Thursday, November 27, 2008

(Πρόωρο) Γράμμα στον Αη - Βασίλη


Αγαπημένε Άγιε,

Εντάξει... καλά, καλά... ωραία... έχεις δουλειές με φούντες αυτό τον καιρό, ξέρω. Όμως αυτό δεν είναι ακόμα ένα γράμμα μιας παρορμητικής διάθεσης για διέξοδο από την οικονομική παγκόσμια κρίση. Περιγράφει ένα άλλο καθεστώς, την κρίση στην καρδιά μας. Είμαι ένας δουλοπάροικος στο ακατόρθωτο... (ΨΨΨΨΨΨΨΨΨΨΨ) Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις έτσι στομφώδικα που έμαθα, γαμώτο μου -με όλο το θάρρος- να μιλάω. Κάπου όμως πρέπει να πηγαίνει κι αυτό το έκληθρο που φαίνεται να μη βγάζει πουθενά ενδεχομένως.

Προς το παρόν μόνο θυμός. Υπήρξα φέτος το παραδέχομαι πολύ αστόχαστο παιδάκι. Το πρόβλημα; Η στένωση της καρδιάς μας. Η κεντρική αρτηρία βουλωμένη από τη θλίψη. Μπούκωσαν όλα. Μπούκωσε κι η καρδιά. Το μυαλό προ πολλού σΥ- χαμένο. Μπούχτισε κι αυτό. Ένα μυαλό χειμώνα - καλοκαίρι είναι, τί να σου κάνει; Δεν αποδίδει την προσήκουσα σημασία πιά στα γεγονότα. Ούτε όμως και την καρδιά χορταίνει στα όνειρα να της απαντούν μονίμως και μονάχα με σκέψεις... Θέλει και την απτή πραγματικότητα των ονείρων η καρδιά πότε - πότε.

Και είναι αναρχία η σκέψη των ονείρων μας, άγιε. Κι απέναντι η διάθεση μας μονίμως συγκεντρωτικό καθεστώς. Στη μέση εγώ θυμωμένος μπάτσος απέναντι στον εαυτό μου επαναστάτη. Κουράστηκα... Η καρδιά αν μπορούσε να σκεφτεί θα σταματούσε, ανεπιτυχώς προσπαθεί να με πείσει ο Πεσσόα, τον ξέρεις;... Εκεί πάνω δεξιά σε αυτήν εδώ τη σελίδα, βλέπεις; Το 'κανα για να μη μου ξεφύγει και προμετωπίδα. Όμως μάταια... Νομίζω ότι σου γράφω για την καρδιά, και πάλι, όπως βλέπεις, σκέφτομαι. Μάταια...

Έτσι μάταια και το 2008 λίγο ακόμα γέρικα αργοσβήνει. Το κοιτάζω. Ασθενοφόρο για πάρτη του κάλεσα και προσπέρασε. Η σειρήνα στα μάτια μου λίγο ακόμα αναβοσβήνει. Απομακρύνεται το ασθενοφόρο, κλείνω τα μάτια μου, τα ξανανοίγω και είναι ακόμα 2008. Θέλω να φύγει πρόωρα. Γι' αυτό και πρόωρα σου γράφω αυτό το γράμμα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή αδιέξοδο. Σε σκοπιά με βρήκε. Κι ορίστε, ούτε ασθενοφόρο για πάρτη του δε σταμάτησε.

Είμαι τώρα, το ξέρω, αγιάτρευτα τραγελαγραφικός. Ένας "βαθυστόχαστος" ΕΜΟ. Μπροστά στα μάτια σου. Σε παρακαλώ μόνο αυτό: φέτος το έλκηθρο που θα περάσει σε ένα μήνα αν είναι εύκολο ας κοντοσταθεί κάπου που θα ζητήσω όχι μόνο για μενα αλλά για όλους μας.

Μικρά φωτάκια άρχισαν ν' ανάβουν δειλά δειλά δεξιά, αριστερά, τριγύρω. Μπροστά στα μάτια μου. Μάταια τα μάτια μου τα κοιτάζουν. Κάποτε, ξέρεις, άγιε, έβρισκα μια παρηγοριά μέσα σε όλα αυτά. Κάποτε το "έρχονται και Χριστούγεννα" γινόταν η εποχιακή προμετωπίδα. Κάποτε έψαχνα κόκκινες μπάλες για το δέντρο μου. Και πίστευα. Ποτέ δε σταμάτησα να πιστεύω σε Σένα. Ήταν σα να πίστευα και μέσα Μου. Και πέρσι στη σκοπιά την ώρα που άλλαζε ο χρόνος πίστεψα σε πολύ όμορφα πράγματα, άγιε, χάρη σε σένα... Μα έγιναν αλλιώς, δεν πειράζει... έχουμε καιρό...

Τώρα το μόνο που ζητάω είναι μια ζεστή κόκκινη αχνιστή καρδιά μέσα στο κρύο -κι αυτό ακόμα δύσκολα μας παραχωρείται φέτος. Μπας και σταματήσει η προβολή αυτού του άχαρου έργου που παρακολουθούμε όλοι μας σε βουβό και ασπρόμαυρο κινηματογράφο. Να το πω και χριστιανικά μήπως γίνω και πιό σαφής από τί πάσχω... Καρδίαν καθαράν κτίσον εν ημιν ο θεός και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις ημων...

Με την βέβαιη πίστη ότι υπάρχεις,

Αντώνης

Υ. Γ Ελπίζω τα δικά σου έλκηθρα τουλάχιστον να μην πέσουν φέτος έξω...

Saturday, November 22, 2008

Δευτερόλεπτα



Κάπου βραδιάζει. Και το αξημέρωτο κοιτάζω ρολόι. Δε γνωρίζω ωροδείκτες ή λεπτοδείκτες. Μετρονόμους. Δείχνουν πάντα αδιέξοδο. Κάθε ώρα εκεί μέσα η στιγμή τα καταφέρνει. Περνάει. Τί σημασία έχει να δειξουν αυτά τα κέρατα τί ώρα επακριβώς θα αποπειραθεί μια τελευταία έξοδος κινδύνου απόψε; Πάω πάντα κόντρα σε επιδειξιομανείς με τέτοιες αξιώσεις. Περισσότερο από όλους εκείνα τα νευρόσπαστα: οι πιό ευκίνητες μαριονέττες, όπως καταμετρούν τα δευτερόλεπτα, βγάζουν άσκοπα, σκάρτα τα άνευρα μέλη του σώματος καθώς ξαπλώνει. Ποιό ρεύμα οδηγεί; Σε ποιόν ύπνο παραδίδεις κι απόψε το πνεύμα; Ένας περίεργος μηχανισμός ρολογιού. Πώς λειτουργεί η νύχτα. Κι ο ύπνος. Καμιά ώρα θα τη βγάλω αυτή τη μπαταρία. Να γίνει κάποτε η νύχτα πραγματικά δικιά μου. Κι ο ύπνος. Ξεφεύγω πάντα από την ημέρα, αλλά τη νύχτα... Είμαι πάντα εδώ. Θ' αρπάξει κι απόψε ό,τι προλάβει. Το κέλυφος. Το καβούκι. Επί φυλακής και προστασίας. Μέσα εδώ όλα ένα γίνονται. Ράσο. Δεσμά. Έχω κλείσει την πόρτα στο δωμάτιο. Έχω κλείσει και το φως. Είμαι μέσα σε ακυβέρνητο σκοτάδι. Στο δωμάτιο. Ξαπλωμένος στο χειμαζόμενο κρεβάτι. Ντυμένος το φουσκωμένο πάπλωμα. Κοιτάζω πουθενά. Στο δωμάτιο. Μόνο αυτό εδώ το φωσφορούχο ρολόι αντέχει ακόμα στην πλευρά που πλαγιάζω. Το κόκκινο μικρό φωτάκι της τηλεόρασης στο power απενεργοποιημένο. Περιμένω. Στο δωμάτιο. Τον κλέφτη. Την ώρα.

