πάλι το δέκα: Έχω χάσει τη μπάλα στο λογαριασμό πώς από το οχτώ το σκαλοπατάκι που ακολουθώ ευθύς αμέσως μας κάνει φέτος εννιά κι από εκεί σκαλοπατάκι παραπάνω και όπα ωσπού να πάρεις χαμπαράκι να σου το δέκα. Σε όλα αυτά φόντο μια πρόοδος γεωμετρική. Που μάλλον για να είναι γεωμετρική θα αξιολογεί σε τρεις διαστάσεις τους συντελεστές μιας κάποιας επιτυχίας. Ίδου το έγκλημά μου: ανεπιτυχής παρακολούθηση της γεωμετρικής προόδου αυτής. Και παλιατσική το επάγγελμά και οι κινήσεις μου στο χόρο. Αξιολόγηση: 8,3. Λίαν καλώς.

Και καλά στις εξισώσεις με άγνωστους χ στην άλγεβρα και στα μαθηματικά πάντα στο τέλος κάτι αποκαλύπτεις. Μα στραβά, μα κουτσά καταλήγεις, ρε διάνοια, κάπου, έστω και στην τετραγωνική ρίζα του 4759823,67. Ή στη χειρότερη σε ένα επαίσχυντο 18 στο τέλος της τριμηνιαίας απανταχούσας. Με την περίπτωσή μου όμως, κύριε της δικαιοσύνης δικαστά, που ξαφνικά έχω ξεμείνει μετεξεταστέος και στα 4 τρίμηνα ετούτης της χρονιάς όλο γκάφες μπορείτε να μου πείτε τί θα γίνει; Πόση γεωμετρική πρόοδο φέτος πρέπει να τρέξω να καλύψω;

Α, και δύο ακόμα αγωνιώδη ερωτηματικά ως είθισται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες: Μπορείτε να μου εμπιστευτείτε ποιά είναι η τετραγωνική ρίζα του 2009 μπας και αποκαλύψω το άγνωστο νόημα του, το χ; Επίσης, αν όπως λένε η αστρολογία έχει να κάνει με τα μαθηματικά ένας μικρός και καταφρονεμένος λέοντας ποιά μυστική εξίσωση καλείται φέτος να επιλύσει για να ακούσει πόσο ευτυχής θα είναι η χρονιά του;

Σωπαίνετε, στ' αλήθεια;; Ασχοληθείτε με τις εξισώσεις σας, παρακαλώ. Δικάστε με, όσο θέλετε, μόνον μη με απασχολείτε. "Να πληρώσουμε, Νίκο μου, και να φύγουμε, Νίκο μου, να φύγουμε" που θα λεγε κι η Σωφερίνα. Εγώ για το 2009 ζητώ ευθαρσώς και ξανά μέσα μου την αποφυλάκιση της ελπίδας

Να έχουμε όλοι μια καλή χρονιά. Ξεχάστε τους απολογισμούς και τους υπολογισμούς σας. Θυμηθείτε μέσα σας την ελπίδα. Όχι τη φιλοδοξία. Την βαθιά σας κι ανομολόγητη ελπίδα μόνο θυμηθείτε :)

Thursday, December 25, 2008

The birthday party


"I made a terrible mistake when I was young, I think, from which I 've never really recovered. I wrote the word "pause" in my first play"
Harold Pinter, Interview, October 1989


Εδώ που τα λέμε και τα Χριστούγεννα ένα καλοστημένο Πάρτυ γενεθλίων είναι. Κάποια πράγματα όμως δεν πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε μόνο και απλά ως τυχαία. Ακόμα κι όταν δείχνουν κάπως έτσι, υπάρχει πάντα το κάπως αλλιώς που δεν υπολογίσαμε επακριβώς. Γιατί από την καθημερινότητα πιό γενναιόδωρη μεταφυσική δεν υπάρχει. Παραμονή Χριστουγέννων 2008 πέθανε ο Χάρολντ Πίντερ.- (Τελεία είναι μια παύση, ένα γεγονός. Παύλα όμως είναι το μικρό σημαδάκι που προηγείται πριν ένα ολοζώντανο πρόσωπο αποκτήσει ξανά τη φωνή του)

Monday, December 22, 2008

Μολυβένιο στρατιωτάκι



Άσε με, σου λέω, ήσυχο, ρε παιδάκι μου, δεν έχω διάθεση. Ναι, εγώ που λαμπάκι έβλεπα να αναβοσβήνει και σου χαμογελούσα για πάντα, φέτος δεν έχω διάθεση, δεν έχω κέφι, βρ' αδελφέ, δεν έχω χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Το δέντρο το αποφάσισα νωρίς, δεν θα στολίσουμε σπίτι φέτος. Στόλισα στου Θέμη και της Άννας.

Νιώθω κούφια την ανάγκη μέσα μου. Γιατί ανάγκη μέσα στην ψυχή μου είναι τέτοιες ημέρες η κάθε χρονιά, το ξέρεις και το σεβόσουν όταν παρανοϊκά σχεδόν τις άλλες, τις περασμένες χρονιές, σου έλεγα έλα να πάρουμε μια μπαλίτσα ακόμα, και τούτο εδώ τον αρκούδο, κοίτα τί όμορφος που είναι, και τα φωτάκια δεν είναι ποτέ αρκετά, ποτέ δε με φτάνουν τα φωτάκια κι εσύ έλεγες με τη μεγάλη σου φωνή πότε θα μεγαλώσεις, Χριστέ μου, μα τα Χριστούγεννα μόνο μικραίνεις απαντούσα με παιδική φωνή εγώ, άσε με ήσυχο να βγω παραέξω, να βγω πάνω από όλ' αυτά, αυτό είναι μια πρωτογενής ανάγκη, όχι πολυτέλεια, δεν το καταλαβαίνεις; Χρυσόσκονη ψεύτικη να τα σκεπάσεις όλα. Μ' ένα έλκηθρο μαγικό χωρίς βαρύτητα να περάσεις νιφάδα, δεν το νιωσες ποτέ σου; Κόκκινος κόκκινος από το κρύο. Με το σκούφο και με τα κασκόλ. Πάνω απ' τη μικρή ζωή μας, ζωούλα μου, να περάσεις. Χαμογελούσες. Χαμογελούσα κι εγώ. Τα βρίσκαμε.

Γυάλινες μπάλες για το δέντρο. Άνοιξα φέτος τα ντουλάπια στο σαλόνι. Κάθησα και κοίταζα. Φυλαγμένες, πολύχρωμες, σχεδόν μαγικές. Προσεχτικά τις έχω διαλέξει μία μία μέσα στα χρόνια. Τα χρόνια μου είναι μέσα σε αυτά τα κουτιά, μέσα σ' αυτές τις μπάλες τα έχω φυλάξει. Πιό πολύ κι από γενέθλια τα φυλάω αυτά τα κουτιά. Έχω στολίδια για το δέντρο μου από τότε που ήμουνα πέντε χρονών, ίσως και πιό παλιά. Αν κάποτε με παρασημοφορήσουν για κάτι, με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια μου να τους πεις να το κάνουν. Κάθε χρόνο κι ένα ολοκαίνουργιο. Ακόμα και τη χρονιά που πέθανε ο πατέρας στόλισα δέντρο μικρό. Στο παιδικό δωμάτιο, όχι στο σαλόνι βέβαια, τί σημασία έχει, είπαμε τα Χριστούγεννα δεν είναι χλιδή, είναι ανάγκη. Έτσι για το καλό. Φέτος όμως όχι. Φέτος ούτε στολίδι.

Απρόσεχτα, βιαστικά έκλεισα πίσω μου τα ντουλάπια, οι γυάλινες μπάλες και τα παιχνίδια έμειναν εκεί αζήτητα, μυστικά, κρυμμένα, τα αιχμαλώτισα, λες να σπασα, Χριστέ μου, καμιά; Τί σημασία έχει, μολυβένιο στρατιωτάκι, κάπου θα την έβαζα. Φοβάμαι μόνο μην έσπασαν όλα μαζί. Κάτσε, ευκαιρίας δοθείσης, θα πάω να ξανακοιτάξω...
.........................................................................................................................

Όλες αρτιμελείς... Τί έλεγα; Αρτιμελής... Α, ναι... Ποιός; Εγώ... Που τις κρέμαγα στο δέντρο και τους άλλαζα θέση κάθε τρεις και λίγο γιατί δεν άντεχα να μείνει καμιά παραπονεμένη. Λιγότερο προβεβλημένη. Προσβεβλημένη. Οι σταρ των ημερών καταχωνιασμένες εκεί μέσα στα ντουλάπια. Οι απαστράπτουσες αποσυρμένες.

Ποιός; Εγώ... που για δεκαπέντε μέρες έστω τις είχα (σαν) κόρες των οφθαλμών μου...

