Monday, February 05, 2007

Carne - vale...


Νύχτες καρναβαλιού.
Ντύθηκα ό,τι πιο πέτσινο κι ανθρώπινο βρήκα.
Μόναχα αυτή η πληγή απ' τα φτερά στην πλάτη κάθε που αλλάζει ο καιρός ξαφνικά με πονάει
Carne - Vale με μια λέξη γιορτάζω την ύλη θα πει

Wednesday, January 31, 2007

Πώς αγοράζεις ακριβά τις εκπτώσεις;

Χρονογράφημα


Δημοπραττώ σημαίνει σπαταλάω χρόνο σε λάθος επενδύσεις και ξοδεύω, μάλλον ξοδεύομαι. Όχι δεν επενδύω, δεν κάνω πλουσιότερο το κενό. Το κάνω. Αμφιλεγόμενο σαν πλήξη και λαίμαργο σαν αναίμακτη θυσία το χρήμα. Θα κοινωνήσουν όλοι στις εκπτώσεις. Να γίνει κυρίαρχος κι ο λαός. Ο έσχατος επαίσχυντος βασιλέας να δούμε πότε συμφέρει να καταρρεύσει. Θα μου πείτε εδώ και καιρό 40 - 50% κάτω...Όχι, δεν τελειώνω με ό, τι κέρδισα αγοράζοντας έξυπνα και φτηνά, χτυπάνε τα σφυριά στα μηλίγγια και καρτερούν τις φλέβες να αντλήσουν.

Σαν παραλήρημα εντός δεν ξέρεις γιατί αλλά συνεχίζεις να γράφεις, να ξοδεύεις, να χτυπάς, να ποντάρεις, παιδί της τύχης, δραπέτη, λαέ μου. Όπου κλητική προσφώνηση πές το και ορισμό. Στην φλέβα είν' το θέμα, στα οιστρογόνα ή την ανδρεναλίνη ο πυρετός. Kι ο πάγος. Τοκετός θα πει εδώ τοκίζω ή γεννάω πλάνες; Τοκετός θα πει είμαι πατέρας ή μητέρα των παιδιών μου; Δεν έγινε κραυγή ακόμα γι' αυτό κι η δυσκολία να το συνειδητοποιήσω. Γύρε στο μαξιλάρι να ηρεμήσεις, εαυτέ, επένδυσες και σήμερα στο θέρος τη βαρυχειμωνιά που σε θερίζει. Είμαι παιδί και είσαι κι εσύ το ίδιο. Ας ερωτευτούμε να βάλουμε και παραμέτρους ευτυχίας και καλά στη ζωή μας. Κι ας γίνουμε έκπτωτοι για μια στιγμή από τον κόσμο. Άγγελοι στ' αλήθεια υπήρξαμε άραγε ποτέ;

Αλκυονίδες ημέρες νωρίς φέτος ανεπαίσθητα μας έζωσαν και λυπάμαι που είναι ο καιρός για βρούβες πάλι. Σε χειμερία νάρκη μια αρκούδα έπεσε και εκείνη απ' το γήρας προδομένη, οι άλλες όλες ολολίζουν θυσιές. Σπονδές στον χρόνο δεν ξέρουμε τί θα πει γι' αυτό μας παραφυλάει στο τέλος. Μόνο δημοπρασίες αντέχουν τα αδι - έξοδά μας. Στο σφυρί και η συγγνώμη και τα ευχαριστώ και τα λυπάμαι και τα δεν αντέχω και τα σ' αγαπώ μου. Στο σφυρί και σε δημοπρασία το μέσα μου κενό...Τίποτα σημαντικό, ζώ μονάχα εν λευκώ μου είπε ένα σοφό τραγούδι...

Tuesday, January 23, 2007

Dead line




Είναι από κείνες τις ημέρες που λυπάμαι αφόρητα το ότι γεννήθηκα άνθρωπος και θα πεθάνω όχι για τον ίδιο τον θάνατο βέβαια και την φρίκη, μα για τούτη την απόσταση ίσα ίσα που παίρνω από τα πράγματα, γιατί φοβάμαι τόσο που αδιαφορώ...