Monday, November 17, 2008

Εκ του ανεσπέρου φωτός



Διαβάζω σήμερα ξημερώματα παρασκευής για μια βροχή μεγάλη απολέλυσαι της ασθενείας σου. Ποίημα γραμμένο μες το φθινόπωρο του 1953 του Νίκου Καρούζου. Μια προσευχή. Και σκέφτομαι αυτό είναι η ζωή που ζούμε ή μήπως η χώρα που ονειρευόμαστε να φτάσουμε κάποτε. Ποιό απ΄τα δυο, επίμονα κι εσύ με ρωτάς. Το ακαθόριστο ανάμεσα στα δυο είναι η απάντηση σου λέω...

Τί χρώμα έχει εκείνη εκεί η θάλασσα; Τα σύννεφα; Θα αγγίξουνε κάποτε επιτέλους και πού τα νερά τον ορίζοντα; Πώς θα' ναι τα στερεώματα; Πετρώματα; Και με τα ξημερώματα τί σχέση αλήθεια θα έχουν; Ο αέρας θα χάσει την υφή του αν τον γεμίσουνε τ' αστέρια;

Ένα ταξίδι χωρίς προπαρασκευή ιδιαίτερη, προσήλωση κι αρματωσιά για τον πλανήτη των διαστημοπλοίων αρχίζει μες το τρένο. Κι ωστόσο, ούτε καν ανάσταση για το μικρό το δαχτυλάκι απ' τη σελίδα με το ποίημα. Είμαι στοιβασμένος μέσα στο πλήθος σε ένα βαγόνι και χωμένο έχω το κεφάλι μου στο βιβλίο που διαβάζω.

Ωστόσο, μια έγερση πατά γερά στην πραγματικότητα αυτή κι αυτοσυστήνεται ως μόνη λογική μου τρέλα και πλάνη. Ο μικρός πρίγκιπας -καλώ και ένα πρόσωπο ενός άλλου συρμού, απ' το μύθο-, ο μονογενής ομογενής -για να τον απομυθοποιήσω- κυνήγησε ζωή για να φτάσει το δικό μου μικρό κόσμο. Έναν κομήτη. Με δίχτυ. Έπιασε. Κι ύστερα πάλι πίσω. Για ένα και μόνο τριαντάφυλλο. Η σκέψη μου.

Κι ένας παράλληλος ταυτόχρονα στοχασμός, αυθαίρετος και πάλι: απόηχος σήμερα μιάς άλλης εξέγερσης. Όχι η σκέψη μου. Το Πολυτεχνείο. Και να το σύνθημα: "σας μιλά ο σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων¨. Και να ο "ανέσπερος Έλληνας" - στο βιβλίο πάλι μέσα κοιτάζω ένα στίχο του ποιητή για τον πεζογράφο. Τον ακέραιο κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Κλείνει η παρένθεση. Υποσημείωση: στόχος δεν είναι το ελληνικό. Στόχος είναι το ανέσπερον. Καταχώρηση: θέσφατον της ημέρας. Θέσφατον εν γένει.

Δεν μου αρέσουν οι νοσταλγίες μου. Ούτε τα ηθικοπλαστικά των επετείων. Διδακτισμός. Μόνο που να, καμιά φορά αυτό που μπερδεύω τις λέξεις με τα γεγονότα ίσως να είναι και η πραγματική μνήμη μου. Το κολάζ, το μοντάζ, το ντεκουπάζ μέσα στο μυαλό μου. Γνώση ατόφια. Απροετοίμαστη. Γιατί ο χρόνος είναι το νερό και τα συμβάντα πέτρες. Που αναταράζουνε τη λίμνη. Και την πραγματικότητα. Μέσα σε ένα τρένο. Γυρίζοντας σπίτι μου. Όμως, αλήθεια, πού μένω;

Νίκος Καρούζος, Η τελευταία συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Αν. Θεμελή, εκδόσεις ύψιλον

Wednesday, November 12, 2008

Πορνογραφία



Λοιπόν το πήρα απόφαση. Επειδή κάθομαι και διαβάζω και διαβάζω και διαβάζω και στο τέλος ούτε που θυμάμαι τίποτα, για κάθετι που θα διαβάζω από δω κι εμπρός ίσως είναι χρήσιμο να κάνω κι ένα μικρό ή και μεγάλο ποστάκι όπου θα εκθέτω -βαθυστόχαστα πάντα- μερικές πρόχειρες και άμεσες σκέψεις σε σχέση με αυτό που διάβασα μόλις προσφάτως. Θες πές το μικρή σοφία που απεκόμησα, θες πες το το μυαλό μου και μια λίρα.

Η μικρή μου πείρα με κάνει να πιστέυω ότι υπάρχουν δύο είδη άνθρωποι: αυτοί που καταλήγουν σε συμπεράσματα και απόψεις για τη ζωή επειδή ρίχνονται γενναία και πολύ πρακτικά στις εμπειρίες και το προσωπικό τους βίωμα οπότε παίρνουν ζεστές απαντήσεις στα καυτά ερωτήματα, και εκείνοι που παιδεύονται -ενδεχομένως και ολίγον χαϊδεύονται- να βρουν μια βαθύτερη -και καλά- αλήθεια που θεωρητικά δεν μπορεί να αποκαλύψει η καθημερινή πρακτική ζωή γιατί δεν δίνει τη μεγάλη απάντηση που κρύβεται στα βιβλία ή τελοσπάντων σε ειδικές περιστάσεις και συνθήκες που ευνοούν του κρυφού και κρυμμένου μυστικού την απρόσκοπτη επώαση. Ξαναζεσταμένο τουτέστιν πότε πότε φαγάκι.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξεύρω αν το περιγράφω πολύ καλά γιατί όπως είναι φυσικό -ή και έτσι πρόχειρα ειπωμένο- προσωπικά δεν ανήκω ούτε στη μία ούτε στην άλλη κατηγορία. Κοινώς δεν είμαι ούτε τόσο γενναίος, ούτε -θέλω να πιστεύω- τόσο δήθεν. Απλώς τις περισσότερες φορές κάθομαι και διαβάζω ο,τιδήποτε σπρωγμένος, πέρα από μια προδιάθεση αισθητική, και από μιάν ανάγκη να δω και μια άλλη οπτική που δεν έχω συνεξετάσει στην "πρακτική "-και στο burda, μη σου πω- της ζωής μου. Με βάση, γνώμονα, πυξίδα και οδηγό τη ζωή κάποιου τρίτου που περιγράφει ένα βιβλίο. Έτσι δηλαδή, μπας και μάθω πλέξιμο, γιατί από μπλέξιμο σε τούτη τη ζωή άλλο τίποτα.

Τις περισσότερες φορές πάντως μεγαλοπρεπέστατα και ηττοπαθέστατα καταλήγω να βγάζω το καπέλο σε αυτούς που απλά δοκίμασαν, έκαναν το σκατό τους παξιμαδάκι και πήραν το δισάκι τους στο δρόμο για το δρόμο για το δρόμο χωρίς τα δικά μου προσχήματα, τους ακκισμούς και τις λοβιτούρες. Σαν πραγματικοί ήρωες στο χαρτί και όχι σαν θρασύδειλοι αναγνώστες ηδονοβλεψίες των περιπετειών αληθινών ηρώων. Οπότε, τώρα που το ξανασκέφτομαι ίσως και να είμαι αρκούντως δήθεν τελικά, δεν ξέρω. Το σιγουράκι πάντως είναι ότι γενναίος δεν υπήρξα, δεν είμαι και μάλλον δε θα γίνω ποτέ. Στην καλύτερη θεωρώ ότι κάπου μέσα στο τσουβαλάκι μου συσσωρεύω δώρα που αποθηκεύονται και μαζεύονται για ένα βράδυ τρελής Πρωτοχρονιάς που επιτέλους εγώ θα γίνω το παιδί, εγώ κι ο Αη Βασίλης.

