Wednesday, September 30, 2009

αιαιεωααουει



Προσπάθησα να γράψω πέντε γράμματα. Θάλασσα πλατια σ' αγαπώ γιατί... είναι ώρες ώρες τόσο αδύνατο. Κάθε άλλο. Έχει κολλήσει το κεντρικό σύστημα επικοινωνίας της άχαρης εκφραστικότητάς μου. Κάνω αδέξιες κι άλλοτε πάλι εξαντλημένες κινήσεις με το σώμα μου, εκφέρω ακατάληπτα φωνήεντα, σε αποκομμένα σύμφωνα μπερδεύω τη μιλιά μου, δεν καταφέρνω τελικά ούτε να μιλώ, κάνω τούμπες για να σηκώνομαι και σηκώνομαι για να πέφτω, κάνω πρόβα το σώμα μου ολόκληρο και σύσσωμη τη φωνή μου. Μόνο τέσσερεις λέξεις μετά κόπων και βασάνων καταφέρνω να πω: Γέμισε ο κόσμος ανθρώπους. Παιδότοπος.

Και τότε στη στιγμή αρχίζουν να περνοδιαβαίνουν οι ξένοι -ποτέ δεν κατάλαβα γιατί στα αρχαία ελληνικά η λέξη ξένος μπορεί να σημαίνει προσφιλής. Πλησιάζουν και υπενθυμίζουν είμαστε κι εμείς εδώ, όλοι εκείνοι που δεν τολμάς να γνωρίσεις, ακόμα κι οι περαστικοί που προσπερνούν και δε τους δίνεις ποτέ σημασία και χάνω συνεχώς τα λόγια μου και τα μάτια μου καθώς γυρίζω επίμονα να κοιτάξω και τον παραμικρό περαστικό γιατί ακόμα κι οι άγνωστοι περαστικοί φαίνονται τόσο προσφιλείς πότε πότε κι όλο αυτό εγώ δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται όμως συμβαίνει απαράλλαχτα σε αυτή την πόλη από τ' αρχαία όπως σας είπα χρόνια και έρχονται εντελώς ξαφνικά στα μάτια μου τόσο απατηλά και τόσο γνώριμα κι αργοσβήνουνε κύματα τελευταία ημέρα του φετινού Σεπτέμβρη στη θάλασσα ενώ κάπου στο βάθος μύριζει καλοκαίρι και φωνή από αγαπημένη μου φιλενάδα.

Με απατά η μνήμη ή έχω εμπλακεί εκ νέου στη διαδικασία του προσφιλούς ονειρικού μου; Μετανιώνω τις περισσότερες φορές για κάθε πρόχειρη έκφραση και δεν ξέρω ποιος μ' ακούει όταν εξομολογούμαι. Μα γίνεται για μεγάλα διαστήματα σχεδόν παραισθητικό το αισθητό και με πιάνουν έντονα τόσες υπεύθυνες ενοχές γιατί κινούνται όλα τόσο προσοδοφόρα και ντουγρού κατά την αχανή τους θλίψη. Αλλά αυτή που περιγράφω η πραγματικότητα γίνεται τόσο ανεξήγητη ώρες ώρες. Κι εγώ απομένω να την παρακολουθώ τόσο ανίσχυρος και αποσβολωμένος ωστέ εξομολογούμαι άτσαλα μέσα στη γυάλα μου φωνές στον αποπνικτικό αέρα, ανάσες και ήχοι.

Όμως όχι, πρέπει να είμαι χαμογελαστός, να διατυπώνω ωραία τις εκφράσεις γιατί κάπως έτσι μπορώ να μην κλείνομαι στον εαυτό μου. Άλλο τρόπο δεν έχει να σε καταλάβουν οι άνθρωποι. Και μεταξύ μας δεν ξέρω αν έχουν κι άδικο που δε σου δίνουν συνέχεια χρόνο, δίκιο κι αέρα. Μόνο που συμβαίνει καμιά φορά ο κόσμος εδώ στο υπογάστριο κι άδειαζει τελείως από ανθρώπους, γέλιο, τελικά αέρα.

Αλλά όχι, έξω γίνεται μια προεκλογική συγκέντρωση. Έξω ο κόσμος τρώει, πανηγυρίζει, καπνίζει, δε λυπάται. Έξω ηχούν βεγγαλικά. Όλα μόνο στο σώμα το δικό μου και τη φωνή. βρέθηκε να σκοντάφτουν. Η λύση είναι εκεί έξω. Αορίστως πως αλλά με παραδείγματα και συμβάντα. Ο αδελφός μου είδε στον ύπνο του μια ροδιά και με ρωτούσε σήμερα στο τηλέφωνο αν ξέρω τι σημαίνει. Χαμογέλασα. Στο μπαλκόνι πρασίνισε το γιασεμί που νόμισα ξεραμένο. Χαμογέλασα.

