Όχι δε θα γράψω λόγια παραφουσκωμένα και πολλά. Καλύτερα το βράδυ αυτό σιωπηλά να το περάσω. Έστειλα ένα άτσαλο μήνυμα εκεί που έπρεπε να παραδοθεί. Απόψε ήρθε μόνο του το ασθενοφόρο. Η ευγνωμοσύνη δεν έχει ήχο τελικά. Κι η σειρήνα είναι στην προσωπική μου δόνηση. Καληνύχτα.
Σήμερα κομμένταρα άτσαλα στα δαιμόνιά μου περίπου αυτό: "Δεν ξέρω αν υπάρχουν, δαιμόνιε και αγαπητέ, διαθλάσεις στον καθρέπτη χρόνο. Απόδειξη: καμία ηλικία στην ουσία δεν μας επιβεβαιώνει. Μονάχα κάτι προσωπεία βαριά -σχεδόν ιστορία μυθική- βοηθάνε λιγάκι να προσδιορίσουμε καμιά φορά την αντίγωνη (ατυχής προσωπικός νεολογισμός) πλευρά των εσόπτρων. Και μπορεί προς το τέλος ή ακόμα και πιό μετά να αποδειχτούμε Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Κλυταιμνήστρα, Ιππόλυτος... ποιός ξέρει;"
Το σουλούπωσα λίγο και το βάζω ανάρτηση, όχι για κανένα άλλο λόγο αλλά επειδή μου θύμισε την πρώτη ανάρτηση σε αυτόν εδώ τον χώρο -έχει διαστάσεις, προσμετράται σε μήκος, ύψος, πλάτος, εμβαδόν ένα μπλογκ; Πού εκτείνεται; Πόσο κρατάει;
Ήταν μετά την παράσταση της Αντιγόνης του Λευτέρη Βογιατζή. Είχα γυρίσει από την Επίδαυρο. Ξημερώματα φυσικά. Και άρχισα να γράφω.
Χριστέ μου, είμαι σχεδόν 3 ολόκληρα χρόνια μετά. Αυτό όντως με τρομάζει έτσι όσο απρόσωπα με έναν αραβικό αριθμό προσμετράται.
Υ.Γ. Το γιουτουμπάκι που μπορεί να φαίνεται και άσχετο, είναι εμμονή, πες το και ζωή να σαι μέσα και τότε θα καταλάβεις πόσο είναι εν τέλει κι αυτό σχετικό. Σε μια τέταρτη διάσταση πιά βεβαίως βεβαίως.
Χτες την είδα στη ζωή μου πρώτη φορά. Έχασκα από κάτω με ένα στόμα ορθάνοιχτο. Το κλεινα μη μπει μέσα μου η πεταλούδα Μπρένθις και με πνίξει. Την επόμενη κιόλας στιγμή την παρακαλούσα πίσω με φωνή απεγνωσμένη παιδιού απελπισμένου. Έλα, πλημμύρισέ με και πνίξε με, πεταλούδα Μπρένθις. Δάκρυζα και γελούσα στα μάτια μου και στο λαρύγγι. Είχα ξαφνικά μια ευκρίνεια τόση μέσα μου, τα αισθήματα και το σώμα μου σπαρταρούσε. Ταυτόχρονα. Και επιτέλους απόλυτα δικαιολογημένα. Μια πεταλούδα Μπρένθις. Για μια νύχτα. Ταυτόχρονα. Συντονισμός είναι: μέσα στο μυαλό έχω ένα σπασμένο πύργο ελέγχου και ένα ραντάρ μες την καρδιά. Το 'ξερα πάντα μα τώρα το' ζησα αλλιώς. Πονάει πιό βαθιά. Και μαζί όλο και πιό γλυκά πονάει. Ξεροκαταπίνω. Και δε θέλω να πω περισσότερα γιατί αυτή η νύχτα είναι δικιά της. Μόνο αυτό: χτες βράδυ ήταν σύμφωνα με το Φάουστ η Βαλπουργία νύχτα, νύχτα οργίων δηλαδή, νύχτα σπαρμένη μάγια και όσο περνούσε η ώρα ξημέρωνε Πρωτομαγιά.