Friday, January 19, 2007

Αισχύλου Πέρσες Β' στάσιμο



Μακάριε, ισόθεε βασιλιά μου, εσύ
Άκουσέ με που στενάζω!
Καθαρά με βάρβαρα λόγια σου φωνάζω!
Στα πέρατα απλώνω φωνή του καημού!
Ν’ακούς εκεί κάτω στη γη σου!
Γη μου, δική μου, Περσική
Μ’ ό,τι κατάβαθα σε κυβερνάει
Σπρώξε και γέννησε
Απ’ τα δικά σου σπλάχνα κάτω
Τον θεό των Περσών
Το γέννημα των Σούσων
Πάλι!
Στείλε πάνω!
Ανάστησε τον φίλο που δεν σκέπασες ποτέ!
Κι εσύ, αγαπημένη μου ψυχή,
Φτερούγισε στον τάφο τον αγαπημένο
Πάλι!
Αϊδωνέα, στείλε πάνω!
Ανάστησε, Αϊδωνέα, τον βασιλιά μου Δαριάν!
Κατάρα του πολέμου
Δεν έπεσε στους Πέρσες του ποτέ!
Γι’αυτό τον ονομάσαν “Θείο”!
Είναι ο θεός που το λαό μας προστατεύει!
Εσύ που βασιλιάς μου ήσουν κάποτε
Γίνε και πάλι βασιλιάς!
Πρόβαλε!
Έλα!
Σκίσε στα δυό τη γη
Κι από το χάσμα ας φανεί επάνω
Ροδόχρωμο το πόδι σου και πάλι!
Να στεριωθείς για να στεριώσεις
Βασιλική κορώνα στο κεφάλι!
Έλα, πατέρα μου καλέ, Δαριάν!
Άκουσες για τα νέα πάθη μας!
Λυπήσου μας!
Φανερώσου, του βασιλιά μου βασιλιά!
Ο θάνατος απλώθηκε παντού
Και στυγερος σπάραξε τα παιδιά μου!
Έλα, καλέ μου πατέρα Δαριάν!
Αλοίμονο!
Πέθανες!
Κι εμείς οι φίλοι σου σε κλάψαμε!
Τώρα δευτέρωσε ο μαρασμός
Και τα καράβια μας δεν είναι πια καράβια!

Thursday, January 18, 2007

Αφοπλιστικά φυσικός

Κύριε,
είχα μια ζεστή καρδιά
σκεπασμένη με κεραμίδια
στην άλλη άκρη της πολιτείας
Κύριε,
αγαπούσα τα πουλιά
χαιρετούσα τους ανέμους
και μεγάλωνα.
Κύριε,
τα βράδια που άναβες τ' αστέρια σου
κι εγώ τη μικρή μου λάμπα,
άνοιγε όλα μου τα όνειρα βεντάλια.
Κι είχα πολλά όνειρα Κύριε,
τόσα πολλά που γέμισε η κάμαρά μου
Και δεν χωρούσαν τα έπιπλα
και τα παπούτσια μου,
έπειτα δεν χωρούσε κι εμένα.
(ποιήμα του Βαγγέλη Ροζακέα, 1979)

Έτσι...χωρίς ιδιαίτερη αφορμή ή μάλλον από αγάπη...

Monday, January 15, 2007

Εισαγωγή εκ νέου στην κίνηση του Σουρεαλισμού ή πως αφομοίωσαν οι ποιητές τη Μοίρα των Ατρείδων


Κοιμήσου ήσυχα

εδώ που διάλεξες να πέσεις

ξεκουράσου

μέσα στα κύματα άφησε τα παιδιά σου

έστω και εάν την θάλασσα δεν την αγάπησες ποτέ
μου εμπιστεύθηκε τα μυστικά η Κλυταιμνήστρα, ακουσέ με

και πάνω στη γη τραχιά δε θ' άφηνες τον καημό σου
φώναξε και ο Αγαμέμνονας μέσα στο μπανιερό του

την αίσθηση να παίρνεις μόνο απ' τα πράγματα

και ονόματα να μη δίνεις
Πατέρα...
Μητέρα...

Στάσου

Γιά φαντάσου...
Από την αρχή του νέου χρόνου άρχισα να διαβάζω την καινούργια βιογραφία του Λόρκα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Και έρχομαι αντιμέτωπος με προσωπικότητες όπως ο Λόρκα, όπως ο Ουναμούνο και ο Νταλί. Προχτές έπεσε στα χέρια μου επί πληρωμή και το καινούργιο τεύχος της Λέξης αφιερωμένο στον Ελύτη. Για όλα αυτά μέσα μου και για άλλα πολλά που δεν λέγονται γιατί νιώθονται ακόμα συντελείται μέσα μου μια αλλαγή, νιώθω να μεγαλώνω και ότι ωριμάζω και πιο πολύ από όλα νιώθω από την πρώτη πρώτη του χρόνου την αρχή και όχι μόνο φέτος ούτε πέρσι τον σουρεαλισμό να είναι κίνηση που με κατευθύνει. Ακόμα τώρα θυμάμαι την πρώτη εντύπωση την αγνή που κυρίευσε τις παιδικές αισθήσεις στο πρώτο διάβασμα της ποίησης του Ελύτη. Τότε άνοιξε πρωτοφανής η πληγή κι αντί για αίμα χύθηκε φως στο σκοτάδι. Με τρελοβάπορο ταξιδεύα, με τρελοβάπορο πάω ακόμη, νιώθω να ξεπερνώ την ύλη...νιώθω να ξεπερνώ και τη σήψη...με ένα μυρμήγκι σαν γλυπτό του Νταλί.