Προσπάθησα να γράψω αυτά τα πέντε πράγματα. Τίποτα δε συντηρεί την ανάγκη. Τίποτα δεν καλύπτει επίσης την ανάγκη αυτή. Δε θα τα καταφέρω ποτέ: ορίστε πέντε λέξεις, πάρε να έχεις για τις δύσκολες ώρες ορθοφωνία και άρθρωση. Μη με κατηγορείς ότι ποτέ δε βρήκα τρόπο ν' αποκτήσουνε αυτά που έλεγα ειρμό. Και χαμόγελο. Κι ότι ήταν λόγια του λίγου μου αέρα.

Monday, September 21, 2009



Άνοιξα την τηλεόραση. Όλοι προετοιμάζονται για μια μονομαχία. Και εγώ σκέφτομαι άλλη μια φορά τις εκλογές που διεξάγονται στη μικρή μου οθόνη. Πουθενά αλλού. Όλα αναβαφτίζονται μέσα σε εκείνη τη μικρή εικόνα. Στη μικρή εικόνα που σου αφήνει ελεύθερο το περιθώριο να ανασκευάζεις. Ακόμα και τις κατηγορίες καμιά φορά, την ανεπάρκεια πιό πολύ από όλα. Ξεχασμένα όλα τα περασμένα, τα ανυπόστατα που τέθηκαν σε εφαρμογή, δοκιμάστηκαν και έγιναν μια πολλοστή αδιέξοδη πράξη, εκείνα που ξεκίνησαν στραβά, λύγισαν και κατέληξαν στραβωμένα. Ανθρώπινες προσπάθειες που ανέλαβαν την ευθύνη και δεν ευόδωσαν, άνθρωποι είμαστε, βρε αδελφέ, τελικά. Εκλογές είναι η φανταιζί γιορτή της δημοκρατίας. Και ας παν στην ευχή (κατ' ανέμου που λέμε στρατηγού) τα παλιά...

Ήρθε πάλι η ώρα των αυτόκλητων αρχηγών: Μια ολοκαίνουργια πολυφορεμένη αφορμή για αρχή και πάλι. Αρχή που σημαίνει - ας μην ξεχνιόμαστε- ξεκίνημα και εξουσία. Χωρίς μπόλικη ομολογουμένως ελπίδα και στα δύο ξου ξου τώρα πια. Μια αλλοπρόσαλλη τελικά α(να)κολουθία. Ένα παιχνίδι στα πιό βαθιά και βαλτώδη γαλαζοπράσινα νερά, εντός κι εκτός θέματος καμιά φορά αλλά πάντα επί της οθόνης. Ειδήσεις, διαφημίσεις, σήριαλ, ταινίες, σενάρια, δημοσιογράφοι, υποκριτές, κακοί ηθοποιοί, τηλεμαρκετινγκ υποσχέσεις και λύσεις, πολιτικοί, πολίτες, πολιτικοποιημένοι. Μιλάνε, όλοι, κι όλο τα όμορφα λογάκια τους μαθημένα τα λένε.

Κι εγώ αυτό που κάνω τώρα δεν είναι ίσως τίποτα παραπάνω από αυτό, μια ακόμα μέσα στις πολλές απόπειρες πράξη εντυπωσιασμού, ένας φτηνός πολιτικάντης ακόμα δηλαδή, απλά αναρωτιέμαι πού διαδραματίζεται αυτή η ζωή πίσω από όλα αυτά; Σε ποιά πρωτογενή ανάγκη συντηρείται στην πραγματικότητα η ωραία κοιμωμένη του καθενός μας; Κι εγώ γιατί νομίζω ότι βρίσκομαι μονίμως και κατά πως φαίνεται νομίμως στο πουθενά; Σε ένα παγιωμένο χρόνια πιά διάλογο με τον αντίλαλο από το θυμό μου. Δεν ξέρω αν θα έβρισκα απαντήσεις στις ερωτήσεις αν οργάνωνα έστω και μόνος μου χωρίς αντίπαλο ένα κατάδικό μου debate. Δεν ξέρω πού θα μπορούσα να σταθώ, για πόση ώρα όρθιος κι αν θα μπορούσα να κοιτάξω κατάματα τη δική μου πρώτα από όλα ευθύνη πριν προσκυνήσω ό,τι εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα εν προκειμένω. Κι αν γίνω βάτραχος ύστερα απ' όλα αυτά;