Είπα πιό πάνω τους αναγνώστες ηδονοβλεψίες και λέω ότι αυτός ο χαρακτηρισμός είναι άμεσα σχετικός με το βιβλίο που πρόσφατα διάβασα, για να έρθουμε και στο προκείμενο. Η Πορνογραφία του Βιτολντ Γκομπροβιτς. Χωρίς να πω πολλά πολλά -έχω ήδη φλυαρήσει, να δω ποιός θα διαβάζει- είναι έκδηλη από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου μια πρωτογενής -με την έννοια του πρωτόγονου- δύναμη που ψάχνει απεγνωσμένα για αλήθεια. Το πρωτότυπο είναι ότι αυτή η αναζήτηση δεν γίνεται ευτυχώς με όρους ψυχαναλυτικής ή έστω ηθικής τάξης. Οι ήρωες εδώ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αντί- ήρωες γιατί δεν εκδηλώνουν καθόλου συμπεριφορές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραδείγματα προς μίμησιν, αντιθέτως έχουν προμετωπίδα την άποψη ότι αν ο άνθρωπος είναι εκ γενετής κακός, οφείλει να ζήσει μέχρι το μεδούλι την κακότητα της φύσης του.

Το κίνητρο της φθοράς και της διαφθοράς εδώ προβάλλει να είναι μια αξία που η ηθική συνήθως δεν διαλέγει να προτάξει. Τα νιάτα και η ομορφιά. Όχι με την έννοια που έχει θεοποιήσει αυτά τα δυό ο σύγχρονος δυτικός "πλαστικοποημένος" πολιτισμός της διαφήμισης και του μπότοξ ωστόσο, αλλά με την έννοια της αδιόρατης -γιατί, όχι- και ¨παρθένας" έλξης που έχουν τη δύναμη να ασκούν τα ίδια τα ανθρώπινα κορμιά, ένας νέος σε μια νέα, η νέα με τη σειρά της στο νέο, αλλά και οι νέοι μαζί στο γεροντότερο με έναν τρόπο που μάλλον σήμερα έχουμε ξεχάσει (όρα και βίντεο άνωθεν για την επιβεβαίωση).

Έτσι αυτό που έχει σημασία τελικά είναι, πέρα από τα πρόσωπα και τις υποθέσεις, τις συνθήκες και τις πράξεις, να γίνει κατανοητός ο τρόπος που η νεότερη γενιά παραδίδεται συνειδητά στη γηραιότερη, ο τρόπος που η γηραιότερη γενιά θέλγεται από την ομορφιά της νεότερης και πώς η νεότερη κι ¨αθώα¨τελικά ενδίδει να πλανιέται και να πλανεύεται μέσα σε ένα κόσμο διαμορφωμένο από ¨αμαρτωλούς¨μεγάλους. Όλα αυτά, πιστέψτε με, χωρίς ούτε ένα άγγιγμα σχεδόν του χεριού σε ένα έργο με τίτλο Η Πορνογραφία και μια Πολωνία υπό Γερμανική κατοχή.

Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Η Πορνογραφία, μετ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδόσεις Νεφέλη

Sunday, November 09, 2008

Our time is running out



Ούτε τη σκέψη δεν μπορώ να συμμαζέψω να γράψω δυό γράμματα. Τα μάτια κλείνουν. Δεν κοιμάμαι. Μήπως είναι κι η μόνη προαίρεση που της πηγαίνω κόντρα;

Είπα κάτι να γράψω. Μεγαλεπίβολο, βαθυστόχαστο, από αυτά που συνηθίζω. Τα δήθεν βαρύνουσας σημασίας κι υπαρξιακού αδιεξόδου. Ύστερα, αφού χαμογέλασα με αυτό που μόλις τώρα και πιό πανω είπα ή έγραψα, τρομάρα μου, σκέφτηκα, ούτε η συνήθεια είναι που ενοχλεί ούτε το ασυνήθιστο που τη συνήθεια ιντριγκάρει. Αρκούντως βαρύγδουπο και δαύτο.

Τότε ακαθόριστα, όπως πάντοτε, ήρθε στο στόμα - όχι στο νου- μια φράση: "Κι όσο για μένα αυτά... ενεστώς διαρκείας. Ανέπαφος. Εδώ και τώρα". Δεν βούτηξα τη γλώσσα στο μυαλό, όπως πάντοτε, και μόλις κιόλας την ξεστομίζω. Αστόχαστα. Εδώ και τώρα. Μπορεί να μην πολυκαταλαβαίνεις. Δεν καταφέρνω κι εγώ καλά να επεξηγώ, μην το ψάχνεις.

Το θέμα είναι η σχέση του τώρα με το τώρα. Τα παράλληλα χρονικά επίπεδα. Και η σύγχρονη έννοια της ηρωνίας. Μια καινούργια λέξη εδώ και να, τώρα μπροστά σου ολοκαίνουργιος ήρω(ν)ας. Γιατί ίσως στις μέρες μας η αληθινή αρετή και το αληθινό ναρκωτικό είναι αυτή η υπερπροσπάθεια για επαφή με τον υπερπέραν πραγματικό χρόνο. Όνειρα να έχουμε μεν, πώς να τα υλοποιούμε παράλληλα όμως είναι το θέμα.

Γιατί ο χρόνος είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα που τρέχει ερήμην της βουλής, της απόφασής και της θελήσεως μας, όμως ο χρόνος την ίδια στιγμή είναι και μια άλλη πραγματικότητα που ζητάει παράλληλα και αόριστα και τη γενική κτητική και τη γενική, μη σου πω, υποκειμενική μας, μπας και σταματήσουμε επιτέλους κάποτε γενικά κι αόριστα να τρέχουμε ξοπίσω μερικά από την ογλήγορη άμαξα παρασητεμένα, αχρηστευμένα, λαχανιασμένα παιδαρέλια.

Το βασανιστήριο με τον άτυχο και καβάλα παν στην εκκλησία, καβάλα προσκυνάνε. Θα γυρίσει κι ο τροχός, θα γαμήσει και ο φτωχός. Αλητάκι, μπατηράκι μες τους δρόμους τριγυρνώ και πλείστες όσες κωμωδιογραφικαί της καταστάσεως εκφράσεις. Εδώ το άλογο, εδώ και το χαλινάρι, για να μιλήσω σε μια γλώσσα που φαίνεται πιό θέσφατη, αν εκούρασε η παροιμιώδης.

Κάποιοι λένε πώς είμαστε μια γενιά ανυπόμονη. Εγώ νομίζω ότι για τους περισσότερους εξ ημών είμεθα μια γενιά χαμένη. Βεβαίως βλέπω διάφορους ομήλικους και ομότεχνους να χουνε πιάσει το χρεμετίζον πουλάρι από τα γκέμια και να πηγαίνουνε κατά πως λέμε γαμιώντας. Μακάριοι. Μόνοι. Πρωταγωνιστές. Οι επιβραβευθέντες. Μαγκιά τους... Η μαγκιά - μεταπασοκική αντιμετώπιση του θέματος και εσχάτως και επιχρωματισμένη γαλάζια. Σε δυό τρία σήριαλ... σκανδαλοθηρικά. Σε δυό τρεις παραστάσεις... νίκης. Σε εθνικά θέατρα... σκιών τέως αγαπημένα...