Friday, December 19, 2008

Τον έφαγα


Σιγή στον ουρανό, σιγή στη γη στα δέντρα
φύλλο δεν κουνιόταν, δεν άκουγες τίποτα, τα θηρία είχαν βουβαθεί

Ευριπίδης, Βάκχες 1084 -5


Ξεκίνησα να γράφω. Ήταν παράπονο. Τα έσβησα όλα. Είναι παράπονο. Ακόμα. "Είναι πάντα εκεί, ήταν πάντα εκεί και δεν μπορείς ν' απαρνηθείς τη ζωή που νιώθεις". Παίζουμε πάντα πάνω σε μιά σκηνή μια ιστορία που δεν θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια της ολοκληρωμένη.

Με πιάνει αυτό που θέλω να τραγουδήσω ξαφνικά ωδή της φύγης από εκείνες που κάπου κάπου φυτρώνουν αριστοτεχνικά στα έργα κυρίως του Ευριπίδη. Στα χορικά αυτά οι γυναίκες θέλουν να πάρουνε δρόμο και δρομάκι και πηδούν το ποταμάκι για να φύγουν μακριά. Εκείνη που βρίσκονται, το νιώθουν, η γη δεν τις χωράει και να πάνε σαν άλλοτε πρόσωπα του μύθου εύχονται σε μέρη απίθανα, μαινάδες καβάλα σε κυπαρισσόδεντρα να φάνε τον Πενθέα. Ντύθηκε λοιπόν κι εκείνος γυναίκα. Μαινάδα. Καβάλα πάει στων γυναικών την εκκλησιά, καβάλα προσκυνάει. Βολοδέρνει στις πλαγιές των βουνών, πάνω απ' της θάλασσας το κύμα, με άλλες, μη συνάδουσες του κόσμιου μορφές. Συνάδουσες... Πολύ τραγούδι έπεσε, μανούλα μου, απόψε.

Πρόσωπο ίδιο. Προσωπείο άλλο. Τον Πενθέα -κακά τα ψέμματα, ο μύθος είναι μύθος- τον έφαγε Πενθέας. Πήρε απλά όνομα πιό δραματικό: κάτι σαν Ινώ, κάτι σαν Αγαύη, κυρία Βέναμπλ ίσως. Είναι πάντα Πενθέας. Ήταν πάντα Πενθέας. Και δεν μπορεί ν' απαρνηθεί το ρόλο που παίζει.

Μέσα στο έργο η κατάσταση στο απροχώρητο έχει φτάσει. Οι εξελίξεις τρέχουν δραματικά, τα πράματα χειροτερεύουν. Μέσα στο έργο. Ίσως καμιά φορά και έξω από αυτό. Δεν ξέρω. Παίζω πάνω σε μια σκηνή μια ιστορία που δε θα μάθω ποτέ την αλήθεια μέχρι το τέλος. Λοιπόν συνάδουν οι ωδές -διαπράττω αμάρτημα τρίτη φορά, είναι ορκίζομαι η τελευταία.

Πού καιρός μέσα σε όλα αυτά για ωδές της φυγής και ευρεσιτεχνίες καλλιτέχνη. Ωστόσο:
- Εδώ, κάτσε να φας.
- Είμαι παράφωνος στο τραγούδι, ξέρεις.
- Από τις δαγκωνιές θα ' ναι. Γι' αυτό: Σβήστα όλα. Κι όχι ευχαριστώ.
- Είμαι εγώ. Θα με φάω απόψε.

για τον Κώστα Ταχτσή

Sunday, December 14, 2008

Άνδρα μοι έννεπε...



Με αφορμή το "Ιδού εγώ... Ιδού... Εγώ... Εγώ... Here I am an old woman in a dry month... Εγώ...." από τον Ουρανό κατακόκκινο της Λούλας Αναγνωστάκη
. Εικόνισμα η Βέρα Ζαβιτσιάνου γι' απόψε.

Πέντε λέξεις προσπαθώ να πω, δεν είναι εύκολο το προοίμιο απόψε, ακολουθώ δύσκολα το τραινάκι των συνειρμών και σε τέτοιες άμουσες εποχές που να πετύχεις και Μούσα να σου καθήσει, τα ασυντόνιστα και τα δικά σου η δόλια από το χάος στο κάπως αλλιώς να τα συντονίσει.

Αναρωτιέμαι ωστόσο πώς γράφονται τα έπη, πώς γίνονται οι ήρωες και οι μεγάλες ιστορίες κι οι εποχές, εμένα πάντα η δραματική ποιήση περισσότερο με συγκινούσε, οι μάσκες με τις παγωμένες κεφαλές που δεν έχουν συγκεκριμένο χρόνο κι είναι δια παντός, τρόμος και χαρά αντάμα, και μια καρδιά χαίνουσα από μέσα ζωντανόν, λάβρον ύδωρ. Νίψον ανομήματα μη μονάν όψιν. Το μετερίζι το δικό μου. Ιδρώτας κι αίμα, ύδωρ ανάμεικτο επάνω σε σκηνή που ενίοτε και σχοινί εκ παραδρομής ορθογραφείται. Και δεν βρήκα άλλο τρόπο να μιλώ, παρεκτός πιό συχνά λέξεις που χάσκουν επάνω σε χαρτί, κι άλλοτε πάλι, σπανιότερα, μυαλό και καρδιά, το σώμα μου το άτσαλο επάνω σε σκηνή το ορίζω. Κι όχι πως βρήκα και τρόπο να καταλαβαίνω δηλαδή πώς να τα κάνω όλα αυτά πράξη επακριβώς, απλά πότε πότε το τίποτα μου παραχωρείται. Ούτε και μεθοδολογία. Ρόλος και ήρωας και κάθε φορά ένας καινούργιος απροσπέλαστος κλοιός. Καινούργια κόλλα άγραφο χαρτί. Πολυταξιδεμένος κι αειπάρθενος χάρτης η άδεια σκηνή μου. Ξενιτιά και πατρίδα.

Όμως το σκέφτομαι πιό ξεκάθαρα ίσως τώρα. Και οι ήρωες ανεξαρτήτως είδους, μορφών και λογικής απλοί άνθρωποι ξεκινήσαν, καθημερινοί, τυχαίοι που δεν είπαν τώρα θα γίνω ήρωας κι αμέσως μεταμορφώθηκαν σε προτομές και χρυσό της ιστορίας χαρτάκι. Ήταν εκείνοι που ήταν κι ήταν στην ώρα που έπρεπε εκεί. Γι αυτό και έγιναν οι επονομαζόμενοι ωραίοι. Γιατί εξέφρασαν βαθύτατα μια εποχή. Για την ακρίβεια την εποχή τους έσπρωξαν να τους ακολουθήσει.

Θαρρώ ποτέ τους δεν απέκτησαν συγκεκριμένη ιδεολογία με την έννοια τη σχηματική. Νομίζω δεν προσπάθησαν καν ν' αποκτήσουν πράγμα αποτέτοιο, περίγραμμα στην ουσία κι ο κορμός να' ναι κούφιος. Τί να την κάνεις θα μου πεις και την ιδεολογία όταν τη μεθοδολογία του ρήματος ζω σε ενδιαφέρει μονάχα και διαρκώς να σπουδάζεις σ΄όλους τους χρόνους και τις πιθανές εγκλίσεις; Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι και του ήρωος η υπέρτατη λογική. Αυτό το μόνο και το απλούστατο συστατικό της όποιας επιτυχίας. Κι οι Μήδειες κι οι Χριστοί κι οι Αντιγόνες κι οι Καραΐσκοι κι οι Κανάρηδες κι οι Κουν κι οι Καβάφηδες κι οι Γιάννηδες Σεβαστιανοί και Μπάχ και όσοι ακόμη έμειναν άγνωστοι κι ανώνυμοι στην ανάρτηση αυτή, αυτό μονάχα όλοι αυτοί απέκτησαν: τη δικιά τους ζωή. Ακόμα και οι ήρωες οι χάρτινοι στα βιβλία, ακόμα κι εκείνοι που έζησαν με πραγματικό ιδρώτα και αίμα στο φθαρτό κορμί τους, είχαν τη θέρμη της καρδιάς τους ζεστή και την ευθυκρισία του μυαλού τους τεταμένη ανά πάσα στιγμή τη ζωή που τους κλήρωσε να τη ζήσουν. Χωρίς έλεος και χωρίς σταματημό. Πέρα από αυτό που γενικόλογα ορίζει η λέξη πάθος. Κι έτσι κατόρθωσαν τη μούσα με το μέρος τους να πάρουν. Χωρίς διαδηλώσεις μιας αξίας που αδικήθηκε πέρα από την μόνη γενναία δήλωση της αξίας τους καθαυτής. Μέσα από τις πράξεις. Και κόντρα στις όποιες τριγύρω εποχές κι αν εζήσαν. Και κόντρα στις αντίξοες συνθήκες.