Ναι, έχω πιεί άφθονο. Άφθονο τώρα... μη φανταστείς και κανένα γερό ποτήρι. Ξέρεις, δεν είμαι κανάς τύπος του πίνω αρκετά. Γράφω αντικαπνιστικά, ζω αποστειρωμένα. Ε, λοιπόν απόψε κατέρριψα όλους τους πιθανούς μύθους για την ανώδυνη περίπτωση που λέγεται ζωή μου. Με δυό τρία ποτηράκια λευκό κρασί έγινα κιόλας λιάρδα -να ένας λόγος που δεν πίνω: όταν θελήσω να πιώ, γίνομαι εύκολα κομμάτια. Με πέντ' έξι τσιγάρα πιό βαριά έκλεισε γρήγορα η άμαθη στο σέρτικο φωνή μου. Μπήκα στο ταξί, είπα -τρόπος του λέγειν πάντα- βραχνά: "πήγαινε με στο σπίτι". Το χνώτο μου μυρίζει αρκετά, κουβέντα δεν είπε ο ταξιτζής. Εκεί πηγαίνεις, εντάξει, με πήγε. Με έφερε δηλαδή εδώ κι εγώ δεν ξέρω πού είμαι, γιατί μπήκα μέσα εδώ και δεν ξέρω αν αυτό εδώ μέσα είναι σπίτι μου και θέλω πάλι έξω να βγω στο δρόμο, να ουρλιάξω "πήγαινε με, ρε μπάσταρδε, στο σπίτι" σου λέω και να κλάψω που δε φτάνω στο σπίτι μου ποτέ. Περπατώ σ' ένα δρόμο όπως τον είδα παιδί στον πρώτο μου εφιάλτη. Ξωχώραφο. Λασκάρησα και περπατώ συνέχεια σ' αυτό τον ίδιο δρόμο. Ξωχώραφο. Κυπαρίσσια κι από τις δυό μεριές, στη μέση εγώ και παντού τριγύρω η μυρωδιά τους. Άνοιξη βράδυ. Σ' έναν εφιάλτη τόσο γνώριμο σου λέω από παιδί, που μάλλον ασφάλεια θα πρέπει πλέον η επανάληψη και τόσο κλάμα να μου προσφέρει. Κι ίσως ήρθε ο καιρός να σου εξομολογηθώ κι ένα μυστικό -ναι, σε εσένα που μονίμως τρομάζεις όταν σου απευθύνω το λόγο: Ξέρεις γιατί φοβάμαι να οδηγώ; έχω πάρει το δίπλωμα μα όλο διστάζω σε αυτό το παιχνίδι με το φρένο και το γκάζι. Κάνω λάθη διαρκώς. Όταν πατάω φρένο, μετανοώ. Και στο γκάζι καυλώνω. Αλλά ευτυχώς, είπαμε, απόψε πήρα πάλι ταξί κι έτσι θα φτάσουμε όλοι μας ασφαλώς στο σπίτι.
Σαν παιδί κι εγώ που ήθελα να γίνω ηθοποιός είχα τους δικούς μου μύθους. Δεν την καταλόγισα ποτέ μέσα σε αυτούς. Ώσπου στο τέλος των πτυχιακών εξετάσεων στο Υπόγειο με πλησίασε - μόνο εμένα από όλους τους συμμαθητές-, με αγκάλιασε και με δάκρυα στα μάτια μου είπε ένα από τα θερμότερα συγχαρητήρια που έχω ακούσει στη ζωή μου -και κάτι ακόμα ψιθυριστά παραλειπόμενα που θα μου επιτρέψετε να μείνουν για πάντα μεταξύ μας. Και είναι τόσο όμορφες κάτι τέτοιες στιγμές που σε αποδέχεται ένα σινάφι που με τη μεγαλύτερη ευκολία διαρκώς απορρίπτει και γίνονται μέρος μιας προσωπικής σου μυθολογίας γιατί είναι οι ώρες που σα μικρούλη παιδί κι εσύ κατορθώνεις και τρυπώνεις για μια φευγαλέα στιγμή στο αγαπημένο σου παραμύθι.
Διανομή: Τραγούδι: Σοφία Βέμπο Κάπου στο πλήθος: Μπεάτα Ασημακοπούλου
Έχω ένα μικρό χριστό φυλαγμένο στην τσέπη. Κάθε τέτοιες ημέρες του δίνω το ελεύθερο να αναπνεύσει πάνω στο μικρό του σταυρό έξω από το μικρό μου τσεπάκι: το παιχνίδι αυτό το λέμε ανάσταση.