Πάντως εδώ στα απομονωμένα, στα περασμένα - ξεχασμένα, στα αζήτητα και όρθρου βαθέως μετόπισθεν, διαβάζω για να παρηγορηθώ στου Σοφοκλή την Ηλέκτρα: "Ήλαυνε δ' έσχατος μεν, υστέρας έχων πώλους Ορέστης, τωι τελει πίστιν φέρων" και λίγο παρακάτω : "του δε πίπτοντος πέδωι πωλοι διεσπάρησαν ες μέσον δρόμον". Όλα αυτά σε πολυτονικό σύστημα με όλα τα πετσοκομμένα πνεύματα και του ρόγχου της σακατεμένης ελληνικής τις ασθμαίνουσες ανάσες. (Πείτε στους ηθοποιούς να φτύνετε τα λόγια σας...)

Κι ο λόγος του ψευδόμενου παιδαγωγού τελειώνει: "Αυτά που ακούς. Και μόνο που στα λέω πόνεσα. Για κείνους που τα ζουν, για μένα τον ίδιο, συμφορά πιό μεγάλη δεν είδα". Πάντως σκέφτομαι πάλι καλά που εσπούδασα για να χω εμπεριστατωμένη με λόγια τρίτου και μάλιστα Σοφόκλειου παιδαγωγού την παρηγοριά μου... Αρετή που συνεκτιμάται αναμφίβολα και στο όλον βιογραφικό μου τόσον καιρό που ψάχνω εργασίαν...

Υ.Γ. Για την μεταφορά από τα αρχαία ελληνικά ευθύνεται ένα ακόμα από τα άχρηστα ταλέντα...
Υ.Γ.2 Το τραγουδάκι εσχάτως πλην όμως εντόνως εισήλθε στην μόνη οικία που διατηρώ με τα κολλήματά μου...

Wednesday, November 05, 2008

Χτες ακόμα το' χα...



Θέλω να καθήσω να γράψω και να έρθουν τα λόγια μόνα τους. Θέλω να καθήσω να παίξω έναν ολόκληρο αυτοσχεδιασμό με λόγια δικά μου. Μια παρλάτα θέλω έστω θρασύδειλη. Να γεμίσω σελίδες από όλα τα λόγια και επιτέλους ασύστολα να μιλήσω. Να περιγράψω αισθήματα, σκέψεις, να λέω κάθε μικρή στιγμούλα αυτό κι εκείνο και το άλλο και το αποτέτοιο μου. Μόλις πέρασε το μυαλό και την αίσθηση και παρήλθε, μέσα μου θάφτηκε, χωρίς να γίνει φωνούλα -σιγά μη γίνει κραυγή μου.

Τα έχασα. Αυτή η σκέψη κιόλας δεν θα ξανάρθει ποτέ. Και εγώ δεν θα μπόρεσω πάλι να το εκφράσω. Όχι για να το πω. Τουλάχιστον με την τρέχουσα έννοια του όρου. Μιλάμε, αλλά δε μάθαμε ποτέ πώς να μιλάμε ή μάλλον κάποιοι μάθαμε πολύ καλά, πολύ ευγενικά, πολύ αθώα. Μόνο για να θυμάμαι θα ήθελα να εκφραστώ. Σαν τελευταίες ανάσες να γίνουν οι λέξεις κι η άθλια φωνή μου. Πάντα όμως το ξεχνώ.

Όχι δεν είναι ότι ξεχνώ. Είναι ότι είμαι ανέκφραστος πάντα. Πάντοτε λέω να πω κι αυτό κι εκείνο. Όμως δεν βρίσκω τον κατάλληλο τρόπο. Και έτσι δεν μιλάω. Κι όταν πάλι λέω θα μιλήσω, ώσπου να το βρω, το ξεχνάω. Η είναι κι οι φορές που είμαι κάπως θεατράλε και υπερβολικός. Αποτυχία κι αυτό, τρομάρα ψυχή μου. Στην καλύτερη για να λέμε και του μουγγού του δίκιο λέω πάλι τα ίδια και τα ίδια. Τα ανέκφραστα.

Και θέλω έτσι να ξεδιπλώνονται όλα, να τα βγάζω όλα από μέσα μου, σαν την Κλεοπάτρα που ξετυλίγεται μέσα από το χαλί της έτσι να ξεδιπλώνεται η γλώσσα μου θέλω, κι αυτό το πράγμα να ξεκουράζει, να γίνεται πιό αντικειμενικό αυτό που με αφορά, να παίρνει τέλοσπάντων ένα σχήμα κι εγώ να μπορώ κάπως να ανατρέξω σε αυτό, να πω κοίτα, τί σκέφτηκα, κοίτα πώς το ξεστόμισα και να το αναγνωρίσω. Για να το αναγνωρίσει και ο τρίτος που δεν αρκείται στην ευγένεια και θέλει αποδείξεις ή κύρος. Για να πειστεί ότι δεν είμαι το γλυκανάλατο αγοράκι που νόμισε στην επιφυλακτική μου καλημέρα.

Όχι, δεν τα θέλω όλα αυτά για να πετύχω την έπαρση. Ζήτημα επιβίωσης είναι. Να μπορέσω να πάρω αμπάριζα τελικά να εφαρμόσω το ακατόρθωτο και να συμβεί το απίστευτο και όμως αληθινό να θέσω σε εφαρμογή την πολυπόθητη έκφρασή μου. Για να υπερασπιστώ το δίκιο μου. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται αφάνταστα περιττά ή εφηβικά ή ανόητα ή τρυφερά ή ρομαντικά ή εγωκεντρικά ή φίλαυτα ή δεν ξέρω τί στο διάλο άλλο, αλλά τα λέω γιατί κάπου το μπαλάκι μου το 'χασα... το σκέφτηκα... το νιώθω... το λέω... και κάπως πρέπει όλα αυτά να γίνουν η φωνή μου αφενός. Αφετέρου γιατί αισθάνομαι ότι αυτός είναι ο μονόδρομος που επιβάλλουν οι σύγχρονες απρόσωπες κοινωνικές σχέσεις.

Y. Γ. Λατρεύω αυτό το έργο, λατρέυω αυτή την ταινία, λατρεύω αυτούς τους ηθοποιούς, τις ερμηνείες, την εκφραστικότητά τους. Δεν θα τα καταφέρω ποτέ. Τα βλέπεις... ούτε την οργή μου δεν καταφέρνω να σου πω και να μιλήσω...

Monday, November 03, 2008

Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα



Σήριαλ που έβλεπα φανατικά. Λόγω της ημέρας. Περισσότερο θυμάμαι τον Ξενίδη από ένα παιδικό με παραμύθια της οικογένειας Σοφιανού. Δεν κατάφερα να βρω ωστόσο κάτι σχετικά. Αγαπημένη ατάκα από το συγκεκριμένο επεισόδιο:

Ρίκα Διαλυνά: Ε, και λοιπόν; Κορσέ στα γούστα μου θα σε βάλω;

Ζήτημα διαθέσεων


Δεν έχω πολλά να κάνω. Μπροστά στην οθόνη μου κάθομαι. Χάσκω. Το κενό με δυό λέξεις διαπερνώ. Διάτρητο κάνω το λευκό μπας και καταφέρω να δω πέρα απο άσφαιρες λέξεις. Πού είναι το ευθύβολο; Για να είμαι ειλικρινής ποτέ δεν βρήκα στόχο. Για να είμαι πιό ειλικρινής κάπου κάπου βρίσκω απόκριση, μα το' χω πάλι ξεχάσει. Κάθομαι, όλο και λιγότερο γράφω, όλο και λιγότερο παίζω, όλο περισσότερο μιλώ, όλο περισσότερο τραγουδώ, τραγουδώ μόνος στο δρόμο, παράφωνος, μου κόβουν το τραγούδι οι περαστικοί μου, τί κοιτάνε, παντού παραμιλώ, σκέφτομαι, "δε βαριέσαι", δε βαριέμαι απαντώ, μέσα μου, διαβάζω, ούτε καταλαβαίνω τί διαβάζω, σάμπως καταλαβαίνω τί τραγουδώ, γεμίζει η ζωή ενεργητικές και παθητικές διαθέσεις μου. Λένε ενεργώ και παθαίνω. Οι διαθέσεις μου. Κάποια στιγμή θα εξημερώσω τα τέρατα που περιγράφουν τις μακρυσμένες ενέργειες που παρακολουθούν τη ζωή μου.