Κι ούτε που νοιάστηκαν -βάζω και στοίχημα- ποτέ για το τί έγινε μετά. Ακόμα κι όταν η υστεροφημία ήρθε, εκείνοι απλώς είχαν περάσει τα πάνδεινα και είτε εδώ είτε πιά και σε μια άλλη διάσταση, ακόμα κι εκεί, μπορούσαν να παρακολουθήσουν έναν και σε εκείνους άγνωστο άθλο που όμως αυτοί από μόνοι τους τον είχαν πετύχει, κι ό,τι και αν πούμε εμείς εδώ και τώρα, οι κατοπινοί, θα παρουσιάσουμε πάντα το μύθο το δικό τους τοσοδούλικο εργάκι. Σαν να μην έζησαν και ακριβώς εδώ την οργή τους τούτοι οι Αχιλλείς. Σα να μην έζησαν και ακριβώς ανάμεσα μας την αυτοθυσία τους οι Πάτροκλοι. Αν τους ρωτήσεις το πιθανότερο να σου πουν: "Δεν έκανα τίποτα για σας. Όλα τα έκανα για μένα. Μόνο για μένα." Όμως ήδη θα καταλάβατε πόσο μεγάλη γενναιοδωρία στάθηκε ο συγκεκριμένος εγωισμός τους.

Tuesday, December 09, 2008

Επιτρέψτε μου μια ειρηνική διαδήλωση


Απόψε σχολιάζοντας με μιά αγαπημένη φίλη μου την κατάσταση, είπα μεταξύ άλλων: "Απόψε ο τραμπουκισμός του αστυνομικού συνάντησε τον τραμπουκισμό του αναρχικού και όλοι - μα όλοι- όσοι υψηλά, δεξιόστροφα κι αριστερόστροφα, ιστάμενοι τόσα χρόνια απογοήτευσαν τον κοσμάκη, αγάπη μου, σπέρνοντας ανέμους, θερίζουν τώρα θύελλες. Το ζήτημα είναι τί φταίνε όλοι οι υπόλοιποι που τους σκοτώνουν από τα όνειρα μέχρι και τα παιδιά τους... "

Δεν με ενδιαφέρει η μικροπολιτική. Δεν κάνω γι' αυτό το λόγο αυτή την ανάρτηση. Κι ούτε είναι αυτός ο σκοπός του ιστολόγιου ετούτου -εσείς που με ακούτε, θα έχετε ενδεχομένως καταλάβει. Δεν θέλω να είμαι καν δεξιός, αριστερός ή κεντρώος. Δεν τρέφω καν την ελπίδα να γίνω τίποτα από όλα αυτά. Ειδικά αυτό το κεντρώος. Αλήθεια, πιστεύευτε, αυτό το τελευταίο υπάρχει στη σύγχρονη πολιτική σκηνή; Γιατί όλοι αυτή τη περιλάλητη μετριοπάθεια και τη χρυσή τομή έχουν λυσσάξει (;) και ψάχνουν. Προσπαθώ να απαλλαγώ ακόμα ακόμα και από την ηθική, ακόμα κι από κάθε επίκτητη ταμπέλα που σου κολλάει μια ταυτότητα σα ρετσινιά ελλειπής για να 'χεις, βρ'αδερφέ, να πορεύεσαι μέσα στην κενωνία που όλοι έρχονται και τα σπάνε γιατί στανικά κάθε τρείς και λίγο αυτή η κενωνία σου φωνάζει: "Δεν είσαι παρά ένα ανθρωπάριο μετρίου αναστήματος από τον τάδε πατέρα και τη δείνα μητέρα που συμπράξανε και γεννήθηκες εσύ, ατυχή, εκείνη την ημέρα στην καμμένη και λεηλατημένη σήμερα Αθήνα της Αττικής θρησκεύματος χριστιανικού και ορθόδοξου πότε πότε."

Ε, λοιπόν κι εγώ νιώθω ότι με καλουπώνουν θανάσιμα όλα τα ημίμετρα αυτά. Κι ο τρόπος ο δικός τους έτσι που φασιστικά και ο κατέχων την αρχή και ο αναρχικός απ' την άλλη προσπαθεί απόψε πάλι να μου τα φορέσει. Κέρατα. Της μικρής μας οθόνης κεραίες. Δε χωράω λοιπόν πουθενά. Κυρίως στης φτωχής λογικής τα δύφορα κερατάκια, Ελληνάρες. Οι κεραίες είναι μονάχα πάνω απ' το σπίτι μου. Μέσα όμως στο σπίτι μου εγώ, μέσα στο κεφάλι μου, μέσα στην καρδιά και την ψυχή που με τα σιδεράκια σας τρείς μέρες τώρα και σημαδεύετε και πυρπολείτε, εκείνο που προσπαθώ εγώ να είμαι και να παραμένω, είναι ένας αιωνίως και τυμπανίως νεάζων άνθρωπος, Έλληνας -καθαρά για τον τρόπο σκέψης πέντε δέκα ανθρώπων που από το συρφετό του Ελλαδιστάν μας έχω να εκτιμάω (όρα για παράδειγμα και Ελύτης, Λαμπέτη, Χατζιδάκις, Σολωμός) και το μόνο που στ' αλήθεια πασχίζω κατάπως με 'μαθαν ετούτοι οι δάσκαλοί είναι να προσπαθώ ελεύθερα να στοχάζομαι μέσα σε ένα κόσμο και μια πατρίδα που έτσι που όπως τα καταντήσατε, μια σκέψη ελεύθερη είναι το πιό δύσκολο ο απλός συμπατριώτης σας να την τολμάει. Γιατί αυτή η σκέψη είναι, κατά την αφελέστατη ενδεχομένως δική μου βούληση, και η μόνη ουσιαστικά πολιτική σκέψη.

Αυτό το πλιατσικολογείν σας όμως με τα δικά μου όνειρα, λεβέντες, αντάρτες, τραμπούκοι, δε σας το συγχωράω. Απόψε πάλι τα καταφέρατε και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κι όσο για τον ύπνο, ούτε που με νοιάζει, χέστηκα. Τα όνειρά που με περιμένουν σα νέο παιδί κι εμένα όμως είναι που λυπάμαι. Εσείς φυσικά τώρα λουφάξατε, ανέμελα κοιμάστε... Δεν πειράζει, όνειρα γλυκά... Κάποια μέρα το rest in peace ίσως αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι... Κοιμηθείτε εσείς τώρα λοιπόν την πλάνη σας, την παραχορτασμένη ερωμένη, ένας τη ρεμούλα του, ο άλλος τη μολότωφ. Όσο για μένα ο Παράδεισος που δεν έζησα κάπου περιμένει... εδώ κοντά... Επιβίβαση: πεζόδρομος Τζαβέλλα... Να το θυμάστε...

Η ανάρτηση αυτή αφιερώνεται στη μνήμη του δεκαπεντάχρονου Αλέξη στην συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του οποίου στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών φοβήθηκα απόψε να πάω.

Sunday, December 07, 2008

Live your (tragic) myth in Greece (of course)


Απόψε επί μιά ώρα και μισή πίστεψα ότι μπορεί επιτέλους να τα κατάφερα και να ζω σε μια άλλη πατρίδα. Μια χώρα κατάμεστη, έστω με κρεπαρισμένο μαλλί και κραγιοναρισμένα χείλια, που ψάχνει, ενδιαφέρεται και νοιάζεται να βρει τί σημαίνει ταυτόχρονα παγκόσμιο και Ελλάδα. Με τη διαύγεια που κατάφερνε κάποτε, άλλοτε, χωρίς μεγαλοστομία, μέσα από κάτι μύθους ξεπερασμένους, ξεχασμένους πιά, που στάζουν όμως ακόμα αίμα στ' αλήθεια. Σε θέατρο της Παλλάδος που κυβερνά με του Απόλλωνα το φως συγκυβερνήτη. Τόσα εγκλήματα κι ένας νεκρός δεν βρέθηκε ποτέ στου κόσμου τη σκηνή ετούτη. Στην αυλαία κι όλοι στη σειρά. Χειροκρότημα. Μία στάλα θεία δικαιοσύνη...

Κι όμως, μια ώρα και μισή μόλις μετά στην οθόνη εντελώς φυσικά η είδηση: ένα μόλις δεκαπεντάχρονο αγόρι σκοτωμένο. Στο ψαχνό και στη μέση του δρόμου. Εξαρχεία. Αθήνα μιλάμε. Πρωτεύουσα ευρωπαϊκή. Κούνια που μας κούναγε, νεκροκρέβατο που μας κουνάει. Κι έτσι απότομα κατάλαβα ο ονειρικός, ο αφελής ότι δε ζω παρά στην ίδια πεντάμορφη που μπορεί να γίνει και τέρας πατρίδα που λίγο πριν η παράσταση η υπέροχη με έκανε την τερατώδικη φύση της να έχω ξεχάσει.

Προβάλλει τελικά το ίδιο κακοπαιγμένο εργάκι, το φρικαλέο, ο σινεμάς απόψε. Ξέφραγοι μπάτσοι μέσα στην πόλη κυνηγάνε ένα παιδί, τα κατάφεραν, εν ψυχρώ το σκότωσαν και η κυβέρνηση δεν μπορεί ούτε ένα δεκαπεντάχρονο να υπερασπίσει. Η όποια κυβέρνηση. Βλέπεις, σε αυτή την πατρίδα δεν υπάρχουν και πολλές, φρουρούν οι μεν τους δε και σκοτώνουν αθώα παιδάκια... Και δεν έχει καν θάρρος σύσσωμη μιά τέτοια κυβέρνηση να παραιτηθεί. Σε πόση αφέλεια κατάντησε η πόλη σου, Παλλάδα...