Δεν είναι θεός, ούτε υπεράνθρωπος, είναι ένας μικρός άνθρωπος, μινιατούρα, ωστόσο κυκλοφορεί στους δρόμους, δίνει ελεημοσύνη στους περαστικούς, πιάνει κουβέντα με κάτι φίλες πόρνες στην Καποδιστρίου, στενάζει στη μυρωδία μιας και μόνο φρεσκοκομμένης βιολέττας -γι' αυτό δεν θέλει να πατάει επουδενί τέτοιες μέρες σε εκκλησία το πόδι του, χειρότερα κι από τη θάλασσα τη φοβάται-.
Σφίγγει με παιδική ανασφάλεια το χέρι μου μέσα στον κόσμο σαν κάτι να θυμάται, αμέσως τραβιέται, ίσως πονάει -το σταυρωμένο χέρι του μου χει γίνει δεύτερη χούφτα (άστον, καθένας στην ώρα του, θέλει δυό βδομάδες ο δύσπιστος Θωμάς, θα καταλάβει).
Στο άλλο χέρι κρατά φαναράκι κινέζικο, φως άπλετο σε όλα τα σκοτάδια, περιμένει καρτερικά να γίνει και το φανάρι του δρόμου πράσινο σαν αυτό που κρατά στο χέρι για να πάει μαζί μου ένα μεγάλο ταξίδι, όχι μακρινό, μια περιφορά το πολύ πολύ στα δρομάκια του κέντρου.
Κάτι σα τζίνι απλά δεν καταδέχεται ευχές, ιπτάμενα χαλιά και μπακιρένια λυχνάρια.
Δεν ξέρω αν είναι ορθόδοξη η σχέση που έχουμε, αν θα φτάσουμε μαζί μ' αυτή την πίστη κάπως κάπου κάποτε, ας πούμε οι δυό μας στη Βηρυττό ένα βράδυ, αλλά δε βαριέσαι, τι να σου κάνει κι η Βηρυττός η άφταστη όταν έχεις καταφέρει και περπατάς τόσα χρόνια χέρι χέρι μαζί με έναν ανθρώπινο χριστό ολόκληρη την Αθήνα...
Έκανα κουίζ στο facebook από εκείνα τα βλαμμένα. Ένα με μεγάλες ηθοποιούς. Έφτιαξα μια πεντάδα και δε σε έβαλα μέσα εκ παραδρομής. Λες και περισσέυουνε ποτέ και πουθενά πέντε μονάχα θέσεις για τα αγαπημένα. Κι έτσι σε έκανα πρωταγωνίστρια ημέρας. Σήμερα που τα θέατρα τα ψεύτικα ρίχνουν τη βελούδινη, ξεφτισμένη τους αυλαία, είναι όμορφο να βρίσκεις κάτι μπροστά σου τόσο αυθεντικό.
Κάθησα να γράψω και ζωγράφισα το σκίτσο που συνήθως κάναμε στο νηπιαγωγείο ή πρώτες τάξεις στο δημοτικό.
Το πρώτο γράμμα πλαγιαστό παραλληλόγραμμο δήλωσε θέλω να μαι στέγη. Υπάκουσα και κάτω από τα κεραμίδια έριξα με μελάνι τα μπετά και στην εξοχή έγινε τότε σπίτι. Με πόρτα ξύλινη, ένα παράθυρο φωταγωγό, μια μπαλκονόπορτα να βλέπει ακάλυπτο κήπο. Ένας φράχτης πίσω ορίζοντας, ένα μόνο πουλί να πετά για τη μοναξιά μας, ένα γαϊδούρι να βόσκει κάπου τα σανά. Βότσαλα από τη θάλασσα για το δρόμο και στο παρτέρι ένα δέντρο μεγαλωμένο - μια υποψία λεύκας, αλλά κάπως ακόμα κοντόχοντρη.
Ένα δέντρο τελοσπάντων λιγάκι αφύσικο σε σχέση με το σπίτι -απέδωσα στην προοπτική την αδυναμία-, όμορφα πέτυχα ωστόσο τα κλαδιά, σχεδόν νευρικά υποστηρίζουν τα φύλλα και τa φύλλα πέφτουν αχλή πάνω από τα υποστυλώματα, τα κλαριά, υπενθυμίζουν τα βότσαλα και τη θάλασσα στη ρίζα γύρω απ' το παρτέρι. Είναι γενικώς ένα δέντρο περίεργο, θέλω να πω μοιάζει και λίγο φυτρωμένο στη θάλασσα.