Wednesday, October 29, 2008

Ingenuity



Όντως... μεγάλες προσδοκίες.

Όμως δεν είναι αυτό που πειράζει τελικά. Tην έλλειψη της ισορροπίας φοβάμαι. Την έλλειψη ευθυκρισίας τελικά στην οποία η όλη κατάσταση βαδίζει. Δεν ξέρω, δηλαδή ξέρω, αλλά δεν ξέρω επακριβώς, θέλω να πω νομίζω, ίσως και κάπως να μπορώ κάτι για κάτι συγκεκριμένο να πω, αλλά νομίζω τίποτα σημαντικό δε θα 'ναι. Να βάζει τα πράγματα και τη ζωή σε καινούργια θέση τέλοσπάντων κι όχι σε δρόμο χωρίς σκοπό. Συνεχίζω. Σ' ένα κόσμο από απόψεις ή στην καλύτερη σε έναν κόσμο από εμπεριστατωμένες θεωρίες. Τη δικιά σου. Τη δικιά μου. Και αυτουνού. Ωστόσο, κι αυτός ακόμα την είπε τη θεωρία του της σχετικότητας. Ποιός είναι η αυθεντία επομένως ανάμεταξύ μας;

Κάπου δε φτάνω. Όλο δρόμος. Μόνο συνεχίζω να προχωρώ. Βεβαιότητα είναι τελικά μόνο η απάτη. Άπαξ και κατέβηκες από την προσδοκία για τ' όνειρο το 'χασες το τραινάκι. Τρεχάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου, λέει ένας. Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, λέει άλλος. Όμως πού πας όταν πεθαίνουνε τα όνειρα? Τα όνειρα ή πραγματικότητα γίνονται ή πεθαίνουν. Να, τί χωρίζει ο δρόμος που μου δείχνεις να βαδίζω.

Θα σταματήσουμε κάποτε. Θα ήθελα κάποτε να σταματήσουμε. Να μιλάμε. Και μόνο θα νιώθουμε γιατί συμβαίνει αυτό κι εκείνο. Στη μέση οδό που οι σκέψεις κατέχουν την ψυχή. Και τα συναισθήματα τη σκέψη. Κι εκεί μόνο θα νιώσουμε και θα συνειδητοποιήσουμε. Δεν ξέρω με ποιά ακριβώς σειρά. Μπορεί δηλαδή και πρώτα να συνειδητοποιήσουμε και ύστερα να νιώθουμε. Για πάντα. Ή όσο κρατάει η στιγμή του πάντα. Πάντως νομίζω η λεπτή αυτή στιγμή κατά την οποία μέσα στον οργανισμό μας συμβαίνουν παράλληλα τούτα τα δύο πράγματα είναι η πιό ωραία στιγμή μας, η πιό ακριβή, η πιό σπάνια, η στιγμή που ζούμε. Το τώρα για το τώρα. Και για πάντα. Είναι απλό. Και δύσκολο. Κερδισμένο ούτε καν με ιδρώτα. Δεν ξέρω πώς. Το ένιωσα. Ακόμα κυνηγάω. Τη ζωή και τα όνειρα. Κι ως φαίνεται συνέχεια. Τη διαύγεια. Το γυαλί ντουνιά μου.

Υ.Γ: Μια μέρα μετά την επέτειο του "μεγάλου Όχι"...

Tuesday, October 21, 2008

Σφηνάκι από αδελφές Τατά



Το ανακάλυψα μόλις. Ναι, είναι η Μαρινέλλα και δίπλα η Βίκυ Μοσχολιού. Και στο τέλος προστίθεται και η Άννα Βίσση. Ααααααχ, πολύ το χάρηκα τώρα εγώ αυτό! Με αιφνιδίασε τόσο ευχάριστα!

Monday, October 20, 2008

There was a boy...



Κάπως έτσι... Ναι, ενδεχομένως πολύ δραματικά και θεατράλε και παραφορτωμένα και μπαρόκ και με όσες αλλες επιθετικές -δηλαδή προσδιοριστικές- κατηγορίες μπορείτε και θέλετε, αλλά τί να γίνει υπάρχει και αυτή η εκδοχή βιωμάτων, ξέρετε... Οι ορισμοί εξ... ορισμού περιορίζουν κι αυτές... οι υπερβολές, επιτρέψτε μου... έχουν μια απέραντη αλήθεια. Δυσνόητη ενδεχομένως αλλά αναλύεται μόνο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Σαν ορισμός και δαύτη. Αλλά ευρύστερνος. Δεν έψαξα ποτέ την πραγματική ζωή. Την κατάλαβα πολύ καλά πολύ νωρίς. Να ξεφύγω. Την αληθινή ζωή πόθησα. Τίποτα άλλο. When will I begin to live again? Ένα μονάχα σας παρακαλώ... μην πείτε "αιθεροβάμων"... θα ήταν το πιό εύκολο. Και το εύκολο, αν μη τι άλλο, δε μ' αρέσει... άσε που στην τελική δεν είναι και τόσο πραγματικό...

Saturday, October 11, 2008

Σ'εσάς που (αντέχετε να) με ακούτε

Ο χρόνος είναι μια τρισδιάστατη σιωπή. Διαβάζω Ορχάν Παμούκ. Η καινούργια ζωή.

Τί ωραίος της ζωής ορισμός και ετούτος. Τόσο γεωμετρικός. Θεώρημα. Σου χαρίζει αυθόρμητα ένα πεντάγραμμο και σου λέει γράψε τη μουσική σου. Εγώ δεν είμαι τίποτα, δεν υπάρχω, αν δε θέλεις να υπάρχω. Εάν φοβάσαι ότι υπάρχω. Εάν σε περιορίζω που υπάρχω. Υπάρχεις μόνο εσύ, το πεντάγραμμο που σου χάρισα, άντε το πολύ πολύ και διαστάσεις τρεις να κάτσεις να συνθέσεις. Διαστάσεις τρεις. Ολοκαίνουργιες. Η καινούργια ζωή. Χρόνος είναι η ανθρώπινη παρέμβαση σε πέντε ευθείες παράλληλες που δεν θα συναντηθούνε ενδεχόμένως πουθενά και ποτέ τους. Το τετράγωνο της υποτείνουσας ισούται με το άθροισμα των τετραγώνων των πέντε -και βάλε- παράλληλων ευθειών. Όπου υποτείνουσα σημείωσε μελωδία. Οι νότες. Η διακριτική ευχέρεια και η φαντασία. Υπάρχω μόνο στη φαντασία, αυτό σου λέει ο χρόνος. Χωρίς αρχή, μέση, τέλος. Χωρίς σταματημό. Πρώτη φορά μου φαίνεται έτσι γενναιόδωρος ο χρόνος. Σε αυτόν πρώτη φορά το συγγραφέα. Σύμφωνα με αυτό το θεώρημα.