Σκοτείνιασε. Πού πήγε και του Απόλλωνα το φως; Απόλλωνας: θεός έφηβος σε μια χώρα υπέργηρη που χάσκει. Άλλος ένας άγιος κι άλλη μια ανάληψη λοιπόν... Του αγοριού που στάθηκε απέναντι στον γνωστό άγνωστο μπάτσο... Πάρε μια γεύση κι από ανθρώπινη δικαιοσύνη... Νεοελλήνων βεβαίως βεβαίως....

Α, και κάτι ακόμα, συμπέρασμα πες απόψε από την περιδιάβαση σ' αυτή τη μικρούλα, θρασύδειλη, κουτοπόνηρη Ελλαδίτσα... Μεταξύ μας -μην ακουστώ και παραέξω και "εξοστρακιστεί" καμιά φιλόστοργη σφαίρα και κατά δώ μεριά- η Μήδεια είναι πιό ακίνδυνη τελικά μητέρα... Κι εγώ θα ήθελα, αν γινόταν έστω για απόψε, έστω για μια φορά, να κατάγομαι απ' την Κολχίδα.

Friday, December 05, 2008

Παρένθεση


Και θα τελειώσουν όλα ξαφνικά
όσο ξαφνικά έχουνε ξεκινήσει
κι ανάμεσά τους το κενό
και τα όνειρα
και η ελπίδα
κι οι σκέψεις
κι η θλίψη
και τα δάκρυα
κι η αντιπάθεια
κι ο καυγάς
και ο θυμός
και το μίσος
και το χαμόγελο
και το γέλιο
κι οι φίλοι
και τα φιλιά
και το γλέντι
κι ο έρωτας
κι η αγάπη
κι ο φόβος
κι ο καημός
και το κρασί
κι η θάλασσα γιατί δεν μπορείς ποτέ να την εξαντλήσεις
κι οι Λαιστρυγόνες
και οι Κύκλωπες
ακόμα και οι Ιθάκες
και όσα κουβάλησες και κουβανείς μες το μυαλό την καρδιά και την ψυχή σου
γιατί η παρένθεση είναι ο προορισμός
προσοχή λοιπόν στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας

Wednesday, December 03, 2008

Unbreakable


Άλλη μια μέρα κοιτάζω πώς θα κοιτάξω πραγματικά και φεύγω ταξίδι από την πραγματικότητα μακρυά γιατί αλήθεια δεν έχουν τα πράγματα εδώ αλλά τα πράγματα αυτά που από εδώ θα μπορέσουν να έρθουν εκεί μαζί μου, οι στιγμές, τ' απομεινάρια μιας μέρας που επιτέλους θ' αλλάξει χρήση μέσα από τα μάτια μου και θα γίνει στ' αλήθεια όπως μπορεί να γίνει. Γιατί η αλήθεια υπάρχει μόνο πέρα από την αλήθεια μας. Ναι, εντάξει, η πραγματικότητα είναι όντως αντικειμενική. Το ζήτημα είναι τί κάνεις άπαξ και το αντικειμενικά πραγματικό το καταλάβεις.

Θέλω να πω, για να γίνω πιό ξεκάθαρος, μια πέτρα δεν είναι μόνο μια πέτρα ή δε με ενδιαφέρει τέλοσπάντων να είναι μια πέτρα μοναχά. Μια πέτρα με ενδιαφέρει γιατί είναι ένα βότσαλο, ένα βότσαλο που θυμίζει την πρώτη μου αγάπη, την αλμυρή, ένα καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα, το κύμα που ήσουν πλάι μου και δε μ' ένοιαξε που η θάλασσα φούσκωσε και πήρε μέσα της όλα τα υπάρχοντά μας γιατί εγώ κρατούσα την πέτρα σου και γελούσα που σε έβλεπα να τσαλαβουτάς για να περισώσεις πέντε χρήσιμα μεν, άχρηστα δε πράγματα και δε με νοιάζει που σ' έχασα κι εσένα μετά και δε με νοιάζει που έγινες θάλασσα μετά κι εσύ και πήρες μέσα σου όλα τα πραγματά μου γιατί εγώ κράτησα το βότσαλο και δε με νοιάζει που τώρα το βότσαλο έγινε πέτρα, μολύβι, ψαλίδι, χαρτί ή ό,τι άλλο μπορεί πιά και να' σαι. Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογυαλιά, αν με πίστευες λιγάκι, όνειρο δε θα 'ταν πια...

Όπως όμως με την πέτρα, έτσι και με τα φαινόμενα, έτσι και με τα γεγονότα τα αντικειμενικώς πραγματικά, γυρεύω μια υποκειμενική ερμηνεία, τί τα προκάλεσε και πού και πώς θα πάω μαζί τους παρακάτω. Δεν είναι τόσο εύκολη η διαδικασία αυτή, καλού κακού κρατάω μικρό καλάθι: κάθε μέρα λέω να κάνω καινούργια αρχή κι όλο στη μέση κι όλο στη γαμημένη μέση το φτάνω -τυχαία η παρήχηση του μι, δε νομίζω. "ΜΜΜΜ, ωραία φέτα" μμμμου 'ρχεται η ατάκα στο μυαλό. Και δε με πειράζει τίποτα πιό πολύ όσο αυτός ο εθισμός και η ακινησία στο καθημερινό και στο μεσαίο τελευταία. Στο μέτριο. Που να ήταν γυάλινο με μια πέτρα να το σπάσω.

Να σημειωθεί ότι το πρώτο δέντρο για φέτος στολίστηκε. Στο σαλόνι βαθύτατα φιλικού σπιτιού. Και παρ'ολ' αυτά, τζίφος... Ψηλά στο βουνό μουσικές χαμένες...

Monday, December 01, 2008

I' m dreaming of...


Ξεκινάω να γράφω, πού θα βγάλει απόψε η νύχτα, ως πού θα πεταχτώ. Στα όνειρα. Ως εκεί που έχω αναφαίρετο δικαίωμα για ταξίδι. Χωρίς τρομοκράτες, χωρίς αεροπειρατές. Με άγνοια κινδύνου, ελεύθερες πτώσεις ακίνδυνες. Δεν πετάω στα σύννεφα. Έχω πάρει αγγελικό διαβατήριο για έκπτωση στο κρεβάτι το δικό μου απόψε.

Τα όνειρα είναι ρωγμές. Οι πληγές είναι όνειρα. Απόψε δεν είμαι εδώ, σε αυτή την πραγματικότητα, σε αυτή την αναπηρική καρέκλα, σε αυτή την καρέκλα την ηλεκτρική που μου χει ψήσει σαν το ψάρι τα χείλη και το κεφάλι σαν αυγό. Είμαι εκεί που πηγαίνουν τα όνειρα. Είμαι εκεί που φέρνουν οι λέξεις.

Και γράφω και διεκδικώ, και γράφω κι αδιαφορώ, και γράφω και ονειρεύομαι από εδώ και τώρα, από εδώ και μπρος, χωρίς να ξέρω που βγάζει αυτός ο λαβύρινθος, χωρίς να γνωρίζω τα όνειρα πώς ξυπνάνε. Αφήνομαι χωρίς σταματημό, δεν ελέγχω ούτε καν τύψεις, κατουριέμαι ελεύθερα από ταχύτητα και από φόβο -είναι το μόνο δικαίωμα που στο φόβο μου παραχωρώ, ακόμα κι όταν ονειρεύεσαι, φοβάσαι, δε σταματάει ποτέ ο φόβος-.

Και δεν ελέγχω καν τη διαδρομή, τί σημασία εξάλλου έχει να κοιτάζεις το δρόμο όταν οδηγείς πάντα κουτουρού, είναι σα να σημαδεύεις κάτι που δεν υπάρχει και είμαι απρόσεχτος οδηγός, δεν είμαι ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ, σημασία έχει μόνο που θέλεις να φτάσεις, σημασία δεν έχει καν μήπως δε φτάσεις εκεί σώος κι αβλαβής, σημασία έχει να φτάσεις εκεί με όλου του κόσμου τα σημάδια, στα όνειρα τρακάρεις πάντα πιό πολύ, στα όνειρα τραυματίζεσαι πιό θανάσιμα κι απ' όταν πεθαίνεις, κι όταν πεθαίνεις μόνο για τα όνειρα πεθαίνεις, τα όνειρα που θέλεις να βρεις σε άλλη πίστα. Αυτό είναι οι αρρώστιες οι αγιάτρευτες. Τα όνειρα που δε βρήκες.

Οι λέξεις που δε βρήκες έπειτα, καλύτερα για να πεις αυτό που σου συνέβη, αυτό που διεκδικείς να πάρεις, αυτό που είδες ότι παίρνεις στα όνειρα και τώρα το χάνεις, μια άλλη κτητικότητα που μόλις ξυπνήσεις τη χάνεις και τα χάνεις εντελώς.