Η πρόχειρη ματιά όλα θα τα διάβαζε παιδική φωτογραφία. Ίσως το ευτύχημα που λέει δε μεγάλωσα. Είναι όμως κι αυτός ο ήλιος. Κύκλος φωτίζει μελανός βελονιές της αράχνης πάνω από το σπίτι, το πουλί, το φράχτη, το δέντρο, τα μπετά, το σανό, το γαϊδούρι, τη στέγη, την εξοχή, το παιδί, τη θάλασσα, το ίδιο το φύλλο post it που με απαράμιλλη μαθητική επιμέλεια τώρα ζωγραφίζω.
Ολίβια: (απευθυνόμενη στο Φέστα) - Έλα, έλα, είσαι κρύος τρελός, δε σε θέλω πιά. Κι άρχισες κιόλα να γίνεσαι και παλιάνθρωπος. Δωδέκατη νύχτα, πράξη Α', σκηνή 5. Μετάφραση Βασίλης Ρώτας
Καλά θα ήταν τώρα που με διώχνεις να μπορούσα να γράφω κιόλας, βασιλιά μου. Έστω ένα ψέμα μέσα σε δυό γραμμές. Λόγω της ημέρας. Πώς έλεγα κάποτε τα χωρατά κι εσύ γελούσες; Κοντολογίς κάπως έτσι. Μάλλον όμως συνήθισα να παραμιλώ και ξέχασα πως είμ' αγράμματος και δεν μπορώ να γράφω.
Καταπιεσμένα και ταυτόχρονα ξεθυμασμένα, όλα τα έχω στοιβάξει μέσα μου - αυτά τα δύο μόνον εγώ, ο τρελός, μπορώ να τα συνδυάζω, κανείς λογικός μην επιχειρήσει το πείραμά μου-. Οπότε και οι λέξεις, ακόμα κι οι προφορικές, κι οι γραμμένες κι οι άγραφες, υποχθόνια όλες οι λέξεις τώρα σα ν' αντιστέκονται, μα εμένα το ίδιο μου κάνει -ή μάλλον μου κάνει και το αντίθετο ακριβώς, αυτά τα άγραφα που ποτέ δεν κατάφερα να σου πω, είναι μια τυραννία ανώτερη κι απ' τη δικιά σου, άρχοντά μου! Όχι τόσο για να τα πω σε σένα αλλά για να τα πω στον κόσμο και να λυτρωθώ, να μπορέσω επιτέλους να χαρίσω πέντε ψιλοπράγματα από τη μικρότητά μου, για μια στιγμή μονάχα να καταλάβει, μόνο για μια στιγμή και ύστερα πάλι ελεύθερα η πάσα μεγαλειότης ας με αμφισβητήσει με τη μεγαλειώδη της αμφιβολία και τη δύναμη που ποθεί, με την πιό βαθιά χαρακιά ένα σκήπτρο όλες αυτές τις λέξεις να τις σπάσει -πόσο άστοχες παρομοιώσεις κάνω, πόσα αστεία άκυρα, πόσο είμαι μελό, πόσο γκρινιάρης, πόσο, πόσο, πόσο, άχρηστο τρελό με μια λέξη -ούτε καν διαταγή- να με βγάλει.
Όλα αυτά είμαι εγώ, τόσο εντελώς και απροκάλυπτα εγώ και όλα τα επίθετα που θα βάλεις, δέσποτά μου, δικά σου. Βγήκα στο δρόμο, στέκομαι σ' ένα φανάρι να ανάψει το πράσινο, όλο κάποιος θα περάσει κι απο δώ, μονίμως χάνω το πράσινο επειδή παρακολουθώ εμένα σε σχέση με αυτόν τον τρίτο που θα περάσει, αυτόν τον άγνωστο απέναντι, κι όλο κάποιο κατόρθωμα θα μου θυμίσει το βασιλικό πέρασμα του, αυτός ο άλλος θα καταφέρει κάτι κι εγώ προς ώρας έχω τόσο ξεχαστεί -νομίζω δεν έχω ξεχαστεί περισσότερο στη ζωή μου- και στέκομαι έτσι χάνος, ούτε καν όπως άλλοτε δίπλα σου ευπροσήγορος και κοιτώ και θέλω να σταματήσω αυτόν της ώρας τον ολόφρεσκο που θα περάσει βασιλιά να του πω μονάχα μια λέξη κι εκείνος να καταλάβει ότι τουλάχιστον αυτή τη φορά εγώ ο τρελός δεν λέω για χωρατό ούτε ένα ψέμα κρύο.