Ζηλεύω τους συνθέτες, τους τραγουδιστές. Ζηλεύω αυτούς που λένε αυτά που θέλω να πω κι εγώ αλλά δεν τα καταφέρνω. Ίσως δεν τα νιώθω. Αλλά, πιστέψτε με, τα νιώθω. Η αλήθεια δεν ήμουν καλός στη γεωμετρία -ούτε το πυθαγόρειο θεώρημα δεν έμαθα όπως είδατε και πιό πάνω-, γι' αυτό ίσως λοιπόν να μην τα καταφέρνω. Ζηλεύω. Εκείνοι ξέρουν γραφή κι ανάγνωση. Ξέρουν να διαβάσουν ένα βιβλίο με τίτλο "η καινούργια ζωή" και το γράφουν. Το ζουν ενδεχομένως, μόνο το γράφουν; Όμως κυρίως ξέρουν σχέδιο αρχιτεκτονικό για να εκφράσουν τη σιωπή σε απτές διαστάσεις κι εγώ από αρχιτεκτονική ξέρω να παίζω μονάχα τουβλάκια lego.

Να το, πάλι παραμιλώ. Φοβάμαι τη σιωπή. Και τις διαστάσεις. Είμαι επιδειξιομανής. Φαφλατάς. Αλλοπρόσαλλος. Φαίνετ΄απ' τα γραπτά μου. Είναι κι αυτό όμως τόσο δύσκολο σκέφτομαι. Να είναι κανείς θεατρίνος. Ανά πάσα στιγμή σημαίνει πως εκχωρείς δικαίωμα στο παράφωνο. Ναι, ο ηθοποιός δεν είναι ακριβώς μελωδία. Ο ηθοποιός όμως είναι η κραυγή. Μέσα στην τρισδιάστατη σιωπή. Του χρόνου. Μια παύση. Την ακούσατε; Τώρα σωπαίνει...

Monday, October 06, 2008

DisConnEctiOn


Όπως ακριβώς το λέει η λέξη. Απο χτες το απόγευμα. Και η τεχνική υποστήριξη της Οtenet το κάτι άλλο... Εντάξει, μπορεί να είμαι ηλίθιος, αλλά μπορείτε, πρώτον, όταν την τεχνική υποστήριξή σας καλώ να μην με αφήνετε να περιμένω με τις ώρες, να μην με πασάρετε από τον ένα στον άλλο -και καλά- ειδικό αφού έχω ακούσει πρώτα και τις 4 εποχές του Vivaldi και δεν μπορώ να τον βρίσω, μπορείτε να κάνετε κάτι με το "σύστημα σας που ώωωωωωωωωωωωρες τώρα έχει πέσει" και δεν μπορώ να εξυπηρετηθώ, και μπορείτε -το κυριότερο- να μην λύνετε τα προβλήματα που προκύπτουν από το τηλέφωνο αλλά να στέλνετε άμεσα στο σπίτι κάποιον ειδικό -αν υπάρχει- για τα προβλήματα που προκύπτουν σε εμάς τους "ανειδίκευτους"????

Sunday, October 05, 2008

Το φόρεμα

Φαίδρα: "Κακούς δε θνητων εξέφην' όταν τύχηι προθείς κάτοπτρον ώστε παρθένωι νέαι χρόνος"
Ευριπίδη, Ιππόλυτος στιχ. 428 -30

Κρεμασμένο στο ένα φύλλο της ντουλάπας
δίπλα καθρέφτης
το κρεβάτι στρωμένο ανάκατα
ένα βιβλίο σελίδες κίτρινες ανοιχτό
φύλλα αδειανά σπρωγμένα από τον καθαρό αέρα στο τέλος
εκεί που μελάνι δεν έπιασε
ούτε αντίλαλο μέσα απ' τους τοίχους πρόλαβαν οι κραυγές
στο δωμάτιο βρήκε
βουβά
την παραμάνα της Οφηλίας
η είδηση
πως η κυρά της έσβησε
σε λάκκο με νερό
ενώ κοιτούσε τη βούρτσα απ' τα μαλλιά
αφημένη κι αυτή όπως χτενίστηκε εκείνο το πρωί
τρίχες κίτρινες κάτω από ένα βάζο γαλάζιους κρίνους

Y.Γ : Στην ώρα του φανερώνεται ο κακούργος σαν τον καθρέπτη που λέει στην κόρη μεγάλωσες (πρόχειρη μετάφραση από τον Ιππόλυτο ο υποφαινόμενος)

Wednesday, October 01, 2008

Πλατεία Ομονοίας


Λοιπόν σήμερα θα παραθέσω ένα γεγονός. Μου συνέβη επί της οδού Πειραιώς λίγο πιό κάτω από την περίφημη πλατεία Ομονοίας. Το συζητάω από προχτές και έχω ακούσει διάφορες απόψεις σε βαθμό να πιστεύω ότι πρόκειται μάλλον για θέμα διχονοίας.

Προχτές Σάββατο λοιπόν έχω μπει στο τρόλλεϊ. Περιμένω να ξεκινήσει. Ενώ διαβάζω παρατηρώ έναν μαύρο να τρέχει. Κατά πόδας τρέχουν αστυνομικοί. Παρακολουθώ. Συλλαμβάνουν τον μαύρο. Αρχίζουν να τον χτυπάνε με γκλοπ στην κοιλιά και στο σβέρκο. Του φωνάζουν. Και συνεχίζουν να τον χτυπάνε. Λιγότερο στο σβέρκο. Περισσότερο στην κοιλιά. Ίσως να παρατηρείται και έλλειψη από απλές χειροπέδες στην ελληνική αστυνομία. Πέντε μπρατσωμένοι αστυφύλακες. Έναν μπρατσωμένο μαύρο. Που δεν αντιδρά -και πώς να αντιδράσει θα μου πεις.

Βγαίνω από το τρόλλεϊ και φωνάζω: "Τί τον χτυπάτε, ρε, τον άνθρωπο;" Αμέσως κάποιοι ένστολοι και άστολοι μπάτσοι -που ξεφύτρωσαν από το πουθενά- αρχίζουν να με γαμοσταυρίζουν -και Παναγία και Χριστό συμπεριέλαβαν στο θεάρεστο έργο τους-, με είπαν φλώρο -φυσικά-, απείλησαν ότι θα με πάνε κι εμένα μέσα -μου ζήτησαν ταυτότητα, δεν έχω παράπονο, γαμοσταυρίδια με το γάντι- και μεταξύ άλλων ανέφεραν - και πολύ πιθανόν να πρέπει να το πιστέψουμε- ότι ο μαύρος κουβάλαγε -και μάλιστα πάνω του- ένα κιλό πρέζα.

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, εγώ πιά μόνο τους κοιτούσα -κυρίως στα δόντια, πλέον μου θύμιζαν λυσσάρικα σκυλιά-, δεν άκουγα πολύ καθαρά τί έλεγαν -νομίζω κάτι για ένα γιό που θα κάνω και θα πεθάνει από ναρκωτικά-, μόνο παρακολουθούσα βουβός και φοβισμένος τη δική μου πλέον ζωή να γίνεται η ζωή ενός αδύναμου ανθρώπου κι ενός ανίσχυρου πολίτη που τόλμησε κάτι αλλιώτικο να ψελλίσει στο κέντρο μιας πολιτείας θεωρητικά φύσει και θέσει δημοκρατικής.