Γι' αυτό κι εγώ έτσι όπως ξάφνιασα μέσα στη νύχτα και μέσα στα όνειρα αφέθηκα γλυκά στην εισροή των συνειρμών κι ας γράφω τώρα ένα κείμενο αλλοπρόσαλλο κι ας μη βγαίνει ουσία όταν θα διαβάσεις εσύ τί σόι είναι τα όνειρα τα δικά μου. Ξύπνησαν απόψε πιό φοβισμένα, κράτα αυτό. Δεν μπορώ να στο κανω πιό λιανά, το καταλαβαίνεις;

Σιγά μη χέστηκες, σιγά μη σε νοιάζει, σιγά μην παραφούσκωσες από την ευμάρεια των δικών μου ονείρων, σιγά μη σε τσαντίσε η ανέχεια των ονείρων που έχασα απόψε εγώ, σιγά μη σκοτίστηκες που ξύπνησα πάλι και τίποτα δε βρίσκω απ' τα όνειρα που έκανα.

Πρέπει να πολεμήσω για τα όνειρα γιατί είναι το τελευταίο προπύργιο της λίγης μου ανεξαρτησίας.

Λοιπόν, με συγχωρείτε, πρέπει να ονειρευτώ. Και πάλι καλή σας νύχτα.

Thursday, November 27, 2008

(Πρόωρο) Γράμμα στον Αη - Βασίλη


Αγαπημένε Άγιε,

Εντάξει... καλά, καλά... ωραία... έχεις δουλειές με φούντες αυτό τον καιρό, ξέρω. Όμως αυτό δεν είναι ακόμα ένα γράμμα μιας παρορμητικής διάθεσης για διέξοδο από την οικονομική παγκόσμια κρίση. Περιγράφει ένα άλλο καθεστώς, την κρίση στην καρδιά μας. Είμαι ένας δουλοπάροικος στο ακατόρθωτο... (ΨΨΨΨΨΨΨΨΨΨΨ) Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις έτσι στομφώδικα που έμαθα, γαμώτο μου -με όλο το θάρρος- να μιλάω. Κάπου όμως πρέπει να πηγαίνει κι αυτό το έκληθρο που φαίνεται να μη βγάζει πουθενά ενδεχομένως.

Προς το παρόν μόνο θυμός. Υπήρξα φέτος το παραδέχομαι πολύ αστόχαστο παιδάκι. Το πρόβλημα; Η στένωση της καρδιάς μας. Η κεντρική αρτηρία βουλωμένη από τη θλίψη. Μπούκωσαν όλα. Μπούκωσε κι η καρδιά. Το μυαλό προ πολλού σΥ- χαμένο. Μπούχτισε κι αυτό. Ένα μυαλό χειμώνα - καλοκαίρι είναι, τί να σου κάνει; Δεν αποδίδει την προσήκουσα σημασία πιά στα γεγονότα. Ούτε όμως και την καρδιά χορταίνει στα όνειρα να της απαντούν μονίμως και μονάχα με σκέψεις... Θέλει και την απτή πραγματικότητα των ονείρων η καρδιά πότε - πότε.

Και είναι αναρχία η σκέψη των ονείρων μας, άγιε. Κι απέναντι η διάθεση μας μονίμως συγκεντρωτικό καθεστώς. Στη μέση εγώ θυμωμένος μπάτσος απέναντι στον εαυτό μου επαναστάτη. Κουράστηκα... Η καρδιά αν μπορούσε να σκεφτεί θα σταματούσε, ανεπιτυχώς προσπαθεί να με πείσει ο Πεσσόα, τον ξέρεις;... Εκεί πάνω δεξιά σε αυτήν εδώ τη σελίδα, βλέπεις; Το 'κανα για να μη μου ξεφύγει και προμετωπίδα. Όμως μάταια... Νομίζω ότι σου γράφω για την καρδιά, και πάλι, όπως βλέπεις, σκέφτομαι. Μάταια...

Έτσι μάταια και το 2008 λίγο ακόμα γέρικα αργοσβήνει. Το κοιτάζω. Ασθενοφόρο για πάρτη του κάλεσα και προσπέρασε. Η σειρήνα στα μάτια μου λίγο ακόμα αναβοσβήνει. Απομακρύνεται το ασθενοφόρο, κλείνω τα μάτια μου, τα ξανανοίγω και είναι ακόμα 2008. Θέλω να φύγει πρόωρα. Γι' αυτό και πρόωρα σου γράφω αυτό το γράμμα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή αδιέξοδο. Σε σκοπιά με βρήκε. Κι ορίστε, ούτε ασθενοφόρο για πάρτη του δε σταμάτησε.

Είμαι τώρα, το ξέρω, αγιάτρευτα τραγελαγραφικός. Ένας "βαθυστόχαστος" ΕΜΟ. Μπροστά στα μάτια σου. Σε παρακαλώ μόνο αυτό: φέτος το έλκηθρο που θα περάσει σε ένα μήνα αν είναι εύκολο ας κοντοσταθεί κάπου που θα ζητήσω όχι μόνο για μενα αλλά για όλους μας.

Μικρά φωτάκια άρχισαν ν' ανάβουν δειλά δειλά δεξιά, αριστερά, τριγύρω. Μπροστά στα μάτια μου. Μάταια τα μάτια μου τα κοιτάζουν. Κάποτε, ξέρεις, άγιε, έβρισκα μια παρηγοριά μέσα σε όλα αυτά. Κάποτε το "έρχονται και Χριστούγεννα" γινόταν η εποχιακή προμετωπίδα. Κάποτε έψαχνα κόκκινες μπάλες για το δέντρο μου. Και πίστευα. Ποτέ δε σταμάτησα να πιστεύω σε Σένα. Ήταν σα να πίστευα και μέσα Μου. Και πέρσι στη σκοπιά την ώρα που άλλαζε ο χρόνος πίστεψα σε πολύ όμορφα πράγματα, άγιε, χάρη σε σένα... Μα έγιναν αλλιώς, δεν πειράζει... έχουμε καιρό...

Τώρα το μόνο που ζητάω είναι μια ζεστή κόκκινη αχνιστή καρδιά μέσα στο κρύο -κι αυτό ακόμα δύσκολα μας παραχωρείται φέτος. Μπας και σταματήσει η προβολή αυτού του άχαρου έργου που παρακολουθούμε όλοι μας σε βουβό και ασπρόμαυρο κινηματογράφο. Να το πω και χριστιανικά μήπως γίνω και πιό σαφής από τί πάσχω... Καρδίαν καθαράν κτίσον εν ημιν ο θεός και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις ημων...

Με την βέβαιη πίστη ότι υπάρχεις,

Αντώνης

Υ. Γ Ελπίζω τα δικά σου έλκηθρα τουλάχιστον να μην πέσουν φέτος έξω...

Saturday, November 22, 2008

Δευτερόλεπτα



Κάπου βραδιάζει. Και το αξημέρωτο κοιτάζω ρολόι. Δε γνωρίζω ωροδείκτες ή λεπτοδείκτες. Μετρονόμους. Δείχνουν πάντα αδιέξοδο. Κάθε ώρα εκεί μέσα η στιγμή τα καταφέρνει. Περνάει. Τί σημασία έχει να δειξουν αυτά τα κέρατα τί ώρα επακριβώς θα αποπειραθεί μια τελευταία έξοδος κινδύνου απόψε; Πάω πάντα κόντρα σε επιδειξιομανείς με τέτοιες αξιώσεις. Περισσότερο από όλους εκείνα τα νευρόσπαστα: οι πιό ευκίνητες μαριονέττες, όπως καταμετρούν τα δευτερόλεπτα, βγάζουν άσκοπα, σκάρτα τα άνευρα μέλη του σώματος καθώς ξαπλώνει. Ποιό ρεύμα οδηγεί; Σε ποιόν ύπνο παραδίδεις κι απόψε το πνεύμα; Ένας περίεργος μηχανισμός ρολογιού. Πώς λειτουργεί η νύχτα. Κι ο ύπνος. Καμιά ώρα θα τη βγάλω αυτή τη μπαταρία. Να γίνει κάποτε η νύχτα πραγματικά δικιά μου. Κι ο ύπνος. Ξεφεύγω πάντα από την ημέρα, αλλά τη νύχτα... Είμαι πάντα εδώ. Θ' αρπάξει κι απόψε ό,τι προλάβει. Το κέλυφος. Το καβούκι. Επί φυλακής και προστασίας. Μέσα εδώ όλα ένα γίνονται. Ράσο. Δεσμά. Έχω κλείσει την πόρτα στο δωμάτιο. Έχω κλείσει και το φως. Είμαι μέσα σε ακυβέρνητο σκοτάδι. Στο δωμάτιο. Ξαπλωμένος στο χειμαζόμενο κρεβάτι. Ντυμένος το φουσκωμένο πάπλωμα. Κοιτάζω πουθενά. Στο δωμάτιο. Μόνο αυτό εδώ το φωσφορούχο ρολόι αντέχει ακόμα στην πλευρά που πλαγιάζω. Το κόκκινο μικρό φωτάκι της τηλεόρασης στο power απενεργοποιημένο. Περιμένω. Στο δωμάτιο. Τον κλέφτη. Την ώρα.