Να ταν αλλιώς, θα χα φωνή και θα έβρισκα την ευφράδεια που λένε οι άνθρωποι τα σύκα σύκα ή τον τρόπο να πλάθω άλλες εικόνες, έστω πλασματικές που γίνονται καμιά φορά και ολόκληρα συναρπαστικά παραμύθια ή ιστορίες που λένε γι' αγρίους. Εγώ πάντα χωλός. Νιώθω, όμως δεν αποκαλύπτω τίποτα κι ούτε κανένας συμμερίζεται τον οίκτο μου. Σε ένα στενό δωμάτιο κλεισμένος δεν θα βρω ποτέ το κουράγιο να αποδράσω. Όχι οι τοίχοι, αλλά το ίδιο το σώμα μου. Μπορεί και να μαι λύκος, ποτέ δε θα φανερωθώ. Ας πρόσεχα, μου πεσε βαριά η φόλα για δείπνο. Και τώρα αλυχτάω.
Θα' ρθουνε στιγμές δάκρυα γεμάτες... μόνη σου θα κλαις σβήσανε θα λες της ζωής οι στράτες.. Ένιγουέη, ραδιόφωνή μου, σκάσε!... Η αλήθεια είναι ότι έρχονται στιγμές που οι άλλοι άνθρωποι ζητούν από εσένα μια υπέρβαση. Ναι, ακόμα και οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι που ξέρεις πως όταν θα έρθει η δική σου σειρά να ζητήσεις τη δικιά τους υπέρβαση δε θα σου τη χαρίσουν. Προφανώς επειδή απλά και μόνο είναι οι άνθρωποι -σε μερικά πράγματα δε χωράει καμία περαιτέρω δικαιολογία και δεν πρέπει τίποτα περισσότερο να προσάπτεις σε ένα σκέτο γεγονός. Αnd so the story goes... Ένα παζάρι γενναιοδωρίας ίσως και να λέγεται καθημερινότητα σε κάποια γλώσσα υποθέτω. Ο μεγαλύτερος πόνος δεν είναι το κουρασμένο σώμα, το κάψιμο στα πόδια κάθε βράδυ τέτοια ώρα που βγάζω τις κάλτσες και βλέπω τα πόδια της χήνας, ούτε το στραμπούληγμα, σβώλους σβώλους ολόκληρη η πλάτη τόπους τόπους απλωμένη στο κρεβάτι, ούτε καν το στομάχι στριμμένο από τον καφέ και την αφαγία ούτε καν το πρόβλημα ότι συμβιβάζεται κανείς άνευ λόγου και ουσιαστικής αιτίας, ούτε κι η μέρα που μοιράζεται σε κουτσουρεμένα οχτάωρα, ένα για τον ύπνο, ένα για το χαμαλίκι κι ένα τελευταίο πιό επώδυνο για το τίποτα που δεν προλαβαίνεις να κάνεις. 700 ευρώ πάνω κάτω: τόση γενναιοδωρία δε σου φτάνει; To πρόβλημα είναι το κεφάλι που αντιστέκεται. Και η μόνη παρηγοριά ότι ίσως κάπου μακριά σε έναν άλλο κόσμο στον οποίο μπορεί να γίνηκε κάποτε στ' αλήθεια και εκείνη του Σαχτούρη η άλλη αποκριά μπορεί ένας παλιάτσος να εκτελέσει κάποια στιγμή έστω φάλτσα -επειδή τραγουδάει μέσα στα σκατά- ένα τραγούδι από την όπερα των ζητιάνων.
Thursday, March 12, 2009
Il y a longtemps que je t'aime Jamais je ne t'oublierai
Το παράδοξον σου της φωνής δυσπαράδεκτόν μου τη ψυχή φαίνεται. Α' χαιρετισμοί
Έχεις αναρωτηθεί τι κάνω τα πρωινά μου; Εσύ κοιμάσαι. Ξυπνάω νωρίτερα απ' ό,τι πρέπει το πρωί. Από το άγχος μήπως έχει χτυπήσει το ξυπνητήρι, εγώ ατάραχος μέσα στον ύπνο δεν το έχω ακούσει ή το έχω ακούσει, το έχω κλείσει και έχω ξανά κοιμηθεί. Φοβάμαι. Μην καθυστερήσω.