Έκλεισα πολύ γρήγορα την οθόνη σα να έστρεψα το βλέμμα μου από το ψέμα. Είναι κι αυτό μια πρωτογενής πολιτική ανάγκη όσο κι αν κάποιοι πιστεύουν το αντίθετο. Υπάρχει μια ώρα ριψοκίνδυνη. Η ώρα της αυτενέργειας και της πράξης. Και δεν έχει σημασία πού διεξάγεται. Σημασία έχει μόνο η αλήθεια την ώρα που τη ζωή σου διαλέγεις να εκτελείς. Ακόμα και μέσα στο πιό τρομαχτικό παραμύθι. Αλλά πόσο ακόμα μπορεί κανείς τελικά να αντέχει;

Tuesday, September 15, 2009

Λατρεία



Κάπου στην άγνοια διεξάγεται ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι αμαρτωλό χωρίς επικές μάχες, πανηγυρικές νίκες ή ένδοξους σακατεμένους, ένα παιχνίδι αναμάρτητο τελικά, φέρω αποκλειστικά όλη την ευθύνη του εγώ όπως κι εσύ τη φέρεις κι ας μην καταλαβαίνουμε καλά καλά τίποτα εκ των προτέρων, ξέρω ότι θα μάθω κάποια στιγμή ως δια μαγείας όλες τις σωστές απαντήσεις, γιατί θα τις έχω κάνει όλες πρώτα λάθος και θα μαθαίνω πάντα εκ των υστέρων ποιό είναι το σωστό, γιατί έτσι πρέπει να παίζεται το αιμοβόρο παιχνίδι, και θα με θυμώνει να ακούω τους ανθρώπους τους άλλους αλλά κυρίως εσένα να λέτε ότι έχω κατάφωρα άδικο γιατί μέσα στο δικό του πείσμα κρυμμένος κανείς όπως εγώ όπως κι εσείς δεν καταλαβαίνουμε ότι το ίδιο παθαίνουν όλοι γιατί έτσι είναι, κάτι σα μοίρα κοινή αυτή η ιστορία κι αυτό που με παρηγορεί είναι ότι αυτό καθαυτό το συμβάν, το αιματηρό, το άδικο, ίσως και να σημαίνει μάλλον ότι δεν έχω κάνει πουθενά λάθος εγώ όπως ποτέ δεν έφταιξε και δεν έκανε λάθος και άλλος κανείς ούτε κι εσύ, κυρίως εσύ δεν έκανες ποτέ λάθος, όσες φορές κι αν σε κατηγόρησα για το αντίθετο κάποτε μεταξύ μας, ποτέ δε το εννοούσα και το ξέρεις, πέρα από τις στιγμές εκείνες της αδυναμίας, τις ώρες ώρες εκείνες που έτσι αναπαίσθητα προκύπτει ο αναμάρτητος αμαρτωλός και ενσκήπτει για συμφορά ο κοινός μας χρόνος όμως τίποτα δε συμφέρει, γινόμαστε απλώς μια ακόμα θνητή και χαμένη ευκαιρία και δε σταματάει το κάταγμα κανείς κανενός, ίσα ίσα... κανενός είδους δεκανίκι μόνο σπάνε τα κόκκαλα για να γίνει και εσωτερική η αιμορραγία και περνάει και παίρνει τα άχρηστα συμπράγκαλα ο καιρός. Έργα μιας άλλης ζωής. Της Αξιολάτρευτης και Λανθασμένης.

Thursday, September 10, 2009

Τριαντάφυλλο

Σε ένα μικρό αστέρι διάλεξες να πας, να ζήσεις μακριά για να βρεις ψάχνοντας απελπισμένα το πραγματικό σου σπίτι. Μια κόκκινη, η πιό κόκκινη, συντροφιά έμεινε για το τέλος απ'το μακρύ ταξίδι στους ξέφραγους ροδώνες. Επιμένεις πεισματικά να φυλάς εκείνο το τριαντάφυλλο στο χέρι σα να τανε γιατί. Πες για την προσπάθεια που δεν κρύβει τη νίκη, λέγε για τον κόπο που δεν έχει σταματημό, μίλα για την πηγή, πως δεν αποξηραίνεται ποτέ στο πρώτο σώμα σου, το άμαθο, το ανθισμένο αίμα. Κι όλο ανθίζει. Όσοι το βάφτισαν ξεπερασμένο παραμύθι, όσοι πολυφορεμένο λουλούδι είπαν που έπεσε, μαράθηκε στη σιωπή, τραγούδι χιλιοειπωμένο έσβησε, τόσο πρόλαβε και κοντοστάθηκε πάνω στα χέρια και στα χείλια η αλμυρή σου λύπη, αδικαιολόγητο είπαν τούτο το παράπονο και κάρφωναν, μικρά οι κατηγορίες αυτές κατάστικτα σημάδια, δεν ξέρω πιά να ξεχωρίσω τα καυτά δάκρυα απ' τις δροσοσταλίδες, μόνο λέω αρκεί μονάχα να μην κεντήθηκαν αγιάτρευτα τουλάχιστον μερικοί από κάτι ξαφνικά αγκάθια νύχτα μέσα στα πιό ήσυχα βλέφαρά τους.