Monday, November 17, 2008

Εκ του ανεσπέρου φωτός



Διαβάζω σήμερα ξημερώματα παρασκευής για μια βροχή μεγάλη απολέλυσαι της ασθενείας σου. Ποίημα γραμμένο μες το φθινόπωρο του 1953 του Νίκου Καρούζου. Μια προσευχή. Και σκέφτομαι αυτό είναι η ζωή που ζούμε ή μήπως η χώρα που ονειρευόμαστε να φτάσουμε κάποτε. Ποιό απ΄τα δυο, επίμονα κι εσύ με ρωτάς. Το ακαθόριστο ανάμεσα στα δυο είναι η απάντηση σου λέω...

Τί χρώμα έχει εκείνη εκεί η θάλασσα; Τα σύννεφα; Θα αγγίξουνε κάποτε επιτέλους και πού τα νερά τον ορίζοντα; Πώς θα' ναι τα στερεώματα; Πετρώματα; Και με τα ξημερώματα τί σχέση αλήθεια θα έχουν; Ο αέρας θα χάσει την υφή του αν τον γεμίσουνε τ' αστέρια;

Ένα ταξίδι χωρίς προπαρασκευή ιδιαίτερη, προσήλωση κι αρματωσιά για τον πλανήτη των διαστημοπλοίων αρχίζει μες το τρένο. Κι ωστόσο, ούτε καν ανάσταση για το μικρό το δαχτυλάκι απ' τη σελίδα με το ποίημα. Είμαι στοιβασμένος μέσα στο πλήθος σε ένα βαγόνι και χωμένο έχω το κεφάλι μου στο βιβλίο που διαβάζω.

Ωστόσο, μια έγερση πατά γερά στην πραγματικότητα αυτή κι αυτοσυστήνεται ως μόνη λογική μου τρέλα και πλάνη. Ο μικρός πρίγκιπας -καλώ και ένα πρόσωπο ενός άλλου συρμού, απ' το μύθο-, ο μονογενής ομογενής -για να τον απομυθοποιήσω- κυνήγησε ζωή για να φτάσει το δικό μου μικρό κόσμο. Έναν κομήτη. Με δίχτυ. Έπιασε. Κι ύστερα πάλι πίσω. Για ένα και μόνο τριαντάφυλλο. Η σκέψη μου.

Κι ένας παράλληλος ταυτόχρονα στοχασμός, αυθαίρετος και πάλι: απόηχος σήμερα μιάς άλλης εξέγερσης. Όχι η σκέψη μου. Το Πολυτεχνείο. Και να το σύνθημα: "σας μιλά ο σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων¨. Και να ο "ανέσπερος Έλληνας" - στο βιβλίο πάλι μέσα κοιτάζω ένα στίχο του ποιητή για τον πεζογράφο. Τον ακέραιο κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Κλείνει η παρένθεση. Υποσημείωση: στόχος δεν είναι το ελληνικό. Στόχος είναι το ανέσπερον. Καταχώρηση: θέσφατον της ημέρας. Θέσφατον εν γένει.

Δεν μου αρέσουν οι νοσταλγίες μου. Ούτε τα ηθικοπλαστικά των επετείων. Διδακτισμός. Μόνο που να, καμιά φορά αυτό που μπερδεύω τις λέξεις με τα γεγονότα ίσως να είναι και η πραγματική μνήμη μου. Το κολάζ, το μοντάζ, το ντεκουπάζ μέσα στο μυαλό μου. Γνώση ατόφια. Απροετοίμαστη. Γιατί ο χρόνος είναι το νερό και τα συμβάντα πέτρες. Που αναταράζουνε τη λίμνη. Και την πραγματικότητα. Μέσα σε ένα τρένο. Γυρίζοντας σπίτι μου. Όμως, αλήθεια, πού μένω;

Νίκος Καρούζος, Η τελευταία συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Αν. Θεμελή, εκδόσεις ύψιλον

Wednesday, November 12, 2008

Πορνογραφία



Λοιπόν το πήρα απόφαση. Επειδή κάθομαι και διαβάζω και διαβάζω και διαβάζω και στο τέλος ούτε που θυμάμαι τίποτα, για κάθετι που θα διαβάζω από δω κι εμπρός ίσως είναι χρήσιμο να κάνω κι ένα μικρό ή και μεγάλο ποστάκι όπου θα εκθέτω -βαθυστόχαστα πάντα- μερικές πρόχειρες και άμεσες σκέψεις σε σχέση με αυτό που διάβασα μόλις προσφάτως. Θες πές το μικρή σοφία που απεκόμησα, θες πες το το μυαλό μου και μια λίρα.

Η μικρή μου πείρα με κάνει να πιστέυω ότι υπάρχουν δύο είδη άνθρωποι: αυτοί που καταλήγουν σε συμπεράσματα και απόψεις για τη ζωή επειδή ρίχνονται γενναία και πολύ πρακτικά στις εμπειρίες και το προσωπικό τους βίωμα οπότε παίρνουν ζεστές απαντήσεις στα καυτά ερωτήματα, και εκείνοι που παιδεύονται -ενδεχομένως και ολίγον χαϊδεύονται- να βρουν μια βαθύτερη -και καλά- αλήθεια που θεωρητικά δεν μπορεί να αποκαλύψει η καθημερινή πρακτική ζωή γιατί δεν δίνει τη μεγάλη απάντηση που κρύβεται στα βιβλία ή τελοσπάντων σε ειδικές περιστάσεις και συνθήκες που ευνοούν του κρυφού και κρυμμένου μυστικού την απρόσκοπτη επώαση. Ξαναζεσταμένο τουτέστιν πότε πότε φαγάκι.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξεύρω αν το περιγράφω πολύ καλά γιατί όπως είναι φυσικό -ή και έτσι πρόχειρα ειπωμένο- προσωπικά δεν ανήκω ούτε στη μία ούτε στην άλλη κατηγορία. Κοινώς δεν είμαι ούτε τόσο γενναίος, ούτε -θέλω να πιστεύω- τόσο δήθεν. Απλώς τις περισσότερες φορές κάθομαι και διαβάζω ο,τιδήποτε σπρωγμένος, πέρα από μια προδιάθεση αισθητική, και από μιάν ανάγκη να δω και μια άλλη οπτική που δεν έχω συνεξετάσει στην "πρακτική "-και στο burda, μη σου πω- της ζωής μου. Με βάση, γνώμονα, πυξίδα και οδηγό τη ζωή κάποιου τρίτου που περιγράφει ένα βιβλίο. Έτσι δηλαδή, μπας και μάθω πλέξιμο, γιατί από μπλέξιμο σε τούτη τη ζωή άλλο τίποτα.

Τις περισσότερες φορές πάντως μεγαλοπρεπέστατα και ηττοπαθέστατα καταλήγω να βγάζω το καπέλο σε αυτούς που απλά δοκίμασαν, έκαναν το σκατό τους παξιμαδάκι και πήραν το δισάκι τους στο δρόμο για το δρόμο για το δρόμο χωρίς τα δικά μου προσχήματα, τους ακκισμούς και τις λοβιτούρες. Σαν πραγματικοί ήρωες στο χαρτί και όχι σαν θρασύδειλοι αναγνώστες ηδονοβλεψίες των περιπετειών αληθινών ηρώων. Οπότε, τώρα που το ξανασκέφτομαι ίσως και να είμαι αρκούντως δήθεν τελικά, δεν ξέρω. Το σιγουράκι πάντως είναι ότι γενναίος δεν υπήρξα, δεν είμαι και μάλλον δε θα γίνω ποτέ. Στην καλύτερη θεωρώ ότι κάπου μέσα στο τσουβαλάκι μου συσσωρεύω δώρα που αποθηκεύονται και μαζεύονται για ένα βράδυ τρελής Πρωτοχρονιάς που επιτέλους εγώ θα γίνω το παιδί, εγώ κι ο Αη Βασίλης.

Είπα πιό πάνω τους αναγνώστες ηδονοβλεψίες και λέω ότι αυτός ο χαρακτηρισμός είναι άμεσα σχετικός με το βιβλίο που πρόσφατα διάβασα, για να έρθουμε και στο προκείμενο. Η Πορνογραφία του Βιτολντ Γκομπροβιτς. Χωρίς να πω πολλά πολλά -έχω ήδη φλυαρήσει, να δω ποιός θα διαβάζει- είναι έκδηλη από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου μια πρωτογενής -με την έννοια του πρωτόγονου- δύναμη που ψάχνει απεγνωσμένα για αλήθεια. Το πρωτότυπο είναι ότι αυτή η αναζήτηση δεν γίνεται ευτυχώς με όρους ψυχαναλυτικής ή έστω ηθικής τάξης. Οι ήρωες εδώ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αντί- ήρωες γιατί δεν εκδηλώνουν καθόλου συμπεριφορές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραδείγματα προς μίμησιν, αντιθέτως έχουν προμετωπίδα την άποψη ότι αν ο άνθρωπος είναι εκ γενετής κακός, οφείλει να ζήσει μέχρι το μεδούλι την κακότητα της φύσης του.