Σχεδόν μια ώρα νωρίτερα: Ξαφνιάζω μες τον ύπνο, πιστεύω αδικαιολόγητα ότι κοιμήθηκα πολύ -άσχετο που και χτες βράδυ πήγε τρεις για να κλείσω μάτι και σήμερα ήταν 7 και κάτι το πρωί όταν άνοιξα το μάτι που έκλεισα χτες βράδυ, τέσσερις ώρες είναι λέω πολύ με έναν πρώτο πρόχειρο υπολογισμό μέσα στο αγουροξυπνημένο μυαλό μου-. Ευτυχώς ακόμα είναι εφτά και κάτι. Έχω ακόμα μια ώρα ύπνο. Είναι λύτρωση αυτό το περιθώριο που μου παρέχει αυτή η ώρα. Μόνο αυτή την ώρα ο ύπνος είναι πραγματικά η λύτρωση. Γιατί πολύ απλά αποκτά η στιγμή την προοπτική για μια ώρα ακόμα. Το ξυπνητήρι χτυπάει. Τόσο κρατά η λύτρωση.
Έχω υπολογίσει την ώρα της διαδρομής και κατά συνέπεια την ώρα που το ξυπνητήρι χτυπάει, μισή ώρα νωρίτερα απ' το χρόνο που αντικειμενικά χρειάζομαι για να φτάσω στη δουλειά. Δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη στα τρένα και τα λεωφορεία. Φτάνω τελικά μισή ώρα νωρίτερα. Τα τρένα έγιναν πιό συνεπή -μπορεί κι ο ψυχαναγκασμός μου. Θα κάνω τετράγωνα τριγύρω απ' τη δουλειά μέχρι να φτάσει η ώρα να χτυπήσω στο μηχάνημα την κάρτα.
Ψάχνω παγκάκι. Δε βρίσκω. Τελικά παίρνω απόφαση και κάθομαι στο παγκάκι μιας στάσης κάποιου λεωφορείου. Βγάζω το βιβλίο, αρχίζω να διαβάζω. Ραγδαία επιδείνωση του Θανάση Χειμωνά, τελευταίες σελίδες. Μια κυρία καθισμένη δίπλα μου γυρίζει και κοιτάει το βιβλίο. Προσπαθεί να διαβάσει τον τίτλο του μυθιστορήματος. Την βοηθώ να το δει χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Με ξανακοιτάζει. Νιώθω τα μάτια της στο πρόσωπο μου ετούτη τη φορά. Για τον ίδιο λόγο που είμαι ανασφαλής προσπαθώ να βρω τώρα μέσα στον κόσμο την ασφάλεια μου. "Δεν είναι περίεργος ο νεαρός, διαβάζει περιμένοντας απλά το επόμενο λεωφορείο", διαβάζω τη σκέψη της, όπως εκείνη το βιβλίο. Μόνο που εγώ έχω ήδη φτάσει. Πιο ραγδαία δε γίνεται. Βάζω μέσα το βιβλίο.
Σηκώνομαι, παίρνω δρόμο από τη στάση, από την κυρία που μου φάνηκε λίγο περίεργη -ίσως απλώς απ' την παραξενιά μου. Στο δρόμο συναντώ τυχαία τους ίδιους ανθρώπους που ήμασταν μαζί στον ηλεκτρικό, πηγαίνουν στη δουλειά τους, μπαίνουν σε διαδρόμους, μικρά γραφεία και στοές, οι ζωές μας γέμισαν και τακτοποιήθησαν σε κούτες. Να, κι εκείνη που μπαίνει στο φούρνο με κάτι λαχταριστές τυρόπιτες, μέσα στο τρένο την κάλεσαν στο κινητό, είπε "καλημέρα, ναι, είμαι καλά", μετά σταμάτησα ν' ακούω. Για μια στιγμή είδα τον Αχιλλέα από μακριά, πρώην γκόμενο μιας φίλης ηθοποιού -η Δανάη μακάρι να χε παράσταση χτες και τώρα να κοιμάται-, δε με είδε, δε μίλησα. Τώρα κοιτάζω μια άλλη γυναίκα, αυτή δεν ήταν στον ηλεκτρικό, είναι τώρα στο απέναντι πεζοδρόμιο, δεν προσέξε, βρήκε σε μια κολώνα, πώς τραντάχτηκε προς τα πίσω ολόκληρη. Και απλώς συνέχισε. Τη θαυμάζω. Γιατί λένε ότι γελάς με το πάθημα του άλλου; Γελάει με τραύματα όποιος δεν πληγώθηκε ποτέ, πρώην γκόμενος κι ο Ρωμαίος.