Wednesday, January 03, 2007

Απεικονίζω..





Σ' έναν τοίχο λευκό

όπου ήλοι προσηλούνται

κι οι πίνακες όλοι από πάνω του αφαιρούνται

αδρές οι γραμμές απ' τα κάδρα που λείπουν

Τα καρφιά τους πονάνε κι οι μνήμες

τα χρώματα δε δανείζονται πιά τη ζωντάνια

ώστε να εκτίθενται αναμνηστικά

της ζωής οι εικόνες

Σ' ένα ξένοιαστο πιά υποκίτρινο φόντο

Tuesday, December 26, 2006

Μυστική συνταγή για Ευτυχισμένα Χριστούγεννα


Με συντρόφευαν πάντα αρώματα. Η όραση πάντα υπερτάτη αίσθηση του κορμιού μου, αλλά πάντα τα μεγάλα της ζωής μου έμεναν ακαθόριστα στη μνήμη μου από τις μυρωδιές. Διαβρώτικα συντηρούσαν, λυτρωτικά στήλωναν. Ημέρες και άνθρωποι... Η ζωή μου μυρίζει σαν την αγκαλιά της μάνας μου την ημέρα που ο πατέρας έφυγε για μια τελευταία φορά από το σπίτι κι εγώ δεν ήθελα να τον βλέπω στο μαύρο πουκαμισό της. Ήθελα να τον μυρίζω με τα χεράκια μου σφιχτά γύρω της και τα δακρυά και όλα μου τα αναφιλητά επάνω στην κοιλιά της. Εί δυνατόν και κάτω από το ίδιο αυτό μαύρο πουκαμισό που μου στέρησε τη χαρά της. Να βρώ εκείνον μέσα της. Μέσα στη μυρωδιά της να βρώ κι εμένα μέσα. Μαζί τους... Φάτνη...
Σήμερον ημέρα γενέθλιος και λαμπρηνθώμεν λαοί. Σήμερον γεννάται εν φάτνη άλλο παιδί. Κι εγώ μέσα στη χαρά αυτής της γιορτής ξημερώματα και δεν κοιμάμαι. Ποιμένες αγραυλούσι ακαταπαύστως εκεί... Βόσκω κι εγώ λοιπόν τα προβατά μου. Να τα μετρήσω για να κοιμηθώ; Μπά, δύσκολο... Η μυρωδία δεν μ' αφήνει από τα μανουσάκια. Πλαγιαστά μέσα στο βάζο της παραδοσιακά χριστουγεννιάτικης μου θείας που η μάζωξη μας κάθε χρόνο σαν οικογένεια μας τρέφει τις ελπίδες για ευτυχία αρωμάτιζαν το χώρο και φέτος. Φέτος κι εγώ κατάλαβα πώς τα Χριστούγεννα μου μυρίζουν κάθε χρόνο στο ίδιο σπίτι των ελπίδων να ευτυχήσω και ότι μανουσάκια είναι τα άγρια λουλούδια του μικρού Εμμανουήλ... του μικρούλη θεού μεθ' ημών... Κι αυτή η επίγνωση για τα άγια μοιάζει αστέρι λαμπερό... για φέτος έστω.
Υ.Γ. Μανουσάκι: Ανήκει στην οικογένεια των Αμαριλλιδών (Gramineae) και άλλες ονομασίες είναι τσαμπάκι, ζουμπούλι, μυρτολούλουδο.
Φυτρώνει στο τέλος του Φθινοπώρου σε λοφώδη χωράφια, στις πλαγιές των βουνών και σε μέρη βραχώδη. Υπάρχουν δύο είδη. Το άγριο και το ήμερο. Το άγριο είναι διάσπαρτο σε διάφορα σημεία στη Μάνη και στις αρχές Δεκέμβρη κυριαρχεί στη φύση, η οποία είναι κάτασπρη από τα χιονάτα λουλούδια και η ατμόσφαιρα γύρω μεθυστική από το άρωμα του. Είναι βολβόριζη χιτωνοφόρα πόα. Φτάνει τα 25 εκ. ύψος και έχει φύλλα παράριζα, στενά και μακρά με στέλεχος λεπτό και με λευκά άνθη που έχουν έξη ωοειδή ψευδοσέπαλα.
Την εποχή που είναι ανθισμένο, όσοι πηγαίνουν για να μαζέψουν λάχανα, φέρνουν και μια αγκαλιά μανουσάκια για το ανθοδοχείο τους. Εκτός όμως από το άγριο βγαίνει και ήμερο, που τα λουλούδια του είναι διπλά, αλλά λιγότερο εύοσμα από του άγριου. Οι γυναίκες που άναβαν το καντήλι σε κάποιον Άγιο, μάζευαν μανουσάκια και στόλιζαν τις εικόνες για να μυρίζει το εκκλησάκι.