Δεν έχω αντίρρηση ακόμα και το απλό βαποράκι ναρκωτικών να συλληφθεί, ούτε είμαι κανένας υπέρμαχος στον αγώνα ενάντια στη δίωξη των ναρκωτικών - αν υπάρχει κάτι τέτοιο και δε λέγεται οργανωμένο εμπόριο κάποιων κύριων υψηλά ισταμένων- αλλά δεν καταλαβαίνω επίσης με ποιό δικαίωμα εν έτει 2008 στην καρδιά μιας πολιτισμένης πρωτεύουσας πέντε άνθρωποι εφαρμόζουν ένα είδος δικαιοσύνη με βία σε έναν άλλο άνθρωπο ό,τι κι αν έχει κάνει κι όσο κι αν για να τον πιάσουν έχουν παιδευτεί -λες και δεν είναι δουλειά τους με κάθε κόπο η προστασία-, με ποιά ανοχή εκατοντάδες τριγύρω περαστικοί στέκονται αμέτοχοι σε ένα τραμπουκισμό τέτοιου είδους μπροστά στα μάτια τους και τέλος, γιατί ένας άλλος άνθρωπος -τυπικά πολίτης ελεύθερος- κινδυνεύει να προπηλακιστεί επειδή δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη νέα, ακατάληπτη, σύγχρονη μορφή(?) αστικής δικαιοσύνης.

Προς παραδειγματισμόν λοιπόν στην πλατεία Ομονοίας.

Saturday, September 27, 2008

Αριστοφάνη, Βάτραχοι


Το ενδιαφέρον με τους Βατράχους του Αριστοφάνη είναι ότι αποτελεί μια κωμωδία με θέμα την κατάβαση στον Άδη. Την κατάβαση ενός θεού στον Άδη. Του θεού της δραματικής ποίησης. Της καλλιτεχνικής έκφρασης. Σε μιά εποχή που τα πάντα έχουν ξεμείνει δίχως ποίηση. Ο Διόνυσος κατέρχεται στον Άδη για να φέρει πίσω στη ζωή: Τον ποιητή. Τον τελευταίο μεγάλο ποιητή. Τον Ευριπίδη. Με τούτο το αίτημα καταβυθίζεται στα λιμνάζοντα νερά της Αχερουσίας. Να βρει αυτόν που θα τον εκπροσωπήσει. Μέσα στους πομφολυγοπαφλασμούς των Βατράχων. Κάνει ένα ολόκληρο ταξίδι μέσα και πίσω. Ο Διόνυσος. Ο θεός που πεθαίνει. Και ξαναζεί. Στις απαρχές του ποιητικού είδους. Που μάχεται για την εν θεάτρω ζωή. Που τελεί υπό εξαφάνιση. Ο άχρονος χρόνος της δημιουργίας. Μοιάζει λιγάκι με θάνατο. Της πρώτης έμπνευσης. Κάπως σα να σβησε ο πετροπαιχνιδιάτορας ήλιος. Ο ήλιος ο πρώτος σα να σβησε. Και ο θεός σώζει τελικά τον Αισχύλο. Φέρνει πίσω στη ζωή τον πρώτο του δράματος ποιητή. Ανάσταση!

Όχι από στόμφο, όχι από έπαρση, όχι από πατριδολατρεία, όχι από προγονοπληξία, όχι από εθνικισμό, όχι από συντηρητισμό. Από ανάγκη. Να ξαναγεννηθεί η πρώτη σπίθα η δημιουργική. Η έμπνευση. Που θα γίνει φωτιά. Και θα δώσει στον άνθρωπο δικαίωμα στην ιστορία. Γιατί η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μιά λέξη πάνω στο χαρτί. Μιά κωμωδία. Αριστοφανική. Πόσο περισσότερο χάος μπορεί να κρύβει μια δημιουργία; Α, και μην ξεχνιόμαστε, το έργο, εργάκι, αττική κωμωδία... Αριστοφάνης λέει, μπαλαφάρα... Δε μας αφορά... Ψάξτε να βρείτε με το σήμερα καμιά αναλογία... Λέει... Λέει... Λέει... Πομφολυγοπαφλασμοί... ΒάτραΧ... Παρατράγουδα, επιτρέψτε μου, με τη σειρά μου να μιλήσω. Όλα στο μεταίχμιο. Όλα έξω, πάνω και μέσα στο νερό. Ο ίδιος ο θεός ανάμεσα στους πεθαμένους. Οι Βάτραχοι είναι το πρώτο αμφίβιο έργο. Το πρώτο έργο που ψάχνει απεγνωσμένα να ζήσει μέσα κι έξω από τη λίμνη, μέσα κι έξω από το βούρκο, μέσα κι έξω από το τέλμα και το έλος με το λιμνάζον ύδωρ. Και στον αγώνα αυτό το Χ δεν είναι της διαγραφής αλλά το 01 της δημιουργίας.

Στο Μουσείο Μπενάκη ξεκίνησε η έκθεση - αφιέρωμα στον Κάρολο Κουν. Εκατό χρόνια από τη γέννηση. "Εκατό χρόνια από τη γέννηση του ιδρυτή του Θεάτρου Τέχνης και ανανεωτή της ελληνικής θεατρικής σκηνής" τα δελτία τύπου λένε... δεν τα λέω εγώ... Την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη συνοδεύουν πολλές παράλληλες εκδηλώσεις. Δευτέρα βράδυ στις 20:30 αποσπάσματα από τους Βατράχους του Αριστοφάνη. Ολόκληροι και με οι. Σκηνοθεσία: Κάρολος Κουν Μουσική: Γιάννης Χρήστου Να είστε εκεί... όσοι θέλετε και μπορείτε... θα είμαι κάπου ανάμεσα στους Μύστες... επί σκηνής αυτή τη φορά και σε χορό αρχαίου δράματος επιτέλους... Και τί χορό...

Thursday, September 11, 2008

Μικρό παιδί στην πρώτη τάξη και το θυμάμαι σαν και τώρα...



Είναι πολλές φορές που δίνονται αφορμές και ανακαλώ την αίσθηση. Σα να πηγαίνω πρώτη μέρα στο σχολείο. Και καλά, εν δυνάμει θα μπορούσα να γίνω της Αννούλας εμπορικότατο σουξέ, το ξέρω, αλλά δεν πρόκειται γι' αυτό ακριβώς. Κοίτα όμως πώς έρχονται και συμβαίνουν τα πράγματα...

Κι όπως συμβαίνουνε τον τελευταίο καιρό, η σκέψη και η αίσθηση πηγαίνει κατευθείαν εκεί. Πάλι. Η πρώτη εντύπωση. Στην αυλή από ένα δημοτικό σχολείο. Δεν είναι τυχαίο. Αλλά πάλι ούτε και κανένα σύμπαν έχει συνωμοτήσει για να συμβεί. Αναφέρομαι στα γεγονότα.

Κρίθηκε ακατάλληλο στο σεισμό του '99.
Κατεδαφίστηκε πριν δυό χρόνια.
Στο ίδιο κτήριο πήγε σχολείο και ο πατέρας του παιδί.
Έφυγε καλοκαιρινές διακοπές.
Γύρισε.
Το σχολείο δεν ήταν εκεί.
Στη γειτονιά λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Λείπει το κτήριο, χάθηκε ο πατέρας του -όχι και τόσο φυσικά βέβαια-, εκείνος είναι πιά ένας άνεργος ηθοποιίσκος...
Κρίνεται ακατάλληλος...
Εντάξει, γεγονότα...