Η μισή ώρα πέρασε. Κρατάω ήδη την κάρτα και κατευθύνομαι στο μηχάνημα. Σκέφτομαι την ερώτηση "έχεις αναρωτηθεί τι κάνω τα πρωινά μου;" και την κατάφαση "εσύ κοιμάσαι". Αναρωτιέμαι πού απευθύνομαι. Απαντώ: "εγώ στον εαυτό μου". Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν τα κατάφερνα πριν τις 11 το πρωί. Τέτοιες ώρες είμαι εγώ, είμαι και ένας άλλος. Ευτυχώς πάντως υπάρχουν ξυπνητήρια και κάρτες να επιβεβαιώνουν τουλάχιστον την έγκαιρη προσέλευση μας στο χώρο.
Σταμάτα να μιλάς, πώς μπορείς έτσι αυθαίρετα να ξεστομίζεις λέξεις δικές σου στο μαύρο χαρτί, εδώ δεν κατάφερες καλά καλά να πεις δυό τρεις κουβέντες άλλων πάνω σε σανίδι, βρήκες το θράσος δικό σου λόγο τώρα κι αρθρώνεις. Ο Μάρτης ευτυχώς κρατά ακόμα γερά μέσα του χειμώνα τον καιρό, αλλιώς θα κινδύνευες να κατηγορηθείς: πρώιμη μυγδαλιά μέσα στην καταιγίδα. Τόσο φως άπλετο το σκοτάδι. Στα παρασκήνια κατέφτασε αντανάκλαση: ανθίζουν δειλά δειλά κι οι πέτρες ή τάχα επιβεβαιώνουν: η άνοιξη ένα απεγνωσμένο πείραμα είναι. Mε το θάνατο. Η ανάσταση άρχισε να θυμώνει. Κι η μέρα μεγαλώνει. Από τους κόπους μας. Μεγάλη η Τεσσαρακοστή.
Σημασία δεν έχει πώς και τι. Σημασία έχει ό,τι γίνεται. Όπως συμβαίνουν όλα ανά πάσα στιγμή. Με μια δόση ανθρώπινη προαίρεση και με μπόλικη ή ελάχιστη πρέζα υπερκόσμια τύχη. Και δεν έχει νόημα τώρα να περιγράφει κανείς ακριβώς ένα και μόνο συγκεκριμένο γεγονός. Πώς ήταν η διαρρύθμιση στο δωμάτιο, πώς έχωσε το βλέμμα του την ώρα εκείνη ακόμα και ο ήλιος, ότι ήταν μεσημέρι Κυριακής και ήμασταν μαζεμένοι τριγύρω. Ωστόσο, ξέρω. Τα έζησα με λεπτομέρειες, τις θυμάμαι επακριβώς. Μπορεί να θέλω όλη αυτή την περισπούδαστη, τυραννική ακρίβεια κατά βάθος να ξεχάσω. Καρέ - καρέ. Δεν έχει σημασία. Αυτό που προσπαθώ να ζω είναι για τα μικρά λεπτά και τον τρόπο που ο χρόνος άλλοτε γενναιόδωρος και άλλοτε βασανιστικός χαρίζεται και στερείται. Πάντως συμβαίνει. Ο μήνας Φεβρουάριος από κατασκευής υπολείπεται, ο φετινός πέρα από μέρες βγάζει πολύ λιγότερους απ' τους δικούς μου στη σούμα, πάτησε γκάζι να τελειώνει και φεύγει από δω. Πάντως, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς και το γεγονός ότι απόψε για τον ίδιο Φλεβάρη είναι το τελευταίο βράδυ μιας τρελής αποκριάς φουλαρισμένης στο κέφι...