Sunday, December 17, 2006

Takes 2 to Tango



- Χάθηκα...
- Έρχεσαι...

Δυό μέρες τώρα σκέφτομαι διπλά. Όχι, δεν συγκινήθηκα όπως έχω μάθει. Ορίζω αλλιώς πια τη λέξη "συγκινούμαι"... όπως ενδεχομένως είχα ξεχάσει. Μάλλον ορίζω ξανά και πάλι το ρήμα "συγκινούμαι". Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική μα τίποτα ελληνικό δεν μου μάθαν. Σημαίνει "είμαι ακόμα εδώ" όταν έχω εγκαταλείψει τα ιλουστρασιόν θέατρα της πόλης και τα πλήθη των μικροαστών με τα ευρουλάκια τους σε εισιτήρια πληρωμένα. Κι όταν λέγω "εδώ" έχω ένα "εκεί" στο νου μου και σε σκηνή επικληνή που δικαιώθηκαν οι μέρες στα ολυμπιακά αλώνια να έχω ακόμα να θυμάμαι. Και να μιλάω με όσα και όσους μου λείπουν. Είμαι μόνος; Φοβάμαι; Σε έχω ανάγκη; Λυπάμαι; Ποιόν άνθρωπο στα αλήθεια θέλω να ζητάω; Εμένα; Και η ελευθερία τότε τί σημαίνει; Ποιός άλλος; Αμφισβητώ ένα στίχο..."ή κανείς ή κι οι δυό μαζί" γιατί το είδα να συμβαίνει, να υπάρχει σαν τον αέρα ανάμεσα πλατείας και σκηνής. Πάρε ένα "ακόμα εδώ" για ευχαριστώ μου...

Wednesday, December 06, 2006

Ο Θείος...



Οι αναμνήσεις στα υπόγεια συχνάζουν

Σε ένα γίνονται και όνειρα

λέξεις δύο μυστικές να κρατήσω

σου χρωστάω.

Σωπαίνω

πάνω στο πάτωμα

πότισες το ξύλο με ιδρώτα.

Δε τα θυμάσαι πιά. Έχεις φύγει...

Κάπου στις θέσεις κάτω κοιτάζω

να δώ φωτιά και καπνό από ένα τελευταίο

κι ας μην είναι χειροκρότημα

ας είναι το τελευταίο σου τσιγάρο.

Sunday, December 03, 2006

Νατάσσα Μποφίλιου


Φωνές που οι ανάσες τους λυγάνε...
Την νύχτα χτες που μέτρησες φορές χίλιες

Thursday, November 23, 2006

Ένα όνειρο...


Ξύπνησα πάλι σε κόσμο φραγμένο ορίζοντα


-μια νύχτα φτάνει να χτιστεί το τείχος; -


και στο όνειρο κιόλας έβλεπα το βράδυ εκείνο να θέλω

να ξεφύγεις για να αναστήσεις

δάσος από φωτόδεντρα στην Καρδιά της πρωτεύουσας αθήνας κι έτσι κάπως

να πετύχεις η σοφία να ξεχαστεί κι η ομορφία παθιάρη έρωτα να σε ανθίσει, τώρα πιά Ανθηναίε...,

Ίσως στο ξημέρωμα να μη νίωσεις βαριά τη σκιά του θανάτου στο ανθρώπινο πετσί σου τότε

ή κάπως να ξανάβρεις τη δύναμη για να σώσει κι η ωραιότητα της λαγνείας σου μαζί με σένα τον κόσμο.