Thursday, September 03, 2009

Λυκαβηττός


Φέτος το καλοκαίρι τελειώνει στο μπαλκόνι, στον έκτο, σε απόσταση από το δρόμο. Απέναντι πρώτη φορά τόσο κοντά ο τόσο συχνά ακριβοθώρητος Λυκαβηττός, περιμένει όπως πάντα πως και πως τα χριστούγεννα σε φωτάκια.
- Είναι μια ελπίδα κι αυτό, μη νομίζεις
- Τα ίδια έλεγες κι όταν ξεκίνησε το καλοκαίρι
- Κυρίως μην απογοητεύεσαι...
- Κοίτα ποιός μιλάει.
Ευτυχώς φέτος θα είναι μικρή η σεζόν, μπορεί και να μην είναι τίποτα περισσότερο από ένας μικρούλης, κατ' ιδίαν σύντομος διάλογος. Δε θα προλάβω να ξαναγίνω παιδί, πότε να ξαναπρολάβω, οι λέξεις ολοένα πριν αρχίσουν τελειώνουν, οι λέξεις όπως λιγοστεύει κάθε μέρα το φως, φτιαγμένες από χρόνο ακόμα και οι λέξεις.
Άγνωστος ακόμα, ένας καινούργιος γείτονας, στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται από το πρώτο κιόλας λεπτό ένας προαιώνια γνωστός, δεν μπορώ να καταλάβω εξαρχής ποιός θα θελα να είναι, κάποιος πιθανότατα πολύ φίλος που μ' έχει καιρό τώρα ξεχάσει εικάζω, μου απευθύνει την ανοίκεια ερώτηση ποτέ πρόλαβα να ξεγίνω, εννοείται παιδί, αφοπλιστικό ερώτημα κι αυτό στο οποίο συχνά πυκνά δεν ξέρω τι ν' απαντήσω, όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά κυρίως γιατί δε θέλω να ρωτώ ακόμα κι ένα ξένο "γιατί με έχεις ξεχάσει;". Τελειώνουν οι λέξεις και υπόκωφος ο θόρυβος της σιωπής ακυρώνει όπως φαίνεται κάθε στιγμή κάθε απόπειρα μεταξύ μας για ένα καινούργιο διάλογο, μια συνομιλία:
- Συχνά πυκνά συμβαίνει αυτό ανάμεσα στους ανθρώπους.
- Μη μου μιλάς γι' αγάπη...
Είναι ένα σύνδρομο αυτό, ξέρεις πολύ καλά πώς ένα κάρο γνωστικοί το λένε έτσι αλλά εσύ ψάχνεις την αφορμή για να χεις εφαλτήριο τουλάχιστον μια λέξη. Πώς να επικοινωνήσεις με τους ανθρώπους αφού δεν το χεις να επικοινωνείς.
Πάνω στο μπαλκόνι στέκεσαι. Τεντώνεις τα χέρια να φτάσεις την πανσέληνο -πόσο είσαι παιδί. Ακόμα. Ως φαίνεται κι απόψε πάλι στα βουβά το φως, όχι το σκοτάδι, το φως σε κάνει ό,τι θέλει. Μα δεν μπορείς να απευθύνεσαι εκεί, γιατί δεν είναι γείτονας η σελήνη.
- .....
- .
Όταν θα προσάπτουν κατηγορίες περί ανωριμότητας και αυτισμού και επιτήδευσης όλοι εκείνοι οι κακόβουλοι γείτονες, εσύ να αντιστέκεσαι με αφοπλιστική απλότητα -το ξέρω καλά ότι καταλαβαίνεις ότι δεν είναι άθλος- σε όλα αυτά, με τα πόδια γυμνά γερά στηριγμένος στο μπαλκόνι να παίζεις όσο γίνεται καλύτερα ένα ξεχασμένο κουτσό γιατί είσαι ο πρώτος λύκος που περπάτησε κι έδωσε όνομα στο Λυκαβηττό και να βγάζεις ολοένα μηχανικά κι αυθάδικά τη γλώσσα στο ορθάνοιχτο μάτι της πιό φωτεινής σελήνης που σε κοιτάζει κι απόψε ολόκληρη, θεόβουβη και μαγεμένη.