Το κίνητρο της φθοράς και της διαφθοράς εδώ προβάλλει να είναι μια αξία που η ηθική συνήθως δεν διαλέγει να προτάξει. Τα νιάτα και η ομορφιά. Όχι με την έννοια που έχει θεοποιήσει αυτά τα δυό ο σύγχρονος δυτικός "πλαστικοποημένος" πολιτισμός της διαφήμισης και του μπότοξ ωστόσο, αλλά με την έννοια της αδιόρατης -γιατί, όχι- και ¨παρθένας" έλξης που έχουν τη δύναμη να ασκούν τα ίδια τα ανθρώπινα κορμιά, ένας νέος σε μια νέα, η νέα με τη σειρά της στο νέο, αλλά και οι νέοι μαζί στο γεροντότερο με έναν τρόπο που μάλλον σήμερα έχουμε ξεχάσει (όρα και βίντεο άνωθεν για την επιβεβαίωση).

Έτσι αυτό που έχει σημασία τελικά είναι, πέρα από τα πρόσωπα και τις υποθέσεις, τις συνθήκες και τις πράξεις, να γίνει κατανοητός ο τρόπος που η νεότερη γενιά παραδίδεται συνειδητά στη γηραιότερη, ο τρόπος που η γηραιότερη γενιά θέλγεται από την ομορφιά της νεότερης και πώς η νεότερη κι ¨αθώα¨τελικά ενδίδει να πλανιέται και να πλανεύεται μέσα σε ένα κόσμο διαμορφωμένο από ¨αμαρτωλούς¨μεγάλους. Όλα αυτά, πιστέψτε με, χωρίς ούτε ένα άγγιγμα σχεδόν του χεριού σε ένα έργο με τίτλο Η Πορνογραφία και μια Πολωνία υπό Γερμανική κατοχή.

Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Η Πορνογραφία, μετ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδόσεις Νεφέλη

Sunday, November 09, 2008

Our time is running out



Ούτε τη σκέψη δεν μπορώ να συμμαζέψω να γράψω δυό γράμματα. Τα μάτια κλείνουν. Δεν κοιμάμαι. Μήπως είναι κι η μόνη προαίρεση που της πηγαίνω κόντρα;

Είπα κάτι να γράψω. Μεγαλεπίβολο, βαθυστόχαστο, από αυτά που συνηθίζω. Τα δήθεν βαρύνουσας σημασίας κι υπαρξιακού αδιεξόδου. Ύστερα, αφού χαμογέλασα με αυτό που μόλις τώρα και πιό πανω είπα ή έγραψα, τρομάρα μου, σκέφτηκα, ούτε η συνήθεια είναι που ενοχλεί ούτε το ασυνήθιστο που τη συνήθεια ιντριγκάρει. Αρκούντως βαρύγδουπο και δαύτο.

Τότε ακαθόριστα, όπως πάντοτε, ήρθε στο στόμα - όχι στο νου- μια φράση: "Κι όσο για μένα αυτά... ενεστώς διαρκείας. Ανέπαφος. Εδώ και τώρα". Δεν βούτηξα τη γλώσσα στο μυαλό, όπως πάντοτε, και μόλις κιόλας την ξεστομίζω. Αστόχαστα. Εδώ και τώρα. Μπορεί να μην πολυκαταλαβαίνεις. Δεν καταφέρνω κι εγώ καλά να επεξηγώ, μην το ψάχνεις.

Το θέμα είναι η σχέση του τώρα με το τώρα. Τα παράλληλα χρονικά επίπεδα. Και η σύγχρονη έννοια της ηρωνίας. Μια καινούργια λέξη εδώ και να, τώρα μπροστά σου ολοκαίνουργιος ήρω(ν)ας. Γιατί ίσως στις μέρες μας η αληθινή αρετή και το αληθινό ναρκωτικό είναι αυτή η υπερπροσπάθεια για επαφή με τον υπερπέραν πραγματικό χρόνο. Όνειρα να έχουμε μεν, πώς να τα υλοποιούμε παράλληλα όμως είναι το θέμα.

Γιατί ο χρόνος είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα που τρέχει ερήμην της βουλής, της απόφασής και της θελήσεως μας, όμως ο χρόνος την ίδια στιγμή είναι και μια άλλη πραγματικότητα που ζητάει παράλληλα και αόριστα και τη γενική κτητική και τη γενική, μη σου πω, υποκειμενική μας, μπας και σταματήσουμε επιτέλους κάποτε γενικά κι αόριστα να τρέχουμε ξοπίσω μερικά από την ογλήγορη άμαξα παρασητεμένα, αχρηστευμένα, λαχανιασμένα παιδαρέλια.

Το βασανιστήριο με τον άτυχο και καβάλα παν στην εκκλησία, καβάλα προσκυνάνε. Θα γυρίσει κι ο τροχός, θα γαμήσει και ο φτωχός. Αλητάκι, μπατηράκι μες τους δρόμους τριγυρνώ και πλείστες όσες κωμωδιογραφικαί της καταστάσεως εκφράσεις. Εδώ το άλογο, εδώ και το χαλινάρι, για να μιλήσω σε μια γλώσσα που φαίνεται πιό θέσφατη, αν εκούρασε η παροιμιώδης.

Κάποιοι λένε πώς είμαστε μια γενιά ανυπόμονη. Εγώ νομίζω ότι για τους περισσότερους εξ ημών είμεθα μια γενιά χαμένη. Βεβαίως βλέπω διάφορους ομήλικους και ομότεχνους να χουνε πιάσει το χρεμετίζον πουλάρι από τα γκέμια και να πηγαίνουνε κατά πως λέμε γαμιώντας. Μακάριοι. Μόνοι. Πρωταγωνιστές. Οι επιβραβευθέντες. Μαγκιά τους... Η μαγκιά - μεταπασοκική αντιμετώπιση του θέματος και εσχάτως και επιχρωματισμένη γαλάζια. Σε δυό τρία σήριαλ... σκανδαλοθηρικά. Σε δυό τρεις παραστάσεις... νίκης. Σε εθνικά θέατρα... σκιών τέως αγαπημένα...

Πάντως εδώ στα απομονωμένα, στα περασμένα - ξεχασμένα, στα αζήτητα και όρθρου βαθέως μετόπισθεν, διαβάζω για να παρηγορηθώ στου Σοφοκλή την Ηλέκτρα: "Ήλαυνε δ' έσχατος μεν, υστέρας έχων πώλους Ορέστης, τωι τελει πίστιν φέρων" και λίγο παρακάτω : "του δε πίπτοντος πέδωι πωλοι διεσπάρησαν ες μέσον δρόμον". Όλα αυτά σε πολυτονικό σύστημα με όλα τα πετσοκομμένα πνεύματα και του ρόγχου της σακατεμένης ελληνικής τις ασθμαίνουσες ανάσες. (Πείτε στους ηθοποιούς να φτύνετε τα λόγια σας...)

Κι ο λόγος του ψευδόμενου παιδαγωγού τελειώνει: "Αυτά που ακούς. Και μόνο που στα λέω πόνεσα. Για κείνους που τα ζουν, για μένα τον ίδιο, συμφορά πιό μεγάλη δεν είδα". Πάντως σκέφτομαι πάλι καλά που εσπούδασα για να χω εμπεριστατωμένη με λόγια τρίτου και μάλιστα Σοφόκλειου παιδαγωγού την παρηγοριά μου... Αρετή που συνεκτιμάται αναμφίβολα και στο όλον βιογραφικό μου τόσον καιρό που ψάχνω εργασίαν...

Υ.Γ. Για την μεταφορά από τα αρχαία ελληνικά ευθύνεται ένα ακόμα από τα άχρηστα ταλέντα...
Υ.Γ.2 Το τραγουδάκι εσχάτως πλην όμως εντόνως εισήλθε στην μόνη οικία που διατηρώ με τα κολλήματά μου...

Wednesday, November 05, 2008

Χτες ακόμα το' χα...



Θέλω να καθήσω να γράψω και να έρθουν τα λόγια μόνα τους. Θέλω να καθήσω να παίξω έναν ολόκληρο αυτοσχεδιασμό με λόγια δικά μου. Μια παρλάτα θέλω έστω θρασύδειλη. Να γεμίσω σελίδες από όλα τα λόγια και επιτέλους ασύστολα να μιλήσω. Να περιγράψω αισθήματα, σκέψεις, να λέω κάθε μικρή στιγμούλα αυτό κι εκείνο και το άλλο και το αποτέτοιο μου. Μόλις πέρασε το μυαλό και την αίσθηση και παρήλθε, μέσα μου θάφτηκε, χωρίς να γίνει φωνούλα -σιγά μη γίνει κραυγή μου.

Τα έχασα. Αυτή η σκέψη κιόλας δεν θα ξανάρθει ποτέ. Και εγώ δεν θα μπόρεσω πάλι να το εκφράσω. Όχι για να το πω. Τουλάχιστον με την τρέχουσα έννοια του όρου. Μιλάμε, αλλά δε μάθαμε ποτέ πώς να μιλάμε ή μάλλον κάποιοι μάθαμε πολύ καλά, πολύ ευγενικά, πολύ αθώα. Μόνο για να θυμάμαι θα ήθελα να εκφραστώ. Σαν τελευταίες ανάσες να γίνουν οι λέξεις κι η άθλια φωνή μου. Πάντα όμως το ξεχνώ.