Στο μικρόκοσμο της σκηνής έβρισκα πάντα τη θέση μου στον κόσμο όταν δεν χανόμουν σε δαιδαλώδη κείμενα. Στην κλασικίζουσα μορφή έψαχνα πάντα να βρω την αγάπη και τη δύναμη να αντέχω τις μέρες που μου αναλογούν στον κόσμο. Γι' αυτό στην πρώτη ανάγνωση του Ονείρου καλοκαιρινής νυχτός επένδυσα εκατοντάδες αγρύπνιες μου -και του χειμώνα και της καλοκαιριάς- και διάλεξα να είμαι το ξωτικό του εαυτού μου και ένα παιδί να έχω την άνεση να βολοδέρνει την ψυχή μου χωρίς να το χαρίζω πουθενά και βασιλιάδες, και βασίλισσες, ανώτερους να τους περιφρονάω. Δεν ήμουνα σοφός, το ξέρω...Διάλεξα να γίνω τύραννος στο ίδιο το εγώ μου και μόνος, χωρίς έρωτα να βλέπω τον καιρό μου σαν του τρελλού καμώματα ή του παλιάτσου πλάνες.. μα δεν χαρίστηκα. Αυτό με συντροφεύει.

Γι' αυτό δηλώνω πως υποκλίνομαι με αρέσκεια λατρευτική, σχεδόν με αυταρέσκεια στο ύψος του μεγάλου συνθέτη και την αξία του έργου του αναγνωρίζω σε μια πολυεπίπεδη βάση γιατί μέσα στο έργο αυτό δοκιμάζω τις δικές μου απαντήσεις σε κατάδικα ερωτήματα της ζωής μου, τη ροπή μου και την τάση μου για τη μοναξιά, την αμφισβήτηση του Έρωτα θεού μου, την ανισορροπιά μου ανάμεσα στην τέχνη του ανεμπόδιστα κωμικού και του ανθρώπινα τραγικού μου, και της μέσης οδού, της αξιοπρεπούς και πάνω από όλα του Τύραννου Θανάτου... σ' αυτόν δεν τα κατάφερα ακόμα να μην λογοδοτώ. Συμβαίνει όμως σε πολλούς και το καταλαβαίνω. Ίσως κι αύτό να είναι πάντοτε μια δεύτερη συντροφισσά μου.

Τελειώνω. Οι ερωμένες μου πολλές κι η νύχτα μία μόνο, δεν είναι και για χόρταση η λαγνεία με τις λέξεις. Καταδικάζουν αφειδώς θανάσιμα αμαρτήματα οι θανατοποινίτες συντροφοί μου κι εγώ τους αγαπάω λέμε...

Για μια σκηνοθεσία σας μιλώ παγκόσμια που αρχίζει και τελειώνει στα δωμάτιά μας νύχτα κι αργά, πότε καθένας μόνος, πότε και με παρέα, βρίσκει τον τρόπο να ανοίξει την πόρτα την κρυφή και μέσα στην οδύνη χίλια και βάλε χρώματα να τα αφήσει να ξεχυθούν κι από της νύχτας τους ιριδισμούς που σκάνε πάνω στους καθρέπτες κι από τους χίλιους τους αντικατοπτρισμούς να συναντήσει μες στη παραπεταμένη σάρκα τη γυμνή που τα ρούχα αφήνει κάτω να πέσουν και τη σημαδεμένη από τις κακουχιές του κορμιού που έψαξαν και βρήκαν τρόπο να τρυπώσουν στο κορμί του -σαν το σκουλίκι της ταπείνωσης και του δημόσιου εξευτελισμού μιας κηδείας- το κηδευονεύομενο παιδί του και τ' άλλο του εγώ που φωνάζει τον στίχο ενός άλλου κλασικού παιδιού της απροσκύνητης ειμαρμένης : "κακούς δέ θνητών εξέφην' όταν τύχηι, προθείς κάτοπτρον ώστε παρθένωι νέαι, χρόνος" και μ' άλλα λόγια "έρχεται η ώρα που όλοι γινόμαστε καλοί"... Αναρωτιέμαι τί κι αυτό μπορεί να σημαίνει κι απάντηση μόνη και σαφή ο Ιππόλυτος και ένας πρόσχαρος γυρολόγος της νυχτός μου τη δίνει...

Sunday, November 19, 2006

Εν αναμονεί...