Μας επιβάλλονται τα κτήρια σε διάταξη ορθοπεδική τo τσιμέντο στα μάτια και κάψιμο απ' τον ήλιο στα μάγουλα ανάμεσά μας τόσο φως σε παρενδυσία
Αλκυονίδες ημέρες τσικνοπέμπτη οικόπεδο κέντρο Αθήνα
Οι καλύτερες Αποκριές φοράνε τα ίδια τα ρούχα μας όλες αυτές οι σκάλες από κάπου έρχονται και κάπου εξαφανίζονται ντύνονται καπνός και είναι κάφτρα μας πάντως ανεβαίνουμε - κατεβαίνουμε όλο αυτό δε το λες περπατάμε ωστόσο, σε αυτή την τόσο πραγματική πόλη εμείς απλά κι ανισόπεδα περπατάμε
Σιγά σιγά γέρνω. Hμέρα στη δύση κι ώρες οχτώ καθυστέρηση. Πάντα η καθυστέρηση είναι γεγονός ατόφιο, οι οχτώ ώρες θα πειράξουν; Το μόνο που θέλω είναι να παραδοθώ άνευ όρων, μωρό μου, σ' εναν ύπνο συθέμελο κι εκεί μέσα στις ασπρόμαυρες σκιές και τις ώρες να κοιτάξω επιτέλους ξεκάθαρα τα περιγράμματα των πραγμάτων έτσι ώστε όταν ξημερώσει με το καλό ο θεός την πολύφωτη ημέρα να μπορώ να ξέρω και να διαλέγω αυτό που με κόπο θ' αντέχει μετά από χρόνια ακόμα. Κι αυτό δεν είναι μοιρολατρεία, ούτε θεοφάνεια. Είναι ο πόθος για τη σωστή επιλογή. Που εγώ την έχω κάνει...
Εχω δανείσει τόσο πολύ το σώμα μου. Κάθε βράδυ κοιμάμαι με άλλο. Μ’ αρέσει αυτή την ώρα ειδικά να απογράφω τα κατορθώματα της μέρας που πέρασε. Γιατί τώρα ακριβώς είναι η ώρα που δεν ελέγχω τη μέρα. Και το σώμα μου. Λίγο πριν κοιμηθεί. Που γίνεται κάτι άλλο. Κανείς ωστόσο μην κατηγορήσει ποτέ για έλλειψη αληθοφάνειας το σώμα ετούτες τις στιγμές μας. Με νάρκες απόψε κοιμάμαι. Μπορεί ποτέ κανείς να κατηγορήσει έναν στρατιώτη που διαμελίστηκε επειδή χύμηξε για το καθήκον και την τιμή του σε ναρκοπέδιο -ακόμα και παιχνίδι να ναι; Σε ναρκοπέδια όλοι, σοφοί κι ηλίθιοι, εν αγνοία κοιμόμαστε.
Πρώτος εγώ σήμερα στο λεωφορείο. Ο δρόμος ανοιχτός, τα σκυλιά δεμένα και νιώθω το λεωφορείο να τρέχει αύτανδρο πλην εσού ξαφνικά, όχι παράλογα, όχι επικίνδυνα, όχι σαν τρελλό αλλά με έναν ρυθμό πιό γρήγορο από κείνο τον οποίο εγώ με το σώμα μου μπορούσα την ώρα εκείνη να αφομοιώσω. Μεταφέρομαι. Επί κιλίβαντος τροχοφόρου όπλου: το λεωφορείο με τρέχει. Μαζί του κι εγώ. Στη θέση που εξασφάλισα να κάθομαι. Το θέαμα τούτο σαν όνειρο και ρεμβάζω: Όλα, οι χειρολαβές, οι θέσεις, οι άνθρωποι που κάθονται, οι άνθρωποι που στέκονται όρθιοι, ο οδηγός ισορροπούν και τρέμουν. Τα τζάμια τρίζουνε, νομίζω πως θα σπάσουν. Οι μηχανές δεν ξέρω τι κάνουνε, άλογα με πηγαίνουν. Μεταφέρομαι. Με λακούβες. Και το μόνο πράγμα που σκέφτομαι είναι ότι κάθε λεωφορείο το κινεί δυναμικά αυτή η αστάθεια όσο κι εμένα αδιέξοδα αυτής της μετακίνησης τότε και του ύπνου τώρα εντός ολίγου η ακινησία.
Καληνύχτα.
Η επιλογή του βίντεο σήμερα έχει να κάνει μάλλον με το τι έγινε μετά. Για κείνον που μπήκε μ' ενα σάλτο μες το λεωφορείο. Λίγο πριν από εσένα που έμεινες να κοιτάζεις πίσω. Σε άλλη οδό, αλλά στ' αλήθεια πόση σημασία έχει το ναρκοπέδιο αφού δεν κοιμάσαι στο κρεβάτι μου απόψε;