Όμως ακαθόριστα ώρες ώρες επιστρέφει ακόμα και τώρα η αίσθηση αυτή, η πρώτη εντύπωση από την αυλή εκείνη. Που έμοιαζε ακόμα τότε και λιγάκι με κόσμος... Νομίζω. Ολόκληρος. Ανακαλώ την αίσθηση. Μέσα στο πλήθος. Το χέρι αφήνω της μάνας μου ή του πατέρα; Δε θυμάμαι... Χαμογελώ. Το θυμάμαι. Μακάρι και τώρα να μπορούσα να χαμογελάω έτσι. Τρέχω. Είδα έναν παλιό συμμαθητή. Από το Νηπιαγωγείο -άλλη αυλή εκείνη, τα λέμε την επόμενη φορά που θα το φέρει η κουβέντα-. Φοβάμαι. Λίγο. Πού άφησα από το χέρι μου τους γονείς; Μήπως συμβαίνει κάτι που δεν το θέλω; Αυτό μήπως σημαίνει σχολείο; Τώρα πιά τις ίδιες ερωτήσεις θα τολμούσα να τις κάνω στη ζωή.

Δεν καταλαβαίνω. Συνεχίζω να τρέχω. Έχω την αίσθηση ότι τρέχω με το ίδιο μου ολόκληρο το μικρό κορμάκι. Προς τον αγαπημένο μου συμμαθητή. Ο ήλιος μπαίνει από τα μάτια μου. Ο αέρας από τη μύτη μου. Η μικρή μου ανάσα ανεβοκατεβαίνει στο στέρνο. Και ενώ φοβάμαι -λίγο-, τρέχω. Του χαμογελάω. Και ίσως κάπου, κάποτε να σταματήσω να φοβάμαι... Σε μια τάξη ίσως καθισμένος στο θρανίο δίπλα δίπλα με τον αγαπημένο μου σύμμαθητή... να χαμογελάμε. Τέλεια σκηνοθεσία, θα ειρωνευτείτε, τί το κάναμε εδώ, Χτυποκάρδια στο θρανίο; Αλλά, σκεφτείτε, παρακαλώ, αυτό που ζητάμε στην πραγματικότητα δεν είναι μια τάξη; Η τάξη μέσα μας...

Έτσι κάπως μπήκα στο σχολείο μου. Και υπήρξα αριστούχος -τρομάρα μου- μαθητής. Τουλάχιστον στου σχολείου την τάξη. Καλόμαθα φαίνεται το σπασικλάκι... Το θέατρο δεν δέχεται όμως τερτίπια σχολικής αιθούσης... Τις τελευταίες μέρες έχω διάθεση αρνητική. Εδώ μόνο προσπάθησα να αποτυπώσω τον χρόνο από μιαν ανάμνηση μάλλον ευχάριστη. Από το σχολείο. Που ξεκινάει σήμερα. Και μοιάζει λιγάκι μικρή ζωή. Και δεν πρέπει να κλαίγομαι. Μάθημα πρώτον!

Έτσι θέλω να ξορκίσω την κακή μου διάθεση. Επειδή κανονικά το τελευταίο διάστημα είχα κανονίσει να είμαι σε πρόβες. Και ακυρώθηκαν. Γιατί εκείνο που με πειράζει δεν είναι οι αντιξοότητες, μια παράσταση που ακυρώθηκε, το συμβάν το αντίθετο από το καλό που θα θέλαμε στην πραγματικότητα να συμβεί. Εκείνο που με πειράζει είναι όλα αυτά τα αγνά περιστατικά, τα γεγονότα τα σκέτα και αυτή η αίσθηση του χρόνου που επιδρά πάνω και μέσα μας με τις μικρές εναλλαγές τις οποίες κάποτε, όταν ήμασταν ακόμη παιδιά και πηγαίναμε στο σχολείο, είχαμε τον τρόπο ή μάλλον τη διάθεση να μην τις παίρνουμε τόσο κατάκαρδα και να μην τις βιώνουμε τότε ακόμα τουλάχιστον ως ραγδαίες εξελίξεις. Καλή σχολική χρονιά να έχετε, παιδιά... Εμένα ο χειμώνας μου προβλέπεται βαρύς...

Υ.Γ: Αλίκη, ακόμα δεν τα κατάφερα να αποκρυπτογραφήσω το μυστικό... Άλλοι πάλι το κάνουνε και σήριαλ...

Saturday, September 06, 2008

Ο εξερευνητής


Φαντάσου... να διασχίζεις τον ωκεανό. Για βδομάδες ολόκληρες κοιτάζεις μόνο θάλασσα. Τεράστια και μεγάλη. Ζεις στα νύχια του φόβου. Φόβος για καταιγίδα. Φόβος για αρρώστια. Ο φόβος για το άπειρο. Σπρώχνεις βαθιά μέσα το φόβο σου. Μελετάς χάρτες, κοιτάς την πυξίδα, προσεύχεσαι για άνεμο ούριο, ελπίζεις. Αγνή. Γυμνή. Εύθραυστη ελπίδα. Στην αρχή μόνο θολούρα. Κοιτάζεις τον ορίζοντα. Κοιτάζεις... μια μελανιά, μια σκιά μέσα στο νερό το απέραντο. Την πρώτη μέρα. Και την επόμενη. Όλος ο ορίζοντας σιγά σιγά απλώνει. Παίρνει σχήμα. Την τρίτη μέρα πιστεύεις. Κι αποτολμάς να πεις τη λέξη: στεριά. Στεριά. Ζωή. Ανάσταση. Αληθινή περιπέτεια. Από το άγνωστο το αχανές, από την απεραντοσύνη βγαίνεις έξω, στη νέα ζωή. Αυτό, μεγαλειότατη, είναι ένας νέος κόσμος.

Wednesday, September 03, 2008

I wish


Και πάνω που δεν έβρισκα θέμα, με προ(σ)κάλεσαν -ή και με κυρίεψαν μπορώ να πω- δαιμόνια εφτά για να αποσπάσουν τρεις ευχές μου. Αισθανόμενος τουλάχιστον λοιπόν ωσάν την Κασσάνδρα -κοινώς οι κάτωθι ευχές είναι και ολίγον προβλέψεις-
Στον εαυτό μου εύχομαι να εξασκεί το επιτήδευμα που επέλεξε έως βαθυτάτου γήρατος και με επιτυχία φρεναπάτης φυσικά (τουτέστιν βραβεία Χορν, Όσκαρ, χρυσές σφαίρες, έστω, βρε αδελφέ, βατόμουρα χρυσά)
Στο φίλο themi εύχομαι πέρα από μερίδιο της δικής μου περίλαμπρης επιτυχίας να κατακλυστεί το ιστολόγιο του από σχόλια αναγνωστών που δεν έχουν google account αλλά απολαμβάνουν ωστόσο τις σπαραξικάρδιες αναρτήσεις του Συνέβη στην Αθήνα και
last but not at all least
Στους αγαπημένους εώς και λατρεμένους μου εχθρούς να φάνε τις σκατούλες μου εύχομαι
κουραδίτσα κουραδίτσα
και κάποια στιγμή μετά από καιρό να καταλάβουν την αδιαφιλονίκητη αξία, γοητεία, ευφυΐα του ανθρώπου που ζήλεψαν, μίσησαν ή απλούστατα από λάθος ή και μαλακία τους δεν εκτίμησαν την κατάλληλη ώρα και την πρέπουσα στιγμή.
Την παρακαταθήκη για τη συνέχεια του παιχνιδιού την παίρνει όποιος θέλει. Ευχαριστώ.
Υ.Γ: Ότι έπαιξα το παιχνίδι των τριών ευχών στις τρεις του παρόντος μπορεί να είναι και σημαδιακό. Θα δείξει...

Friday, August 29, 2008

Ερωτικόν

Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο
Δ. Σολωμός

Σταμάτησε το ρυθμό από τον κόσμον έξω
έλα μέσα εδώ να δεις
κρυμμένα έχω στολίδια και μαλάματα
για σένα ό,τι κρύβω είναι μέσα εδώ
φως ακριβό από τον δικό μου κόσμο μέσα