2 είναι ο καημός της ένωσης. Το ένα να γίνει δύο. Και επίσης η συμφιλίωση με τις δυο μας φύσεις. Σκληρότητα - ευθραυστότητα, αρσενικό - θηλυκό, υλικό και πνευματικό μας μέρος κ.ο.κ. Ταυτόχρονα είναι κι ένα παιχνίδι με τις σωματικές ταχυδακτυλουργίες, αφού τα περισσότερα απ' όσα συμβαίνουν στην παράσταση γίνονται με δύο. Αλλά κυρίως είναι ο μεγάλος καημός της ένωσης, του συσχετισμού μ' ένα συνάνθρωπο. Ο καημός του Αριστοφάνη δηλαδή στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνος.
(Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Δημήτρη Παπαϊωάννου στον Βασίλη Αγγελικόπουλο, εφ. Καθημερινή 19/11/2006)

Sunday, November 12, 2006

Κατευθείαν


Οίστρος και μανία διονυσιακή πάλαι ποτέ κυρίευσε τα βράδια

νύχτες αγρύπνιας μοναχά απόμειναν να στέκουν τώρα

σα κάτι γέρικους ξερακιανούς που ξόφλησαν τον ύπνο, ξύπνησα

για την υπόλοιπη ζωή στις τέσσερεις το χαραμά τους εγώ

και την ώρα αυτή νομίζω πως κοιμάμαι,

κλείνω μάτια κι ακολουθώ ένα τούνελ μυστικό και κούφιο

κατευθείαν στο πιό βαθύ, το πιό πυκνό σκοτάδι της ημέρας,

λίγο πριν την αρχή, στο τέλος μιάς ακόμη αξημέρωτης νύχτας: γίνομαι
βερμπαλιστής.

Σημαίνει πώς φοβάμαι.

Κι αυτό σημαίνει πιό βαριά το ρήμα πώς γερνάω.

Sunday, November 05, 2006

Μυρτιώτισσα


Έρωτας να ' ναι ή συμφορά
που κάποιου αγγέλου
τα φτερά έχει φορέσει
κι έρχεται ακόμα μια φορά
με τέτοια δώρα
τρυφερά να με πλανέσει
Έρωτας να ' ναι ή σιωπή
που όταν σε βλέπω
μου το κλει γλυκά το στόμα
και όταν μένω μοναχή
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα
Μα ό,τι και να' ναι το ποθώ
και καλώς να 'ρθει το κακό
που είναι από σένα
θα γίνει υπέρτατο αγαθό
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ' αγαπημένα

Sunday, October 29, 2006

Μαρία Καλουτά


Βίρα τις άγκυρες για νέους τόπους... Καλό ταξίδι...

Friday, October 27, 2006

Όταν το trendy...σφυρίξει τρεις φορές


Όχι, εδώ δε θα σταματήσει το τραίνο απόψε... 'Ισως φοβάται την ταχύτητα του μετρό... Μονάχα ο χρόνος λίγο ας επισκιάσει το παρόν, αν μπορέσει... Υπεύθυνοι όντα του παρόντος, ηθοποιοί να αιχμαλωτίσουν τη στιγμή τους και κατά κόσμον θεατρίνοι να παλέψουν για μία ακόμα ιστορική -με την έννοια του παροδικού- πνοή τους. Μια κοινωνία χρειάζεται ανάσες, πόσο μάλλον μια κοινωνία νευρωτική σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να χαρακτηριστεί νεοελληνίζουσα της ειμαρμένης. Αυτή την πορεία της μοίρας θα ανατρέψει το... trendy απόψε και το χρόνο θα κάνει πρωταγωνιστή για να αναστήσει όσα πέρασαν και να μιλήσει για όσα έχουν φτάσει μπας και ξορκίσει το κακό, μπας κι έναν μύθο ακόμα αναστήσει, μπας κι αφήσει μια πνοή θεατρίνου στον κόσμο να κάνει παρέα ο γελωτοποιός στον κυβερνήτη Άμλετ, τον όποιο κυβερνήτη... γιατί υπάρχουν πολλοί -κυρίως ο εαυτός κι ό,τι ο ίδιος αυτός πρωταγωνιστής χρειάζεται να απεκδυθεί για να φορέσει τη λευκή στολή του άγγελου με την αρχαίαν έννοια θεατρίνου.