Όχι δεν είναι ότι ξεχνώ. Είναι ότι είμαι ανέκφραστος πάντα. Πάντοτε λέω να πω κι αυτό κι εκείνο. Όμως δεν βρίσκω τον κατάλληλο τρόπο. Και έτσι δεν μιλάω. Κι όταν πάλι λέω θα μιλήσω, ώσπου να το βρω, το ξεχνάω. Η είναι κι οι φορές που είμαι κάπως θεατράλε και υπερβολικός. Αποτυχία κι αυτό, τρομάρα ψυχή μου. Στην καλύτερη για να λέμε και του μουγγού του δίκιο λέω πάλι τα ίδια και τα ίδια. Τα ανέκφραστα.

Και θέλω έτσι να ξεδιπλώνονται όλα, να τα βγάζω όλα από μέσα μου, σαν την Κλεοπάτρα που ξετυλίγεται μέσα από το χαλί της έτσι να ξεδιπλώνεται η γλώσσα μου θέλω, κι αυτό το πράγμα να ξεκουράζει, να γίνεται πιό αντικειμενικό αυτό που με αφορά, να παίρνει τέλοσπάντων ένα σχήμα κι εγώ να μπορώ κάπως να ανατρέξω σε αυτό, να πω κοίτα, τί σκέφτηκα, κοίτα πώς το ξεστόμισα και να το αναγνωρίσω. Για να το αναγνωρίσει και ο τρίτος που δεν αρκείται στην ευγένεια και θέλει αποδείξεις ή κύρος. Για να πειστεί ότι δεν είμαι το γλυκανάλατο αγοράκι που νόμισε στην επιφυλακτική μου καλημέρα.

Όχι, δεν τα θέλω όλα αυτά για να πετύχω την έπαρση. Ζήτημα επιβίωσης είναι. Να μπορέσω να πάρω αμπάριζα τελικά να εφαρμόσω το ακατόρθωτο και να συμβεί το απίστευτο και όμως αληθινό να θέσω σε εφαρμογή την πολυπόθητη έκφρασή μου. Για να υπερασπιστώ το δίκιο μου. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται αφάνταστα περιττά ή εφηβικά ή ανόητα ή τρυφερά ή ρομαντικά ή εγωκεντρικά ή φίλαυτα ή δεν ξέρω τί στο διάλο άλλο, αλλά τα λέω γιατί κάπου το μπαλάκι μου το 'χασα... το σκέφτηκα... το νιώθω... το λέω... και κάπως πρέπει όλα αυτά να γίνουν η φωνή μου αφενός. Αφετέρου γιατί αισθάνομαι ότι αυτός είναι ο μονόδρομος που επιβάλλουν οι σύγχρονες απρόσωπες κοινωνικές σχέσεις.

Y. Γ. Λατρεύω αυτό το έργο, λατρέυω αυτή την ταινία, λατρεύω αυτούς τους ηθοποιούς, τις ερμηνείες, την εκφραστικότητά τους. Δεν θα τα καταφέρω ποτέ. Τα βλέπεις... ούτε την οργή μου δεν καταφέρνω να σου πω και να μιλήσω...

Monday, November 03, 2008

Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα



Σήριαλ που έβλεπα φανατικά. Λόγω της ημέρας. Περισσότερο θυμάμαι τον Ξενίδη από ένα παιδικό με παραμύθια της οικογένειας Σοφιανού. Δεν κατάφερα να βρω ωστόσο κάτι σχετικά. Αγαπημένη ατάκα από το συγκεκριμένο επεισόδιο:

Ρίκα Διαλυνά: Ε, και λοιπόν; Κορσέ στα γούστα μου θα σε βάλω;

Ζήτημα διαθέσεων


Δεν έχω πολλά να κάνω. Μπροστά στην οθόνη μου κάθομαι. Χάσκω. Το κενό με δυό λέξεις διαπερνώ. Διάτρητο κάνω το λευκό μπας και καταφέρω να δω πέρα απο άσφαιρες λέξεις. Πού είναι το ευθύβολο; Για να είμαι ειλικρινής ποτέ δεν βρήκα στόχο. Για να είμαι πιό ειλικρινής κάπου κάπου βρίσκω απόκριση, μα το' χω πάλι ξεχάσει. Κάθομαι, όλο και λιγότερο γράφω, όλο και λιγότερο παίζω, όλο περισσότερο μιλώ, όλο περισσότερο τραγουδώ, τραγουδώ μόνος στο δρόμο, παράφωνος, μου κόβουν το τραγούδι οι περαστικοί μου, τί κοιτάνε, παντού παραμιλώ, σκέφτομαι, "δε βαριέσαι", δε βαριέμαι απαντώ, μέσα μου, διαβάζω, ούτε καταλαβαίνω τί διαβάζω, σάμπως καταλαβαίνω τί τραγουδώ, γεμίζει η ζωή ενεργητικές και παθητικές διαθέσεις μου. Λένε ενεργώ και παθαίνω. Οι διαθέσεις μου. Κάποια στιγμή θα εξημερώσω τα τέρατα που περιγράφουν τις μακρυσμένες ενέργειες που παρακολουθούν τη ζωή μου.

Wednesday, October 29, 2008

Ingenuity



Όντως... μεγάλες προσδοκίες.

Όμως δεν είναι αυτό που πειράζει τελικά. Tην έλλειψη της ισορροπίας φοβάμαι. Την έλλειψη ευθυκρισίας τελικά στην οποία η όλη κατάσταση βαδίζει. Δεν ξέρω, δηλαδή ξέρω, αλλά δεν ξέρω επακριβώς, θέλω να πω νομίζω, ίσως και κάπως να μπορώ κάτι για κάτι συγκεκριμένο να πω, αλλά νομίζω τίποτα σημαντικό δε θα 'ναι. Να βάζει τα πράγματα και τη ζωή σε καινούργια θέση τέλοσπάντων κι όχι σε δρόμο χωρίς σκοπό. Συνεχίζω. Σ' ένα κόσμο από απόψεις ή στην καλύτερη σε έναν κόσμο από εμπεριστατωμένες θεωρίες. Τη δικιά σου. Τη δικιά μου. Και αυτουνού. Ωστόσο, κι αυτός ακόμα την είπε τη θεωρία του της σχετικότητας. Ποιός είναι η αυθεντία επομένως ανάμεταξύ μας;

Κάπου δε φτάνω. Όλο δρόμος. Μόνο συνεχίζω να προχωρώ. Βεβαιότητα είναι τελικά μόνο η απάτη. Άπαξ και κατέβηκες από την προσδοκία για τ' όνειρο το 'χασες το τραινάκι. Τρεχάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου, λέει ένας. Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, λέει άλλος. Όμως πού πας όταν πεθαίνουνε τα όνειρα? Τα όνειρα ή πραγματικότητα γίνονται ή πεθαίνουν. Να, τί χωρίζει ο δρόμος που μου δείχνεις να βαδίζω.

Θα σταματήσουμε κάποτε. Θα ήθελα κάποτε να σταματήσουμε. Να μιλάμε. Και μόνο θα νιώθουμε γιατί συμβαίνει αυτό κι εκείνο. Στη μέση οδό που οι σκέψεις κατέχουν την ψυχή. Και τα συναισθήματα τη σκέψη. Κι εκεί μόνο θα νιώσουμε και θα συνειδητοποιήσουμε. Δεν ξέρω με ποιά ακριβώς σειρά. Μπορεί δηλαδή και πρώτα να συνειδητοποιήσουμε και ύστερα να νιώθουμε. Για πάντα. Ή όσο κρατάει η στιγμή του πάντα. Πάντως νομίζω η λεπτή αυτή στιγμή κατά την οποία μέσα στον οργανισμό μας συμβαίνουν παράλληλα τούτα τα δύο πράγματα είναι η πιό ωραία στιγμή μας, η πιό ακριβή, η πιό σπάνια, η στιγμή που ζούμε. Το τώρα για το τώρα. Και για πάντα. Είναι απλό. Και δύσκολο. Κερδισμένο ούτε καν με ιδρώτα. Δεν ξέρω πώς. Το ένιωσα. Ακόμα κυνηγάω. Τη ζωή και τα όνειρα. Κι ως φαίνεται συνέχεια. Τη διαύγεια. Το γυαλί ντουνιά μου.

Υ.Γ: Μια μέρα μετά την επέτειο του "μεγάλου Όχι"...

Tuesday, October 21, 2008

Σφηνάκι από αδελφές Τατά



Το ανακάλυψα μόλις. Ναι, είναι η Μαρινέλλα και δίπλα η Βίκυ Μοσχολιού. Και στο τέλος προστίθεται και η Άννα Βίσση. Ααααααχ, πολύ το χάρηκα τώρα εγώ αυτό! Με αιφνιδίασε τόσο ευχάριστα!