Για να μιλήσω πιό απλά και χωρίς υπεκφυγές μιάς και ο κόμπος ώρες ώρες φτάνει στο χτένι σε μία κοινωνία όπως η ελληνική της συγχρονίας μας η δοσμένη... Μια κοινωνία ως έχει αυτή, την επιθεώρηση έχει ανάγκη, αυτό το κοίταγμα εκ των έσω και αφ' υψηλού μπας και τον Έλληνα μπορέσεις να τον πιάσεις κι από κάπου -ειδικά με το αφ' υψηλού βάσιμες οι ελπίδες να σου πετύχει ο άθλος... Ο Φασουλής λοιπόν πέτυχε στο εγχείρημά του να επιστρέψει στην επιθεώρηση, ένα είδος έτσι κι αλλιώς κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τα δικά του όπως του πρέπει και χωρίς υπεκφυγές σε εύκολα τερτίπια. Έγραψε και έπαιξε μαζί με τους συνεργάτες του κείμενα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, λιγότερο ή περισσότερο σπαρταριστά για να εξυμνήσει την εποχή του αμετροσέξουαλ, του ονείρου της νύχτας στα μπουζούκια, της νεόπλουτης φρεσκοκλαμμένης σαν τα γαρύφαλλα αυταπατώμενης ελληνικής μεταολυμπιακής εν τέλει πραγματικότητας αλλά και την εποχή που δεν έχει ξεπεράσει την μαλακία ως υπέρτατη εθνική αξία και εύσημο, που βρίσκεται ακόμα στον απόηχο μιας κάποιας εποχής του 80' νομίζοντας στην καλύτερη ότι την έχει ξεπεράσει. Ορίστε, λοιπόν εδώ πεδίον δόξης λαμπρόν μας θύμισε ο Φασουλής εχτές το βράδυ γιατί αμ, δε που τον πιάνεις τον Έλληνα -ούτε και μέσα σε αίθουσα θεατρική όπως μου επιβεβαίωνε κάθε τόσο μια κυρία στην πίσω σειρά που εν μέσω πυρετώδους ρυθμού παράστασης μιλούσε αναπόσπαστη στο κινητό της να κανονίσει δεν ξέρω τί της επέβαλε το άγχος της στιγμής της, την ίδια ώρα που μια άλλη δίπλα μου χάριζε ελπίδες όταν συνεπαρμένη από το κέφι της παράστασης σοκαριζόταν σύγκορμη σε κάθε βωμολοχικό αστείο με πρόσχημα εύθυμο "τραβάτε με κι ας κλαίω"...

Η επιθεώρηση λοιπόν εχτές μας πέτυχε και είχε αυτό να συμβεί χρόνια. Ήμουν μικρός και ευτυχής όταν πρόλαβα μια από τις τελευταίες έντιμες προσπάθειες επιθεωρησιακού θεάτρου, το "Costa Cola ζητάς", προβεβλημένο από έναν τηλεοπτικό δέκτη η ταυτότητα του οποίου διαφεύγει αυτή τη στιγμή στην ανάμνησή μου. Θυμάμαι πόσο θύμωνα επίσης όταν οι μεγάλοι συγγενείς της οικογένειας μας εμπιστεύονταν κάτι βράδια στις γιαγιάδες γιατί είχαν κανονίσει την έξοδο τους στο Βέμπο να δουν τον Λαζόπουλο ή τον Φασουλή, την Άννα Παναγιωτοπούλου ή την Υβόνη Μαλτέζου σε παλιές λαμπερές επιθεωρήσεις. Και πιο πολύ θύμωνα όταν οι γιαγιάδες που μας κρατούσαν εκείνα τα βράδια προσπαθούσαν να καταπραϋνουν το παιδικό μου μένος να δω και εγώ τους λαμπερούς πρωταγωνιστές, τα φώτα που από τότε ζήλευα να γίνω, με διηγήσεις από δικές τους επιθεωρησιακές παραστάσεις που είχαν δει και όπου σε ιστορικά πια νούμερα πρωταγωνιστούσε κάποια κυρία Ρένα Ντόρ, η Βασιλειάδου ή ο Αυλωνίτης.
Χτες το βράδυ λοιπόν κι εγώ πήρα την εκδικησή μου... Σε κάθε ατάκα της Καστάνη έκλεβα και λίγο απ' την πνοή μου, σε κάθε σκίρτημα του Φασουλή θυμόμουνα και πάλι την παιδική ψυχή μου και την ευχή μου μια μέρα να σταθώ κι εγώ κάτω από το φως, να βγάλω ένα ψάθινο καπέλο που θα φοράω και να υποκλιθώ έντιμα μπροστα στο απαστράπτον κοινό μου...το υλικό και το άϋλο... με τις γιαγιάδες και τους παππούδες, τη μαμά και πιο πολύ τον μπαμπά κι ας τον φωνάζω πατέρα και κάπου παραδίπλα τη Ρένα, τον Ορέστη, την Γεωργία, τον Λογοθετίδη να επικροτούν τα αστεία πιά της δικής μου εποχής, της δικής μου κακοδαιμονίας, με τα γέλια τους δικούς μου εφιάλτες να σκορπάνε... όπως τότε που περίμενα ως αργά τους δικούς μου να ρθουν μές τη νύχτα από ένα κατάφωτο θέατρο, μέσα στη σκοτεινιά ενός παιδικού δωματίου που όλα του τα φώτα άναβε τότε ακόμα μόνο η φαντασία μου...

Wednesday, October 04, 2006


Της καθημερινότητας εκδίκηση και του πραγματικού διεκδίκηση σε έναν πρώτο απολογισμό από τους πολλοστούς λέω την τέχνη του υποκριτικού... Όχι γυναίκα ερωμένη, ούτε γη της επαγγελίας χρυσή και ευτυχία όχι... Απλή διεκδίκηση, η μόνη πραγματική. Είναι ειρωνεία το απόλυτο των ορισμών; Την τόλμη συγχωρείστε... Και την έπαρση... Το παρόν αυτοσυντηρείται...

Monday, September 18, 2006

Οδυσσέα Ελύτη - ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ



Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο

Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας

Και η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδοχικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο

Σ' ένα πλήθος Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές

Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι που μπορεί να' ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε παιδιά κι ότι αυτός που χάνει

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους και να δώσει μιάν αλήθεια

Οπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι τους ένα μικρό

Δώρο ασημένιο ποιήμα.

Friday, September 08, 2006

Αύγουστος, φώτα... στην παραλία
τα πλοία φεύγουν για τα νησιά...
φεύγουν οι φίλοι... φεύγουν τα πλοία...
με γέλασες και είν' αργά...

Ήρθ' ο Σεπτέμβρης... ήρθ' ο χειμώνας
στην παραλία τη σκοτεινή...
χάθηκα μέσα στη ζωή μου...
χάθηκες μέσα στη βροχή...

Για τη ζωή που σκεπάζουν τα φύλλα στο ξεκίνημα του φθινοπώρου κι αρχίζουν να πέφτουν σιγά σιγά και για τον αέρα που κρυώνει μαζί τους όσο εκείνα κιτρινίζουν για να γίνουν πορτοκαλί ή κόκκινα στην ύπαιθρο χώρα το ταξίδι. Στην πόλη μέσα το φθινόπωρο το νιώθεις στα κυτταρά σου, είναι κι αυτό ιδιωτικό, σε δωμάτιο κατά μόνας ανατριχιάζεις με τα παράθυρα ακόμα ανοιχτά. Ρούχα ακόμα ακριβώς να αλλάξεις δεν μπορείς - άσε που τσινάς κιόλας γιατί δε θέλεις-, αλλά στην πλάτη νιώθεις το ελαφρύ αεράκι να περονιάζει το λεπτόφλουδο πουκάμισο που μέσα στον καύσωνα σου ερχόταν να το σκίσεις για να ελευθερωθείς απ' την καυτή σου σάρκα. ΄Οχι, δεν τέλειωσε έτσι εύκολα το αποσμητικό με άρωμα πεύκου, δέντρο ανδροπρεπές και αιχμηρό, αειθαλές... πουλάνε τα μπουκαλάκια αφειδώς στα σούπερ μάρκετ, άρα το καλοκαίρι θα ξανάρθει κι ο έρωτας μαζί σαν διαφήμιση από παγωτά έστω της Δέλτα σε κάποια γειτονιά της Νίκαιας στην Αθήνα. Ναι, δεν χαλαρώνεις τόσο εύκολα στο μπαλκόνι να δεις για πολλοστή φορά την Καρέζη να επιδίδεται σε κοκοράκια τρυφερότητας βραχνής γλυκαίνοντας τον ουρανίσκο σου με ένα παγωτό χωνάκι στο χέρι να λιώνει μπας και νιώσεις και εσύ τι θα πει στα ελληνικά κωμωδία του 60' μα το αλλοπαρμένο σαν φυλλαράκι στον άνεμο μυαλό σου φέρνει αυτό το τραγούδι το τελευταίο να σε προϊδεάζει για χειμώνα και να σκέφτεσαι την πρωταγωνίστρια που στη μικρή δυστυχώς οθόνη σε διασκεδάζει γλυκόπικρα καθώς χυμάει μες την καρκινική σου σκέψη, την ανάποδη, ένας χαμός το '92. Δεν είμαι νοσταλγός, ούτε αρκούδα να κάνω βήματα στη χειμερία νάρκη πιο νωχελικά, ούτε και φυλλαράκι για να πέσω, κρατάω κόκκινο νοτισμένο από βροχή και δυο μάτια μπλέ για πάντα με πείσμα να έχω να κοιτάζω.